Legislator Case Law & Legislation
629/2025 AI generated

Supreme Court allows appeal against inheritance rejection due to unclear evidence on statutory limitation periods.

Case Number 629/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeal against the Third Instance Court's decision rejecting the plaintiffs' claim for inheritance renunciation. The plaintiffs argued they were unaware of their relatives' prior renunciations, but the court found the evidence insufficient to prove this lack of knowledge. Consequently, the court ruled that the lower court's assessment of the evidence was unclear and violated substantive law regarding the limitation period for renunciation.

Legislator headnote

AI generated

Articles 1711, 1846-1856 of the Civil Code; The court must reverse a judgment if the evidence fails to clearly establish facts excluding the application of statutory limitation periods for inheritance renunciation, necessitating a remand for further examination.

Keywords

AI generated
inheritance renunciation statutory limitation period evidence insufficiency appeal admissibility substantive law violation remand for retrial legal knowledge requirement

Cited Legislation

AI generated
Articles 1711, 1846, 1847, 1848, 1849, 1850, 1851, 1856 of the Civil Code
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Article 552 of the Code of Civil Procedure
Article 553 of the Code of Civil Procedure
Article 556 of the Code of Civil Procedure
Article 558 of the Code of Civil Procedure
Article 560 of the Code of Civil Procedure
Article 564 of the Code of Civil Procedure
Article 566 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 580 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 629 / 2025 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 629/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιφιγένεια Ματσούκα, Φωτεινή Μηλιώνη, Ευαγγελία Στεργίου, Ευγενία Μπιτσακάκη-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 4 Δεκεμβρίου 2024, με την παρουσία και του γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Μ. Π., το γένος Ν. και Ε. Δ., 2) Γ. Δ. του Ν. και Ε., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χρυσόστομο Βελάκη, και κατέθεσαν προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, όπως νόμιμα εκπροσωπείται από τον Υπουργό Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και ήδη από την Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων, όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τον Διοικητή αυτής, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και από τον Προϊστάμενο της ΔΟΥ Καβάλας, που κατοικοεδρεύει στην Καβάλα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Σοφία Μπίκου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-9-2014 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Καβάλας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 10/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 102/2018 του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 23-6-2020 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι) Με την από 23-6-2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η κατά την τακτική διαδικασία και κατ' αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα υπ' αριθμ. 102/2018 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης, με την οποία έγινε δεκτή κατά πλειοψηφία η με αριθμ. καταθ. ... έφεση του αναιρεσιβλήτου κατά της υπ' αριθμ. 10/2016 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καβάλας, που έκανε δεκτή την από 4-9-2014 αγωγή των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων περί αναγνώρισης ως έγκυρων και ισχυρών των από 29-11-2013 δηλώσεών τους για αποποίηση της εξ αδιαθέτου κληρονομιάς του αποβιώσαντος την 4-6-2010 Α. Ζ. και αφού κράτησε και δίκασε την υπόθεση ως πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την ως άνω αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη . Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 495, 552, 553, 556, 558, 560, 564 παρ. 1 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. Είναι συνεπώς παραδεκτή (577παρ.1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).

ΙΙ) Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1711, 1846, 1847, 1848, 1849, 1850, 1851 και 1856 ΑΚ συνάγεται ότι ο κληρονόμος, είτε καλείται από διαθήκη, είτε εξ αδιαθέτου, αποκτά αυτοδίκαια την κληρονομιά με μόνο το θάνατο του κληρονομουμένου, χωρίς να απαιτείται οποιαδήποτε ενέργεια από μέρους του, ακόμα και χωρίς τη γνώση ή θέλησή του.

Το δικαίωμα όμως αυτό της αυτοδίκαιης κτήσης της κληρονομιάς είναι προσωρινό και μετακλητό, γιατί τελεί υπό την τιθέμενη από το νόμο διαλυτική αίρεση της εμπρόθεσμης αποποίησης της κληρονομιάς (άρθρ. 1847 ΑΚ), δηλαδή δικαιούται ο κληρονόμος να αποποιηθεί, κατά βούληση, την κληρονομιά που έχει επαχθεί σ' αυτόν από διαθήκη ή εξ αδιαθέτου, οπότε η κτήση αναιρείται εξαρχής και θεωρείται σαν να μην έγινε.

Η αποποίηση της κληρονομιάς είναι δήλωση του προσωρινού κληρονόμου ότι αποκρούει - δεν δέχεται - την κληρονομιά που έχει επαχθεί σ' αυτόν από διαθήκη ή εξ αδιαθέτου. Η αποποίηση συνιστά μονομερή δικαιοπραξία διαπλαστικού χαρακτήρα μη απευθυντέα σε τρίτο, υποκείμενη σε συστατικό τύπο και είναι ανεπίδεκτη οποιασδήποτε αίρεσης ή προθεσμίας, χάριν της ασφάλειας των συναλλαγών (άρθρο 1851 εδ.

β ΑΚ). Η σχετική δήλωση αποποίησης γίνεται ενώπιον του γραμματέα του δικαστηρίου της κληρονομιάς, μέσα σε προθεσμία τεσσάρων μηνών (με τη διαφοροποίηση του άρθρου 1847 παρ. 2 ΑΚ), που αρχίζει από τότε που ο κληρονόμος έλαβε γνώση της επαγωγής και του λόγου αυτής. Από την άπρακτη πάροδο της προθεσμίας αποποίησης τεκμαίρεται αμαχήτως από το νόμο (άρθρ. 1850 εδ.β ΑΚ) η αποδοχή της κληρονομιάς.

Η δήλωση αποποίησης έχει διαπλαστικό χαρακτήρα, αφού δημιουργεί μία νέα νομική κατάσταση ως προς το πρόσωπο του κληρονόμου. Η κληρονομιά επάγεται σ' εκείνον που θα είχε κληθεί, αν εκείνος που αποποιήθηκε δεν ζούσε κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου (άρθρ. 1856 ΑΚ). Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 1857 παρ. 1 και 2 ΑΚ, η αποδοχή ή η αποποίηση της κληρονομιάς είναι αμετάκλητη, ενώ αν αυτή οφείλεται σε πλάνη ή απάτη ή απειλή κρίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες.

Δεν αποκλείεται όμως, παρά το ότι η διάταξη του άρθρου 1857 παρ. 1 ΑΚ καθιερώνει το αμετάκλητο της αποδοχής ή της αποποίησης ως μονομερούς δικαιοπραξίας, με προφανή σκοπό τη δημιουργία βεβαιότητας ως προς το πρόσωπο του κληρονόμου, η αποδοχή και η αποποίηση να είναι συνέπεια πλάνης που δεν αναφέρεται στο λόγο της επαγωγής, ή που είναι αποτέλεσμα απάτης ή απειλής.

Στις περιπτώσεις αυτές, η διάταξη του άρθρου 1857 παρ. 2 ΑΚ προβλέπει τη δυνατότητα ακύρωσης της αποδοχής ή αποποίησης, σύμφωνα με τις γενικές διατάξεις για τις ακυρώσιμες δικαιοπραξίες (άρθρ. 140 επ., 147 επ., 150 επ. ΑΚ), που εφαρμόζονται ενόσω δεν τροποποιούνται από τις ιδιαίτερες ρυθμίσεις των διατάξεων του άρθρου 1857 παρ. 2-4 ΑΚ.

Ειδικότερα κατά το άρθρο 1857 εδ. β περ. α' , γ' και δ' του ίδιου Κώδικα, η αποδοχή της κληρονομίας που οφείλεται σε πλάνη κρίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις για τις δικαιοπραξίες, η δε πλάνη σχετικά με το ενεργητικό ή το παθητικό της κληρονομίας δεν θεωρείται ουσιώδης, ενώ οι διατάξεις του άρθρου αυτού εφαρμόζονται και σε αποδοχή που συνεπάγεται από την παραμέληση της προθεσμίας για αποποίηση, κατά δε το άρθρο 1901 εδ.

α Α.Κ., ο κληρονόμος ευθύνεται και με τη δική του περιουσία για τα χρέη της κληρονομίας. Έτσι, εφόσον πρόκειται για δήλωση από πλάνη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 140, 141 και 142 ΑΚ, αν κατά την κατάρτιση της δικαιοπραξίας, η δήλωση δεν συμφωνεί από ουσιώδη πλάνη με τη βούληση του δηλούντος, αυτός έχει το δικαίωμα να ζητήσει την ακύρωση της δικαιοπραξίας.

Η πλάνη είναι ουσιώδης, όταν αναφέρεται σε σημείο ή ιδιότητα του προσώπου ή του πράγματος τέτοιας σπουδαιότητας για την όλη δικαιοπραξία ώστε, αν ο πλανηθείς γνώριζε την πραγματική κατάσταση, δεν θα επιχειρούσε τη δικαιοπραξία. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η αποδοχή της κληρονομιάς που συνάγεται από την παραμέληση της προθεσμίας αποποίησης, μπορεί να προσβληθεί από τον κληρονόμο λόγω πλάνης όταν η, με τον τρόπο αυτό συναγόμενη, κατά πλάσμα του νόμου, αποδοχή, δεν συμφωνεί με τη βούλησή του από ουσιώδη πλάνη, δηλαδή από άγνοια ή εσφαλμένη γνώση της καταστάσεως που διαμόρφωσε τη βούλησή του, αν αυτή αναφέρεται σε σημείο τόσο σπουδαίο για την αποδοχή της κληρονομιάς, ώστε, αν ο κληρονόμος γνώριζε την αληθινή κατάσταση ως προς το σημείο αυτό, δεν θα άφηνε να παρέλθει άπρακτη η προθεσμία αποποιήσεως.

Η εσφαλμένη γνώση ή άγνοια, που δημιουργεί την μεταξύ βουλήσεως και δηλώσεως διάσταση, η οποία, όταν είναι ουσιώδης, θεμελιώνει δικαίωμα προσβολής της δηλώσεως λόγω πλάνης, μπορεί να οφείλεται και σε άγνοια ή εσφαλμένη γνώση των προαναφερόμενων νομικών διατάξεων για την αποδοχή της κληρονομιάς υπάρχει δε πλάνη περί το δίκαιο της αποδοχής της κληρονομιάς και όταν ο κληρονόμος τελεί σε άγνοια που ανάγεται α) στο σύστημα της κτήσεως της κληρονομιάς κατά το ΑΚ που επέρχεται αμέσως μετά το θάνατο του κληρονομουμένου, οπότε η προθεσμία του άρθρου 1847 ΑΚ δεν αρχίζει, γιατί η άγνοια αποκλείει τη γνώση της επαγωγής της κληρονομιάς και β) σε άγνοια μόνο της υπάρξεως της προθεσμίας του άρθρου 1847 ΑΚ προς αποποίηση ή της κατά το άρθρο 1850 ΑΚ νομικής σημασίας της παρόδου της προθεσμίας αυτής άπρακτης.

Εάν έχει χωρήσει πλασματική αποδοχή της κληρονομιάς λόγω της προαναφερθείσας πλάνης, η έναρξη της προθεσμίας αποποιήσεως προϋποθέτει την ακύρωση της πλασματικής αποδοχής τελεσιδίκως, ώστε η εν συνεχεία αποποίηση να επιφέρει τα έννομα αποτελέσματά της (Α.Π.842/2022, Α.Π.1041/2022, 822/2017). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 του K.Πολ.Δ.

αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού (Ολ.

Α.Π. 1/2016). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (Α.Π. 319/2017, Α.Π. 130/2016, Α.Π. 1420/2013).

Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της διάταξης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.

α` του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας" ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία".

Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση όταν τα πραγματικά περιστατικά, που αναγράφονται σ' αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, λόγω δε των ελλείψεων στην εκτίμηση των αποδείξεων προκαλείται ασαφές αποδεικτικό πόρισμα και, επομένως, αδυναμία του Αρείου Πάγου να ελέγξει την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου.

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογίας όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΟλΑΠ 9/2016, ΑΠ 322/2022, 1366/2021, 491/2019).

ΙΙΙ) Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Την 4-6-2010 απεβίωσε στην Ελευθερούπολη Καβάλας ο θείος από μητρική γραμμή των εναγόντων και ήδη εφεσιβλήτων, Α.

Ζ. του Β. και Α., κάτοικος όσο ζούσε Ελευθερούπολης Καβάλας (βλ. το προσκομιζόμενο με επίκληση αντίγραφο της υπ' αριθμ. ... ληξιαρχικής πράξης θανάτου που συνέταξε η Ληξίαρχος του δήμου Ελευθερούπολης Καβάλας), ο οποίος με την από 27-8-1999 ιδιόγραφη διαθήκη του, που δημοσιεύθηκε νομίμως, δυνάμει του υπ' αριθμ. ...

πρακτικού δημοσίευσης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας, εγκατέστησε κληρονόμους του, τη σύζυγό του Γ. Ζ., το γένος Π. Π. και τα τρία τέκνα του, Α. συζ. Ε. Μ., το γένος Α. Ζ., Ά. συζ. Β. Π., το γένος Α. Ζ. και Β. Ζ. του Α.. Οι τελευταίοι με την υπ' αριθμ. ... κοινή δήλωση αποποίησης κληρονομιάς, ενώπιον του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Καβάλας, αποποιήθηκαν νομοτύπως και εμπροθέσμως την επαχθείσα σ' αυτούς κληρονομιά του συζύγου και πατέρα τους.

Με την εν λόγω αποποίηση η κληρονομιά του αποβιώσαντος επήχθη στους εγγονούς του και δη α) στα τέκνα της θυγατέρας του, Α. συζ. Ε. Μ., Σ. Μ. του Ε. και Γ. Μ. του Ε., ανήλικη (γεννηθείσα την 29-10-1997) και β) της θυγατέρας του, Ά. συζ. Β. Π., Ι. Π. του Β., ανήλικη (γεννηθείσα την 7-12-2007), κατά τις διατάξεις των άρθρων 1813 και 1856 ΑΚ.

Ο Σ. Μ. του Ε., με την υπ' αριθμ. ... δήλωση αποποίησης κληρονομιάς, ενώπιον του ιδίου ως άνω Γραμματέα, αποποιήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως την επαχθείσα σ' αυτόν κληρονομιά του αποβιώσαντος παππού του από τη μητρική γραμμή, ενώ για λογαριασμό των ως άνω ανηλίκων, δυνάμει της υπ' αριθμ. 69/2012 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας (διαδικασία εκούσιας δικαιοδοσίας), που παρέσχε την άδεια προς τούτο, προέβησαν, η Α.

συζ. Ε. Μ. από κοινού με το σύζυγό της Ε. Μ., στην υπ' αριθμ. ... δήλωση αποποίησης κληρονομιάς, ενώπιον του ιδίου ως άνω Γραμματέα (για λογαριασμό της ανήλικης Γ.) και η Ά. συζ. Β. Π. από κοινού με το σύζυγό της Β. Π., στην υπ' αριθμ. ... δήλωση αποποίησης κληρονομιάς, ενώπιον του ιδίου ως άνω Γραμματέα (για λογαριασμό της ανήλικης Ι.).

Κατόπιν αυτών και αφού εξαντλήθηκαν οι κληρονόμοι της πρώτης τάξης, στην κληρονομιά του αποβιώσαντος κλήθηκαν κατά το σύστημα της αυτοδίκαιης κτήσης της εξ αδιαθέτου κληρονομικής διαδοχής οι αδελφοί του, Ν. Ζ. του Β. και Ε. συζ. Ν. Δ., το γένος Β. Ζ. (μητέρα των εναγόντων). Οι τελευταίοι με την υπ' αριθμ. ... κοινή δήλωση αποποίησης κληρονομιάς, ενώπιον του ιδίου ως άνω Γραμματέα, αποποιήθηκαν νομοτύπως και εμπροθέσμως την επαχθείσα σ' αυτούς κληρονομιά του αποβιώσαντος αδελφού τους, δηλαδή την ίδια ημέρα που αποποιήθηκαν οι εκ διαθήκης κληρονόμοι του τελευταίου (σύζυγος και τέκνα) και ο εξ αδιαθέτου κληρονόμος του (εγγονός του).

Άπαντες οι προαναφερόμενοι κληρονόμοι προσήλθαν διαδοχικά την ίδια ημέρα (30-9-2011) και προέβησαν ενώπιον του ως άνω Γραμματέα σε δήλωση αποποίησης κληρονομιάς του θανόντος Α. Ζ. και δη περί ώρα 11:00' (η σύζυγος και τα τέκνα του), περί ώρα 11:30'(ο εγγονός του) και περί ώρα 11:40' (οι αδελφοί του). Στον άνω Γραμματέα γνωστοποιήθηκε η κατά διαδοχική σειρά δήλωση αποποίησης κληρονομιάς, η οποία περιελήφθη στις οικείες εκθέσεις, ειδικότερα δε:

α) στην υπ' αριθμ. ... δήλωση του εγγονού του θανόντος μνημονεύθηκε η υπ' αριθμ ... δήλωση αποποίησης της συζύγου και των τέκνων του και β) στην υπ' αριθμ. ... δήλωση των αδελφών του θανόντος οι υπ' αριθμ. 292/30- 9-2011 και ... δηλώσεις αποποίησης της συζύγου, των τέκνων και του εγγονού αυτού, καθώς επίσης και η κλήση του τελευταίου στην κληρονομιά, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου του παππού του.

Σε όλες τις ως άνω δηλώσεις αναφέρεται ότι οι κληρονόμοι "αποποιούνται την κληρονομιά που τους έχει επαχθεί στην οποία δεν αναμείχθηκαν και ούτε πρόκειται να αναμειχθούν στο μέλλον και ότι η δήλωσή τους αυτή γίνεται σύμφωνα με τα άρθρα 1847 ΑΚ, 1848 ΑΚ και 1856 ΑΚ", δηλαδή, γίνεται μνεία των νομικών διατάξεων, περί αποποίησης της κληρονομιάς, καθώς και των εννόμων συνεπειών της μη εμπρόθεσμης αποποίησης από την πάροδο αυτής άπρακτης κατά τον Αστικό Κώδικα.

Το γεγονός αυτό καταδεικνύει ότι οι ως άνω αποποιηθέντες την κληρονομιά είχαν απευθυνθεί σε πρόσωπο που είχε νομικές γνώσεις, για να ενημερωθούν σε σχέση με τις ενέργειες στις οποίες έπρεπε να προβούν για την τύχη της κληρονομιάς του αποβιώσαντος, γνωρίζοντας ότι ήταν βεβαρυμμένη με οφειλές προς τρίτους και συνεπώς, έλαβαν γνώση περί των διατάξεων της επαγωγής της κληρονομιάς, της υπάρξεως προθεσμίας προς αποποίηση, των εννόμων συνεπειών της μη εμπρόθεσμης αποποίησης και της απαιτουμένης αδείας για την αποποίηση της κληρονομιάς για λογαριασμό των ανηλίκων.

Οι προαναφερόμενοι κληρονόμοι του αποβιώσαντος προέβησαν σε αποποίηση της κληρονομιάς του, λόγω του κατάχρεου αυτής, το οποίο ήταν γνωστό τόσο στην οικογένειά του (σύζυγο, τέκνα, εγγονούς, αδελφούς και ανιψιούς), όσο και στο ευρύτερο κοινωνικό και επιχειρηματικό περιβάλλον του, ήδη ενόσω ο τελευταίος ήταν εν ζωή, όπως άλλωστε ομολογείται και από τους ενάγοντες με την ένδικη αγωγή.

Ειδικότερα, ήταν κοινώς γνωστό, στην Ελευθερούπολη Καβάλας, όπου διέμενε εν ζωή ο κληρονομούμενος, ότι είχε υπέρογκες οικονομικές οφειλές προς τρίτους, προερχόμενες από την εμπορική δραστηριότητα της ανωνύμου εταιρίας, με την επωνυμία "... ΑΕ" και δη υπό την ιδιότητά του ως διευθύνοντος συμβούλου αυτής.

Με τις αποποιήσεις της κληρονομιάς εκ μέρους των αδελφών του κληρονομουμένου, Ν. Ζ. του Β. και Ε. συζ. Ν. Δ., η κληρονομιά αυτού, κατά την κληρονομική μερίδα της τελευταίας, επήχθη στους ενάγοντες και ήδη εφεσίβλητους, Μ. Π., το γένος Ν. Δ. και Γ. Δ. του Ν., που κλήθηκαν κατά τη δεύτερη τάξη (άρθρο 1814 ΑΚ), ως τέκνα της αποποιηθείσης αδελφής του και ανιψιοί του.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι, οι ενάγοντες, ως συγγενείς του αποβιώσαντος, πληροφορήθηκαν το θάνατό του, καθώς επίσης ότι, η σύζυγος, τα τέκνα και οι εγγονοί αυτού αποποιήθηκαν τη κληρονομιά του, καθώς επίσης και ότι, εκ του λόγου αυτού, καλούνταν στην κληρονομιά του αποβιώσαντος, οι αδελφοί του, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του, όπως άλλωστε ομολογείται και από τους ενάγοντες με την ένδικη αγωγή.

Επίσης, αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες με την υπ' αριθμ. ... κοινή δήλωση αποποίησης κληρονομιάς, ενώπιον του Γραμματέα του Ειρηνοδικείου Παγγαίου, αποποιήθηκαν την επαχθείσα σ' αυτούς κληρονομιά του αποβιώσαντος θείου τους, ενώ και τα τέκνα αυτών (των εναγόντων), με την υπ' αριθμ. ... κοινή δήλωση αποποίησης ενώπιον του ιδίου ως άνω Γραμματέα αποποιήθηκαν την επαχθείσα σ' αυτούς κληρονομιά.

Στις εν λόγω δηλώσεις αναφέρεται ότι οι ενάγοντες και τέκνα αυτών "αποποιούνται την κληρονομιά που τους έχει επαχθεί στην οποία δεν αναμείχθηκαν και ούτε πρόκειται να αναμειχθούν στο μέλλον και ότι η δήλωσή τους αυτή γίνεται σύμφωνα με τα άρθρα 1847 ΑΚ, 1848 ΑΚ και 1856 ΑΚ" (βλ. τις υπ' αριθμ. ... και ... εκθέσεις αποποίησης ενώπιον του Γραμματέα του Ειρηνοδικείου Παγγαίου), δηλαδή, γίνεται μνεία των νομικών διατάξεων, περί αποποίησης της κληρονομιάς, καθώς και των εννόμων συνεπειών της μη εμπρόθεσμης αποποίησης από την πάροδο αυτής άπρακτης κατά τον Αστικό Κώδικα, όπως ακριβώς και στις προαναφερόμενες υπ' αριθμ. ..., ...

και ... δηλώσεις αποποίησης κληρονομιάς. Οι ενάγοντες, προκειμένου να δικαιολογήσουν τον χρόνο κατά τον οποίο προέβησαν στην αποποίηση της επαχθείσας σ' αυτούς κληρονομιάς του αποβιώσαντος θείου τους (την 29-11-2013) ισχυρίζονται ότι, αγνοούσαν το γεγονός ότι η μητέρα τους, Ε. συζ. Ν. Δ., είχε αποποιηθεί την επαχθείσα σ' αυτήν κληρονομιά, καθώς και ότι μετά την τυχόν αποποίηση της κληρονομιάς εκ μέρους των αδελφών του θανόντος, θα καλούνταν στην κληρονομιά του θείου τους, κατά το κληρονομικό μερίδιο της μητέρας τους, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι, καθώς επίσης, ότι και η μητέρα τους αγνοούσε ότι έπρεπε να αποποιηθούν την κληρονομιά και οι ίδιοι, δηλαδή αγνοούσαν τόσο την επαγωγή τους στην κληρονομιά του αποβιώσαντος, όσο και τα πραγματικά περιστατικά του λόγου της επαγωγής, η άγνοιά τους δε αυτή συνεχίστηκε μέχρι την 27-11-2013, οπότε το πρώτον, σε τυχαία συνάντησή τους στη ΔΟΥ Καβάλας, πληροφορήθηκαν από τον Ν.

Ζ., αδελφό του αποβιώσαντος και της μητέρας τους, ότι μετά τις αποποιήσεις της κληρονομιάς εκ μέρους των αδελφών του θανόντος η κληρονομιά επήχθη σ' αυτούς, ως ανιψιών εκ μητρικής γραμμής και ότι έπρεπε να αποποιηθούν και αυτοί την κληρονομιά, καθώς επίσης ότι αγνοούσαν τις συνέπειες της μη εμπρόθεσμης αποποίησης της κληρονομιάς.

Για να ενισχύσουν δε τον ισχυρισμό τους, περί άγνοιας των διατάξεων του νόμου, που διέπουν το σύστημα της κτήσεως της κληρονομιάς κατά τον Αστικό Κώδικα, επικαλούνται ότι η πρώτη ενάγουσα είναι απόφοιτος Δημοτικού και έχει ελλιπή μόρφωση, καθώς και ότι ουδέποτε εργάσθηκε απασχολούμενη αποκλειστικά με οικιακές εργασίες, και ότι ο δεύτερος ενάγων είναι απόφοιτος Γυμνασίου και απασχολείται επαγγελματικά ως οδηγός φορτηγού αυτοκινήτου.

Οι ισχυρισμοί αυτοί των εναγόντων από κανένα στοιχείο δεν επιβεβαιώνονται. Ειδικότερα, ο ισχυρισμός περί άγνοιας της, εκ μέρους της μητέρας τους, Ε. συζ. Ν. Δ., αποποίησης της επαχθείσας σ' αυτήν κληρονομιάς του αποβιώσαντος αδελφού της και εξακολούθησης της άγνοιάς τους αυτής μέχρι την 27-11-2013, κρίνεται μη πειστικός.

Τούτο διότι, είχαν άριστες και ιδιαίτερα στενές σχέσεις με τη μητέρα τους, γεγονός το οποίο συνάγεται ότι εκ μέρους της τελευταίας εδόθη η ως άνω υπ' αριθμ. ... ένορκη βεβαίωση ενώπιον του συμβολαιογράφου Καβάλας Σ. Ζ., στην οποία σαφώς διαφαίνεται η προσπάθεια επιβεβαίωσης των σχετικών ισχυρισμών των εναγόντων, με επιμέλεια των οποίων άλλωστε εδόθη αυτή.

Επιπλέον, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, κάθε μέσος συνετός άνθρωπος, ο οποίος γνώριζε ότι η σύζυγος, τα τέκνα και οι εγγονοί του κληρονομουμένου, είχαν αποποιηθεί την επαχθείσα σ' αυτούς κληρονομιά, και την, εκ του λόγου αυτού επαγωγή της κληρονομίας στους αδελφούς του, οπωσδήποτε θα μεριμνούσε για να ενημερωθεί σε σχέση με τις ενέργειες στις οποίες έπρεπε να προβεί για την τύχη της κληρονομιάς του αποβιώσαντος, εν προκειμένω δε, οι ενάγοντες, οι οποίοι ομολογούν, ως προελέχθη, ότι ήταν σε γνώση τους το γεγονός της αποποίησης της κληρονομιάς, εκ μέρους των αμέσως προαναφερομένων, καθώς και ότι καλούνταν στην κληρονομιά του θανόντος, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτού, οι αδελφοί του, Ν.

Ζ. και η μητέρα τους, η οποία ήταν προχωρημένης ηλικίας (γεννηθείσα την 15-4-1940) δεν θα αδιαφορούσαν, αλλά θα μεριμνούσαν, ώστε να την καθοδηγήσουν, για να προβεί εμπροθέσμως σε αποποίηση της επαχθείσης σ' αυτήν κληρονομιάς, ενόψει του ότι, διαφορετικά, θα καλούνταν ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος του θανόντος, να καταβάλει, κατά το κληρονομικό της μερίδιο, τα χρέη της κληρονομιάς, που ήταν βεβαρυμμένη με υπέρογκες οφειλές προς τρίτους, γεγονός γνωστό στους ίδιους, αλλά και στη μητέρα τους, όπως και στο ευρύτερο οικογενειακό και επιχειρηματικό περιβάλλον του θανόντος, ήδη ενόσω ζούσε.

Εξάλλου, τόσο οι ενάγοντες όσο και η μητέρα τους, είναι κάτοικοι Καβάλας και μάλιστα οι οικίες τους είναι όμορες, επί της οδού ... του δευτέρου εξ αυτών και αριθμός 13 της πρώτης όπως και της μητέρας τους στον αριθμό 13 (βλ. την υπ' αριθμ. ... ένορκη βεβαίωση περί της κατοικίας της βεβαιούσης), δηλαδή η πρώτη ενάγουσα και η μητέρα των εναγόντων κατοικούν στην ίδια οικοδομή, και, συνεπώς, δεν δικαιολογείται από τα διδάγματα της κοινής πείρας και τη λογική, η τελευταία να ενεργεί εν αγνοία των τέκνων της - εναγόντων, σε σχέση με το ζήτημα της αποποίησης της κληρονομιάς του θανόντος αδελφού της και να προβαίνει από κοινού με τον έτερο αδελφό της, Ν.

Ζ., κάτοικο Ελευθερούπολης Καβάλας, σε αποποίηση της κληρονομιάς. Επίσης, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό ότι η μητέρα των εναγόντων, ηλικίας κατά το χρόνο της αποποίησης 71 ετών περίπου, είχε ενημερωθεί για τις νομικές διατάξεις περί επαγωγής και αποποίησης της κληρονομιάς και να ενεργεί εμπροθέσμως και νομοτύπως προς αποποίηση της κληρονομιάς, χωρίς να συμβουλεύεται τα τέκνα της- ενάγοντες και κυρίως να μην τους γνωστοποιεί ότι η ίδια προέβη σε αποποίηση, αφού το κληρονομικό μερίδιό της, θα επαγόταν σ' αυτούς.

Το Δικαστήριο δεν δύναται να οδηγηθεί σε αντίθετη κρίση από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρος αποδείξεως, Κ. Π. του Ε., συζύγου της πρώτης των εναγόντων, ο οποίος, συμπορευόμενος με τους ισχυρισμούς των τελευταίων, κατέθεσε ότι οι ενάγοντες κατά το μήνα Νοέμβριο του έτους 2013 έλαβαν γνώση ότι η μητέρα τους και ο έτερος αδελφός του θανόντος είχαν αποποιηθεί την κληρονομιά και ότι έπρεπε και οι ίδιοι να προβούν σε αποποίηση, σε τυχαία συνάντηση του δευτέρου ενάγοντος στη ΔΟΥ Καβάλας, όπου απευθύνθηκε για να ενημερωθεί σχετικά με οφειλή της μητέρας του, με τον έτερο αδελφό Ν.

Ζ., αποποιηθέντα την κληρονομιά, κατά τα προαναφερόμενα, διότι η κατάθεση του άνω μάρτυρος, ως προς το σημείο αυτό, δεν κρίνεται πειστική, καθόσον το ζήτημα της αποποίησης ήταν πολύ σοβαρό και δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό ότι η μητέρα τους δεν τους γνωστοποίησε το γεγονός αυτό, ενόψει του ότι, μάλιστα, λόγω των χρεών της κληρονομιάς, θα καλούνταν να καταβάλουν ένα πολύ σημαντικό ποσό, το οποίο, εν τέλει, κατά το έτος 2014, ανήλθε στο ποσό των 123.859,49 ευρώ, για έκαστο των εναγόντων, το οποίο κλήθηκαν να καταβάλουν, δυνάμει των υπ' αριθμ. ...

εγγράφων της ΔΟΥ Καβάλας, που τους κοινοποιήθηκαν, την 30-5- 2014, ως κληρονόμοι-οφειλέτες του Α. Ζ., προς εξόφληση ληξιπρόθεσμων οφειλών του προς το Δημόσιο. Άλλωστε, οι ενάγοντες δεν επικαλέστηκαν ούτε προσκόμισαν άλλα αποδεικτικά στοιχεία προς ενίσχυση της εν λόγω κατάθεσης, πλην της ένορκης βεβαίωσης της μητέρας τους, η οποία δεν κρίνεται αξιόπιστη, ως προς το ζήτημα αυτό (της μη ενημέρωσης των τέκνων της για το γεγονός της αποποίησης της κληρονομιάς από την ίδια και της άγνοιάς της περί της επαγωγής της κληρονομιάς στα τέκνα της).

Επίσης, και ο ισχυρισμός των εναγόντων περί άγνοιας των διατάξεων του νόμου, περί επαγωγής της κληρονομιάς και τις συνέπειες της μη εμπρόθεσμης αποποίησης αυτής, επειδή η πρώτη είναι απόφοιτος Δημοτικού Σχολείου και έχει ελλιπείς γνώσεις και ο δεύτερος απόφοιτος Γυμνασίου και έχει περιορισμένες γνώσεις, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός.

Ειδικότερα, ο ισχυρισμός της πρώτης ότι είναι απόφοιτος Δημοτικού, ελέγχεται αναληθής, καθόσον από το προσκομιζόμενο μετ' επικλήσεως υπ' αριθμ. ... πιστοποιητικό σπουδών (εξωσχολικής χρήσης) του 21ου 12/Θ Δημοτικού Σχολείου Καβάλας, απλώς πιστοποιείται ότι, αυτή "το σχολικό έτος 1978- 1979 γράφηκε στην ΣΤ' τάξη, με αριθμό μαθητολογίου ή μητρώου 104, παρακολούθησε τα μαθήματα κανονικά, κρίθηκε άξια απολύσεως με γενικό βαθμό εννέα (9) και έλαβε απολυτήριο με αριθμό Β.Π.Σ.

και ημερομηνία 15-6-1979", ουδόλως δε αποδεικνύεται ότι το επίπεδο των γνώσεών της είναι αποφοίτου Δημοτικού Σχολείου, όπως αβασίμως διατείνεται. Με τον εν λόγω πιστοποιητικό σπουδών βεβαιώνεται ότι φοίτησε στην ΣΤ' τάξη του συγκεκριμένου Δημοτικού Σχολείου, παρακολούθησε τα μαθήματα της ως άνω τάξεως κανονικά και κρίθηκε άξια απολύσεως με γενικό βαθμό εννέα (9), δηλαδή, επίδοση "άριστα".

Κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και τη λογική, λόγω της ηλικίας της (γεννηθείσα στις 19-5-1967), της άριστης επίδοσής της και της μόνιμης κατοικίας της στην πόλη της Καβάλας, όπου υπήρχε ευχέρεια συνέχισης των σπουδών της στην επόμενη βαθμίδα, δεν δικαιολογείται η μη συνέχιση της φοίτησής της τουλάχιστον στο Γυμνάσιο.

Άλλωστε, προς απόδειξη του σχετικού ισχυρισμού της, είχε την ευχέρεια να προσκομίσει βεβαίωση από την επόμενη βαθμίδα φοίτησης (Γυμνάσιο), όπου υπηρεσιακώς είχε αποσταλεί ο απολυτήριος τίτλος της του άνω Δημοτικού Σχολείου, περί φοίτησης ή μη αυτής στις τάξεις του Γυμνασίου ή της τυχόν απόρριψής της "ως ουδόλως φοιτήσασα", πράγμα το οποίο δεν έπραξε.

Περαιτέρω, και ο ισχυρισμός του δευτέρου ότι είναι απόφοιτος της τρίτης τάξης του Γυμνασίου επίσης ελέγχεται αναληθής, καθόσον από την προσκομιζόμενη μετ' επικλήσεως υπ' αριθμ. ... βεβαίωση σπουδών του 6ου Γυμνασίου Καβάλας, απλώς πιστοποιείται ότι "ο μαθητής Γ. Δ., της Γ τάξεως, με αριθμό μητρώου … γράφηκε κατά το σχολικό έτος 1980-1981 στο ως άνω σχολείο και παρακολούθησε κανονικά τα μαθήματα και απολύθηκε με την πράξη συλλόγου ...", ουδόλως δε αποδεικνύεται ότι το επίπεδο των γνώσεών του είναι αποφοίτου Γυμνασίου, όπως αβασίμως διατείνεται.

Με την εν λόγω βεβαίωση βεβαιώνεται ότι φοίτησε κατά το αντίστοιχο χρονικό διάστημα στην Γ τάξη του συγκεκριμένου Γυμνασίου και απολύθηκε με την προαναφερόμενη πράξη του συλλόγου. Άλλωστε, προς απόδειξη του σχετικού ισχυρισμού του, είχε την ευχέρεια να προσκομίσει απολυτήριο τίτλο σπουδών του Γυμνασίου με την αναλυτική βαθμολογία του, καθώς επίσης βεβαίωση από την επόμενη βαθμίδα φοίτησης (Λύκειο), όπου υπηρεσιακώς είχε αποσταλεί ο απολυτήριος τίτλος του Γυμνασίου, περί φοίτησης ή μη αυτού στις τάξεις του Λυκείου ή της τυχόν απόρριψής του "ως ουδόλως φοιτήσας", πράγμα το οποίο δεν έπραξε.

Κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και τη λογική, λόγω της ηλικίας του (γεννηθείς στις 9-12-1965), της ολοκλήρωσης της φοίτησής του στο Γυμνάσιο και της μόνιμης κατοικίας του στην πόλη της Καβάλας, όπου υπήρχε ευχέρεια συνέχισης των σπουδών του στην επόμενη βαθμίδα, δεν δικαιολογείται η μη συνέχιση της φοίτησής του στο Λύκειο ή τουλάχιστον σε κάποια επαγγελματική σχολή.

Ενόψει των ανωτέρω, λαμβανομένων υπόψη της ηλικίας των εναγόντων, της κοινωνικής εμπειρίας τους, της επαγγελματικής εμπειρίας και των δεξιοτήτων του δευτέρου εξ αυτών (επαγγελματίας οδηγός φορτηγού) και της διαβίωσής τους στην Καβάλα, το βιοτικό επίπεδο των κατοίκων της οποίας είναι υψηλό, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός ο ισχυρισμός τους περί άγνοιας ότι μετά την αποποίηση της κληρονομιάς από τη μητέρα τους η κληρονομιά επήχθη σ' αυτούς, ενόψει μάλιστα του ότι είχαν λάβει γνώση ότι μετά την αποποίηση της κληρονομιάς από τις θυγατέρες του αποβιώσαντος θείου τους η κληρονομιά του επήχθη στα τέκνα τους, που προέβησαν εμπροθέσμως σε αποποίηση της κληρονομιάς, μάλιστα δε, η αποποίηση για λογαριασμό των ανηλίκων έλαβε χώρα, κατόπιν παρασχεθείσης αδείας του Δικαστηρίου, περιστατικά τα οποία ομολογούν ότι γνώριζαν.

Επίσης, και ο ισχυρισμός τους ότι δεν απευθύνθηκαν σε δικηγόρο μέχρι την 27-11-2013, οπότε και ενημερώθηκαν περί της επαγωγής της κληρονομιάς σ' αυτούς, λόγω της αποποίησης των αδελφών του αποβιώσαντος, καθώς και ότι έπρεπε να προβούν και οι ίδιοι σε αποποίηση, κρίνεται μη πειστικός. Τούτο διότι δεν δικαιολογείται κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και τη λογική μετά τη γνώση τους των μεταγενεστέρων του θανάτου του κληρονομούμενου θείου τους γεγονότων, ήτοι της διαδοχικής αποποίησης της κληρονομιάς του από την οικογένειά του, να μην επεδίωξαν να ενημερωθούν για τις νομικές διατάξεις περί αποποίησης της κληρονομιάς και τις έννομες συνέπειες της παραμέλησης της προθεσμίας της, ενόψει μάλιστα ότι ήταν σε γνώση και των ιδίων το κατάχρεο της κληρονομιάς.

Με βάση τα παραπάνω, το Δικαστήριο οδηγείται στην κρίση ότι οι ενάγοντες, γνώριζαν το γεγονός της εκ μέρους της μητέρας τους, αποποίησης της κληρονομιάς και ότι μετά την αποποίηση αυτής, ως αδελφής του αποβιώσαντος, η κληρονομιά του τελευταίου, κατά το μερίδιο της μητέρας τους, περιερχόταν στους ίδιους, ως κληρονόμους δεύτερης τάξης.

Ενόψει του πραγματικού χρόνου αποποίησης της κληρονομιάς του κληρονομουμένου, Α. Ζ. του Β., από τις ανήλικες, Γ. Μ. και Ι. Π., την 1-6-2012, εκ μέρους των ασκούντων τη γονική μέριμνα αυτών, η προβλεπόμενη εκ του νόμου τετράμηνη προθεσμία αποποίησης άρχισε γι' αυτούς την επομένη της ημέρας που έλαβε χώρα ο λόγος της επαγωγής σ' αυτούς, ήτοι την 2-6-2012 και έπρεπε εντός αυτής να προβούν σε αποποίηση.

Οι ενάγοντες γνώριζαν τις διατάξεις περί αποποίησης της κληρονομιάς, καθώς και τις συνέπειες της μη εμπρόθεσμης αποποίησης, πλην όμως, δεν προέβησαν σε οποιαδήποτε ενέργεια και άφησαν να παρέλθει άπρακτη η προθεσμία αποποίησης. Επομένως, δεν τελούσαν αυτοί σε νομική πλάνη, ως προς την επαγωγή της κληρονομιάς και του λόγου αυτής, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται με την αγωγή τους και, συνεπώς, η γενόμενη με αριθμό ...

δήλωση αποποίησης κληρονομιάς των εναγόντων ενώπιον του Γραμματέα του Ειρηνοδικείου Παγγαίου έγινε εκπρόθεσμα και, ως εκ τούτου, τυγχάνουν εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του αποβιώσαντος Α. Ζ. του Β., λόγω της επελθούσης πλασματικής αποδοχής της κληρονομιάς, ως συνέπεια της μη εμπρόθεσμης υποβολής δήλωσης αποποίησης.

Κατ' ακολουθία των παραπάνω, κατά την άποψη της πλειοψηφίας, έπρεπε να απορριφθεί η υπό κρίση αγωγή, κατά το ερευνώμενο κύριο (πρώτο) αίτημά της, ως ουσιαστικά αβάσιμη. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφασή του κατέληξε σε διαφορετική κρίση και δέχθηκε την αγωγή, κατά το κύριο (πρώτο) αίτημά της (περί αναγνώρισης ότι η υπ' αριθμ ...

δήλωση αποποίησης κληρονομιάς των εναγόντων προς το Γραμματέα του Ειρηνοδικείου Παγγαίου έγινε εμπρόθεσμα), ως ουσιαστικά βάσιμη, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και τις αποδείξεις εκτίμησε και, επομένως, οι σχετικοί λόγοι της έφεσης, πρέπει να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να γίνει δεκτή η έφεση, ως ουσιαστικά βάσιμη, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση, κατά το κεφάλαιο και τις διατάξεις της, που αφορούν το κύριο (πρώτο) αίτημα της αγωγής, να κρατηθεί η υπόθεση από το Δικαστήριο τούτο και αφού δικασθεί στην ουσία της (άρθρο 535 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), κατά το εκκληθέν και μόνον κεφάλαιο, λόγω του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης (522 ΚΠολΔ), (η διάταξη της πρωτόδικης απόφασης με την οποία απορρίπτεται ως μη νόμιμο το αίτημα των εναγόντων, όπως αναγνωριστεί ότι η προηγηθείσα κατά πλάσμα του νόμου, αποδοχή εκ μέρους τους, της ως άνω κληρονομιάς, λόγω παρόδου της 4μηνης προθεσμίας αποποίησης, είναι άκυρη λόγω ουσιώδους πλάνης αυτών, δεν εκκαλείται με την υπό κρίση έφεση και επομένως δεν ερευνάται), να απορριφθεί η αγωγή, ως ουσιαστικά αβάσιμη." Δέχθηκε δηλαδή το Εφετείο ότι οι αναιρεσείοντες δεν τελούσαν σε νομική πλάνη ως προς την επαγωγή της κληρονομιάς και του λόγου αυτής, του αποβιώσαντος την 4-6-2010 στην Ελευθερούπολη Καβάλας θείου τους από την μητρική γραμμή Α.

Ζ., στην οποία κλήθηκαν κατά τη δεύτερη τάξη, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του, μετά τη γενομένη αποποίηση αυτής εκ μέρους των εκ διαθήκης και κατά την πρώτη τάξη αρχικά κληθέντων κατά νόμο συζύγου τέκνων και εγγονών αυτού, αλλά και την αποποίηση της άνω κληρονομίας του, της κληθείσας ακολούθως κατά τη δεύτερη τάξη μητέρας τους, ως αδελφής του αποβιώσαντος κληρονομούμενου (στην κληρονομική μερίδα της οποίας αυτοί υπεισήλθαν) και συνεπώς η γενομένη εκ μέρους τους υπ' αριθμ. ...

δήλωση αποποίησης έγινε εκπρόθεσμα και ως εκ τούτου τυγχάνουν εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του άνω αποβιώσαντος λόγω της επελθούσας πλασματικής αποδοχής της κληρονομίας, ως συνέπεια της μη εμπρόθεσμης υποβολής δήλωσης αποποίησης. Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο παραβίασε εκ του πλαγίου τις παραπάνω αναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 1847, 1850, 1851, 1857, 140 και 141 Α.Κ., διαλαμβάνοντας στο σκεπτικό του ανεπαρκείς αιτιολογίες που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς το ουσιώδες ζήτημα της γνώσεως των εναγόντων περί της επαγωγής σε αυτούς της κληρονομίας του αποβιώσαντος την 4-6-2010 θείου τους από τη μητρική γραμμή Α.

Ζ., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων του, μετά τις γενόμενες διαδοχικές αποποιήσεις της κληρονομιάς του από τη σύζυγο τα τέκνα του, τους εγγονούς του (πρώτη τάξη) και ακολούθως των αδελφών αυτού (δεύτερη τάξη) και των σχετικών νομικών διατάξεων περί της επαγωγής, της αποποιήσεως της κληρονομίας και των εννόμων συνεπειών της παραμέλησης της προθεσμίας της.

Ειδικότερα η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση με την αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού κατά την έρευνα των αγωγικών ισχυρισμών των εναγόντων- αναιρεσειόντων προς διαπίστωση της νομικής τους πλάνης ως προς την επαγωγή σ' αυτούς της ένδικης κληρονομιάς και του λόγου αυτής ήτοι της άγνοιας τους, περί της κατά τα άνω επαγωγής σε αυτούς κληρονομιάς του παραπάνω αποβιώσαντος και των σχετικών νομικών διατάξεων περί της επαγωγής και αποποιήσεως, στηρίζοντας την κρίση του αποκλειστικά και μόνο στα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, καταλήγει στο αρνητικό για τους ανωτέρω ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων αποδεικτικό της πόρισμα, εξάγοντας το συμπέρασμα ότι οι ενάγοντες γνώριζαν, την εκ μέρους της μητέρας τους αποποίηση της κληρονομιάς του άνω κληρονομούμενου , την επαγωγή της σε αυτούς καθώς και τις σχετικές νομικές διατάξεις που διέπουν το σύστημα της κτήσεως της κληρονομιάς της αποποίησης και των συνεπειών της παραμέλησης της προθεσμίας της κατά τον Α.Κ.

δεχόμενο με ανεπαρκείς αιτιολογίες ότι δεν δικαιολογείται με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής η μητέρα των εναγόντων, ηλικίας κατά το χρόνο της αποποίησης 71 ετών περίπου, με την οποία διατηρούσαν άριστες σχέσεις και διαμένουν σε όμορες οικίες, να ενεργεί εν αγνοία των τέκνων της σε σχέση με το ζήτημα της αποποίησης της κληρονομιάς του θανόντος, να έχει ενημερωθεί για τις σχετικές νομικές διατάξεις και να προβαίνει εμπρόθεσμα και νομότυπα στην αποποίηση της κληρονομιάς, χωρίς να συμβουλεύεται τα τέκνα της και να μην γνωστοποιεί ότι η ίδια προέβη σε αποποίηση, αφού το κληρονομικό της μερίδιο θα επαγόταν στους ενάγοντες, ότι λόγω της ηλικίας των τελευταίων, της ολοκλήρωσης της φοίτησής τους στο Δημοτικό και Γυμνάσιο αντίστοιχα, της μόνιμης κατοικίας τους στην πόλη της Καβάλας, όπου υπήρχε ευχέρεια συνέχισης των σπουδών τους στην επόμενη βαθμίδα, της κοινωνικής τους εμπειρίας της επαγγελματικής εμπειρίας και δεξιοτήτων του δευτέρου εξ αυτών (επαγγελματίας οδηγός φορτηγού) και της διαβιώσεώς τους στην πόλη της Καβάλας, το βιοτικό επίπεδο των κατοίκων της οποίας είναι υψηλό, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός ο ισχυρισμός των εναγόντων περί άγνοιας ότι μετά την διαδοχική αποποίηση της κληρονομιάς του αποβιώσαντος θείου τους από την οικογένειά του και ακολούθως από τα αδέλφια του (μητέρα τους και αδελφός αυτής) έπρεπε να προβούν και οι ίδιοι (ανίψια του) σε αποποίηση και ότι δεν δικαιολογείται (πάντα κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής) μετά τη γνώση εκ μέρους τους των ως άνω διαδοχικών αποποιήσεων να μην επεδίωξαν να ενημερωθούν για τις νομικές περί αποποιήσεως της κληρονομίας και τις έννομες συνέπειες της παραμέλησης της προθεσμίας της διατάξεις.

Από τα παραπάνω δεν προκύπτουν με σαφήνεια τα περιστατικά που αποκλείουν την εφαρμογή στη συγκεκριμένη περίπτωση των προαναφερθέντων διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου, λόγω δε των ελλείψεων αυτών στην εκτίμηση των αποδείξεων προκαλείται ασαφές αποδεικτικό πόρισμα. Η ανεπάρκεια αυτή στηρίζει τον κατ' άρθρο 559 εδ. 19 Κ.Πολ.Δ.

λόγο αναιρέσεως για παράβαση των προαναφερθέντων ουσιαστικών διατάξεων εκ πλαγίου, ο οποίος εμπεριέχεται και στον προβαλλόμενο από το άρθρο 559 αριθμ. 1 εδ. α αναιρετικό λόγο για ευθεία παράβαση των ίδιων διατάξεων. Μετά από αυτά η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτή κατά παραδοχή του προαναφερόμενου λόγου της, ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αυτής, καθόσον η αναιρετική εμβέλεια του ως άνω λόγου που έγινε δεκτός στο σύνολο τη προσβαλλομένης με την αναίρεση αποφάσεως, καθιστά αλυσιτελή την εξέτασή τους (Α.Π. 1509/2022, 1682/2022, 309/2019).

IV)Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.) και να επιστραφεί το παράβολο στους αναιρεσείοντες που το κατέθεσαν. Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος των αναιρεσειόντων το αναιρεσίβλητο, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα αυτών, τα οποία θα καταλογισθούν μειωμένα (άρθρα 176, 183, 191παρ.2 Κ.Πολ.Δ. 22 παρ.1, 3 του ν.3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αριθμός 18 του Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δ., όπως τούτο ισχύει μετά την έκδοση της Κ.Υ.Α. 134423ΟΙΚ./8-12-1992 των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (Φ.Ε.Κ.

Β` 11/20-1-1993) που εκδόθηκε κατ` εξουσιοδότηση του άρθρου 5παρ.12 του ν. 1738/1987), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθμ. 102/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης.

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή του παραβόλου στους αναιρεσείοντες.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Μαρτίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Απριλίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ