Supreme Court dismisses bank's appeal on statute of limitations and procedural errors in commercial dispute.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the bank's appeal against the Athens Court of Appeal's final judgment in a commercial dispute. The appellant argued that the lower court incorrectly applied statute of limitations rules and failed to consider a valid suspension of the limitation period. The court rejected these claims, ruling that the limitation period had expired and the procedural errors cited were not sufficient grounds for overturning the final decision.
Legislator headnote
AI generatedArt. 261, 270, 250, 253, 15 παρ. 6 του ν. 3632/1928 ΑΚ; The Supreme Court held that the statute of limitations had expired and dismissed the appeal based on procedural errors that did not justify overturning the final judgment.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 629 / 2018 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 629/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού, Ιωάννη Μπαλιτσάρη και Αγγελική Τζαβάρα Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Νοεμβρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε." και διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Ανδρουτσόπουλο και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Χ. Σ. του Δ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μιχαήλ Σαρρή και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/12/2001 αγωγή, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4607/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5126/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η ως άνω αναιρεσίβλητη με την από 12/12/2006 αίτησή της, επί της οποίας εκδόθηκε η 494/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την 5126/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
Εκδόθηκε η 3875/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20/3/2014 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αλτάνα Κοκκοβού ανέγνωσε την από 1/12/2014 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Αντώνιου Ζευγώλη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Υπόκειται προς κρίση η από 20-3-2014 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθ. 3875/2011 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία κατ' αντιμωλία των διαδίκων και με την οποία απορρίφθηκε η από 12-12-2005 έφεση της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία " ... ΑΕ", καθολικής διαδόχου, κατόπιν συγχώνευσης με απορρόφηση, της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ", καθολικής διαδόχου ομοίως της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ" κατά της υπ' αριθ. 4607/2004 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία είχε απορρίψει την από 20-12-2001 αγωγή της αμέσως παραπάνω εταιρείας κατά της αναιρεσίβλητης, κατά παραδοχή ένστασης παραγραφής (εν επιδικία) της τελευταίας. Η αίτηση αναίρεσης της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ", ως καθολικής διαδόχου, ομοίως κατόπιν συγχώνευσης με απορρόφηση, της άνω εκκαλούσας, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση τα πραγματικά γεγονότα και τους ισχυρισμούς, που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου της ουσίας από τους διαδίκους. Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που δεν αξιολογήθηκε είχε προταθεί στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα ότι είχε προταθεί νόμιμα, αν δε συντρέχει εξαιρετική περίπτωση των εδαφίων α-γ της παραγράφου 2 του άρθρου 562 ΚΠολΔ πρέπει να εκτίθεται στο αναιρετήριο και ο λόγος αυτός.
Ειδικότερα, αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός, στον οποίο αφορά ο λόγος αναίρεσης, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά με λόγο έφεσης από τον εκκαλούντα ή αναλόγως, κατά το άρθρ. 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις από τον εφεσίβλητο και στο δεύτερο βαθμό και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, εκτός αν πρόκειται για ισχυρισμό, που παραδεκτά, κατά το άρθρο 527 ΚΠολΔ, προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, με την αναφορά επίσης στο αναιρετήριο των προϋποθέσεων της βραδείας προβολής του ή υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Περαιτέρω, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα δε νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, δηλαδή οι ισχυρισμοί, που, κατά το νόμο, διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης.
Οι άνω ισχυρισμοί όμως θα πρέπει να προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας. Ο λόγος αυτός αναίρεσης, τέλος, απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν το δικαστήριο έλαβε μεν υπόψη του τον κρίσιμο ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, τον απέρριψε όμως ρητά ή και σιωπηρά για οποιονδήποτε τυπική ή ουσιαστική αιτία.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα ακόλουθα: Η εταιρεία με την επωνυμία "... ΑΕΠΕΥ", καθολική διάδοχος της οποίας, μετά από διαδοχικές συγχωνεύσεις με απορρόφηση, κατέστη, όπως έχει προαναφερθεί, ήδη η αναιρεσείουσα, άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 20-12-2001 αγωγή της κατά της εναγομένης (ήδη αναιρεσίβλητης) με την οποία, αφού ισχυρίστηκε, ότι δυνάμει σύμβασης παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, που συνήψε με την τελευταία στις 18-11-1998, διενήργησε, κατόπιν εντολών αυτής, που δόθηκαν κατά το χρονικό διάστημα από 18-11-1998 έως 31-5-2000, τις αναφερόμενες στην αγωγή χρηματιστηριακές συναλλαγές (αγορές-πωλήσεις μετοχών) στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών και ότι μετά από την τελευταία από τις προαναφερόμενες χρηματιστηριακές συναλλαγές προέκυψε, μετά από αντίστοιχη λογιστική χρέωση- πίστωση τελικό χρεωστικό υπόλοιπο σε βάρος της εναγομένης, ύψους 237.324.621 δραχμών ή 696.477,24€, ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει το ποσό αυτό με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Κατά τη συζήτηση της αγωγής αυτής στη δικάσιμο της 28-4-2004, μετά από αναβολή από το πινάκιο από τη δικάσιμο της 5-2-2003, που είχε οριστεί για πρώτη φορά, η εναγομένη προέβαλε ένσταση παραγραφής (εν επιδικία) των ασκούμενων με την αγωγή αξιώσεων από χρηματιστηριακές συναλλαγές, ισχυριζόμενη ειδικότερα, ότι για τις συναλλαγές αυτές ισχύει η ενιαύσια παραγραφή του άρθρου 15 παρ. 6 του ν. 3632/1928, ότι αυτές διενεργήθηκαν κατά τη διάρκεια του έτους 2000, ότι η ενιαύσια παραγραφή τους άρχισε την 1-1-2001 και διακόπηκε με την επίδοση της αγωγής στις 27-12-2001 και ότι η διακοπείσα ως άνω ενιαύσια παραγραφή συμπληρώθηκε εν επιδικία ήδη στις 5-2-2003, που είχε προσδιοριστεί να δικαστεί αρχικά η αγωγή, οπότε και αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 28-4-2004.
Η ενάγουσα με προσθήκη στις έγγραφες προτάσεις της ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, αρνήθηκε την ένσταση αυτή και προέβαλε ειδικότερα ότι οι ασκούμενες με την αγωγή αξιώσεις κατά της εναγομένης προέκυψαν από τον τηρούμενο μεταξύ αυτής και της εναγομένης αλληλόχρεο λογαριασμό, τα καταχωρούμενα κονδύλια του οποίου χάνουν την αυτοτέλειά τους και τελικώς απαιτητό καθίσταται το κατάλοιπο αυτού, που αποτελεί εμπορικό χρέος και υπόκειται στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 250 ΑΚ.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την υπ' αριθ. 4607/2004 απόφασή του έκανε δεκτή την ένσταση παραγραφής και απέρριψε την αγωγή. Στη συνέχεια, η ενάγουσα άσκησε κατά της απόφασης αυτής την από 12-12-2005 έφεσή της ενώπιον του Εφετείου Αθηνών, με την οποία παραπονέθηκε μόνο για την παραδοχή της ένστασης της εναγομένης, προβάλλοντας ειδικότερα, ότι η ενιαύσια παραγραφή του άρθρου 15 παρ. 6 του ν. 3632/1928 αφορά μόνο τις κύριες χρηματιστηριακές συμβάσεις και όχι τις ένδικες, που προέρχονται από σύμβαση χρηματιστηριακής παραγγελίας, για τις οποίες ισχύει η γενική εικοσαετής παραγραφή του ΑΚ και με τις έγγραφες προτάσεις της ενώπιον του εφετείου, κατά τη συζήτηση της έφεσης, το πρώτον προέβαλε ότι "...
εμείς, άλλωστε, με την αντένστασή μας περί διακοπής της παραγραφής...ισχυριστήκαμε, ότι η παραγραφή εν επιδικία, που επικαλείται η αντίδικός μας, έχει διακοπεί, καθόσον από της ασκήσεως της αγωγής μας την 27-12-2001 μέχρι την πρώτη δικάσιμο την 5-2-2003, κατά την οποία αναβλήθηκε, έλαβε χώρα και συγκεκριμένα την 28-1-2002 απόπειρα συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς μας με την αντίδικο...".
Επί της έφεσης αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 3875/2011 απόφασή του εφετείου, η οποία, αφού έκρινε, ότι η ενάγουσα-εκκαλούσα δεν επικαλέστηκε ούτε στο πρωτοβάθμιο ούτε ενώπιόν του γεγονότα, που να θεμελιώνουν ένσταση περί διακοπής της παραγραφής, λόγω εξώδικης επίλυσης της διαφοράς, παρά μόνο προέβη σε απλή αναφορά αυτής με τις έγγραφες προτάσεις της ενώπιόν του, δέχτηκε ό,τι και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, σχετικά με την ένσταση παραγραφής και απέρριψε την έφεση.
Ήδη αυτή (ενάγουσα-εκκαλούσα) με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσής της, κατά της παραπάνω απόφασης του εφετείου, από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προβάλλει την αιτίαση, παρόλον ότι αυτή προέβαλε στον πρώτο βαθμό και επανέφερε και στο δεύτερο, κατ' αντένσταση, ότι η παραγραφή της αξίωσής της εν επιδικία, που επικαλέστηκε η εναγομένη (ήδη αναιρεσίβλητη), είχε διακοπεί, καθόσον από την άσκηση της αγωγής στις 27-1-2001 μέχρι την πρώτη δικάσιμο στις 5-2-2003, κατά την οποία η συζήτησή της αναβλήθηκε, έλαβε χώρα στις 28-2-2002 διακοπτικό αυτής γεγονός και συγκεκριμένα απόπειρα συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς με την εναγομένη για την οποία συντάχθηκε σχετική μονομερής δήλωση περί αποτυχίας του, το εφετείο δέχτηκε ότι δεν προβλήθηκε νομίμως τέτοιος ισχυρισμός και ακολούθως απέρριψε την έφεσή της κατά της πρωτόδικης απόφασης, που είχε δεχτεί την ένσταση παραγραφής της εναγομένης και είχε απορρίψει την αγωγή της κατ' αυτής.
Από τα παραπάνω όμως, προκύπτει, ότι ο επικαλούμενος από την ενάγουσα-εκκαλούσα και ήδη αναιρεσείουσα ισχυρισμός και συγκεκριμένα η αντένσταση διακοπής της προβληθείσας από την εναγομένη παραγραφής των αγωγικών αξιώσεών της ήταν απαράδεκτος, καθόσον δεν προβλήθηκε από αυτή πρωτοδίκως, αλλά ούτε το πρώτον στην κατ' έφεση δίκη από αυτή, ως ηττηθείσα, με λόγο έφεσης και υπό την επίκληση των προϋποθέσεων του άρθρου 527 ΚΠολΔ, ούτε, εξάλλου επικαλείται ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Επομένως ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Σε κάθε δε περίπτωση είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι προέκυψε, ότι το εφετείο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό αυτό και τον απέρριψε για τον αμέσως παραπάνω λόγο. Στην περίπτωση που το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες, με την αναίρεση δε, πλήσσονται μεν όλες, πλην όμως η προσβολή μιας απ' αυτές δεν τελεσφορεί, ο λόγος αναίρεσης, που προσβάλλει τις λοιπές, είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής (Ολ.ΑΠ 25/2003).
Με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση, ότι το εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δεχόμενο (για την περίπτωση, που ήθελε γίνει δεκτό, ότι προβλήθηκε παραδεκτώς αντένσταση διακοπής της παραγραφής), ότι και πάλι επήλθε παραγραφή των ενδίκων αγωγικών αξιώσεων, διότι, "παρότι από την πιο πάνω μονομερή δήλωση περί αποτυχίας της απόπειρας εξώδικης επίλυσης της διαφοράς, κατ' άρθρο 214Α ΚΠολΔ, επήλθε στις 28-1-2002 διακοπή της παραγραφής, η νέα ενιαύσια παραγραφή των ενδίκων αξιώσεων, που άρχισε στις 29-1-2002 (δηλ.
την επομένη ημέρα της αποτυχίας της απόπειρας εξώδικης επίλυσης), συμπληρώθηκε εν επιδικία στις 29-1-2003, δηλ. πριν από την επόμενη διαδικαστική πράξη που έλαβε χώρα στις 5-2-2003, οπότε και αναβλήθηκε η εκδίκαση της υπόθεσης", παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 261 ΑΚ, την οποία εφάρμοσε, ενώ δεν ήταν εφαρμοστέα, καθώς και τη διάταξη του άρθρου 270 παρ. 2 ΑΚ, που ήταν εφαρμοστέα και την οποία δεν εφάρμοσε, σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 250 παρ. 1 και 5 και 253 ΑΚ και 15 παρ. 6 του ν. 3632/1928.
Ειδικότερα, προέβαλε ότι το εφετείο έκρινε εσφαλμένα, ότι η παραγραφή σε επιδικία, μετά τη διαδικαστική πράξη της μονομερούς δήλωσης περί αποτυχίας της απόπειρας εξώδικης επίλυσης της διαφοράς στις 28-1-2002, συμπληρώθηκε στις 29-1-2003, ήτοι πριν από την επόμενη διαδικαστική πράξη, που έλαβε χώρα στις 5-2-2003, τοποθετώντας την έναρξη της νέας παραγραφής αμέσως μετά το τέλος της διαδικαστικής πράξης, όπως, προβλέπει η διάταξη του άρθρου 261 ΑΚ και όχι στο τέλος του έτους μέσα στο οποίο έλαβε χώρα η πράξη αυτή, όπως προβλέπει η διάταξη του άρθρου 270 παρ. 2 ΑΚ, που εφαρμόζεται και στις χρηματιστηριακές συναλλαγές, όμοιες ως προς το περιεχόμενό τους με τις αξιώσεις του άρθρου 250 ΑΚ, που έχουν και τον ίδιο χρόνο έναρξης της παραγραφής, κατά το άρθρο 253 ΑΚ, οπότε από 1-1-2004, που άρχισε η νέα ενιαύσια παραγραφή, δεν είχε συμπληρωθεί στις 28-4-2004, που τελικώς συζητήθηκε η υπόθεση.
Όμως η προηγούμενη επάλληλη αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά την οποία, προϋπόθεση για την έρευνα της επικαλούμενης από την ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα αντένστασης διακοπής της παραγραφής ήταν η υποβολή της κατά τρόπο παραδεκτό στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και η επαναφορά της από αυτή ενώπιον του εφετείου, ο κατά της οποίας πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης δεν τελεσφόρησε, στηρίζει αυτοτελώς το απορριπτικό διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης.
Επομένως ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης, ανεξαρτήτως της βασιμότητάς του, πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελής. Κατ' ακολουθίαν αυτών, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της, να διαταχθεί, κατά την παρ. 4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου των τριακοσίων (300,00) ευρώ, που καταβλήθηκε από την αναιρεσείουσα, όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. 334/2014 έκθεση κατάθεσης της αίτησης αναίρεσης και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματός της (αρθ. 176, 183, 189 και 191 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20-3-2014 αίτηση της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε." για αναίρεση της υπ' αριθ. 3875/2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου των τριακοσίων (300,00) ευρώ στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Μαρτίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Μαρτίου 2018.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ