Legislator Case Law & Legislation
62/2007 AI generated

Supreme Court refers first ground to plenary session; dismisses second ground regarding public liability for moral damage.

Case Number 62/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the second appeal ground claiming the lower court failed to consider the defendant's liability, ruling the appellate court had properly rejected the claim. However, the majority opinion found the first ground admissible, noting that public entities must pay for moral damages regardless of fault. Consequently, the case was referred to the plenary session for a final decision on the first ground.

Legislator headnote

AI generated

Articles 105 and 106 of the State Liability Code; Article 932 of the Civil Code: Public legal persons are liable for moral damages caused by illegal acts or omissions of their organs, independent of fault.

Keywords

AI generated
State Liability Code Moral Damages Public Legal Persons Fault Independent Liability Plenary Session Referral Appeal Grounds Civil Code Article 932

Cited Legislation

AI generated
Article 559 No. 8 of the Code of Civil Procedure
Articles 105 and 106 of the State Liability Code
Article 932 of the Civil Code
Article 563 No. 2b of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
OL. AP 812/1980
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 62 / 2007 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 62/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο και Ειρήνη Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ....., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Τζουβελόπουλο. Του αναιρεσίβλητου: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Γενικό Περιφερειακό Νοσοκομείο Αττικής ΣΙΣΜΑΝΟΓΛΕΙΟ", που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Λύτρα, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-7-2002 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1425/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 981/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12-7-2005 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Εμμανουήλ Καλούδης, διάβασε την από 7-10-2005 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔικ δίδεται όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά συνέπεια, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, με τον οποίο προσάπτεται στο Εφετείο η αιτίαση, ότι δεν έλαβε υπόψη τον περί υπαιτιότητας των οργάνων του αναιρεσίβλητου ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος αφού, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό αυτό και τον απέρριψε ως αβάσιμο κατ' ουσίαν.

Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 105 και 106 του ΕισΝΑΚ, προκύπτει ότι τα Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου, για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων τους κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας που τους έχει ανατεθεί ευθύνονται, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, και σε χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, βάσει της γενικής διατάξεως του άρθρου 932 του ΑΚ, η οποία παρέχει χρηματική ικανοποίηση σε κάθε περίπτωση ηθικής βλάβης, δηλαδή και όταν αυτή προέρχεται από οποιαδήποτε αδικοπραξία, έστω και αν αυτή στρέφεται κατά της περιουσίας (Ολ.ΑΠ812/1980).

Εξάλλου, οι διατάξεις για την προστασία του δικαιώματος της προσωπικότητας των άρθρων 57 και 59 του ΑΚ ορίζουν ότι ο προσβαλλόμενος παράνομα στην προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον, χωρίς να αποκλείεται να αξιώσει και αποζημίωση, σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες.

Στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο με την απόφασή του, ύστερα από σχετική αίτηση και αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, μπορεί επιπλέον να καταδικάσει τον υπαίτιο να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη εκείνου που έχει προσβληθεί. Η ικανοποίηση συνίσταται σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα, ή σε οτιδήποτε επιβάλλεται από τις περιστάσεις.

Από τις ανωτέρω διατάξεις, προκύπτει ότι ο παράνομα προσβαλλόμενος στην προσωπικότητά του δικαιούται χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη μόνο αν συντρέχει υπαιτιότητα του προσβαλόντος. Επομένως, ο προσβαλλόμενος στην προσωπικότητά του υπάλληλος ΝΠΔΔ, συνεπεία παράνομης παραλείψεως των οργάνων του να τον τοποθετήσουν στους πίνακες επιλογής προσωπικού, ώστε να κριθεί στη συνέχεια από τα αρμόδια όργανα αν πρέπει να προαχθεί σε ανώτερη από εκείνη που κατέχει θέση, δικαιούται να ζητήσει χρηματική ικανοποίηση, λόγω της ηθικής βλάβης που έχει τυχόν υποστεί, εφόσον, μεταξύ των άλλων στοιχείων, επικαλεστεί και αποδείξει, ότι η ως άνω παράλειψη οφείλεται σε υπαιτιότητα των οργάνων του ΝΠΔΔ (ΑΠ 2/1998, 1011/1993, 962/1993).

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τα ακόλουθα: Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα προσελήφθη στις 28-6-1983 από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο Ν.Π.Δ.Δ για να εργαστεί ως αδελφή-υποδιευθύνουσα και εντάχτηκε στον Οργανισμό του με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αόριστου χρόνου.

Με το υπ' αριθ. 4/23-24/3-89 πρακτικό του Ειδικού Υπηρεσιακού Συμβουλίου (Ε.Υ.Σ.) και την υπ' αριθ. 19/9-6-89 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του αναιρεσίβλητου επιλέχτηκε ως προϊσταμένη Τομέα Νοσηλευτικής Υπηρεσίας Κλάδου ΤΕ Νοσηλευτριών με βαθμό Α΄ και με τις αποφάσεις 10/11-5-91 του Ε.Υ.Σ. και την 25/18-9-91 του Δ.Σ. του αναιρεσίβλητου επανεξελέγη Προϊσταμένη Τομέα Χειρουργικού.

Με την 1/7-1-94 απόφαση του Δ.Σ. του αναιρεσίβλητου τοποθετήθηκε ως Προϊσταμένη Γ΄ Τομέα (Τομεάρχης) μέχρι τις οριστικές κρίσεις δηλαδή μέχρι τις 29-12-94. Το αναιρεσίβλητο, με την υπ' αριθ. 8/29-12-1994 πράξη του Ε.Υ.Σ. καθώς και τις υπ' αριθμ. 7/7-3-1995 και 9/27-3-1995 αποφάσεις του Δ.Σ. του, με τις οποίες επιλέχτηκαν και τοποθετήθηκαν ως Προϊστάμενες Τομέων τέσσερις συνάδελφοι της αναιρεσείουσας , παρέλειψε να την τοποθετήσει στους πίνακες επιλογής προσωπικού για τις ως άνω θέσεις με την αιτιολογία, ότι δεν είχε τέτοιο δικαίωμα, αφού η σχέση εργασίας με την οποία υπηρετεί στο Νοσοκομείο ήταν ιδιωτικού δικαίου.

Η αναιρεσείουσα προσέβαλε τις αρνητικές αυτές πράξεις ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, το οποίο με την υπ' αριθ. 1910/1996 απόφασή του, απέρριψε τη σχετική αίτησή της. Στη συνέχεια άσκησε έφεση κατά της αποφάσεως αυτής ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, το οποίο με την υπ' αριθ. 1104/2001 απόφασή του, έκρινε ότι η παράλειψη υποβολής της αναιρεσείουσας σε κρίση για επιλογή σε θέση προϊσταμένης Τομέων της νοσηλευτικής υπηρεσίας του Νοσοκομείου δεν είναι νόμιμη και ακύρωσε την 8/29-12-1994 πράξη του Ε.Υ.Σ.

καθώς και την υπ' αριθ. 9/27-3-1995 απόφαση του Δ.Σ., κατά το μέρος που με τις πράξεις αυτές εκδηλώθηκε παράλειψη των ως άνω οργάνων του αναιρεσίβλητου να την υποβάλουν σε κρίση, ώστε να είναι δυνατή η επιλογή της σε θέση Προϊσταμένης Τομέα. Πριν από την έκδοση της ως άνω αποφάσεως του ΣτΕ το αναιρεσίβλητο, με τα 2/4-3-98 και 4/30-3-98 πρακτικά του Ε.Υ.Σ., παρέλειψε εκ νέου να υποβάλει την αναιρεσείουσα σε κρίση για επιλογή σε θέση προϊσταμένης Τομέα ή Τμήματος με την ίδια αιτιολογία, ότι δηλαδή εργαζόταν με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, και η τελευταία προσέφυγε και πάλι στο Ακυρωτικό Εφετείο Αθηνών το οποίο, με την υπ' αριθ. 2914/2001 οριστική του απόφαση, έκρινε ότι η ως άνω παράλειψη δεν είναι νόμιμη και ακύρωσε τα 2/4-3-1998 και 4/30-3-98 πρακτικά του Ε.Υ.Σ.

και την 8/19-3-1998 απόφαση του Δ.Σ. του αναιρεσίβλητου. Επομένως από τις πιο πάνω αποφάσεις 1104/2001 του ΣτΕ και 2914/2001 του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών δημιουργείται δεδικασμένο για το ότι η παράλειψη του αναιρεσίβλητου να υποβάλει την ενάγουσα σε κρίση για επιλογή σε θέση Προϊσταμένης Τομέα της νοσηλευτικής υπηρεσίας του κατά τα έτη 1994 και 1998 ήταν παράνομη.

Στη συνέχεια το Εφετείο, αναφορικά με το αίτημα της ένδικης αγωγής περί καταβολής αποζημιώσεως, δέχτηκε ότι η αναιρεσείουσα είχε όλα τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα για να επιλεγεί και τοποθετηθεί σε θέση Προϊσταμένης Τομέα και ότι κατά συνέπεια δικαιούται το επίδομα της θέσεως αυτής, το οποίο στερήθηκε λόγω της παράνομης παράλειψης του αναιρεσίβλητου κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-95 έως 25-5-2001, ενώ απέρριψε ως αβάσιμο κατ' ουσίαν το αίτημα περί επιδικάσεως χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από την προσβολή της προσωπικότητάς της, αφού δέχτηκε ότι δεν αποδείχτηκε η συνδρομή οποιασδήποτε μορφής υπαιτιότητας των οργάνων του αναιρεσίβλητου για την προαναφερόμενη παράλειψη.

Ειδικότερα το Εφετείο δέχτηκε, ότι οι αρμόδιοι υπάλληλοι αυτού είχαν την πεποίθηση ότι η σχέση εργασίας ιδιωτικού και όχι δημοσίου δικαίου που συνέδεε την αναιρεσείουσα με το αναιρεσίβλητο, δεν επέτρεπε σ' αυτήν να υποβληθεί σε κρίση για επιλογή στην προαναφερόμενη θέση και ότι η ειδική για το προσωπικό των νοσοκομείων διάταξη του άρθρου 116 του Ν. 2071/1992 είχε καταργηθεί από το γενικό περί Δημόσιας Διοίκησης Ν.2085/1992, την άποψη δε αυτή δέχτηκε αρχικά και το Διοικητικό Εφετείο Αθηνών.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες διατάξεις και ο πρώτος, από το άρθρο 559 αρ.1 του ΚΠολΔ, λόγος της αναιρέσεως, όπως παραδεκτά συμπληρώνεται από τον Εισηγητή ως προς τις ελλιπώς παρατιθέμενες παραδοχές του Εφετείου, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατά τη γνώμη όμως δύο μελών του Δικαστηρίου και συγκεκριμένα του Αντιπροέδρου Στεφάνου Γαβρά, και της Ειρήνης Αθανασίου, Αρεοπαγίτη, από τις διατάξεις των άρθρων 105 και 106 του ΕσΝΑΚ, προκύπτει ότι τα Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου, για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων τους κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας που τους έχει ανατεθεί ευθύνονται, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, και σε χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, βάσει της γενικής διατάξεως του άρθρου 932 ΑΚ.

η οποία παρέχει χρηματική ικανοποίηση σε κάθε περίπτωση ηθικής βλάβης. Κατά συνέπεια, στην ανωτέρω περίπτωση το αναιρεσίβλητο, λόγω της παράνομης παράλειψης των οργάνων του να υποβάλουν την ενάγουσα σε κρίση για επιλογή σε θέση Προϊσταμένης Τομέα της νοσηλευτικής υπηρεσίας του κατά τα έτη 1994 και 1998, εκτός από την αποκατάσταση της περιουσιακής ζημίας της, οφείλει να καταβάλει σ' αυτήν και χρηματική ικανοποίηση για την προσβολή της προσωπικότητάς της, ανεξάρτητα από την υπαιτιότητα των οργάνων του.

Είναι, λοιπόν, κατά τη γνώμη της μειοψηφίας, βάσιμος ο ως άνω λόγος της αναιρέσεως. Εφόσον όμως η απόφαση λαμβάνεται κατά τούτο με πλειοψηφία μιας ψήφου, πρέπει ο λόγος αυτός να παραπεμφθεί στην Ολομέλεια (άρθρο 563 παρ.2β ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Παραπέμπει στην τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου τον αναφερόμενο στο σκεπτικό πρώτο λόγο της από 12-7-2005 αιτήσεως για αναίρεση της 981/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Απορρίπτει το δεύτερο λόγο της αναιρέσεως.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Νοεμβρίου 2006.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 16 Ιανουαρίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ