Legislator Case Law & Legislation
629/2015 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on contract termination damages, ruling arguments confuse distinct legal grounds.

Case Number 629/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's judgment regarding contract termination damages. The appellant argued the lower court erred in calculating lost profits and failed to consider the defendant's lack of market preparation, but the court found these arguments addressed different legal issues than those raised. Consequently, the court rejected the appeal as unfounded and inadmissible, ordering the appellant to pay the defendant's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1)(b) and 559(1)(e) of the Code of Civil Procedure; An appeal argument conflating distinct legal grounds regarding contract termination and lost profit calculation is inadmissible if it does not challenge the interpretation of the relevant legal rule.

Keywords

AI generated
contract termination damages lost profits calculation inadmissible appeal unfounded arguments legal costs allocation contract law dispute civil procedure appeal

Cited Legislation

AI generated
Article 552 of the Code of Civil Procedure
Article 553 of the Code of Civil Procedure
Article 556 of the Code of Civil Procedure
Article 558 of the Code of Civil Procedure
Article 566(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(1)(b) of the Code of Civil Procedure
Article 559(1)(e) of the Code of Civil Procedure
Article 495(4) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 189 of the Code of Civil Procedure
Article 191(2) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 629 / 2015 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 629/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αντώνιο Ζευγώλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Χρυσικού), Γεώργιο Λέκκα, Πηνελόπη Ζωντανού, Αθανάσιο Καγκάνη και Αλτάνα Κοκκοβού, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Απριλίου 2015, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΑΪΣ-UNILEVER HELLAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΠΟΡΡΥΠΑΝΤΙΚΩΝ, ΚΑΛΛΥΝΤΙΚΩΝ, ΤΡΟΦΙΜΩΝ", που εδρεύει στην Κηφισιά και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευάγγελο Λιάσκο και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ομόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία "Β. Ζ. ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε.", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Κουτσούκη και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25/7/2011 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3477/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3274/2014 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 5/12/2014 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αλτάνα Κοκκοβού ανέγνωσε την από 7/4/2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ’ αριθ. 3274/2014 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Με την απόφαση αυτή έγινε δεκτή η από 3-1-2013 έφεση της αναιρεσίβλητης κατά της υπ’ αριθ.3477/2011 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ενώ απορρίφθηκε η αντίθετη από 19-11-2012 έφεση της αναιρεσείουσας. Ειδικότερα, το Εφετείο, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, έκανε εν μέρει δεκτή την από 25-7-2011 αγωγή της αναιρεσίβλητης κατά της αναιρεσείουσας για αποζημίωση από καταγγελία σύμβασης διανομής και της επιδίκασε το ποσό των 171.901,64€, αντί του επιδικασθέντος πρωτοδίκως των 169.901,64€ και επιπλέον απέρριψε την προβαλλόμενη το πρώτον ενώπιον του Εφετείου με λόγο έφεσης εκ μέρους της αναιρεσείουσας ένσταση περί συμψηφισμού της άνω απαίτησης της αναιρεσίβλητης με ληξιπρόθεσμη ανταπαίτησή της, ύψους 135.577,45€, αφορώσα τίμημα από διαδοχικές συμβάσεις πώλησης προς αυτή προϊόντων της, για τις οποίες εκδόθηκαν τα αναφερόμενα κατά αριθμό και ημερομηνία έκδοσης τιμολόγια και δελτία αποστολής. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (αρθ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (αρθ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της.

Από τις διατάξεις των άρθρων 269, 527 αριθ. 3 και 529 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 442 ΑΚ, συνάγεται ότι στη δευτεροβάθμια δίκη επιτρέπεται κατ’ εξαίρεση η προβολή για πρώτη φορά πραγματικών περιστατικών που αποτελούν ενστάσεις ή αντενστάσεις, εφόσον μπορούν να προταθούν παραδεκτά σε κάθε στάση της δίκης, όπως είναι η ένσταση του συμψηφισμού, αν η ανταπαίτηση αποδεικνύεται άμεσα.(ΑΠ 1281/2014).

Η προβολή της ένστασης αυτής μπορεί να γίνει από τον εκκαλούντα-εναγόμενο με τη μορφή κύριου ή πρόσθετου λόγου έφεσης (ΑΠ 1765/2002). Κατά την έννοια δε των διατάξεων των άρθρων 440 και 441 ΑΚ το διαπλαστικό δικαίωμα της πρότασης συμψηφισμού δημιουργείται από τη στιγμή που δύο αντίθετες απαιτήσεις, ομοειδείς κατ’ αντικείμενο και ληξιπρόθεσμες θα συνυπάρξουν.

Ο δικαιούχος της κάθε απαίτησης από το χρονικό αυτό σημείο έχει δικαίωμα να αποσβέσει την απαίτησή του δανειστή του, προτείνοντας την ανταπαίτησή του σε συμψηφισμό. Με την πρόταση αυτή, οποτεδήποτε γίνει, οι αμοιβαίες απαιτήσεις, αποσβένονται αναδρομικά, δηλαδή από το χρόνο που συνυπήρξαν. (ΑΠ 1219/1997). Από τις παραπάνω διατάξεις σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 262 παρ.1 και 222 παρ.2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι για να είναι ορισμένη η ένσταση συμψηφισμού πρέπει να εκτίθενται σαφή περιστατικά παραγωγικά της προτεινόμενης σε συμψηφισμό ανταπαίτησης και ειδικότερα επί ανταπαίτησης αφορώσας τίμημα από διαδοχικές συμβάσεις πώλησης πρέπει να αναφέρονται ο χρόνος κατάρτισης της καθεμιάς, οι πωληθείσες και παραδοθείσες ποσότητες, το είδος αυτών και, στην περίπτωση που πρόκειται περί πώλησης διαφορετικών ειδών, η τιμή μονάδας πώλησης καθενός, διαφορετικά αρκεί η αναφορά του συνολικού τιμήματος αυτών, καθώς και ο συμφωνημένος χρόνος καταβολής του επιμέρους ή συνολικού τιμήματος, για να κριθεί το ληξιπρόθεσμο αυτού.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το επισκοπούμενο, κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, δικόγραφο της έφεσης της αναιρεσείουσας, αυτή με τον πέμπτο λόγο αυτής ισχυρίσθηκε, το πρώτον ενώπιον του Εφετείου, ότι, στην περίπτωση που ήθελε γίνει δεκτή η αγωγή της αναιρεσίβλητης, προτείνει σε συμψηφισμό ληξιπρόθεσμη ανταπαίτησή της, ύψους 135.577,45€, προερχόμενη από τίμημα διαδοχικών συμβάσεων πώλησης προϊόντων της προς την τελευταία, που αποδεικνύονται από τα αναφερόμενα κατά αριθμό και ημερομηνία έκδοσης 37 τιμολόγια και αντίστοιχα δελτία αποστολής.

Η ένσταση αυτή περί συμψηφισμού της άνω ανταπαίτησης της, διατυπούμενη ως ανωτέρω, είναι, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, απορριπτέα ως αόριστη, διότι για τη θεμελίωσή της γίνεται αναφορά μόνον του αριθμού και της ημερομηνίας των, για τις διαδοχικές συμβάσεις πώλησης, εκδοθέντων, κατά χρονολογική σειρά, εντός του χρονικού διαστήματος από 14-5-2010 έως 17-7-2010, τιμολογίων και αντιστοίχων δελτίων αποστολής, του συνολικού τιμήματος αυτών και ότι αυτό είναι ληξιπρόθεσμο και όχι και των κατ’ ιδίαν πωληθεισών και παραδοθεισών ποσοτήτων, του είδους αυτών και, στην περίπτωση που πρόκειται περί διαφορετικών ειδών, και της τιμής μονάδας καθενός, καθώς και του συμφωνημένου χρόνου καταβολής του καθενός τιμήματος.

Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε την παραπάνω ένσταση συμψηφισμού ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας. Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν αξίωσε περισσότερα στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος για το ορισμένο της και ούτε απέρριψε, παρά το νόμο, αυτή ως απαράδεκτη και ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τους αριθ. 1 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 559 αριθ.1 εδ.β ΚΠολΔ η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ’ αυτούς. Κατά την έννοια της ως άνω διάταξης ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται μόνον όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, δηλαδή τις γενικές και αφηρημένες αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα με τη βοήθεια της επιστημονικής έρευνας ή της επαγγελματικής ενασχόλησης και έχουν γίνει κοινό κτήμα, για την ανεύρεση με βάση αυτά, τα οποία πρέπει να καθορίζονται, της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει νομικές έννοιες ή για την υπαγωγή σ’ αυτόν των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς και όχι όταν παραβιάζει τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων, δηλαδή της ουσίας της υπόθεσης (ΑΠ 87/2013, 567/2013, 208/2011,1662/2010, 1398/2010).

Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ειδικότερα, αντιφατικότητα αιτιολογιών υπάρχει, όταν εξαιτίας της δεν προκύπτει ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό της απόφασης, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί, αν σωστά εφάρμοσε το νόμο.

Ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν υφίσταται αντίφαση μεταξύ των αιτιολογιών, οι οποίες στηρίζουν την ίδια διάταξη του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης και όχι όταν η αντίφαση υφίσταται μεταξύ αιτιολογιών από τις οποίες η καθεμιά στηρίζει αντίστοιχη διάταξη του διατακτικού της ίδιας απόφασης (ΑΠ 1951/2013) Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή, κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά το μέρος που επιδίκασε διαφυγόντα κέρδη στην αναιρεσίβλητη- διανομέα, λόγω καταγγελίας εκ μέρους της αναιρεσείουσας της μεταξύ τους υφιστάμενης ορισμένου χρόνου σύμβασης διανομής παγωτών και παγωμένων γλυκισμάτων, παραγωγής, εισαγωγής και διάθεσης στην ελληνική αγορά εκ μέρους της τελευταίας, προκύπτει ότι δέχθηκε τα ακόλουθα: "Προς αντίκρουση της επίδικης αξίωσης της ενάγουσας για διαφυγόντα κέρδη η εναγομένη ισχυρίζεται ότι -κατήγγειλε την επίδικη σύμβαση για σπουδαίο λόγο, συνιστάμενο α) στη μη αποδοτική συνεργασία της με την ενάγουσα, διότι μειώθηκε το έτος 2010 η καθαρή αξία των αγορών της ενάγουσας από την εναγομένη κατά ποσοστό 49,23% και αυξήθηκε το λειτουργικό κόστος της εναγομένης, που αφορά σε πωλήσεις προϊόντων της μέσω της ενάγουσας προς τα τελικά σημεία πώλησης (π.χ.

εκπτώσεις επί του τιμολογίου) και στις παροχές προς την αγορά, β) σε αδιαφορία της ενάγουσας για την προετοιμασία της αγοράς για το 2011, διότι μέχρι τον Απρίλιο του 2011 δεν προέβη σε καμία απολύτως προετοιμασία της αγοράς ενόψει της νέας σεζόν παγωτού...Όπως όμως αποδείχθηκε, η μείωση που παρατηρήθηκε στις αγορές της ενάγουσας κατά το έτος 2010, οφείλεται αποκλειστικά στην απόφαση της εναγομένης να αφαιρέσει συγκεκριμένους πελάτες από τις συμβατικές περιοχές και τα τρία super markets από το πελατολόγιο της αντιδίκου της.

Αποδείχθηκε επίσης ότι η ενάγουσα δεν επέδειξε αδιαφορία, αλλά αντίθετα επέδειξε ενδιαφέρον προκειμένου να συνεχιστεί η μεταξύ των διαδίκων υπάρχουσα σύμβαση. Ειδικότερα η απόφαση της εναγομένης να μειώσει κατά το έτος 2011 τις εκπτώσεις προς τους πελάτες, δυσαρέστησε τoυς τελευταίους, αλλά και την ενάγουσα, καθώς η ενέργεια αυτή θα είχε ως αναγκαία συνέπεια τόσο τη διαρροή κάποιων πελατών της όσο και τη μείωση του τζίρου και συνακολούθως των προμηθειών της.

Αυτό τον κίνδυνο, να διαρρεύσει μέρος της πελατείας της, τα νέα δε δυσμενή δεδομένα στις τιμές πώλησης οπωσδήποτε κατέστησαν επιφυλακτικούς τους πελάτες στη λήψη αποφάσεων για τη σύναψη συμφωνιών ανανέωσης συνεργασίας με την ενάγουσα....Αποδείχθηκε ακόμη, ότι για το έτος 2010 η ενάγουσα έλαβε ως αμοιβή από την εναγομένη: 1) το ποσό των 93,56 ευρώ (567 ευρώ χ 16,50%) από αγορές softice, 2) το ποσό των 56.198,71 ευρώ (468.322,61 ευρώ χ 12%) από αγορές για την παραδοσιακή αγορά και 3) το ποσό των 2.341,61 ευρώ (468.322,61 ευρώ x 0,50%) από απογραφή ψυγείων και συνολικά το ποσό των 58.633,88 (93,56 + 56.198,71 + 2.341,61) ευρώ.

Εφόσον η επίδικη σύμβαση αποκλειστικής διανομής έληξε πρόωρα συνεπεία της καταγγελίας της εναγομένης, η οποία έγινε χωρίς σπουδαίο λόγο, η ενάγουσα δικαιούται ως αποζημίωση τα κέρδη, που θα αποκόμιζε κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, αν δεν λάμβανε χώρα η καταγγελία αυτή, έως το συμβατικό χρόνο λήξης της σύμβασης, δηλαδή την 31/12/2013.

Με βάση τις ληφθείσες αμοιβές κατά το έτος 2010 συνολικού ύψους 58.633,88 ευρώ, τα διαφυγόντα αυτά κέρδη ανέρχονται στο ποσό των 163.901,64 ευρώ [(58,633,88 ευρώ χ 3 έτη) - 12.000 ευρώ οι προκαταβληθείσες αμοιβές για το 2011 = 163.901,64 ευρώ]..." Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, αφού έλαβε ως βάση τις αμοιβές, ύψους 58.633,88€, που αποκόμισε η αναιρεσίβλητη από τη συνεργασία της με την αναιρεσείουσα, κατά το τελευταίο, πριν την χωρίς σπουδαίο λόγο καταγγελία εκ μέρους της τελευταίας της μεταξύ τους υφιστάμενης ορισμένου χρόνου σύμβασης, έτος 2010, επιδίκασε στην αναιρεσίβλητη το ποσό των 163.901,64€, ως διαφυγόντα κέρδη, που θα αποκόμιζε, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, αν δεν ελάμβανε χώρα η καταγγελία, από το έτος 2011 έως το συμβατικό χρόνο της λήξης της σύμβασης στις 31-12-2013, μετά από αφαίρεση του ποσού των 12.000,00€, που αντιστοιχούσε στις προκαταβληθείσες αμοιβές για το έτος 2011.

Έτσι, που έκρινε το Εφετείο, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, λόγω, δήθεν, αντιφατικών αιτιολογιών, αφού με σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, εφαρμόζοντας τη διάταξη του άρθρου 298 ΑΚ. Ειδικότερα, δεν δέχθηκε, όπως εσφαλμένα υπολαμβάνει η αναιρεσείουσα, ότι θα υπήρχε μείωση των πελατών της αναιρεσίβλητης κατά το έτος 2011 και συνεπώς και των προμηθειών της και ότι παρόλα αυτά υπολόγισε τα διαφυγόντα κέρδη, που αυτή κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων θα αποκόμιζε, με βάση τις αυξημένες αμοιβές του έτους 2010.

Αντίθετα, για να αντικρούσει τον εκ μέρους της αναιρεσείουσας προβαλλόμενο σπουδαίο λόγο καταγγελίας της σύμβασης, ερειδόμενο στο γεγονός ότι η αναιρεσίβλητη επέδειξε αδιαφορία για τη συνέχιση της, υπό την έννοια της έλλειψης προετοιμασίας της αγοράς για το έτος 2011 και τη σύναψη σχετικών συμβάσεων με τους πελάτες, δέχθηκε ότι δεν υφίστατο ο άνω επικαλούμενος σπουδαίος λόγος καταγγελίας, καθόσον η μη ανανέωση, μέχρι της καταγγελίας, των συμβάσεων οφειλόταν στην επιφυλακτικότητα των πελατών, ενόψει της απόφασης της αναιρεσείουσας να μειώσει για το έτος 2011 τις εκπτώσεις.

Οι παραπάνω, όμως, αιτιολογίες σαφώς αναφέρονται σε διαφορετικούς ισχυρισμούς και δεν στηρίζουν την ίδια διάταξη του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης. Κατ’ ακολουθίαν, ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος του με τον οποίον προβάλλεται αιτίαση από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Περαιτέρω, με το δεύτερο κατά το πρώτο σκέλος του λόγο της αίτησης αναίρεσης από τον αριθ.1 εδ. β του άρθρου 559 ΚΠολΔ αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση από την αναιρεσείουσα η πλημμέλεια ότι εσφαλμένα και αντίθετα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, δεχόμενο ότι θα υπήρχε μείωση πελατών από το 2011 και μετά, υπολόγισε τα διαφυγόντα κέρδη, δηλαδή τα κέρδη που θα αποκόμιζε η αντίδικος με βάση τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, για τα έτη 2011-2013, σύμφωνα με τις αμοιβές του 2010 σαν να παρέμεναν αυτές σταθερές καθ’ όλη τη διάρκεια της σύμβασης, ενώ αντίκειται στην κοινή πείρα η διατήρηση στο ίδιο επίπεδο του ετήσιου τζίρου, όταν παράλληλα μειώνονται οι πωλήσεις και οι αγοραστές.

Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι, όπως από το προδιαληφθέν περιεχόμενό του προκύπτει, η προβαλλόμενη αναιρετική πλημμέλεια αναφέρεται ευθέως στην παραβίαση διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων για τον υπολογισμό των διαφυγόντων κερδών της αναιρεσίβλητης και όχι στην ερμηνεία του άνω κανόνος δικαίου του άρθρου 298 ΑΚ ή την υπαγωγή σ’ αυτόν των πραγματικών γεγονότων.

Κατ’ ακολουθίαν, πρέπει η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί. Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί, κατά την παρ. 4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 4055/2012, η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ, που καταβλήθηκε από την αναιρεσείουσα, όπως προκύπτει από την υπ’ αριθ. 1036/2014 έκθεση κατάθεσης της αίτησης αναίρεσης.

Τέλος, τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει, κατά το σχετικό αίτημά της, να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της (άρθ. 176, 183, 189 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 5-12-2014 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ’ αριθ.3274/2014 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Απριλίου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Μαΐου 2015.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ