Legislator Case Law & Legislation
62/2006 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against conviction for tax evasion, rejecting procedural and substantive arguments.

Case Number 62/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a second-instance conviction for tax evasion. The court found the lower court's application of the relevant criminal statute correct and rejected arguments regarding procedural violations and insufficient reasoning. Consequently, the appeal was rejected as baseless, and the appellant was ordered to pay the legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 25(1) of Law 1882/1990; Article 510(1)(d), (e) of the Code of Criminal Procedure: The Supreme Court holds that a criminal conviction for tax evasion is valid if the lower court correctly applies the substantive law and that procedural defects or unaddressed non-submitted claims do not justify an appeal.

Keywords

AI generated
tax evasion criminal conviction appeal dismissal procedural defect legal costs

Cited Legislation

AI generated
Article 25(1) of Law 1882/1990
Article 23(1) of Law 2523/1997
Article 510(1)(d), (e) of the Code of Criminal Procedure
Article 583(1) of the Code of Criminal Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 62 / 2006 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

ΑΡΙΘΜΟΣ 62/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευριπίδη Αντωνίου, Αντιπρόεδρο, Χρύσανθο Παπούλια - Εισηγητή, Ευάγγελο Σταυρουλάκη, Ηρακλή Κωνσταντινίδη και Μιχαήλ Δέτση, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Δεκεμβρίου 2005, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου Τσίμα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορούμενου Ν. Ν. του Ε., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χριστόφορο Αργυρόπουλο, περί αναιρέσεως της 1223/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30 Μαϊου 2005 αίτησή του αναιρέσεως, καθώς και στους από 8 Νοεμβρίου 2005 πρόσθετους λόγους, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1179/2005.

Αφού άκουσε

Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά τις διατάξεις του άρθρου 25 παρ. 1 του ν. 1882/1990 (όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 23 παρ. 1 του ν. 2523/1997, ισχύοντος από της 11ης Σεπτεμβρίου 1997 και κατά το κρίσιμο επί του προκειμένου χρονικό διάστημα από του έτους 1998 μέχρι το έτος 2002), ‘ ‘ η παραβίαση της προθεσμίας καταβο-λής, κατά τις διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά, των χρεών προς το Δημόσιο και τρίτους, πλην ιδιωτών, που εισπράττονται από τις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες και τα τελωνεία, τα οποία είναι βεβαιωμένα και ληξιπρόθεσμα στις αρμόδιες υπηρεσίες, εφόσον αυτή αναφέρεται στη μη καταβολή τριών συνεχών δόσεων ή προκειμένου για χρέη που καταβάλλονται εφάπαξ σε καθυστέρηση καταβολής πέραν των δύο μηνών, από τη λήξη του χρόνου καταβολής τους, διώκεται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου των ανωτέρω υπηρεσιών προς τον εισαγγελέα πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης:

α’ ) ..., β’ ) ... και γ’ ) ενός τουλάχιστον έτους, προκειμένου για δάνεια με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους και έξι τουλάχιστον μηνών προκειμένου για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, εφόσον το ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις, υπερβαίνει τα τρία εκατομμύρια (3.000.000) δραχμές, όταν πρόκειται για δάνεια και παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους και τα τέσσαρα εκατομμύρια πεντακόσιες χιλιάδες (4.500.000) δραχμές, όταν πρόκειται για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά ...’ ‘ .

Πρόκειται για έγκλημα υπαλλακτικώς μικτό, υπό την έννοια ότι οι πλείονες τρόποι πραγματώσεώς του που αναφέρονται στο νόμο, δηλαδή, i) η μη καταβολή τριών συνεχών δόσεων του χρέους και ii) η καθυστέρηση της εφάπαξ καταβολής του χρέους πέραν των δύο μηνών, μπορεί να εναλλαχθούν μεταξύ τους και σε περίπτωση συνδρομής, επί εγκλήματος κατ’ εξακολούθηση και των δύο τρόπων τέλεσης, πραγματώνεται ένα μόνον έγκλημα.

Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., όπως το τελευταίο τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 παρ. 5 του ν. 2408/1996, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Δ’ του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, όταν σ’ αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα υποκειμενικά και τα αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε.

Η ύπαρξη του δόλου, δεν είναι αναγκαίο κατ’ αρχή να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού (δόλου) αιτιολογία, στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή (και προκύπτει από τα περιστατικά που αναφέρονται σ’ αυτή), εκτός αν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία, για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως (άμεσος δόλος) ή ορισμένος περαιτέρω σκοπός (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση).

Όταν όμως πρόκειται για έγκλημα, είτε σωρευτικώς είτε υπαλλακτικώς μικτό, όπως είναι και η μη καταβολή χρεών στο Δημόσιο, πρέπει να αναφέρεται στην αιτιολογία και ο συγκεκριμένος τρόπος με τον οποίο τελέσθηκε η πράξη, αν δηλαδή, στην περίπτωση της μη καταβολής χρεών στο Δημόσιο, πρόκειται, για μη καταβολή τριών συνεχών δόσεων του χρέους ή για καθυστέρηση της εφάπαξ καταβολής του χρέους πέραν των δύο μηνών ή επί εγκλήματος κατ’ εξακολούθηση, αν πρόκειται για περισσότερους τρόπους τέλεσης και ποίους.

Ιδιαίτερη επίσης αιτιολόγηση απαιτείται, για την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του Κ.Π.Δ. και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου ή τη μείωση της ποινής.

Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, όπως είναι και ο ισχυρισμός για την ύπαρξη νομικής πλάνης (άρθρο 31 του Π.Κ.), πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Διαφορετικά ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη αιτιολογίας, ενώ η μη απάντηση στον ισχυρισμό αυτό, συνιστά έλλειψη ακρόασης κατά το άρθρο 170 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα και ιδρύει ιδιαίτερο λόγο αναιρέσεως, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ.

Β’ του Κ.Π.Δ.. Όταν όμως ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο ή ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός, δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής, κατά την έννοια που αναφέρθηκε, αλλά αρνητικός της κατηγορίας, το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει και μάλιστα αιτιολογημένα, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση απαντήσεως σε απαράδεκτο ισχυρισμό.

Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, δεν υπάρχει ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους, ούτε αναφοράς των όσων προέκυψαν από καθένα, πρέπει όμως να υπάρχει βεβαιότητα, για την οποία αρκεί η μνεία όλων, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του το σύνολο τούτων και όχι ορισμένα μόνον από αυτά, το γεγονός δε ότι εξαίρονται ορισμένα, δεν υποδηλώνει, ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα.

Τέλος, η αιτιολογία της αποφάσεως παραδεκτά συμπληρώνεται από το διατακτικό, μαζί με το οποίο αποτελεί ενιαίο σύνολο. Λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Ε’ του Κ.Π.Δ. και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στη διάταξη διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε.

Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως.

ΙΙ. Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ’ αριθμό 1223/2005 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος σε δεύτερο βαθμό, εκπροσωπηθείς στη δίκη από συνήγορο, για την πράξη της μη καταβολής χρεών στο Δημόσιο κατ’ εξακολούθηση, σε ποινή φυλάκισης τριών (3) ετών.

Στην αιτιολογία της απόφασης, προκύπτουσα από την παραδεκτή αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της αναφέρεται, ότι από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης και όλων των εγγράφων που φέρονται στα πρακτικά ως αναγνωσθέντα και την όλη αποδεικτική διαδικασία, αποδείχθηκαν μεταξύ άλλων τα εξής:

Ο κατηγορούμενος στη Θεσσαλονίκη την 1-11-1998, 1-1-1999, 1-12-1999, 1-8-2000, 1-1-2001, 1-6-2001, 30-5-2002, 1-5-2002 1-6-2002 και 29-8-2002, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, έχοντας χρέη προς το Δημόσιο, που εισπράττονται από τις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες και τα οποία ήταν βεβαιωμένα και ληξιπρόθεσμα και προέρχονταν από παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους και δάνεια (με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου), ύψους μεγαλύτερου των 8.800 Ευρώ (3.000.000 δρχ.) και συγκεκριμένα 3.066.425 Ευρώ και από λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, ύψους μεγαλύτερου των 13.200 Ευρώ (4.500.000 δρχ.) και συγκεκριμένα 965.414,62 Ευρώ, δεν κατέβαλε τρεις συνεχείς δόσεις των ρυθμισμένων σε δόσεις χρεών και παραβίασε για περισσότερο από δύο μήνες, την προθεσμία καταβολής των χρεών που ήταν πληρωτέα εφάπαξ, όπως αναλυτικά αναφέρεται στον επισυναπτόμενο πίνακα χρεών.

Με βάση δε τα αποδειχθέντα αυτά περιστατικά το δικαστήριο κατέληξε σε καταδικαστική για τον κατηγορούμενο κρίση και του επέβαλε την αναφερόμενη ποινή φυλάκισης. III. Με τις παραδοχές του αυτές το δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Π.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ’ αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 του ν. 1882/1990, όπως έχει αντικατασταθεί με το άρθρο 23 παρ. 1 του ν. 2523/1997, την οποία εφάρμοσε και την οποία δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή δηλαδή ή αντιφατική αιτιολογία.

Ιδιαίτερη αιτιολογία υπάρχει, καθόσον αφορά τον τρόπο τέλεσης του εγκλήματος, συνιστάμενο τόσο στην μη καταβολή τριών συνεχών δόσεων, όσο και στην καθυστέρηση της εφάπαξ καταβολής του χρέους πέραν των δύο μηνών. Εκ της μερικής δ’ επαναλήψεως του διατακτικού στο σκεπτικό, δεν καθίσταται η αναφερόμενη αιτιολογία ανεπαρκής, δεδομένου μάλιστα ότι το διωκόμενο έγκλημα είναι τυπικό και στη συγκεκριμένη περίπτωση το διατακτικό είναι τόσο αναλυτικό και λεπτομερειακό, που περιλαμβάνει και στοιχεία αιτιολογίας.

Εξάλλου, η δίωξη του διωκόμενου εγκλήματος της παράβασης του άρθρου 25 παρ. 1 του ν. 1882/1990, όπως έχει αντικατασταθεί, προϋποθέτει απλή αίτηση του προϊσταμένου της σχετικής οικονομικής υπηρεσίας προς τον εισαγγελέα πρωτοδικών της έδρας του και όχι την τήρηση της διαδικασίας του άρθρου 21 παρ. 2 και 4 του ν. 2523/1997, που προβλέπουν την ύπαρξη τελεσίδικης απόφασης του διοικητικού δικαστηρίου επί ασκηθείσης προσφυγής ή την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, με την παρέλευση της νόμιμης προθεσμίας ασκήσεως της προσφυγής κατά της σχετικής φορολογικής εγγραφής, η οποία αφορά τα χρέη εκ των άρθρων 17 και 18 του ν. 2523/1997 και όχι τα χρέη εκ του άρθρου 25 του ν. 1882/1990, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 23 του ν. 2523/1997.

Από τα πρακτικά τέλος της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, ότι δεν είχε υποβληθεί στο δικαστήριο, οιοσδήποτε αυτοτελής ισχυρισμός, ούτε εκείνος για την κήρυξη του κατηγορούμενου κατά τον κρίσιμο χρόνο σε κατάσταση πτωχεύσεως και επομένως το δικαστήριο δεν υποχρεούταν να απαντήσει, μάλιστα αιτιολογημένα, σε ισχυρισμό που δεν είχε υποβληθεί.

Επομένως οι συναφείς, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Δ’ και Ε’ του Κ.Π.Δ., πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως του κύριου δικογράφου της αιτήσεως και οι ίδιοι λόγοι του δικογράφου των πρόσθετων λόγων, με τους οποίους ειδικότερα προβάλλεται, με την επίκληση του αναιρετικού λόγου της εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, αλλά και του αναιρετικού λόγου της υπέρβασης εξουσίας, η μη τήρηση της αναφερόμενης διαδικασίας του άρθρου 21 παρ. 2 και 4 του ν. 2523/1997, η οποία όμως δεν ήταν όπως αναφέρθηκε εφαρμοστέα, αλλά και η ελλιπής αιτιολογία της απόφασης και η αναιτιολόγητη απόρριψη του φερόμενου ως υποβληθέντος αυτοτελούς του κατηγορούμενου ισχυρισμού, για την κήρυξή του σε κατάσταση πτωχεύσεως, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.

ΙV. Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και οι έπ’ αυτής πρόσθετοι λόγοι, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 583 παρ. 1 του Κ.Π.Δ., στα δικαστικά έξοδα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 30ης Μαΐου 2005 αίτηση του Ν. Ν. του Ε. και τους έπ’ αυτής από 8ης Νοεμβρίου 2005 πρόσθετους λόγους, για αναίρεση της υπ’ αριθμό 1223/2005 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια δέκα (210) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Δεκεμβρίου 2005. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 10 Ιανουαρίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ