Legislator Case Law & Legislation
629/2016 AI generated

Supreme Court allows appeal against land ownership claim, remanding case to new judge for further trial.

Case Number 629/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appellant's appeal against a lower court decision regarding land ownership. The court found the lower court lacked a legal basis for its ruling on the status of the land as public forest during the relevant thirty-year period. Consequently, the case was remanded to the Court of First Instance for a new trial before a different judge.

Legislator headnote

AI generated

Art. 51 of the Civil Procedure Code; Art. 559, 580, 495 of the Civil Procedure Code: When a lower court fails to provide a legal basis for determining the nature of the subject matter during the relevant period, the appeal is admissible and the case must be remanded for retrial before a different judge.

Keywords

AI generated
public forest land ownership acquisition good faith possession legal basis requirement remand for retrial different judge rule property law history

Cited Legislation

AI generated
Art. 51 of the Civil Procedure Code
Art. 559 of the Civil Procedure Code
Art. 580 of the Civil Procedure Code
Art. 495 of the Civil Procedure Code
Art. 183 of the Civil Procedure Code
Art. 176 of the Civil Procedure Code
Art. 22 of Law 3693/1957

Cited Case Law

AI generated
OL AP 30/1998

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 629 / 2016 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 629/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Κ. Χ. Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Α. Δ.

Του αναιρεσίβλητου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην…, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τη Σωτηρία Κοσμά, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-1-2008 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Μεσολογγίου Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 121/2009 του ιδίου Δικαστηρίου και 101/2015 του Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων, με την από 8-12-2015 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευγενία Προγάκη, ανέγνωσε την από 5-10-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγείται να γίνουν δεκτοί ο πρώτος και ο τρίτος από τους λόγους της αναίρεσης και να απορριφθούν οι λοιποί. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 51 του ΕισΑΚ συνάγεται ότι για την κτήση κυριότητας μέχρι της ισχύος του Αστικού Κώδικα (23.2.1946) είχαν εφαρμογή οι διατάξεις του προϊσχύσαντος βυζαντινορωμαϊκού δικαίου. Από καμιά όμως διάταξη του δικαίου αυτού ή άλλου νεωτέρου νόμου, από αυτές που ίσχυσαν μέχρι τις 26.11.1926, οπότε τέθηκε σε ισχύ το ΝΔ της 22.4/26.11.1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης" συνάγεται ότι τα δημόσια κτήματα και οι δημόσιες γενικά δασικές εκτάσεις ήταν ανεπίδεκτα χρησικτησίας, ούτε ότι το Δημόσιο εθεωρείτο, κατά πλάσμα του νόμου ότι διατηρεί σ’ αυτά νομή, παρά την υλική εξουσίασή τους από τρίτα πρόσωπα (πράγμα το οποίο συνέβαινε για τις εθνικές βοσκήσιμες γαίες, εφόσον συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις των άρθρων 2,3 επ.

του ΝΘ/1864 και 3 του Ν.ΨΠΖ/1882). Αντίθετα από τις διατάξεις του προϊσχύσαντος βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, ήτοι των ν. 8 παρ. 1 κωδ. 7.39, ν.9 παρ. 1 πανδ. (50.14), ν.2 παρ. 2 πανδ. (41.4), ν6 πρ πανδ. (44.3), ν.76 παρ. 1 (18.1), ν.7 παρ. 3 πανδ. (23.3), σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 18,21 του Ν. 21.6/6.3.1837 "περί διακρίσεως των δημοσίων κτημάτων" συνάγεται ότι στα δημόσια κτήματα, στα οποία περιλαμβάνονται και τα δημόσια δάση, ήταν επιτρεπτή η από ιδιώτη κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, δηλαδή μετά από άσκηση νομής με καλή πίστη, ήτοι με την ειλικρινή πεποίθηση ότι με την κτήση της νομής του πράγματος αυτός (ιδιώτης) δεν προσβάλλει κατ’ ουσίαν το δικαίωμα κυριότητας τρίτου, σύμφωνα με τις διατάξεις των ν. 20 παρ 12 πανδ. (5.8), 27 πανδ (18.1),10,17 και 48 πανδ. (41.3), 3 πανδ (41.10) και 109 πανδ (50.16),καθώς και με διάνοια κυρίου για χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας, με τη δυνατότητα αυτού που χρησιδεσπόζει, να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και τον χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού, ενώ κατά το ίδιο δίκαιο που ίσχυε πριν από τον Αστικό Κώδικα, τα δημόσια κτήματα είχαν εξαιρεθεί από την τακτική χρησικτησία (ν.18, 24 παρ. 1 (41.3) παρ 9 Εις (2-9) ν2 κωδ (7.30) βασ 50.10).

Όμως κατά τις διατάξεις του άρθρου 21 του ΝΔ της 22-4/16.5.1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης" τα επί των ακινήτων δικαιώματα του δημοσίου δεν υπόκεινται εφεξής σε καμιά παραγραφή, η δε παραγραφή που άρχισε δεν έχει καμιά συνέπεια, εάν μέχρι τη δημοσίευση του νόμου αυτού δεν συμπληρώθηκε η 30ετής κατά τους προϊσχύσαντες νόμους παραγραφή.

Με τη διάταξη αυτή αποκλείστηκε έκτοτε για την ταυτότητα του νομικού λόγου και η κτητική παραγραφή, δηλαδή ή έκτακτη χρησικτησία, λαμβανομένου δε υπόψη ότι η λήξη κάθε παραγραφής δικαιώματος του αστικού δικαίου ανεστάλει με τα διατάγματα που εκδόθηκαν σε εκτέλεση του Ν ΔΞΗ/1912 μέχρι της χρονολογίας εκδόσεως του ανωτέρω ΝΔ, έπεται ότι η απόκτηση κυριότητας σε δημόσιο κτήμα με έκτακτη χρησικτησία πρέπει να έχει συμπληρωθεί μέχρι τις 12.9.1915.

Οι πράξεις νομής επί δημοσίου κτήματος μετά την ημερομηνία αυτή, δεν είχαν καμιά αξία για την κτήση κυριότητας με χρησικτησία, εάν δε η 30ετία δεν είχε συμπληρωθεί μέχρι την ημερομηνία αυτή δεν μπορεί να συμπληρωθεί στον μετέπειτα χρόνο. Εξάλλου κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 1 του Ν. ΑΞΝ/1888 "περί διακρίσεως και οριοθεσίας δασών" που περιλήφθηκε στο άρθρο 57 στο Ν.3077/1924 "περί Δασικού Κώδικος", ως δάσος θεωρείται κάθε έκταση, η οποία μερικώς ή εξολοκλήρου καλύπτεται από άγρια ξυλώδη φυτά οποιονδήποτε διαστάσεων και ηλικίας, τα οποία προορίζονται για την παραγωγή ξυλείας ή άλλων δασικών προϊόντων, ενώ δασικά εδάφη θεωρούνται οι εντός των δασών ασκεπείς εκτάσεις, οι οποίες αποτελούν αναπόσπαστο και συστατικό μέρος.

Περαιτέρω κατά τις διατάξεις των άρθρων 45,46 του Ν 4178/1929, 1 του ΑΝ 86/1969 και 3 του Ν. 998/1979, που ίσχυσαν μεταγενέστερα στην έννοια του δάσους και των δασικών εκτάσεων περιλαμβάνονται και οι εκτάσεις, που καλύπτονται από αραιή ή πενιχρή, υψηλή ή θαμνώδη, ξυλώδη βλάστηση οποιασδήποτε δασικής βλάστησης, καθώς και οι εντός των εκτάσεων αυτών οποιασδήποτε φύσεως ασκεπείς εκτάσεις χορτολιβαδικής ή μη, ενώ οι αυξημένες, για την έννοια του δάσους, προϋποθέσεις που τέθηκαν με το άρθρο 1 του Ν. 3208/2003, που αντικατέστησε το άρθρο 3 παρ 3 του Ν.998/1979, έχει κριθεί με τις υπ’ αριθμ. 32/2013 και 34/2013 αποφάσεις του Συμβουλίου Επικρατείας ότι είναι αντισυνταγματικές, ως προσκρούουσες στο άρθρο 24 του Συντάγματος και στην περιεχόμενη στο τελευταίο εδάφιο αυτού ερμηνευτικές δηλώσεις.

Εξάλλου η έννοια του δάσους κρίνεται κατά το νόμο που ίσχυε όταν γεννήθηκαν τα δικαιογόνα του αμφισβητουμένου, επ’ αυτού, δικαιώματος περιστατικά (άρθρ. 51 ΕισΝΑΚ). Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 62 παρ. 1 εδ. α του Ν 998/1979 επί της αμφισβήτησης ή διένεξης ή δικών μεταξύ του Δημοσίου και του φυσικού ή νομικού προσώπου, σε σχέση με εμπράγματα δικαιώματα επί δασών ή δασικών εκτάσεων, τα τελευταία οφείλουν να αποδείξουν την ύπαρξη των δικαιωμάτων τους, πλην όμως από τις προαναφερθείσες διατάξεις (περί δικαιοστασίου, περί διοικητικής αποβολής, περί προστασίας δημοσίων κτημάτων) προκύπτει ότι κατά την απόδειξη αυτή ο ιδιώτης (φυσικό ή νομικό πρόσωπο) δεν είναι υποχρεωμένος να αναχθεί σε χρόνο προγενέστερο του 1885.

Εξ ετέρου από τη διάταξη του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, προκύπτει ότι ο λόγος αναιρέσεως για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόσθηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ ΑΠ 10/2011).

Εξάλλου κατά τη διάταξη του αριθμού 19 του ίδιου άρθρου, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδρύεται ο αντίστοιχος, λόγος αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν εκείνοι που δεν εφαρμόσθηκε.

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παροχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 301/2015). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλομένης αποφάσεως (άρθρ 561 παρ. 2 ΚΠολΔικ), το Εφετείο μετά από συνεκτίμηση των ενώπιόν του, νομίμως επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατ’ ανέλεγκτη κρίση τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, ως προς την αναγνωριστική κυριότητας ακινήτου από έκτακτη χρησικτησία αγωγή του αναιρεσείοντος και τη διόρθωση της εγγραφής του στα κτηματολογικά βιβλία:

¨Το επίδικο ακίνητο, εμβαδού 83.275 τμ, καταχωρημένο με ΚΑΕΚ ... στο Εθνικό Κτηματολόγιο, βρίσκεται στη θέση "..." του Δήμου Μεσολογγίου και απεικονίζεται με μπλέ χρώμα στο επισυναπτόμενο στην Έκθεση Πραγματογνωμοσύνης από Νοεμβρίου 2014 τοπογραφικό διάγραμμα με στοιχείο 1 των πραγματογνωμόνων και με φερόμενους ως ιδιοκτήτες σ’ αυτό (διάγραμμα) τον Ι.

Δ. (ενάγοντα) κατά ένα τμήμα τους κληρονόμους Π. Χ. (έτερο τμήμα) και τους κληρονόμους Χ. Σ. (στο δυτικό τμήμα). Το τμήμα, που φέρεται ότι ανήκει στον ενάγοντα συνέχεται βορειοανατολικά με έτερο τμήμα ιδιοκτησίας του ενάγοντος και απεικονίζεται ως ενιαίο με το επίδικο, οριοθετούμενο με πράσινο χρώμα στο τοπογραφικό διάγραμμα των πραγματογνωμόνων;

όπως ακριβώς αυτό απεικονίζεται στο από 15-4-1999 τοπογραφικό διάγραμμα του Σ. Λ., όπως τα όρια αυτού υποδείχθηκαν από τον εντολέα Κ. Δ. (ήδη ενάγοντα). Στο τοπογραφικό διάγραμμα με στοιχείο II των ιδίων πραγματογνωμόνων απεικονίζεται ακίνητο φερόμενο ως ιδιοκτησίας του ενάγοντος, οριοθετούμενο με κυανό χρώμα και με τα στοιχεία ως όρια 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8, 9, 10, 11, 12, 13, 14, 15, 16, 17, 18, 19, 20, 21, 22, 23, 24, 25, 26, 27, 28, 29, 30, 31, 32, 33, 34, 35, 36, 37, 38, 39, 40, 41, 1 εμβαδού 90.267,01 τ.μ.

τα οποία (στοιχεία) υποδείχθηκαν από τον ενάγοντα και τους όμορους ιδιοκτήτες. Παρατηρείται ότι το ακίνητο που απεικονίζεται στο τοπογραφικό διάγραμμα της 15-4-1999 του Σ. Λ. διαφέρει από το ένδικο ακίνητο του ΟΚΧΕ, αφού, όπως αναφέρθηκε, τμήμα του ένδικου ακινήτου εμπίπτει στο τοπογραφικό διάγραμμα Σ. Λ., ενώ τμήμα στη δυτική πλευρά φέρεται να ανήκει σε έτερο ιδιοκτήτη.

Οι πραγματογνώμονες καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι "το επίδικο ακίνητο με ΚΑΕΚ ... και εμβαδόν Ε 90.267,01 περιλαμβάνεται στους τίτλους του ενάγοντος και των δικαιοπαρόχων του. Ωστόσο σημειώνεται ότι το επίδικο ακίνητο με το προαναφερόμενο ΚΑΕΚ έχει εμβαδόν 83.275,43 τ.μ. και δεν ταυτίζεται καθ’ ολοκληρία με το ακίνητο των 90.267,01 τ.μ., που απεικονίζεται στο τοπογραφικό διάγραμμα με αριθ.

II των πραγματογνωμόνων με τα στοιχεία 1, 2, 3 ... 4, 41, 42, 1.

Συνεπώς τμήμα 6.991,57 τ.μ. που απεικονίζεται στη ΒΑ του τοπογραφικού διαγράμματος των πραγματογνωμόνων δεν είναι επίδικο, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται, οι τελευταίοι. Ο δασολόγος Σ. Β. της Δ/νσης Δασών Αιτωλ/νίας, διενήργησε αυτοψία και προέβη σε φωτοερμηνεία αεροφωτογραφιών. Η ένδικη έκταση εντοπίστηκε σε στερεοσκοπικά ζεύγη αεροφωτογραφιών και ψηφιακές ορθοφωτογραφίες λήψεως των ετών 1945,1960,1986,1994 και δορυφορικής λήψεως του έτους 2003. Τα συμπεράσματα της φωτοερμηνείας είναι τα ακόλουθα:

Έτος 1945: Η έκταση του επίδικου είναι επικλινής και καταλαμβάνει την νότια και ανατολική όψη λοφοσειράς η οποία με τη σειρά της ανήκει στις νότιες υπόρειες του όρους Αρακύνθου. Το επίδικο καλύπτεται σε ποσοστό 60% από χαμηλή θαμνώδη βλάστηση άγριων φυτών με ξυλώδη κορμό. Από τη σημερινή εικόνα της γύρω εναπομείνασας βλάστησης και τον φωτογραφικό τόνο της Α/Φ εκτιμά ότι πιθανότατα πρόκειται για τυπική φυτοκοινωνία με ασπάλαθους, σχίνο, πρίνο και γκορτσιές. Η βλάστηση είναι πιο πυκνή και ψηλή στις μισγάγκειες. Πιθανολογεί ότι η έκταση βοσκιέται έντονα.

Το επίδικο συνορεύει από όλες τις πλευρές του με δασικές εκτάσεις. Βρίσκεται δε εξακόσια (450) μέτρα βορείως της νοτιότερης οριογραμμής των δασικών εκτάσεων - βλ. ορθοφωτοχάρτη 1945, κόκκινη γραμμή και μόνο ένας αγρός με τη μορφή θύλακα εντός των δασικών εκτάσεων βρίσκεται 100μ. νότια του επίδικου. Στα βορειοανατολικά του επίδικου διέρχεται εντός αυτού ρέμα.

Το επίδικο και η λοφοσειρά που ανήκει, αποτελούν ένα ενιαίο αδιάσπαστο οργανικό σύνολο από δασοπονικά είδη σε θαμνώδη μορφή.

Δεν φέρει κανένα ίχνος καλλιέργειας ούτε ανθρώπινης κατασκευής εντός ή περιμετρικά αυτής και αναμφίβολα πρόκειται για δασική έκταση όπως αναφέρεται στην παρ.2 του αρ.3 του Ν.998/79.

Έτος 1960:

Στο νοτιοανατολικό μέρος του επίδικου διακρίνεται ευκρινώς εκχέρσωση εμβαδού Ε1 =10.706,62 τ.μ., το οποίο τμήμα καλλιεργείται γεωργικά. Συγκεκριμένα το νότιο τμήμα αυτής της εκχέρσωσης φέρει δενδροκομική καλλιέργεια (πιθανόν ελιές) και το βόρειο τμήμα της φέρει αροτραία. καλλιέργεια. Στο νότιο ανατολικό άκρο του Ε1 διακρίνονται ένα ή δύο κτίσματα.

Το υπόλοιπο τμήμα του επίδικου εμβαδού 72.568,80 τ.μ. συνεχίζει να είναι δασική έκταση από θαμνώδη βλάστηση άγριων φυτών με ξυλώδη κορμό μετρίου ύψους και αναμφίβολα πρόκειται για δασική έκταση όπως αναφέρεται στην παρ.2 του αρ.3 του Ν.998/79. Από τη σημερινή εικόνα της γύρω εναπομείνασας βλάστησης και το φωτογραφικό τόνο της Α/Φ εκτιμά ότι πιθανότατα πρόκειται για τυπική φυτοκοινωνία με ασπάλαθους, σχίνο, πρίνο και γκορτσιές.

Η δασική αυτή έκταση μπορεί να χωριστεί σε δύο τμήματα. To Ε2 εμβαδού 10.324,89 τ.μ, με χαμηλότερη και αραιότερη βλάστηση (60% εδαφοκάλυψη) και το απώτερο τμήμα Ε3 εμβαδού 62.243,91 τ.μ. με υψηλότερη και πυκνότερη βλάστηση (80 % εδαφοκάλυψη) 3. Το επίδικο συνορεύει από όλες τις πλευρές του με δασικές εκτάσεις ίδιας περίπου σύνθεσης και πυκνότητας με αυτό, πλην του νότιο ανατολικού τμήματος του που συνορεύει τώρα κατά μήκος των πλευρών 29-30-31 με στενή λωρίδα αγρού, ιδιοκτησίας του Ελληνικού Δημοσίου σήμερα.

Δεν φέρει κανένα ίχνος καλλιέργειας ούτε ανθρώπινης κατασκευής και αναμφίβολα πρόκειται για δασική έκταση όπως αναφέρεται στην παρ.2 του αρ.3 του Ν.998/79. Έτος 1983: Η έκταση καίγεται στις 27-09-1983 και κηρύσσεται αναδασωτέα στο σύνολο της με (την 3765/83 απόφαση νομάρχη Αιτ/νίας (ΦΕΚ 243/02-04- 1984). Έτος 1986: 1. Μετά την πυρκαγιά του 1983 νέα εκχέρσωση έχει λάβει χώρα.

Συγκεκριμένα η νέα εκχέρσωση έγινε με μηχανικά μέσα και περιλαμβάνει το πρώην δασικό τμήμα Ε2 εμβαδού 10.324,89 τ.μ. αλλά και επιφάνειες πέραν αυτού και ιδίως1 όλες τις πρώην δασικές εκτάσεις ανατολικά της παλιάς γεωργικής καλλιέργειας (Ε1) και πέραν του ρέματος έως τα ανατολικά όρια του γεωτεμαχίου. Οι νέες εκτάσεις που εκχερσώθηκαν έχουν φυτευτεί στο μεγαλύτερο μέρος τους με νέα ελαιόδενδρα εκτός από το τμήμα ανατολικά του ρέματος που είναι χέρσο ή καλλιεργείται με ετήσια φυτά και το βορειοδυτικό άκρο της εκχέρσωσης που συνορεύει με τη δασική βλάστηση (πλάτους έως και 20μ.) και δεν έχει φυτευτεί ακόμη.

Διακρίνεται δε ευκρινώς στην Α/Φ ως λευκή ζώνη. Στο νότιο ανατολικό άκρο του Ε1 διακρίνονται ένα ή δύο κτίσματα.

2. Έτσι το έτος 1986 το επίδικο έχει χωριστεί σε δύο προφανή τμήματα, το νοτιοανατολικό, εμβαδού Εγ= 31.824,58 τ.μ., το οποίο καλλιεργείται στο μεγαλύτερο μέρος του και στο βορειοδυτικό, πιο επικλινές και υψομετρικά ανώτερο, εμβαδού Εδ=51.450,84 τ.μ., το οποίο συνεχίζει να αποτελεί δασική έκταση από θαμνώδη βλάστηση άγριων φυτών με ξυλώδη κορμό και εδαφοκάλυψη 80%. Δεν φέρει κανένα ίχνος καλλιέργειας ούτε ανθρώπινης κατασκευής και αναμφίβολα πρόκειται για δασική έκταση όπως αναφέρεται στην παρ.2 του αρ.3 του Ν.998/79.

3. Όλο το γεωτεμάχιο, συνεχίζει να συνορεύει από όλες τις πλευρές του με δασικές εκτάσεις ίδιας περίπου σύνθεσης και πυκνότητας με αυτό, πλην του νότιο ανατολικού τμήματος του που συνορεύει τώρα κατά μήκος των πλευρών 29-30-31-32 με αγρό ιδιοκτησίας σήμερα του Ελληνικού Δημοσίου.

Έτος 1994: (ορθοφωτοχάρτης-δασικός χάρτης) Το επίδικο παραμένει απολύτως αμετάβλητο όσο αφορά στα όρια μεταξύ του δασικού και του γεωργικού τμήματος. Η μόνη αλλαγή είναι ότι όλο το γεωργικό τμήμα είναι πλέον φυτεμένο με ελαιόδενδρα διαφόρων ηλικιών. Στο νότιο ανατολικό άκρο του διακρίνεται ένα κτίσμα.

Όλο το γεωτεμάχιο, συνεχίζει να συνορεύει από όλες τις πλευρές του με δασικές εκτάσεις ίδιας περίπου σύνθεσης και πυκνότητας με αυτό, πλην του νότιο ανατολικού τμήματος του που συνορεύει τώρα κατά μήκος των πλευρών 29-30-31-32 με αγρό ιδιοκτησίας σήμερα του Ελληνικού Δημοσίου.

Κατά την αυτοψία, που ενήργησε στις 25-1-2007 εντόπισε στο έδαφος τα όρια του ένδικου γεωτεμαχίου με ΚΑΕΚ και εμβαδόν 83.275,42 τ.μ. το οποίο συνορεύει:

ΒΟΡΕΙΑ: κατά μήκος της πλευράς 1-2 μήκους 230,59 μ. συνορεύει με δασική έκταση (γεωτεμάχιο με ΚΑΕΚ ... ΑΝΑΤΟΛΙΚΑ: κατά μήκος της πλευράς 2 έως 21 αθροιστικού μήκους 280,82 μ. συνορεύει με δημόσια δασική έκταση και καταπατηθείσα δασική έκταση (γεωτεμάχιο με ΚΑΕΚ ... ΝΟΤΙΑ: α)κατά μήκος των πλευρών 21 έως 28 αθροιστικού μήκους 80,12 μ. συνορεύει με δημόσιο δρόμο με ΚΑΕΚ ... β]κατά μήκος της πλευράς 28-29 μήκους 33,07 μ. συνορεύει με πρώην δημόσια δασική έκταση και νυν ελαιώνα - γεωτεμάχιο με ΚΑΕΚ ... ιδιοκτησίας Ελληνικού Δημοσίου. γ) Κατά μήκος της πλευράς 30-31-32 αθροιστικού μήκους 234,30 μ. συνορεύει με πρώην δημόσια δασική έκταση και νυν ελαιώνα - γεωτεμάχιο με ΚΑΕΚ ... ιδιοκτησίας Ελληνικού Δημοσίου δ) κατά μήκος της πλευράς 32-33 μήκους 137,52 μ. συνορεύει με δασική έκταση - γεωτεμάχιο με ΚΑΕΚ ... ΔΥΤΙΚΑ: κατά μήκος της πλευράς 33-34-1 αθροιστικού μήκους 244,67 με δημόσια δασική έκταση ΚΑΕΚ ... παραχωρηθείσα από το Δ/νση Δασών Αιτ/νίας στο υπ. Εθν. Άμυνας (...).

Έχει ανατολικό και νότιο προσανατολισμό και κλίση ως προς τον ορίζοντα έως 30 %.

Το νότιο ανατολικό τμήμα του γεωτεμαχίου, εμβαδού Εγ= 31.824,58 τ.μ. είναι ελαιώνας με δένδρα διαφορετικού ύψους και διαμέτρου κόμης. Τα πλέον πρόσφατα βρίσκονται στα βορειοδυτικά όρια του Εγ στα όρια με τη δασική βλάστηση και τα πιο παλαιά ελαιόδενδρα βρίσκονται στο τμήμα που φαίνεται εκχερσωμένο στην Α/Φ του έτους 1960. Στο νότιο ανατολικό άκρο υπάρχει ένα ερειπωμένο κτίσμα.

Το βορειοδυτικό τμήμα του γεωτεμαχίου, εμβαδού Εδ=51.450,84 τ.μ. έχει αναβλαστήσει και συνεχίζει να αποτελεί δασική έκταση από θαμνώδη βλάστηση άγριων φυτών με ξυλώδη κορμό με μεγάλο ύψος και εδαφοκάλυψη 80%. Συγκεκριμένα φέρει θαμνώδη άγρια ξυλώδη βλάστηση ύψους έως 3μ. από πουρνάρια, σχίνο, και ασπάλαθο με εδαφοκάλυψη 100%. Δεν φέρει κανένα ίχνος καλλιέργειας ούτε ανθρώπινης κατασκευής και αναμφίβολα πρόκειται για δασική έκταση όπως αναφέρεται στην παρ.2 του αρ.3 του Ν.998/79.

Στο δασικό τμήμα παρατηρούνται εμφανή ίχνη παλιάς πυρκαγιάς (ξερά καμένα ιστάμενα κλαδιά). Από τα προαναφερόμενα προκύπτει ότι τμήμα μήκους 244.67 μέτρων παραχωρήθηκε από τη Δ/νση Δασών Αιτωλ/νίας στο Υπουργείο Εθνικής Άμυνας, προκειμένου να το χρησιμοποιήσει ως ... και συνεπώς δεν απαλλοτριώθηκε, όπως κατέθεσε αβάσιμα ο μάρτυρας αποδείξεως.

Συνεπώς υφίστατο ... χρησιμοποιούμενο για τις ασκήσεις του KEN.Μ. Εν συνεχεία με τη με αριθ. Σ9198/10860/27-1-1970 κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Άμυνας και Οικονομικών, που δημοσιεύθηκε νόμιμα, κηρύχθηκε αναγκαστική απαλλοτρίωση για την κάλυψη των στρατιωτικών αναγκών του 12ου Συντάγματος Πεζικού, εκτάσεως ευρισκόμενης σε απόσταση τεσσάρων χιλιομέτρων Β.Δ. της πόλεως του Μεσολογγίου μεταξύ των θέσεων "..." και ..." (όπου ευρίσκεται το επίδικο ακίνητο) στη θέση "...": Καθ’ ων η απαλλοτρίωση ήσαν οι φερόμενοι ως ιδιοκτήτες Γ. Μ., Μ. χα Α. Μ., Α. Μ., Ξ.-Σ. Μ. και Χ. συζ. Ν. Κ., το γένος Α. Μ..

Συνεπώς η απαλλοτριωθείσα με την ανωτέρω απόφαση έκταση βρισκόταν στη θέση "...’ της περιοχής ..." ΒΑ του παλαιού … και όχι στη θέση ...". Από την προαναφερόμενη φωτοερμηνεία αποδεικνύεται ότι το επίδικο ακίνητο το έτος 1945 αποτελούσε δασική έκταση, τμήμα λοφοσειράς σε ενιαίο αδιάπταστο οργανικό σύνολο, από δασοπονικά είδη σε θαμνώδη μορφή.

Η εκχέρσωση τμήματος αυτού άρχισε περί το έτος 1960 με δενδροκομική καλλιέργεια στο νότιο τμήμα και αροτριαία στο βόρειο. Στις 27-9-1983 η επίδικη έκταση κάηκε προφανώς από ανθρώπινη επέμβαση προκειμένου να αλλοιωθεί ο δασικός χαρακτήρας αυτής. Κηρύχθηκε αναδασωτέα με τη με αριθ. 3805/83/5-1-1984 απόφαση του Νομάρχη Αιτωλ/νίας, που δημοσιεύθηκε στην Ε.τ.Κ. (ΦΕΚ 243/Τ.Δ./2-4-1984).

Μετά την κήρυξη της επίδικης εκτάσεως ως αναδασωτέας τμήμα αυτής εκχερσώθηκε εκ νέου με καλλιέργειες στο Ν.Δ. τμήμα. Το Β.Δ. δεν φέρει ίχνος καλλιέργειας. Ο ενάγων ισχυρίζεται με την ένδικη αγωγή ότι το επίδικο ακίνητο παραχωρήθηκε άτυπα σ’ αυτόν το έτος 1974 από τον πατέρα του και ότι έκτοτε κατέχει και νέμεται αυτό με διάνοια κυρίου για χρόνο περισσότερο της εικοσαετίας με συνέπεια να καταστεί κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία.

Καθ’ υποφορά δε με την αγωγή εκθέτει ότι στον πατέρα του είχε περιέλθει με το με αριθ. .../1954 συμβόλαιο του Συμβ/φου Μεσολογγίου Χαραλάμπους Παππά, που μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Μεσολογγίου (...) από αγορά από την ..., στην οποία είχε παρέλθει με το με αριθ. .../1935 συμβόλαιο του Συμβ/φου Μεσολογγίου Μιχαήλ Πλατύκα, που μεταγράφηκε στα ανωτέρω βιβλία μεταγραφών (...) και ότι στην τελευταία είχε περιέλθει με το με αριθ. .../1906 προκοσυμβόλαιο του Συβ/φου Μεσολογγίου Ιωάννη Πλατύκα, που μεταγράφηκε στα ίδια βιβλία μεταγραφών (...).

Ότι ο δικαιοπάροχος της προικολήπτριας όπως και οι διάδοχοι αυτής (και απώτεροι δικαιοπάροχοι του ενάγοντος) κατείχαν και ενέμοντο αυτό με τους ανωτέρω τίτλους με διάνοια κυρίων και καλή πίστη (κατ’ εκτίμηση του δικογράφου) για χρονικό διάστημα περισσότερο της τριακονταετίας με συνέπεια να καταστούν κύριοι με τακτική, άλλως έκτακτη χρησικτησία.

Οι πραγματογνώμονες στην προαναφερόμενη έκθεση πραγματογνωμοσύνης εκθέτουν ότι το επίδικο ακίνητο περιλαμβάνεται στους επικαλούμενους από τον ενάγοντα τίτλους των δικαιοπαρόχων του. Πλην όμως, όπως αναφέρθηκε, το επίδικο ακίνητο δεν ταυτίζεται καθ’ ολοκληρία με το ακίνητο των 90.267,01 τ.μ., που απεικονίζεται στο επισυναπτόμενο στην έκθεση τοπογραφικό διάγραμμα.

Ωστόσο οι απώτεροι δικαιοπάροχοι του ενάγοντος δεν ήσαν κύριοι του ένδικου ακινήτου, αφού δεν νεμήθηκαν αυτό με καλή πίστη και διάνοια κυρίων για χρόνο περισσότερο της τριαντακονταετίας πριν από την 11-9-1915, αφού πρόκειται για δημόσια δασική έκταση, με συνέπεια να καταστούν κύριοι με έκτακτη χρησικτησία μέχρι την ανωτέρω ημεροχρονολογία (11-9-1915).

Πράξεις νομής επί τμήματος αυτού έγιναν μετά τo έτος 1945, όπως προαναφέρθηκε, οι οποίες δεν έχουν οποιαδήποτε έννομη συνέπεια ως προς την απόκτηση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία. Τα δημόσια δε κτήματα έχουν εξαιρεθεί από την τακτική χρησικτησία, όπως εκτέθηκε στη νομική σκέψη που προηγήθηκε. Ο μάρτυρας αποδείξεως Χ.

Λ. κατέθεσε ότι ο ενάγων έχει τίτλους από το έτος 1870 και το 1859. Ο ισχυρισμός αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος κατ’ ουσία, αφού ο ενάγων επικαλείται και προσκομίζει τίτλο του έτους 1906 (.../27-5-1906) και μεταγενέστερους. Περαιτέρω ο ίδιος μάρτυρας μετέφερε γνώση του ιδίου από την ηλικία των δέκα ετών ήτοι από το έτος 1953 περίπου, αφού κατά το χρόνο της καταθέσεως (24-9-2009) ήταν ηλικίας 66 ετών σύμφωνα με την κατάθεσή του.

Όμως κατά τον χρόνο αυτό δεν μπορούσε να αποκτηθεί κυριότητα επί δημοσίου κτήματος με έκτακτη χρησικτησία, όπως αναφέρθηκε, είτε κατά τις διατάξεις του βρδ, είτε κατά τον ΑΚ (βλ και άρθρα 53,64 και 65 Εισ. Ν.Α.Κ.). Περαιτέρω κατέθεσε ότι ο ενάγων είχε "λιοστάσι" στο επίδικο, στο οποίο δούλευε η μάνα του ιδίου (μάρτυρος) πριν το έτος 1930 και ότι βοσκούσαν τις ιδιοκτησίες τους όλοι οι Δ.

δηλαδή οι δικαιοπάροχοι του ενάγοντος. Αποδείχτηκε ότι το επίδικο δεν έφερε ίχνος καλλιέργειας το έτος 1945. Η δε βοσκή σε δημόσιο δάσος ουδέποτε θεωρείται πράξη νομής ή οιονεί νομής και μόνη η ύπαρξη των τίτλων, που μεπικαλείται ο ενάγων δεν θεωρείται καθεαυτή διακατοχική πράξη (ΑΠ, 384/2014 Τ.Ν.Π. "ΝΟΜΟΣ"). Εξάλλου οι επικαλούμενες και προσκομιζόμες με την ...2013 Έκθεση ένορκες καταθέσεις μαρτύρων δεν κρίνονται πειστικές, αφού οι μάρτυρες λόγω της ηλικίας τους δεν μπορούν να έχουν προσωπική αντίληψη, δεδομένου ότι γεννήθηκαν :

α) ο Σ. Ν. το έτος 1927, β) ο Σ. Ζ. το έτος 1930 και γ) ο Β. Σ. το έτος 1953. Άλλωστε αναφέρουν ότι το ένδικο ακίνητο συνορεύει ανατολικά με ρέμα και ιδιοκτησία Ν. Γ., δυτικά με ιδιοκτησία αδερφών Χ. Σ., βόρεια με τις ιδιοκτησίες κληρονόμου Π. Χ. και ιδρύματος Μ. και νότια με την ιδιοκτησία Δ. Δ. Σ. και αδερφών Χ. Σ., ενώ από το από 24-1-2007 διάγραμμα αυτοψίας του Δασολόγου Σ.

Β. προκύπτει ότι στις πλευρές 32-33, 33-34-1, 1-2 και 2-3-4-5-6-7-8-9-10-11-12-13-14-15-16-17-18-19-20-21 συνορεύει με δασικές εκτάσεις, ο ενάγων αν και με την ένδικη αγωγή εκθέτει ότι το ένδικο ακίνητο είναι αγροτεμάχιο, το οποίο εκαλλιεργείτο με σιτάρι, καλαμπόκι και βρώμη, καθώς και με ελαιόδεντρα, με τις νομίμως κατατεθείσες προτάσεις του ενώπιον αυτού το Δικαστηρίου έμμεσα αναγνωρίζει το δασικό χαρακτήρα του επίδικου ακινήτου, επιχειρώντας ανεπίτρεπτα να θεμελιώσει την αγωγή στο άρθρο 12 του Ν. 3204/2003 για την προστασία των δασικών οικοσυστημάτων.

Πλην όμως επιχειρείται ανεπίτρεπτη μεταβολή της βάσεως της αγωγής. Σε κάθε περίπτωση το επίδικο ακίνητο δεν είχε αγροτική μορφή στις αεροφωτογραφίες των ετών λήψεως 1945 ή 1960, αλλά δασική. Επομένως η αγωγή έπρεπε να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμη.

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ως ουσιαστικά αβάσιμη την αγωγή του αναιρεσείοντος και στη συνέχεια αφού δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη την έφεση του εναγομένου - αναιρεσιβλήτου, εξαφάνισε την απόφαση του πρωρτοβαθμίου δικαστηρίου, το οποίο είχε κρίνει αντιθέτως και αφού δίκασε εκ νέου την αγωγή την απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο παραβίασε τις προδιαληφθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του Δασικού κώδικα που ίσχυε κατά την προηγηθείσα της 11.9.1915 τριακονταετία, με βάση τις οποίες κρίνεται η μορφή του επιδίκου ως δάσους κατά το χρόνο αυτό και μάλιστα δημοσίου δάσους, ενώ προσέτι παραβίασε και τις προδιαληφθείσες διατάξεις του Βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, με το να δεχθεί ότι το επίδικο λόγω της ιδιότητάς του ως δάσους ήταν ανεπίδεκτο χρησικτησίας, κατά την προηγηθείσα της 11.9.1915 τριακονταετία, δεχθέν επί λέξει ότι οι δικαιοπάροχοι του ενάγοντα δεν το νεμήθηκαν κατά το διάστημα αυτό "αφού πρόκειται για δημόσια δασική έκταση".

Περαιτέρω έτσι όπως παραπάνω έκρινε το Εφετείο στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση ως προς το ζήτημα της μορφής του επιδίκου κατά τον προαναφερθέντα χρόνο, αφού καθόλου δεν αιτιολογεί γιατί το επίδικο κατά την επίμαχη τριακονταετία ήταν δημόσιο δάσος και ότι εξακολούθησε να έχει τη μορφή αυτή μετά το 1915 και περιορίζεται στη μορφή του επιδίκου από το 1945 και μετά, χωρίς να συναγάγει από το περιστατικό αυτό κάποιο αποδεικτικό πόρισμα ως προς τη μορφή του επιδίκου κατά την επίμαχη τριακονταετία.

Ενόψει τούτων οι από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ τρίτος και πρώτος από τους λόγους της αναιρέσεως πρέπει να γίνουν δεκτοί ως ουσιαστικά βάσιμοι, ενώ ως εκ περισσού πρέπει να λεχθεί ότι οι αιτιάσεις του τρίτου λόγου, κατά τις οποίες παραβιάστηκε και το ΒΔ της 17/29.11.1836 "περί δασών" είναι αλυσιτελείς, καθόσον, κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη, ο ιδιώτης κατά την απόδειξη των επικαλουμένων κατά του Δημοσίου δικαιωμάτων του, δεν είναι υποχρεωμένος να αναχθεί σε χρόνο προγενέστερο του 1885, αφού αρκεί η απόδειξη της μορφής του επιδίκου ως δάσους κατά το χρόνο αυτό (1885).

Προσέτι οι αιτιάσεις του ίδιου (τρίτου) λόγου, κατά τις οποίες η μορφή του επιδίκου ως δάσους θα έπρεπε να κριθεί κατά τον περί δασών νόμο, που, ενόψει της αποδοχής της εφέσεως, ίσχυε κατά τον χρόνο εκδόσεως της εκκληθείσας αποφάσεως (Ολ ΑΠ 30/1998), ήτοι κατά το άρθρο 3 του Ν.998/1979 και όπως τούτο αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του Ν. 3208/2003, είναι αλυσιτελείς, καθόσον η επίμαχη ιδιότητα κρίνεται, κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη, με το νόμο που ίσχυε κατά το χρόνο που γεννήθηκαν τα δικαιογόνα του αμφισβητουμένου εμπραγμάτου δικαιώματος περιστατικά.

Κατ’ ακολουθίαν τούτων, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔικ). Επίσης πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στον αναιρεσείοντα του κατατεθέντος από αυτόν παραβόλου (άρθρ. 495 παρ. 4 ΚΠολΔικ). Το αναιρεσίβλητο λόγω της ήττας του (άρθρ. 183 και 176 ΚΠολΔιΚ) πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία όμως θα καταλογισθούν μειωμένα, σύμφωνα με το άρθρο 22 του Ν.3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ 18 του ΕισΝΚΠολΔικ και όπως τούτο ισχύει μετά την υπ’ αριθμ 134423/1982 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ β’ 11/21.1.1993), που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ. 12 του Ν.1738/1987.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ’ αριθμ. 101/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας.

Διατάσσει την απόδοση στον αναιρεσείοντα του κατατεθέντος, από αυτόν παραβόλου.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Δυτικής Στερεάς Ελλάδας, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.

Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 1 Νοεμβρίου 2016.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Νοεμβρίου 2016.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ