Supreme Court dismisses appeal on labor contract termination, upholding lower court's evidence assessment.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's judgment regarding the termination of an indefinite-term employment contract. The appellant argued that the First Instance Court erred in its assessment of witness testimony and the weight of evidence. The court ruled that the lower court possessed the authority to freely evaluate evidence and that the appellant failed to specify how the legal definitions regarding evidence weight were incorrectly applied.
Legislator headnote
AI generatedArticles 552, 553, 556, 558, 564, 566 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court lacks jurisdiction to review the substantive assessment of evidence by the court of first instance, and an appeal alleging error in applying legal definitions regarding the weight of evidence is inadmissible unless the specific error is clearly defined.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 629 / 2022 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 629/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη και Δημητρία Στρούζα-Ξένου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 5 Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Σ. Ζ. του Ε., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Φώτη Βουλγαράκη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης βιομηχανικής εμπορικής εταιρίας με την επωνυμία "...", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην ... και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεώργιου Γουλιέλμου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-12-2017 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν η 132/2018 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που κήρυξε αναρμόδιο καθ' ύλη το ανωτέρω δικαστήριο και παρέπεμψε την αγωγή προς εκδίκαση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης.
Εκδόθηκε η 5579/2019 οριστική απόφαση, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 2279/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί ο αναιρεσείων με την από 4-12-2019 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Δήμητρα Ζώη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση από 4-12-2019 αίτηση διώκεται η αναίρεση της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, υπ' αριθμ. 2279/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Η εν λόγω αίτηση έχει ασκηθεί νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 ΚΠολΔ και ως εκ τούτου είναι παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ).
Από τις διατάξεις των άρθρων 669 παρ. 2 του ΑΚ, 1 του Ν. 2112/1920 και 1 και 5 του Ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής, αναιτιώδης δικαιοπραξία και συνεπώς το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε, αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζόμενου.
Η άσκηση όμως του δικαιώματος αυτού, όπως και κάθε δικαιώματος, υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 του ΑΚ, δηλαδή της μη υπέρβασης των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, η υπέρβαση δε των ορίων αυτών, εφόσον είναι προφανής, καθιστά άκυρη την καταγγελία, σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 ΑΚ.
Ειδικότερα, η εκ μέρους του εργοδότη καταγγελία της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας θεωρείται καταχρηστική, όταν υπαγορεύεται από κίνητρα ξένα προς το σκοπό, για τον οποίο έχει προβλεφθεί, ως δικαίωμα. Αυτό μπορεί να συμβεί σε περιπτώσεις, κατά τις οποίες η καταγγελία γίνεται από εμπάθεια, μίσος ή διάθεση εκδίκησης, ύστερα από προηγηθείσα νόμιμη, αλλά μη αρεστή στον εργοδότη, συμπεριφορά του εργαζόμενου.
Η καταγγελία όμως δεν είναι καταχρηστική όταν οφείλεται σε διακοπή της αρμονικής συνεργασίας μεταξύ αυτού και του εργαζομένου, που προήλθε από αντισυμβατική συμπεριφορά ή από πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων του τελευταίου, καθώς και όταν οφείλεται σε πραγματική και ηθελημένη ανάρμοστη συμπεριφορά του εργαζόμενου προς τον εργοδότη ή τους νομίμους εκπροσώπους του ή προς συναδέλφους ή προς τους συναλλασσομένους με την επιχείρηση του εργοδότη, αφού στην περίπτωση αυτή διαταράσσεται η εύρυθμη λειτουργία της επιχείρησης και κλονίζεται η μεταξύ των μερών σχέση εμπιστοσύνης, που πρέπει να διέπει τη λειτουργία της σύμβασης (ΑΠ 1889/2017, 1683/2012).
Επίσης δεν θεωρείται καταχρηστική η καταγγελία, όταν δεν υπάρχει γι` αυτή κάποια αιτία, αφού ενόψει των όσων εκτέθηκαν για τον αναιτιώδη χαρακτήρα της καταγγελίας και την άσκηση αυτής κατά προφανή υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 ΑΚ, για να θεωρηθεί η καταγγελία άκυρη ως καταχρηστική, δεν αρκεί ότι οι λόγοι που επικαλέστηκε γι` αυτή ο εργοδότης ήταν αναληθείς ή ότι δεν υπήρχε καμία εμφανής αιτία, αλλά απαιτείται η καταγγελία να οφείλεται σε συγκεκριμένους λόγους, που πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει ο εργαζόμενος, εξαιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.
Η αντικειμενικά αδικαιολόγητη καταγγελία, δηλαδή η καταγγελία η οποία δεν δικαιολογείται από σοβαρούς, συνδεόμενους με το αντικειμενικό συμφέρον της επιχείρησης λόγους, δεν είναι άνευ άλλου τινός καταχρηστική, διότι στην αντίθετη περίπτωση, η καταγγελία από αναιτιώδης θα μετατρεπόταν σε αιτιώδη (ΑΠ 630/2020, 525/2016, 1683/2012).
Περαιτέρω, εάν στον κανονισμό εργασίας του εργοδότη προβλέπονται πειθαρχικά παραπτώματα και αντίστοιχες πειθαρχικές ποινές, τότε ναι μεν ο εργοδότης δεν υποχρεούται να επιλέξει αντί της καταγγελίας την επιβολή πειθαρχικής ποινής, λόγω της διαφορετικής λειτουργίας τους, αφού με την πρώτη απομακρύνεται της εργασίας ο εργαζόμενος διότι η εργασιακή σχέση δεν μπορεί κατά την καλή πίστη να συνεχισθεί για τον εργοδότη, ενώ με τη δεύτερη επιδιώκεται η διασφάλιση της ομαλής λειτουργίας της επιχείρησης, πλην όμως η προσφυγή του εργοδότη στην καταγγελία, ελέγχεται κατά το άρθρο 281 ΑΚ από το δικαστήριο, το οποίο επίσης ερευνά, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση, με την άσκηση του δικαιώματος της καταγγελίας, παραβιάζεται η αρχή της αναλογικότητας μεταξύ του χρησιμοποιούμενου μέσου και του επιδιωκόμενου σκοπού, η οποία (αρχή) αποτελεί εκδήλωση της καλής πίστης και στηρίζεται στο άρθρο 25 παρ.1 του Συντάγματος.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, 2/2013, 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 130/2016, 1420/2013).
Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο επιλαμβανόμενο της εφέσεως του αναιρεσείοντος κατά της αποφάσεως του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, το οποίο είχε απορρίψει την αγωγή αυτού, με την οποία επεδίωκε να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της καταγγελίας από την αναιρεσίβλητη της μεταξύ αυτών συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας και να υποχρεωθεί αυτή να τον απασχολεί και να του καταβάλει μισθούς υπερημερίας, δέχθηκε, κατά το μέρος που ενδιαφέρει εν προκειμένω και κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: "Η εναγομένη εταιρεία, έχει ως αντικείμενο δραστηριότητας την επεξεργασία και συσκευασία αγροτικών προϊόντων και ειδών διατροφής, όπως ελιών, σαλτσών, ταχινιού, μελιτζανοσαλατών, τζατζικιού και εδρεύει στη βιομηχανική περιοχή ..., όπου διατηρεί και λειτουργεί τις μεταποιητικές της εγκαταστάσεις, στις οποίες απασχολεί εργατικό προσωπικό τουλάχιστον 175 ατόμων.
Η εταιρεία αυτή, στις 8-7-2009 προσέλαβε τον ενάγοντα με έγκυρη, σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να τον απασχολήσει και έκτοτε τον απασχόλησε, ως εργάτη παραγωγής στον τομέα της εκπυρήνωσης της ελιάς. Εργάστηκε μέχρι τις 19-10-2017, οπότε του ανακοινώθηκε προφορικά η απόλυσή του και στις 26-10-2017 του γνωστοποιήθηκε η από 25-10-2017 έγγραφη καταγγελία της σύμβασης εργασίας του, την οποία αρνήθηκε να παραλάβει....Αφορμή, για την καταγγελία δόθηκε από ένα περιστατικό, που έλαβε χώρα τα ξημερώματα της 18ης-10-2017 μεταξύ του ενάγοντος και της ετέρας εργαζομένης στην εναγόμενη, Ό.
Κ., κατά την διάρκεια βάρδιας, εντός του εργασιακού χώρου της επιχείρησης. Η τελευταία, που είχε, όμως, οριστεί υπεύθυνη βάρδιας, προέβη σε παρατήρηση, προς τον ενάγοντα, διότι μιλούσε, εν ώρα εργασίας, κατά την διαδικασία της συσκευασίας. Κατά τη λήξη της βάρδιας στις 6:30, του ζητήθηκε, από την ανωτέρω, να περάσει από το γραφείο του προϊσταμένου Ν.
Μ., ο οποίος του είπε, ότι θα αναφέρει το γεγονός στον διευθυντή παραγωγής Χ. Τ.. Ο τελευταίος τον κάλεσε στο γραφείο του το απόγευμα της επόμενης ημέρας (20-10-2017) και του ανακοίνωσε προφορικά την απόλυσή του. Υπό τα εκτεθέντα περιστατικά η απόλυσή του δείχνει υπερβολική αντίδραση της εναγομένης, η οποία εξάντλησε την αυστηρότητά της, για ένα περιστατικό ανθρώπινης στιγμιαίας αντίδρασης εργαζομένου.
Το παραπάνω γεγονός, από μόνο του, δεν συνιστά επαρκή λόγο καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος. Λειτούργησε, όμως, ως το τελικό παραγωγικό αίτιο της απόλυσής του, αφού δεν ήταν μεμονωμένο, αλλά υπαγορεύθηκε, από την απόδοση και συμπεριφορά του, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, ώστε να δικαιολογεί την εργοδοτική απόφαση, περί λύσης της σύμβασης εργασίας του τελευταίου.
Η εναγομένη προέβη στην καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος, όχι, γιατί υπήρχαν απλώς ενδείξεις, για παράβαση των συμβατικών του υποχρεώσεων, αλλά επειδή αυτός, παρόλο που είχε λάβει σαφείς συστάσεις από τους προϊσταμένους του να είναι ιδιαίτερα προσεκτικός και υπεύθυνος στην διαδικασία εκπυρήνωσης της ελιάς, επιβάρυνε τον ρυθμό της εκτελούμενης εργασίας και επεδείκνυε ανάρμοστη συμπεριφορά σε συναδέλφους του.
Έτσι, παραβίασε τις συμβατικές του υποχρεώσεις, μη συμμορφούμενος με τις υποδείξεις τους και η παράβαση αυτή ήταν ικανή και πράγματι επιβάρυνε την εργασιακή σχέση αυτού και κλόνισε την εμπιστοσύνη της, προς το πρόσωπό του, καθιστώντας, ιδιαίτερα, προβληματική τη συνέχιση της συνεργασίας τους...... Η προσβλητική συμπεριφορά, εκ μέρους του ενάγοντος, απέναντι στους συναδέλφους του, η ανυπακοή του στις οδηγίες των υπευθύνων και η έλλειψη ανταπόκρισης που επιδείκνυε στις παρατηρήσεις των προϊσταμένων του, ήταν η συνήθης συμπεριφορά αυτού κατά τα τελευταία έτη πριν την απόλυση του (από το έτος 2015)....Από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδεικνύονται πραγματικά περιστατικά, που να επιδεικνύουν κακοβουλία ή εχθρότητα, προς το πρόσωπό του".
Σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε στη συνέχεια ότι, "εφόσον δεν αποδείχθηκε ότι η εναγομένη, κατά την άσκηση του δικαιώματός της για καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντα, υπερέβη και μάλιστα κατά τρόπο προφανή, τα όρια που επιβάλλονται από την καλή πίστη και από τα χρηστά συναλλακτικά ήθη ή από τον κοινωνικό και τον οικονομικό σκοπό του παραπάνω δικαιώματος, πρέπει το αίτημα της αγωγής για αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας, λόγω της παράβασης της αρχής της αναλογικότητας (ultima ratio)", να απορριφθεί, ως κατ' ουσία αβάσιμο, καθώς και ότι λόγω της εγκυρότητας της καταγγελίας, νομίμως η εναγομένη αρνείται έκτοτε την αποδοχή των υπηρεσιών του ενάγοντος, ώστε και το κονδύλιο της καταβολής μισθών υπερημερίας είναι αβάσιμο κατ' ουσία και απορριπτέο".
Κατόπιν αυτών, και αφού δέχθηκε, ότι το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο κρίνοντας τα ίδια, ορθά εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις, απέρριψε την έφεση στο σύνολό της, επικυρώνοντας έτσι την εκκαλούμενη απόφαση. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο και σύμφωνα με όσα έχουν αναφερθεί στη μείζονα σκέψη, ουδόλως παραβίασε ευθέως τον κανόνα ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 281 ΑΚ, που είχε ως κύρια βάση η ένδικη αγωγή, (με ιστορική βάση πραγματικά περιστατικά ότι η γενόμενη στις 25-10-2017 καταγγελία έγινε από κακοβουλία και εχθρότητα προς το πρόσωπό του), ενώ διέλαβε επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ως προς το ότι η ένδικη καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του αναιρεσείοντος δεν ασκήθηκε καταχρηστικά, καθιστώντας εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων στη συγκεκριμένη περίπτωση.
Ειδικότερα διέλαβε στην απόφασή του ότι, λόγω της παραβίασης των συμβατικών υποχρεώσεων του ενάγοντος, ο οποίος παρά τις σαφείς συστάσεις από τους προϊσταμένους του να είναι ιδιαίτερα προσεκτικός και υπεύθυνος στη διαδικασία εκπυρήνωσης της ελιάς, επιβάρυνε το ρυθμό της εκτελούμενης εργασίας και επεδείκνυε ανάρμοστη συμπεριφορά σε συναδέλφους του, επήλθε επιβάρυνση στην εργασιακή σχέση αυτού και κλονίστηκε η εμπιστοσύνη της εναγομένης προς το πρόσωπό του, με αποτέλεσμα να καθίσταται ιδιαίτερα προβληματική η συνεργασία τους και να καθίσταται αναγκαία η απόλυσή του, και ότι δεν ήταν καταχρηστική η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας, δεδομένου ότι δεν έγινε κακόβουλα ή από εχθρότητα προς το πρόσωπό του, ενώ οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ως προς το εν λόγω κεφάλαιο, βασιζόμενες επί επιχειρημάτων και συμπερασμάτων συναγομένων από το αποδεικτικό υλικό αφορούν την μη ελεγκτή ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου ότι η απόλυση του ενάγοντος έγινε εξαιτίας της παράβασης των ως άνω συμβατικών υποχρεώσεών του και της ανάρμοστης προς τους συναδέλφους του συμπεριφοράς του, παραδοχή, η οποία κατά πάσα περίπτωση έχει διαληφθεί ως εκ περισσού, αφού μόνο το αποδεικτικό πόρισμα ότι η εν λόγω απόλυση δεν προήλθε εκ λόγων εκδικήσεως στηρίζει αυτοτελώς την απόρριψη της αγωγής, χωρίς να προσαπαιτείται να διαλάβει το Δικαστήριο και κρίση εκ ποίων άλλων λόγων προήλθε η απόλυση, δοθέντος ότι, ως προανεφέρθη, η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας είναι δικαιοπραξία αναιτιώδης.
Επομένως οι, πρώτος κατά το πρώτο σκέλος του και τέταρτος, λόγοι της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους προσάπτονται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως, ο αναιρεσείων προβάλλει την από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον αυτοτελή ισχυρισμό του, ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας είναι καταχρηστική καθ' υπέρβαση του άρθρου 281 ΑΚ, του άρθρου 25 παρ.1 του Συντάγματος και του άρθρου 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ, κατά παράβαση της θεμελιώδους αρχής της αναλογικότητας (ultima ratio), αφού το συγκεκριμένο παράπτωμα (χαμηλόφωνη συνομιλία εν ώρα εργασίας), θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί με ηπιότερα μέτρα και σε καμία περίπτωση δε δικαιολογεί το έσχατο μέτρο της απολύσεως.
Επιπλέον, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο, με το να κρίνει ότι δεν είναι άκυρη ως καταχρηστική η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας λόγω παράβασης της θεμελιώδους αρχής της αναλογικότητας, προέβη σε εσφαλμένη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων του άρθρου 25 παρ.1 του Συντάγματος και του άρθρου 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ".
Οι ως άνω λόγοι, από τον αριθμό 8 και τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αντιφατικοί μεταξύ τους και πρέπει να απορριφθούν, αφού δεν είναι δυνατόν το Δικαστήριο της ουσίας, ταυτόχρονα, και να μην έλαβε υπόψη του τον ως άνω αυτοτελή ισχυρισμό του αναιρεσείοντος (ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας είναι καταχρηστική καθ' υπέρβαση του άρθρου 281 ΑΚ, του άρθρου 25 παρ.1 του Συντάγματος και του άρθρου 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ, κατά παράβαση της θεμελιώδους αρχής της αναλογικότητας), ώστε να ψέγεται η απόφασή του για παράβαση του άρθρου 559 αριθμ.8 ΚΠολΔ, και να παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή τις ως άνω διατάξεις του άρθρου 25 παρ.1 του Συντάγματος και του άρθρου 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ, κρίνοντας ότι δεν είναι άκυρη η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας λόγω παράβασης της θεμελιώδους αρχής της αναλογικότητας, ώστε να ψέγεται η απόφασή του για παράβαση του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 12 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο.... αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης. Ο προβλεπόμενος από την ως άνω διάταξη λόγος αναιρέσεως, ιδρύεται όταν το δικαστήριο προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που δεσμευτικά ορίζει γι' αυτό ο νόμος και όχι στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε περισσότερο ή λιγότερο αξιόπιστο ένα από τα πολλά ισοδύναμα κατά τον νόμο αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 39/2016, 87/2013).
Συνεπώς δεν ιδρύεται ο παρών λόγος αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο έχει σύμφωνα με τον κανόνα του άρθρου 340 ΚΠολΔ, την εξουσία να εκτιμήσει ελεύθερα τα αποδεικτικά μέσα, στα οποία περιλαμβάνονται και οι μαρτυρικές καταθέσεις, η εκτίμηση της αξιοπιστίας των οποίων εναπόκειται στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο δεν είναι υποχρεωμένο να εκθέσει στην απόφασή του τους λόγους για τους οποίους δίδει μεγαλύτερη πίστη στην κατάθεση του ενός ή του άλλου μάρτυρα (ΑΠ 1199/2018, 1420/2011, 907/2006, 419/2004).
Επομένως ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, με τον οποίο προβάλλεται κατ' ορθή εκτίμηση των διαλαμβανομένων στο αναιρετήριο η από το άρθρο 559 αριθ. 12 Κ.Πολ.Δ. αιτίαση ότι το Εφετείο έκρινε περισσότερο αξιόπιστη την κατάθεση του μάρτυρα Ν. Μ., που εξετάστηκε με επιμέλεια της αναιρεσίβλητης ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, αλλά και την κατάθεση των μαρτύρων που εξετάστηκαν με επιμέλειά της ενώπιον του Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης, από την κατάθεση μάρτυρά του Κ.
Κ. που εξετάστηκε με επιμέλεια αυτού (αναιρεσείοντος) ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και την υπ' αριθμ. 724/22-2-2018 ένορκη βεβαίωση, είναι, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν παραπάνω απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί. Περαιτέρω ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του, με το οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτιάσεις από τον αριθμό 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (σύμφωνα με το οποίον αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης), κρίνεται αόριστος και ως εκ τούτου απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι ο αναιρεσείων δεν εκθέτει με επάρκεια σχετικά με ποιον συγκεκριμένο ισχυρισμό εφαρμόστηκαν εσφαλμένα οι ορισμοί του νόμου ως προς το βάρος αποδείξεως και σε τι συνίσταται το σφάλμα στο οποίο υπέπεσε το Εφετείο (ΑΠ 305/2020).
Τέλος, πρέπει εν κατακλείδι να σημειωθεί ότι, στην πραγματικότητα με τους ως άνω αναφερόμενους αναιρετικούς λόγους, επιχειρείται να πληγεί η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων. Κατόπιν αυτών και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει η ένδικη αναίρεση να απορριφθεί στο σύνολό της.
Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠοΛΔ), στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, η οποία παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 4-12-2019 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2279/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα να πληρώσει για τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου, το ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Ιανουαρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Απριλίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ