Supreme Court dismisses appeal where client withdraws part of appeal and substantive grounds are rejected.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a first-instance judgment regarding a traffic accident. The appellant's lawyer withdrew the appeal regarding the second defendant, rendering that portion inadmissible, while the court rejected the remaining substantive arguments as unfounded. Consequently, the appeal was dismissed in its entirety, and the costs were assigned to the appellant.
Legislator headnote
AI generatedArticles 295 § 1, 297, 299 of the Code of Civil Procedure; Article 576 § 2 of the Code of Civil Procedure; Article 559 of the Code of Civil Procedure; Article 495 § 3 of the Code of Civil Procedure: Withdrawal of a legal remedy renders it unexercised; appeals lacking substantive grounds or based on procedural errors not found in the lower court's decision are rejected.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 629 / 2019 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 629/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Ντάντου, Μαρία Τζανακάκη, Αντώνιο Τσαλαπόρτα και Ζαμπέτα Στράτα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Ιανουαρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Α. Σ. του Σ. , κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Αγγελόπουλο, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ο αναιρεσείων παραιτείται από το δικόγραφο της από 15-1-2018 αίτησής του για αναίρεση της 4799/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, ως προς το 2ο των αναιρεσιβλήτων "...".
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. Κ. του Κ., κατοίκου ... και 2) ΝΠΙΔ με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην …και εκπροσωπείται νόμιμα, που δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-9-2011 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 2-2-2012 ανακοίνωση δίκης με προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση - παρεμπίπτουσα αγωγή του ήδη 1ου των αναιρεσιβλήτων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1599/2013 και 290/2014 μη οριστικές και 1126/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4799/2017 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15-1-2018 αίτησή του και τους από 6-12-2018 πρόσθετους λόγους αυτής. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ζαμπέτα Στράτα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 295 § 1, 297 και 299 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η παραίτηση από ασκηθέν ένδικο μέσο γίνεται ή με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο του παραιτουμένου ή με δήλωση στις προτάσεις και ότι η παραίτηση από το δικόγραφο της αναίρεσης έχει ως αποτέλεσμα ότι η αναίρεση θεωρείται πως δεν ασκήθηκε. Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων, με δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου του, που καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του δικαστηρίου τούτου, παραιτήθηκε από το δικόγραφο της ένδικης αίτησης αναίρεσης, ως προς το δεύτερο αναιρεσίβλητο Επικουρικό Κεφάλαιο. Επομένως, η αίτηση αυτή, καθ' όσον αφορά στο εν λόγω αναιρεσίβλητο, θεωρείται ως μη ασκηθείσα.
ΙΙ. Κατά το άρθρο 576 § 2 Κ.Πολ.Δ., αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσκομιζόμενη υπ' αριθμ. ….11Α/23-10-2018 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Π. Κ. προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (11/01/2019) επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, με επιμέλεια του έχοντος προς τούτο πληρεξουσιότητα δικηγόρου του αναιρεσείοντος, στον πρώτο αναιρεσίβλητο Ε. Κ.. Επομένως, εφόσον αυτός δεν εμφανίστηκε κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 576 § 2 Κ.Πολ.Δ.
III. Η κρινόμενη από 15/1/2018 (με αριθμό καταθέσεως 500/2018) αίτηση αναίρεσης κατά της με αριθμ. 4799/2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο (άρθρ. 666, 667, 670-676 του Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυαν πριν την κατάργησή τους με το Ν. 4335/ 2015), έχει ασκηθεί νομότυπα με την κατάθεση του δικογράφου αυτής στη γραμματεία του ως άνω δικαστηρίου (άρθρο 495 § 1 ΚΠολΔ) και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός της διετούς προθεσμίας από τη δημοσίευσή της (άρθρο 564 § 3 Κ.Πολ.Δ), εφόσον από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε ο αναιρεσείων επικαλείται επίδοση αυτής.
Συνεπώς, ενόψει και των διατάξεων των άρθρων 552, 553 § 1β', 556, 558 και 577 Κ.Πολ.Δ., είναι παραδεκτή και πρέπει να εξεταστεί το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της. Ωσαύτως, οι από 6/12/2018 πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως έχουν ασκηθεί νομότυπα, με την κατάθεση του δικογράφου αυτών στη γραμματεία του Αρείου Πάγου και εμπρόθεσμα, ήτοι τριάντα (30) τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης, αντίγραφο δε του δικογράφου αυτών έχει επιδοθεί πριν από την ίδια προθεσμία στον πρώτο αναιρεσίβλητο (σχετ. η 2905Α/7-12-2018 έκθεση επίδοσης του ίδιου, ως άνω, δικαστικού επιμελητή).
Συνεπώς, πρέπει να εξεταστεί το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων αυτών, οι οποίοι πρέπει να συνεκδικαστούν με την αίτηση αναίρεσης κατ' άρθρ. 246 Κ.Πολ.Δ. IV. Με το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, όπως αυτό ισχύει μετά την αναθεώρησή του με το από 6/17-4-2001 Ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής, ορίζεται ότι "οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα, είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας".
Με την νέα αυτή διάταξη ο αναθεωρητικός νομοθέτης επέλεξε να κατοχυρώσει ρητά, από το όλο σύστημα των εγγυήσεων για τα επιτρεπτά όρια των επιβαλλόμενων στα ατομικά δικαιώματα νομοθετικών περιορισμών, την εγγύηση εκείνη που είναι γνωστή ως αρχή της αναλογικότητας. Απέκτησε έτσι ρητή συνταγματική υφή η αρχή αυτή, η οποία, ωστόσο, και προηγουμένως αναγνωριζόταν ως αρχή συνταγματικής ισχύος, που απορρέει από την ίδια την έννοια του κράτους δικαίου, αλλά και από την ουσία των θεμελιωδών ατομικών δικαιωμάτων, τα οποία, ως έκφραση της γενικότερης ελευθερίας του ατόμου, δεν πρέπει να περιορίζονται από την κρατική εξουσία περισσότερο από όσο είναι αναγκαίο για την προστασία των δημόσιων συμφερόντων.
Η αρχή αυτή, υπό την έννοια του τηρητέου μέτρου της εύλογης αντιστάθμισης προσφοράς και οφέλους, που αποτελεί, όπως προαναφέρθηκε κανόνα συνταγματικής βαθμίδας, επενεργεί σε κάθε είδους κρατική δραστηριότητα, καθώς και όταν πρόκειται για αντικρουόμενα συμφέροντα στο πεδίο του ιδιωτικού δικαίου, αφού η έκταση της αρχής αυτής δεν περιορίζεται μόνο σε ορισμένες περιοχές του δικαίου, αλλά, όπως προαναφέρθηκε, και πριν από την ρητή συνταγματική της κατοχύρωση, διέτρεχε το σύνολο της έννομης τάξης και συνεπώς πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά την ερμηνεία και εφαρμογή οποιουδήποτε κανόνα δικαίου.
Άλλωστε, με ρητή διατύπωση στο άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος η θεσπιζόμενη από αυτήν προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου ως ατόμου ισχύει και "στις σχέσεις των ιδιωτών στις οποίες προσιδιάζει", και οριοθετείται έτσι η υποχρέωση και των αρμοδίων δικαιοδοτικών οργάνων, όταν επιλαμβάνονται της επίλυσης ιδιωτικών διαφορών, να τις επιλύουν κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να υπάρχει μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.
Συγκεκριμένα πρέπει, τα λαμβανόμενα μέτρα και οι έννομες συνέπειες, να είναι πρόσφορα (κατάλληλα) για την πραγμάτωση του επιδιωκόμενου σκοπού, αναγκαία, υπό την έννοια να συνιστούν μέτρο, το οποίο σε σχέση με άλλα δυνάμενα να ληφθούν μέτρα να επάγεται τον ελάχιστο δυνατό περιορισμό για τον διάδικο σε βάρος του οποίου απαγγέλλονται, και αναλογικά υπό στενή έννοια, δηλαδή να τελούν σε ανεκτή σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό, προκειμένου η αναμενόμενη ωφέλεια να μην υπολείπεται της βλάβης που προκαλούν.
Ενόψει τούτων, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι η ως άνω συνταγματική διάταξη, έστω και αν ρητά δεν αναφέρεται σ' αυτήν, απευθύνεται και στον δικαστή, όσον αφορά τις σχέσεις των διαδίκων, καθιερώνοντας αυτήν ως δεσμευτική δικαιϊκή αρχή, όπως και άλλες τέτοιες αρχές που διατρέχουν το δίκαιο και είναι δεσμευτικές (αρχή του σεβασμού της αξίας του ανθρώπου, αρχή της δίκαιης δίκης κ.λπ.).
Εξάλλου, η αρχή αυτή, ως διάχυτη στην έννομη τάξη, υπερβαίνει τα όρια της ρητής συνταγματικής κατοχύρωσής της, με την οποία πάντως αναδείχθηκε η σημασία της ως βασικής εγγύησης για την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων, οφείλει δε ο δικαστής κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή των διατάξεων της κοινής νομοθεσίας, που άπτονται των δικαιωμάτων αυτών, να προστρέχει στο κρίσιμο για την όλη έννομη τάξη περιεχόμενο της συνταγματικής αρχής της αναλογικότητας, που όπως αναφέρθηκε απορρέει από την αρχή της ισότητας και την αρχή του κράτους δικαίου.
Αποτελεί την αντίστροφη μορφή της απαγόρευσης της κατάχρησης δικαιώματος, όταν το ασκούμενο δικαίωμα υπερβαίνει τα ακραία όρια που θέτουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη, καθώς και ο οικονομικός και κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος. Στην περίπτωση δε υπέρβασης της αρχής της αναλογικότητας πρόκειται για δυσαναλογία μέσου προς το σκοπό, δηλ.
το ασκούμενο δικαίωμα έχει απολέσει την αναλογία του προς τον επιδιωκόμενο σκοπό και συνακόλουθα η άσκησή του είναι απαγορευμένη. Επομένως, όπως και η κατάχρηση δικαιώματος, που αποτελεί απαγορευτικό κανόνα, και οριοθετεί αρνητικά την άσκηση των δικαιωμάτων, έτσι και η αρχή της αναλογικότητας αποτελεί κανόνα δικαίου (γενική νομική αρχή), η οποία προσδιορίζει την τελολογική λειτουργία των πάσης φύσεως δικαιωμάτων και του ιδιωτικού δικαίου.
Από τα ως άνω συνάγεται, ως γενική νομική αρχή, ότι η έννομη συνέπεια που είτε προβλέπεται από κανόνα δικαίου κατώτερης τυπικής ισχύος από εκείνες του Συντάγματος, είτε απαγγέλλεται από δικαστικό ή διοικητικό όργανο, πρέπει να τελεί, σε σχέση ανεκτής αναλογίας προς το αντίστοιχο πραγματικό, δηλ. να μην υπερβαίνει τα όρια όπως διαγράφονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και της κοινής περί δικαίου συνείδησης σε ορισμένο τόπο και χρόνο, όπως αποτυπώνονται με την συνήθη πρακτική των δικαστηρίων.
Η κρίση δηλαδή του ουσιαστικού δικαστηρίου πρέπει να μην παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, ούτε να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, που αποτελεί, γενική αρχή του δικαίου και μέσο ελέγχου της κρίσης του δικαστηρίου, χωρίς να υπάγεται στην έννοια της αναλογικότητας. Ενόψει αυτών, αν διαπιστώνεται παραβίαση της προβλεπόμενης από το άρθρο 25 § 1 του Συντάγματος αρχής της αναλογικότητας, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση, από το δικαστήριο της ουσίας, των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, ελέγχονται ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ.
Περαιτέρω, από το άρθρο 932 ΑΚ προκύπτει ότι σκοπός της διάταξης είναι να επιτυγχάνεται μία υπό ευρεία έννοια αποκατάσταση του παθόντος για την ηθική του βλάβη, λόγω της αδικοπραξίας, ώστε αυτός να απολαύει μία δίκαιη και επαρκή ανακούφιση και παρηγοριά, χωρίς, από το άλλο μέρος, να εμπορευματοποιείται η προσβληθείσα ηθική αξία και να επεκτείνεται υπέρμετρα το ύψος της αποζημιώσεως για ηθική βλάβη, που δεν μπορεί να αποτιμηθεί επακριβώς σε χρήμα.
Με βάση τον σκοπό αυτόν αντλούνται, στη συνέχεια, ως ουσιώδη χαρακτηριστικά της έννοιας του "ευλόγου" εκείνα τα στοιχεία που αποτελούν τα πλέον πρόσφορα μέσα για την εκπλήρωση του εν λόγω σκοπού της διάταξης. Τέτοια στοιχεία είναι κυρίως: το είδος και η βαρύτητα της ηθικής προσβολής, η περιουσιακή, κοινωνική και προσωπική κατάσταση των μερών και κυρίως του παθόντος, η βαρύτητα του πταίσματος του δράστη (στον βαθμό που επηρεάζει την ένταση της ηθικής βλάβης), η βαρύτητα του τυχόν συντρέχοντος πταίσματος του θύματος, οι όλες ειδικότερες συνθήκες πρόκλησης της ηθικής βλάβης.
Τα στοιχεία αυτά πρέπει να οδηγούν τον δικαστή να σχηματίσει την κατά το άρθρο 932 Α.Κ. εύλογη κρίση του (όχι κατά τις υποκειμενικές του ανέλεγκτες αντιλήψεις, αλλά) κατ' εφαρμογή του αντικειμενικού μέτρου που θα εφάρμοζε και ο νομοθέτης, αν έθετε ο ίδιος τον κανόνα αποκατάστασης της ηθικής βλάβης στην ατομική περίπτωση.
Συνάγεται δε το αντικειμενικό αυτό μέτρο από τον ανωτέρω σκοπό του άρθρου 932 ΑΚ και, μέσω αυτού, από την όλη κλίμακα των υπερκειμένων σκοπών του συστήματος αποζημίωσης λόγω αδικοπραξίας του ΑΚ. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, όσον αφορά το ύψος της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποίησης αποφασίζεται (κατ' αρχήν αναιρετικώς ανέλεγκτα), με βάση τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά στοιχεία που θέτουν στη διάθεσή του οι διάδικοι.
Επιβάλλεται όμως, σε κάθε περίπτωση να τηρείται, κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενου ποσού, η αρχή της αναλογικότητας ως γενική νομική αρχή και δη αυξημένης τυπικής ισχύος (άρθρα 2 § 1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος) με την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου, δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο, που αποτυπώνονται στη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων.
Και τούτο, διότι μια απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση, (όσον αφορά τον παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου, και στην δεύτερη, (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών πρέπει, όπως προαναφέρθηκε, να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.
Στο σημείο αυτό σημειώνεται ότι η έννοια της αναλογικότητας είναι έννοια αυστηρότερη του "ευλόγου" και συνακόλουθα το "εύλογο" εμπεριέχεται αναγκαίως στο "ανάλογο". Άλλωστε την αρχή αυτή, υπό την προεκτεθείσα έννοια, εκφράζει και η υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, υπό την έννοια ότι πρέπει να υπάρχει μια ανεκτή σχέση αναλογικότητας μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του σκοπού που επιδιώκει κάθε μέτρο, το οποίο αποστερεί ένα άτομο από θεμελιακό δικαίωμά του, όπως από την ιδιοκτησία του.
Ενόψει όλων αυτών η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς το ύψος του ποσού της επιδικασθείσης χρηματικής ικανοποίησης, πρέπει να ελέγχεται αναιρετικά, για το αν παραβιάζεται ευθέως ή εκ πλαγίου (άρθρο 559 Κ.Πολ.Δ. αναλόγως από τους αριθ. 1 ή 19), η αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 2 § 1 και 25 του Συντάγματος) υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ακραίων ορίων ης διακριτικής του ευχέρειας (Ολ.ΑΠ 9/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση, η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε, κατά την ενέλεγκτη αυτής κρίση, ως προς τις συνθήκες του ατυχήματος, τα κεφάλαια της αποζημίωσης λόγω αναπηρίας και της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης τα εξής: "Στις 2/5/2011 και περί ώρα 3.30 π.μ. ο ενάγων οδηγώντας τη δίκυκλη μοτοσυκλέτα του εκινείτο επί της ...
με κατεύθυνση προς …... Στο σημείο αυτό το ρεύμα πορείας της ... προς …. είναι περίκλειστο με προστατευτικές μπάρες ένθεν και ένθεν, έχει πέντε λωρίδες κυκλοφορίας από τις οποίες η πέμπτη λωρίδα κυκλοφορίας, με κατεύθυνση από δεξιά προς αριστερά αποτελεί συνέχεια λωρίδας κυκλοφορίας προερχόμενης από παράδρομο που καταλήγει στην ...
έχουσα το χαρακτήρα λωρίδας επιτάχυνσης. Το συνολικό πλάτος του οδοστρώματος της ... προς ….ανέρχεται σε 17,50 μέτρα, είναι ευθεία-οριζόντια, από άσφαλτο, η κατάσταση της οδού ήταν ξηρά, ο φωτισμός επαρκής τεχνητός ενόψει του ότι ήταν νύχτα, η ορατότητα δεν περιοριζόταν και επικρατούσε καλοκαιρία. Ο ενάγων βαίνοντας με τη δίκυκλη μοτοσυκλέτα του επί της πέμπτης ως άνω λωρίδας κυκλοφορίας μόλις εξερχόμενος από την προαναφερόμενη λωρίδα του παραδρόμου, άγνωστο για ποιο λόγο, σταμάτησε προσωρινά τη μοτοσικλέτα του επί του οδοστρώματος στην πέμπτη λωρίδα κυκλοφορίας της ...
και δη στο άκρο δεξιό αυτής και, αφού προηγουμένως ενεργοποίησε το φωτεινό δείκτη κατεύθυνσης (φλας) και έθεσε αυτή σε θέση προσωρινής παύσης με το "σταντ" και με αναμμένο κινητήρα σε σημείο, βεβαίως, όπου τούτο δεν επιτρέπεται, βγάζοντας το κράνος του και κατερχόμενος από αυτή βρέθηκε εντός του οδοστρώματος της προαναφερόμενης πέμπτης λωρίδας κυκλοφορίας της ....
Ο ενάγων κινούμενος επί της λωρίδας αυτής ευρίσκετο κατά το σκίτσο της έκθεσης αυτοψίας, που συνέταξαν τα προστρέξαντα στον τόπο του κατωτέρω ατυχήματος αστυνομικά όργανα, ενόψει του ότι η πέμπτη ως άνω λωρίδα έχει πλάτος 3,50 μ. και με το σημείο Β της πιθανής αρχικής θέσης αυτού εντός του οδοστρώματος της πέμπτης λωρίδας, σε απόσταση 1,20 μ.
από τη δεξιά μπάρα του αυτοκινητόδρομου. Κατά τον αυτόν ως άνω τόπο και χρόνο ο πρώτος εναγόμενος οδηγώντας το υπ' αριθμ κυκλ...79 ΙΧΕ αυτοκίνητό του χωρίς σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, αλλά και χωρίς να έχει τον έλεγχο και την εποπτεία του οχήματός του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς και χωρίς να μειώσει την ταχύτητα του οχήματός του μόλις εξερχόμενος από τον προαναφερόμενο παράδρομο, έβαινε επί της ως άνω πέμπτης λωρίδας της ...
με κατεύθυνση προς …, πλην, όμως, χωρίς να αντιληφθεί τον πεζό ενάγοντα επ' αυτής, μολονότι ο φωτισμός, κατά την έκθεση αυτοψίας, όπως προεκτέθηκε, ήταν επαρκής τεχνητός και η ορατότητα δεν περιοριζόταν, παρέσυρε αυτόν με την εμπρόσθια επιφάνεια του αυτοκινήτου του και αυτός (ενάγων πεζός) από την σφοδρότητα της σύγκρουσης εκτινάχθηκε αρχικά επί του ανεμοθώρακα του ΙΧΕ αυτοκινήτου και στη συνέχεια κατέληξε επί του οδοστρώματος σε απόσταση 15 μ.
περίπου. Οι συνθήκες του ατυχήματος, όπως προεκτέθηκαν, προκύπτουν από την ορθή συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών στοιχείων που προσκομίστηκαν, ιδιαίτερα δε από την προανακριτική κατάθεση του αυτόπτη μάρτυρα Ε. Γ. Π., οδηγού απορριμματοφόρου του Δήμου, ο οποίος κατηγορηματικά καταθέτει "το μηχανάκι του χτυπημένου ήταν σταθμευμένο δεξιά με αναμμένο το αριστερό φλας και η μηχανή αναμμένη στην νεκρά να δουλεύει, το μηχανάκι δεν ήταν χτυπημένο, σταμάτησα αμέσως για να προσφέρω βοήθεια και κάλεσα το 166, το κράνος του χτυπημένου βρέθηκε στην δεύτερη από αριστερά λωρίδα και το τράβηξα στην άκρη..." την έκθεση αυτοψίας και το πρόχειρο σχεδιάγραμμα της τροχαίας, όπου απεικονίζονται τα ευρήματα της πρόσκρουσης, το σημείο όπου έφερε υλικές ζημιές το ΙΧΕ αυτοκίνητο του πρώτου εναγομένου, η πορεία του εν λόγω οχήματος καθώς και η πιθανή αρχική θέση του ενάγοντος πεζού εντός του οδοστρώματος.
Με βάση τις συνθήκες κάτω από τις οποίες επισυνέβη το ένδικο ατύχημα, αυτό οφείλεται σε συγκλίνουσα υπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου οδηγού του ΙΧΕ ζημιογόνου αυτοκινήτου, αλλά και του ενάγοντος πεζού και δη κατά ποσοστό 40% και 60%, αντίστοιχα για καθέναν από αυτούς. Ειδικότερα ο πρώτος εναγόμενος από έλλειψη της επιμέλειας και προσοχής του μέσου συνετού οδηγού, που όφειλε και μπορούσε να καταβάλει κάτω από τις ίδιες περιστάσεις, δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του και ούτε ασκούσε τον έλεγχο και την εποπτεία του οχήματός του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς και έτσι εισερχόμενος σε λωρίδα ταχείας κυκλοφορίας από παράδρομο δεν ήλεγξε όπως όφειλε προηγουμένως για να βεβαιωθεί ότι μπορεί να πράξει τούτο χωρίς κίνδυνο παρακώλυσης των λοιπών χρηστών της οδού που κινούνταν μπροστά του και δεν μείωσε την ταχύτητά του ενόψει του ότι εξερχόμενος από παράδρομο εισερχόταν σε λωρίδα ταχείας κυκλοφορίας, ήτοι αυτός ενήργησε κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 12 παρ. 1, 19 παρ. 1, 2 και 3 και 21 παρ. 1 του ΚΟΚ που τελούν σε αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν αποτέλεσμα.
Αλλά και ο ενάγων επέδειξε αμελή συμπεριφορά και ειδικότερα αυτός στάθμευσε τη δίκυκλη μοτοσυκλέτα του σε δρόμο ταχείας κυκλοφορίας εκτός χώρου στάθμευσης ενώ τούτο απαγορευόταν και βρισκόταν ανεπίτρεπτα πεζός σε δρόμο ταχείας κυκλοφορίας ενεργώντας κατά παράβαση των διατάξεων 3 παρ. 2 περ. 1β και 29 παρ. 1 του ΚΟΚ που τελούν σε αιτιώδη συνάφεια με τον επελθόντα τραυματισμό του.
Κατά συνέπεια, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή ως και κατ' ουσίαν βάσιμη η ένσταση του πρώτου εναγομένου περί συνυπαιτιότητας του ενάγοντος που πρόβαλε παραδεκτά πρωτοδίκως και επαναφέρει παραδεκτά και ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου με αυτοτελή λόγο της κρινόμενης εφέσεώς του. Οι ισχυρισμοί του ενάγοντος ότι το ζημιογόνο αυτοκίνητο συγκρούσθηκε με τη δίκυκλη μοτοσυκλέτα του καταρρίπτονται ολοσχερώς τόσο από την κατάθεση του αυτόπτη μάρτυρα Ε.
Γ. Π., όσο και από το πρόχειρο σχεδιάγραμμα της Τροχαίας όπου απεικονίζεται σταθμευμένη με το "σταντ" καθώς και την έκθεση αυτοψίας όπου στη σημείωση με αριθμό 4 δεν αναφέρεται ως εμπλεκόμενη στο ένδικο ατύχημα μοτοσικλέτα παρά μόνο το ΙΧΕ υπ' αριθμ κυκλ...79 αυτοκίνητο του πρώτου εναγομένου και στη σημείωση 13 ουδόλως αναφέρονται ζημιωθείσες επιφάνειες της μοτοσικλέτας, ενώ ο ενάγων αναφέρεται ως πεζός και στη σημείωση 3 ως είδος ατυχήματος "παράσυρση πεζού".
Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του έκρινε ότι το ένδικο ατύχημα οφείλεται σε συγκλίνουσα υπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου, αλλά και του ενάγοντος και δη σε ποσοστό 70% και 30%, αντίστοιχα, έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου και κακώς εκτίμησε τις αποδείξεις που του προσκομίσθηκαν κατά το βάσιμο περί τούτου λόγο της κρινόμενης έφεσης του πρώτου εναγομένου, ενώ απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμα τυγχάνουν όσα περί του αντιθέτου υποστηρίζει ο ενάγων με το σχετικό λόγο της κρινόμενης εφέσεώς του.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο παθών αμέσως μετά την ένδικη σύγκρουση διακομίσθηκε με ασθενοφόρο του ΕΚΑΒ στο Γενικό Νοσοκομείο …"..." (βλ. το με αριθμό πρωτ. 25905/4-8-2011 έγγραφο της Διεύθυνσης Νοσηλευτικών Υπηρεσιών του ΕΚΑΒ) εισαχθείς άμεσα στη Μονάδα Εντατικής θεραπείας με αναπνευστική ανεπάρκεια σε μηχανική υποστήριξη αιμοδυναμική αστάθεια, ενώ έφερε κακώσεις (ΚΕΚ υπαραχνοειδή αιμοραγία, επισκληρίδιο αιμάτωμα ΔΕ) κατάγματα πλευρών ΑΡ, αιμοθώρακα, θλάσεις πνευμόνων, κάκωση άνω πυλού (ΔΕ) νεφρού, κάταγμα (ΑΡ) κνήμης, έως δε την 31-5-2011 δεν είχε επικοινωνία με το περιβάλλον (βλ.
το από 31-5-2011 πιστοποιητικό νοσηλείας ΜΕΘ του ως άνω νοσοκομείου). Περαιτέρω έως και την 8η-6-2011 ήταν τραχειοστομημένος χωρίς ανάγκη για μηχανική υποστήριξη της αναπνοής αλλά με μειωμένο επίπεδο επικοινωνίας (βλ. το από 8-6-2011 πιστοποιητικό νοσηλείας της Κλινικής Εντατικής θεραπείας του ως άνω Νοσοκομείου).
Έως την 23η-8-2011 ο ενάγων εξακολουθούσε να παρουσιάζει μικρό υποσκληρίδιο αιμάτωμα δεξιά κροταφικά και συνοδό τραυματική υπαραχνοειδή αιμορραγία, κινητοποιημένος, απύρετος, αλλά αρνείτο να σιτιστεί και για το λόγο αυτό του τοποθετήθηκε LEVIN (ορός) για σίτιση (βλ. το με αριθμό πρωτ. 03/04/6076/14-12-2011 ιατρικό πιστοποιητικό της Νευροχειρουργικής Κλινικής του ως άνω Νοσοκομείου), ενώ λόγω της τραχειοστομίας εμφάνισε μεθαιμοραγικό υδροκέφαλο για την αντιμετώπιση του οποίου υποβλήθηκε σε τοποθέτηση βαλβίδος παροχέτευσης.
Εξήλθε από το ως άνω νοσοκομείο την 23η-8-2011 (βλ. εξιτήριο) με μεθοαιμορραγική μονοπληγία και πάρεση άνω αριστερού άκρου, με τη σύσταση να επανέλθει για διενέργεια νέας αξονικής τομογραφίας εγκεφάλου καθώς και να υποβληθεί σε φυσιοθεραπείες, πέραν της λήψεως της φαρμακευτικής του αγωγής (βλ. το από 23-9-2011 ιατρικό πιστοποιητικό της Νευροχειρουργικής Κλινικής του ως άνω Νοσοκομείου).
Την 21η-10-2011 επανήλθε στο ως άνω νοσοκομείο όπου και διαπιστώθηκε ότι εξακολουθεί να μην επικοινωνεί με το περιβάλλον, παρουσιάζει ψυχοκινητικές διεγέρσεις, δεν αντιλαμβάνεται την κατάσταση γύρω του, χρήζει συνέχισης της θεραπείας του, και ψυχιατρικής παρακολούθησης της ψυχοσυνδρομής του, ενώ περαιτέρω είναι ανίκανος για εργασία τουλάχιστον για έξι μήνες με μόνιμη παράλυση αριστερού άνω άκρου (βλ.
το από 21-10- 2011 πιστοποιητικό νοσηλείας του ως άνω νοσοκομείου). Σε επανεξέτασή του την 2η-12-2011 ο ενάγων παρουσιάζει μετατραυματική επιληψία, ψυχικές διαταραχές ενώ χρήζει παρουσίας τρίτου προσώπου καθ' όλο το 24ωρο για την εκπλήρωση των βασικών του αναγκών (βλ. το από 2-12-2011 πιστοποιητικό νοσηλείας του ως άνω νοσοκομείου).
Την 8η-12-2011 υποβάλλεται σε υπολογιστική τομογραφία εγκεφάλου η οποία απεικονίζει μετατραυματικές προεγκεφαλικές αλλοιώσεις μετωποβρεγματικά αμφοτερόπλευρα, μετρίου βαθμού διάταση του κοιλιακού αποστήματος με σωλήνα παροχεύτεσης (βλ. την από 8-2-2011 γνωμάτευση της υπολογιστικής τομογραφίας εγκεφάλου).
Την 7η-3-2012 επανεξετάζεται στο ως άνω νοσοκομείο όπου επαναλαμβάνονται οι ανωτέρω ιατρικές διαγνώσεις και διαπιστώνεται περαιτέρω η αδυναμία του να καταθέσει σε δικαστήριο (βλ. το με αριθμό πρωτ. 03/04/1299 πιστοποιητικό νοσηλείας). Την 9-4-2012 επανεξετάζεται στο ως άνω νοσοκομείο με ίδια κλινική εικόνα με την επισήμανση ότι το αριστερό άνω άκρο είναι τελείως παράλυτο και πρέπει να το έχει σε νάρθηκα, χρήζει παρατάσεως της αναρρωτικής του αδείας για έξι μήνες ενώ κατά την άποψη των θεραπόντων ιατρών πρέπει να τύχει προσωρινής αλλά μακράς διάρκειας αναπηρικής συντάξεως, μακρά συνέχιση της επιληπτικής θεραπείας με αντιψυχωσικά και αντιεπιληπτικά φάρμακα, ενώ επίσης χρήζει συνεχώς της παρουσίας έτερου προσώπου για των αντιμετώπιση των καθημερινών βιοτικών του αναγκών (βλ.
το από 9-4-2012 ιατρικό πιστοποιητικό της Νευροχειρουργικής Κλινικής του ως άνω Νοσοκομείου). Την 4η-3-2013 που επανεξετάζεται επαναλαμβάνονται κατά το μάλλον ή ήττον οι ανωτέρω διαγνώσεις με την επισήμανση ότι εξακολουθεί να έχει ανάγκη παρουσίας τρίτου προσώπου για την εξυπηρέτηση των βιοτικών του αναγκών (βλ.
το από 4-3-2013 ιατρικό πιστοποιητικό της Νευροχειρουργικής Κλινικής του ως άνω Νοσοκομείου). Τέλος, κατά την πλέον πρόσφατη από 20-11-2014 ιατρική γνωμάτευση της Μονάδας Υγείας ..., ο ενάγων εξακολουθεί να παρουσιάζει μετατραυματική επιληψία οργανικό ψυχοσύνδρομο, αχρησία αριστερού άνω άκρου, και αδυναμία αυτοεξυπηρετήσεως καθ' όλο το εικοσιτετράωρο (βλ.
ως άνω γνωμάτευση προσκομιζόμενη)... Εξάλλου, ο ενάγων συνεπεία του ως άνω βαρύτατου τραυματισμού του κρίθηκε ανάπηρος σε ποσοστό 80% για το χρονικό διάστημα από 2/5/2011 μέχρι 31/5/2013 και στη συνέχεια, από 1/6/2013 μέχρι 31/3/2015, ήτοι και για μεταγενέστερο της ένδικης αγωγής χρονικό διάστημα (βλ. υπ' αριθμ. 3870/2013 και 3860/2013 αποφάσεις του Διευθυντή του Υποκαταστήματος του ΙΚΑ - ΕΤΑΜ ...).
Αναφορικά με το ποσοστό αναπηρίας του ως άνω ενάγοντος συνεπεία του ενδίκου ατυχήματος και της μονιμότητας ή μη αυτής οι ιατροί πραγματογνώμονες, που διορίσθηκαν, κατά τα προαναφερθέντα, αποφαίνονται τα ακόλουθα: Επί των ερωτημάτων που τους τέθηκαν ο διορισθείς με την υπ' αριθμόν 290/2014 μη οριστική απόφαση του Δικαστηρίου τούτου πραγματογνώμονας Β.
Α., χειρούργος ορθοπεδικός, με την από 5-12-2014 νομίμως κατατεθείσα (βλ. την υπ' αριθμόν 311/2014 πράξη καταθέσεως αυτής στη Γραμματεία του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου) έκθεση πραγματογνωμοσύνης του αποφάνθηκε τα κάτωθι: "Α) Ο ενάγων λόγω του τραυματισμού του από το τροχαίο ατύχημα στις 2-5-2011, υπέστη κρανιοεγκεφαλική κάκωση με εκτεταμένη βλάβη μέρους της εγκεφαλικής ουσίας, δευτερογενή ανάπτυξη υδροκεφάλου και κάταγμα της αρ.
κνήμης και του ταρσού. Η νευρολογική επίπτωση που προκλήθηκε από την βαρεία αυτή κάκωση του εγκεφάλου αφορά το οργανικό ψυχοσύνδρομο, την επιληψία και την πάρεση του αρ. άνω άκρου. Ο βαθμός αναπηρίας ανέρχεται στο 80% είναι μόνιμη και εφ' όρου ζωής. Β) Η σημερινή κατάσταση της υγείας του είναι στάσιμη και καλύπτεται από φαρμακευτική αγωγή με ΖοχiΙ και Depakin λόγω του οργανικού ψυχοσυνδρόμου, το οποίο θεωρεία μία από τις βαρύτερες ψυχασθένειες, με το σύμπτωμα της επιληψίας.
Ο ασθενής είναι απρόσφορος και απαθής, δεν συνεργάζεται, έχει μειωμένη συνείδηση, το δε αρ. άνω άκρο είναι ημιπληγικό. Η μετακίνηση και η βάδιση δεν επηρεάζονται από το κάταγμα της κνήμης και του ταρσού, τα οποία έχουν αποκατασταθεί, αλλά από την ψυχασθένεια η οποία δημιουργεί αλλοπρόσαλλη συμπεριφορά.
Γ) Η κατάσταση της υγείας του δεν έχει βελτιωθεί μέχρι σήμερα στο θέμα της ψυχασθένειας και η πρόγνωση είναι βαριά. Δ) Δεν είναι ικανός να αυτοεξυπηρετηθεί και έχει ανάγκη συνοδού ατόμου. Ε) Λόγω της ολικής ανικανότητας δεν είναι σε θέση να ασχοληθεί με οποιαδήποτε εργασία στο μέλλον. ΣΤ) Έχει ανάγκη παρακολουθήσεως από νευρολόγο-ψυχίατρο, την λήψη συνεχώς φαρμακευτικών ουσιών, το δε αριστερό άνω άκρο είναι σε μόνιμη αχρηστία".
Ακολούθως επί των ιδίων ερωτημάτων ο έτερος διορισθείς με την υπ' αριθμόν 8455/2014 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου (σε αντικατάσταση του αρχικώς ορισθέντος με την υπ' αριθμόν 290/2014 απόφαση I. Τ.) πραγματογνώμονας Δ. Α., νευροχειρουργός, με την από 27-11-2014 νομίμως κατατεθείσα έκθεση πραγματογνωμοσύνης (βλ. την υπ' αριθμόν 303/2014 πράξη καταθέσεως αυτής στη Γραμματεία του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου) αποφάνθηκε τα κάτωθι: "Α) Ο ενάγων εξαιτίας του τραυματισμού του από το ατύχημα που έλαβε χώρα στις 2-5-2011 έχει καταστεί μόνιμα (εφ' όρου ζωής) ανάπηρος σε ποσοστό 80% (ογδόντα τοις εκατό).
Έχει μεγάλες νεκρωμένες περιοχές του εγκεφάλου και επειδή τα εγκεφαλικά νευρικά κύτταρα δεν αναγεννώνται, δεν υπάρχει περίπτωση ανάκτησης των λειτουργιών που έχουν χαθεί. Επίσης, η αναπηρία που αφορά στην πλήρη ακινησία του αριστερού άνω άκρου είναι μόνιμη, αφού μετά παρέλευση τριών από την εγκεφαλική κάκωση δεν αναμένεται πλέον βελτίωση.
Β) Κατά τον χρόνο της εξέτασης παρουσιάζει σοβαρή νοητική διαταραχή, δηλαδή μεγάλη έκπτωση των ανώτερων νοητικών λειτουργιών, μνήμης, προσοχής, συγκέντρωσης, προσανατολισμού. Εμφανίζει λόγω βλαβών στους μετωπιαίους και κροταφικούς λοβούς που συνδέονται άμεσα με την ψυχική και συναισθηματική ισορροπία του ατόμου, σοβαρή ψυχιατρική διαταραχή (οργανικό ψυχοσύνδρομο) και είναι απολύτως απαραίτητο να λαμβάνει αντιψυχωσικά φάρμακα για να παραμείνει ανεκτός και συμβατός με το περιβάλλον.
Επίσης επειδή οι θλάσεις αποτελούν επιληπτογόνο εστία πρέπει να λαμβάνει μονίμως αντιεπιληπτικά φάρμακα. Έχει επίσης σημαντικά προβλήματα γλώσσας και ενώ προ του ατυχήματος ομιλούσε και καταλάβαινε ελληνικά, τώρα φαίνεται ότι κατανοεί και απαντά μόνο στην Αλβανική και εκεί με περιορισμένο εύρος απαντήσεων.
Λόγω της πλήρους παράλυσης του αριστερού του άκρου έχει ανάγκη βοήθειας για την ένδυση, τη σωματική του καθαριότητα, για την παρασκευή φαγητού. Γενικώς στερείται αυτονομίας και θεωρώ πλέον επικίνδυνο να μετακινείται εκτός της οικίας του μόνος χωρίς συνοδεία. Είναι βέβαιο ότι δεν θα προσανατολιστεί και λόγω των ψυχικών του διαταραχών είναι πολύ πιθανό να εμπλακεί σε προστριβές με ξένα άτομα.
Γ) Η κατάσταση της υγείας του ενάγοντος στο μέλλον θα είναι η ίδια με δεδομένο ότι θα λαμβάνει τακτικά την ψυχιατρική και νευρολογική φαρμακευτική του αγωγή. Δεν αναμένεται βελτίωση παρά μόνο διατήρηση της υπάρχουσας κατάστασης που θα επιτευχθεί με την τακτική λήψη των φαρμάκων και την συχνή εκτίμηση από τους αντίστοιχους ιατρούς για αυξομειώσεις των δόσεων και πιθανές αλλαγές των σκευασμάτων (φαρμάκων).
Δ) Ο ενάγων κατά τον μεγαλύτερο βαθμό των δραστηριοτήτων ενός μέσου ανθρώπου δεν μπορεί να αυτοεξυπηρετηθεί. Κατ' αρχήν χρειάζεται μια γενική επιτήρηση καθ' όλο το 24ωρο. Στην ένδυση, υπόδυση, καθαριότητα, λούσιμο, μπάνιο, χρειάζεται βοήθεια λόγω και της πλήρους αχρησίας του αριστερού άνω άκρου. Δεν είναι σε θέση να παρασκευάσει μόνος του το φαγητό, ούτε να το σερβίρει.
Είναι σε θέση να κινείται μόνος του μέσα στο σπίτι ή σε περιορισμένο χώρο αλλά πάντα με μια σχετική επιτήρηση υγιούς ενήλικα. Ε) Έχει καταστεί ολικά ανίκανος να ασκήσει την εργασία που ασκούσε πριν από το ατύχημα, δηλαδή οδηγός φορτηγού αυτοκινήτου. Το ποσοστό της ανικανότητας ως προς αυτή την απαιτητική εργασία είναι 100% (εκατό τοις εκατό).
Η αδυναμία αυτή θα διαρκέσει εφ' όρου ζωής, αφού δεν αναμένεται βελτίωση ούτε στα νοητικά ούτε στα σωματικά του προβλήματα. ΣΤ) Ο ενάγων έχει καταστεί ολικά ανίκανος να ασκεί διανοητικές δραστηριότητες. Οι μετωπιαίοι λοβοί του εγκεφάλου αποτελούν την έδρα των ανώτερων νοητικών λειτουργιών και στον ενάγοντα έχουν υποστεί σημαντικής έκτασης βλάβη.
Έχει στοιχειώδη νοητική ικανότητα, εντελώς αναντίστοιχη με την ηλικία του. Παρά την τοποθέτηση της βαλβίδας υδροκεφάλου το κοιλιακό σύστημα παραμένει με αυξημένες διαστάσεις στην αξονική τομογραφία. Αυτή η διάταση παρατηρείται μετά από βαριές κρανιογκεφαλικές κακώσεις και είναι ένδειξη ότι έχουμε διάχυτη εγκεφαλική βλάβη που περιλαμβάνει όλο τον εγκέφαλο, όπως στην συγκεκριμένη περίπτωση.
Το ίδιο και σωματικά, λόγω των νευρολογικών του αναπηριών και του οργανικού ψυχοσυνδρόμου δεν είναι σε θέση να χειριστεί οικιακά μηχανήματα. Το ποσοστό της διανοητικής αναπηρίας του ανέρχεται σε ποσοστό 80% (σελ. 19α και 19β). Συνακόλουθα, κατά τις ως άνω διαπιστώσεις, ενάγων, που διάγει μια παραγωγική ηλικία (μόλις 45 ετών κατά το χρόνο του ατυχήματος) εμφανίζει μόνιμη και σταθερή πνευματική αναπηρία που εντοπίζεται σε σοβαρή νοητική διαταραχή λόγω της έκπτωσης των νοητικών λειτουργιών της μνήμης, προσοχής, συγκέντρωσης και προσανατολισμού, αλλά και σωματική αναπηρία στο αριστερό άνω άκρο (μόνιμη ημιπληγία) σε ποσοστό 80%, με αποτέλεσμα να είναι ανίκανος για την εκτέλεση οιασδήποτε εργασίας, και όχι μόνο για την εργασία την οποία έως τώρα εκτελούσε ως οδηγός φορτηγού (μάλιστα δε ειδικά ως προς την δεξιότητά του αυτή ο δεύτερος εκ των ανωτέρω πραγματογνωμόνων αναβιβάζει το ποσοστό της αναπηρίας του σε 100%), ενώ εν γένει δεν θα μπορεί να ασκήσει στο μέλλον (έστω ως ανειδίκευτος εργάτης αν χρειαστεί) οποιοδήποτε επάγγελμα που θα απαιτεί ορθοστασία αλλά και πνευματική διεργασία, πλέον δε τούτων, θα υπολείπεται, πάντα έναντι των συνομηλίκων συναδέλφων του....
Περαιτέρω, η όλη προπεριγραφείσα κατάσταση της υγείας του στερεί κάθε δυνατότητα προσωπικής και κοινωνικής ζωής. Ο ενάγων, ένας υγιής, αρτιμελής και κοινωνικός άνδρας, κατέστη, πλέον, ένας αδύναμος ανάπηρος άνθρωπος χωρίς την ελάχιστη δυνατότητα κοινωνικής δραστηριότητας, επαφής με άλλους ανθρώπους και επαρκούς επικοινωνίας με τη σύζυγό του, με αποτέλεσμα να έχει βυθιστεί στη μοναξιά και την ανασφάλεια.
Ενόψει αυτών, ο ενάγων έχει αξίωση για ιδιαίτερη αποζημίωση, κατ' άρθρον 931 Α.Κ. η οποία πρέπει να καθοριστεί στο εύλογο ποσό των 60.000 ευρώ. Τέλος, ο ενάγων από τη σε βάρος του τελεσθείσα, κατά τα άνω, αδικοπραξία υπέστη ηθική βλάβη προς αποκατάσταση της οποίας δικαιούται ευλόγου χρηματικής ικανοποιήσεως, το ποσό της οποίας, λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστάσεων και ιδίως των συνθηκών του ενδίκου ατυχήματος, της βαρύτητας και του βαθμού της υπαιτιότητας του πρώτου εναγομένου, οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου αλλά και του μεγάλου βαθμού συνυπαιτιότητας αυτού σε ποσοστό 60% του ίδιου του παθόντος - ενάγοντος, του είδους του τραυματισμού του και των εξ αυτού συνεπειών του, της διάρκειας της νοσηλείας του και των επεμβάσεων στις οποίες αυτός υποβλήθηκε καθώς και της συνεπεία αυτών ψυχικής και σωματικής ταλαιπωρίας του και του πόνου τον οποίον αυτός δοκίμασε, της μόνιμης πνευματικής και σωματικής αναπηρίας αυτού στο αριστερό άνω άκρο (μόνιμη ημιπληγία) σε ποσοστό 80%, της ηλικίας αυτού των 45 ετών κατά το χρόνο του ατυχήματος, καθώς και της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των διαδίκων φυσικών προσώπων (σημειωτέον ότι ο ενάγων σιτίζεται από την ενορία του (βλ.
την από 25-5-2012 βεβαίωση του Ιερού Ναού ... της Ιεράς Αρχιεπισκοπής ….) πρέπει να καθορισθεί στο ποσό των 70.000 ευρώ, το οποίο κρίνεται εύλογο μετά τη στάθμιση των παραπάνω, κατά νόμο, στοιχείων (ΑΚ 932) καθώς και των δεδομένων της κοινής πείρας και της κοινής περί δικαίου συνείδησης (Ολ.ΑΠ 9/2015, ΑΠ 76/2016 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ).
Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του επιδίκασε στον ενάγοντα το ποσό των 140.000 ευρώ για κάθε μία από τις παραπάνω αιτίες εσφαλμένα εφάρμοσε το νόμο και κακώς εκτίμησε τις αποδείξεις που του προσκομίσθηκαν, όπως βάσιμα περί τούτου υποστηρίζει ο πρώτος εναγόμενος με τους σχετικούς λόγους της κρινόμενης έφεσής του, ενώ, απορριπτέα ως αβάσιμα τυγχάνουν τα περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα από τον ενάγοντα με τους σχετικούς λόγους της κρινόμενης εφέσεώς του".
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Εφετείο εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και επιδίκασε στον ενάγοντα, κατά μερική αποδοχή της αγωγής του, τα ποσά των 60.000 και 70.000 ευρώ για αποζημίωση λόγω αναπηρίας και για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, αντίστοιχα. Με τις κρίσεις και τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο δεν υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, αλλά και δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, αφού τα εν λόγω ποσά, κατά την κοινή πείρα, την δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση, δεν υπολείπονται (και μάλιστα καταφανώς) των συνήθως επιδικαζομένων σε παρόμοιες περιπτώσεις, απορριπτόμενων, ως αβάσιμων, του μοναδικού από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.
λόγου αναίρεσης του δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως και του πρώτου από τους αριθμ. 1 και 19 του ίδιου άρθρου πρόσθετου λόγου αναίρεσης, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα. Εξάλλου, η αποδιδόμενη, με τους ίδιους λόγους, αναιρετική πλημμέλεια της παραβίασης της αρχής της αναλογικότητας και της υπέρβασης των ακραίων ορίων της διακριτικής ευχέρειας του Εφετείου με το να μεταβάλει το ποσοστό της ευθύνης του αναιρεσείοντος από 30% (που είχε δεχθεί το πρωτοβάθμιο δικαστήριο) σε 60% στην επέλευση του ενδίκου ατυχήματος και την συνεπεία τούτου πρόκληση των ζημιών του, εκτιμώντας εσφαλμένα τις αποδείξεις, ενώ όφειλε να εκτιμήσει ότι το ποσοστό της συνευθύνης του ήταν μηδαμινό και σε κάθε περίπτωση έπρεπε να αφήσει αμετάβλητα τα ποσοστά συνυπαιτιότητας των διαδίκων, που είχε καθορίσει η πρωτόδικη απόφαση, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, το μεν διότι ο καθορισμός της βαρύτητας του πταίσματος και του ποσοστού κατά το οποίο εξ αυτού του λόγου πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση αφορά εκτίμηση πραγμάτων που δεν ελέγχεται ακυρωτικώς, το δε διότι, ως προς την συνδρομή ή μη συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας (που υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο ως προς το εάν τα περιστατικά, που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν την έννοια του προαναφερόμενου πταίσματος), πλήττεται απαραδέκτως η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση από το Εφετείο πραγματικών γεγονότων, η οποία ωσαύτως δεν υπόκειται σε ακυρωτικό έλεγχο (άρθρο 561 παράγραφος 1 Κ.Πολ.Δ.).
Σημειώνεται δε ότι ο αναιρεσείων με τον μοναδικό λόγο του δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως επικαλείται μεν και τους από τους αριθμούς 9 και 11 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγους αναιρέσεως, των οποίων αναγράφει το νομικό κείμενο αυτών, χωρίς όμως να αναφέρει οποιοδήποτε περιστατικό θεμελίωσής τους, γι' αυτό είναι απορριπτέοι, ως απαράδεκτοι, λόγω αοριστίας.
V. Ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο και εκτιμώντας προφανώς εσφαλμένα τα διαδικαστικά έγγραφα, είτε έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, είτε δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν επίσης ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, νοούνται δε ως πράγματα οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στην κατάλυση η παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, δηλαδή οι ισχυρισμοί που κατά το νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης. Πράγμα αποτελεί και ο λόγος εφέσεως που περιέχει παράπονο κατά της κρίσης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (Ολ.ΑΠ 11/1996), ενώ ο λόγος αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος, εάν το δικαστήριο έλαβε μεν υπόψη του τον κρίσιμο ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, όμως τον απέρριψε ρητά ή και σιωπηρά για οποιαδήποτε τυπική ή ουσιαστική αιτία (Ολ.ΑΠ 25/2003).
Εν προκειμένω, με τον δεύτερο πρόσθετο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 8 περ. β' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., που συνίσταται στο ότι αυτή δεν έλαβε υπόψη τον πρώτο λόγο της εφέσεώς του κατά της πρωτόδικης απόφασης, με τον οποίο παραπονείτο για εσφαλμένη εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού ως προς την υπαιτιότητα του ιδίου και του πρώτου εφεσίβλητου (ήδη αναιρεσιβλήτου) στην επέλευση του ενδίκου ατυχήματος. Όπως, όμως, αβίαστα προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, (βλ. 7ο φύλλο αυτής), αυτή ερεύνησε τον ως άνω λόγο εφέσεως του αναιρεσείοντος και τον απέρριψε ως αβάσιμο κατ' ουσία.
Συνεπώς, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος. Περαιτέρω, η προβαλλόμενη με τον ίδιο πρόσθετο λόγο αιτίαση από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη το βιντεοσκοπημένο υλικό, που εμφανιζόταν σε διαδοχικές φωτογραφίες και είχαν προσκομισθεί προς απόδειξη της ιστορικής βάσης της αγωγής, είναι αβάσιμη και απορριπτέα, διότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, αυτή, προκειμένου να διαμορφώσει το αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε, έλαβε υπόψη και εκτίμησε και τις ως άνω αναφερόμενες φωτογραφίες. Τέλος, η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη "προσέδωσε στην κατάθεση του μάρτυρα Π. δύναμη αυτόπτου μάρτυρα, μολονότι ο ίδιος κατέθεσε ότι βρέθηκε στον τόπο του ατυχήματος αφού αυτό είχε ήδη γίνει" δεν συνιστά κάποιο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 Κ.Πολ.Δ. και τυγχάνει απορριπτέα, ως απαράδεκτη. Μετά ταύτα, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρ. 495 § 3 Κ.Πολ.Δ.). Δικαστικά έξοδα δεν επιδικάζονται, λόγω της απουσίας του πρώτου αναιρεσιβλήτου.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Θεωρεί ως μη ασκηθείσα την αίτηση αναιρέσεως ως προς το δεύτερο αναιρεσίβλητο, Επικουρικό Κεφάλαιο.
Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως και τους πρόσθετους λόγους κατά της 4799/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Μαΐου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Ιουνίου 2019.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ