Supreme Court dismisses appeal on expropriation compensation, ruling the lower court correctly applied the statute of limitations.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against a First Instance Court judgment regarding expropriation compensation. The State argued the lower court erred in accepting a claim filed after the two-month limitation period under Law 2971/2001. The Court held that the lower court correctly interpreted the law, finding the claim admissible because the expropriation had not yet been completed when the limitation period began.
Legislator headnote
AI generatedArticles 33 and 37 of Law 2971/2001; The limitation period for challenging expropriation does not apply to cases where the expropriation was completed before the law's entry into force, and the lower court's acceptance of the claim was legally correct.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 629 / 2013 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 629/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Δημητρούλα Υφαντή και Βασίλειο Λαμπρόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε δια της Παρέδρου του ΝΣΚ Σοφία Διαμαντοπούλου και κατέθεσε προτάσεις και το αίτημα της επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση.
Του αναιρεσιβλήτου: Κ. Π. του Α., κατοίκου ..., ως μοναδικού εξ αδιαθέτου κληρονόμου της αποβιώσασας αρχικής διαδίκου, Α., χήρας Α. Π., ο οποίος παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Ιωάννη Αποστολόπουλου, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-7-2004 αγωγή της αρχικής ήδη αναιρεσιβλήτου Α. Π., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 659/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1394/2006 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 9-2-2007 αίτησή του και τους από 11-12-2012 πρόσθετους λόγους του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Γρηγόριος Κουτσόπουλος, ανέγνωσε την από 14-1-2008 έκθεσή του ήδη αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη Γεώργιο Πετράκη με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου της αιτήσεως αναίρεσης και να θεωρηθεί αυτή ως προς τον δεύτερο λόγο ότι δεν έχει εισαχθεί και την από 21-12-2012 έκθεση επί των προσθέτων λόγων του Αρεοπαγίτη Μιλτιάδη Σπυρόπουλο με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του προσθέτου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως ως απαραδέκτου.
Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων αυτής καθώς και την επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του 569 παρ. 2 εδ. α' Κ.Πολ.Δ. οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης και τα κεφάλαια εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά, ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση.
Αντίγραφο του δικογράφου των πρόσθετων λόγων επιδίδεται πριν από την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και τους άλλους διαδίκους. Η επίδοση μπορεί να γίνει και στον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσιβλήτου εάν αυτός επισπεύδει τη συζήτηση. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 568 παρ. 3 και 571 ΚΠολΔ, με τις οποίες προβλέπεται ο προσδιορισμός δικασίμου σε χρόνο που να παρέχει επαρκή προθεσμία για την επίδοση και την προπαρασκευή της υπόθεσης και τη σύνταξη από τον εισηγητή που ορίστηκε, προκύπτει ότι ως ημέρα συζήτησης για τον υπολογισμό της προθεσμίας κατάθεσης και κοινοποίησης του δικογράφου των προσθέτων λόγων, νοείται εκείνη η οποία, κατά το άρθρο 568 παρ. 2 ΚΠολΔ, ορίζεται από τον Πρόεδρο του οικείου Τμήματος του Αρείου Πάγου, όχι δε και η μεταγενέστερη που ορίζεται μετά από αναβολή ή ματαίωση (ΑΠ 2132/2007).
Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 152 παρ. 1, 153, 154 και 155 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο διάδικος ο οποίος από ανώτερη βία ή δόλο του αντιδίκου του δεν μπόρεσε να τηρήσει κάποια προθεσμία, άρα και εκείνη για την άσκηση προσθέτων λόγων αναίρεσης, μπορεί με οποιοδήποτε δικόγραφο κατά τη δίκη ή με τις προτάσεις του ή με αυτοτελές δικόγραφο να ζητήσει την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, υπό την έννοια πρόσδοσης, με δικαστική απόφαση, στην εκπρόθεσμη διαδικασία πράξη, της έννομης ενέργειας που αυτή θα είχε αν ήταν εμπρόθεσμη.
Η αίτηση επαναφοράς ασκείται μέσα σε προθεσμία τριάντα ημερών από την άρση του εμποδίου που συνιστούσε την ανώτερη βία ή από τη γνώση του δόλου του αντιδίκου του. Ως ανώτερη βία νοείται το παρακωλυτικό της τήρησης της προθεσμίας γεγονός που ήταν απρόβλεπτο και δεν μπορούσε στη συγκεκριμένη περίπτωση, να αποτραπεί ούτε με μέτρα άκρας επιμέλειας και σύνεσης.
Στην προκειμένη ένδικη περίπτωση από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής: Το Ελληνικό Δημόσιο άσκησε την από 9-2-07 αίτηση αναιρέσεως κατά της 1394/2006 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών, την οποία, όπως προκύπτει από την κάτω από αυτή βεβαίωση της αρμόδιας γραμματέως, κατέθεσε στη γραμματεία του Εφετείου εκείνου την 20-2-2007.
Ως ημέρα συζητήσεως της αιτήσεως αναιρέσεως, ενώπιον του Δ' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, ορίσθηκε με την επιμέλεια του αναιρεσίβλητου, η 1-2-2008. Κατά τη δικάσιμο εκείνη ματαιώθηκε η συζήτηση της αναιρέσεως, η οποία επισπεύδεται ήδη από τον αναιρεσίβλητο με την από 25-1-2012 κλήση και ορίστηκε δικάσιμος για τη συζήτηση της ένδικης υπόθεσης η 11.1.2013, για την οποία το αναιρεσείον κλήθηκε από τον αναιρεσίβλητο στις 7-5-2012.
Στις 11.12.2012 το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο κατέθεσε στη Γραμματεία του Αρείου Πάγου τον από 10-12-2012 πρόσθετο λόγο αναιρέσεως, ο οποίος, όπως προκύπτει από την κάτω από αυτόν με αριθμ. 194/2012 πράξη κατάθεσης, κατατέθηκε στη Γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 11-12-2012 δηλαδή όχι πριν, αλλά τέσσερα και πλέον χρόνια μετά την ορισθείσα από τον Πρόεδρο του Τμήματος αυτού αρχική δικάσιμο της 1-2-2008.
Επιπλέον, το αναιρεσείον, την ίδια ημερομηνία, δηλαδή στις 11-12-2012, κατέθεσε στη Γραμματεία του Αρείου Πάγου τις από 11-12-2012 έγγραφες προτάσεις του (βλ. την από 11-12-2012 έκθεση κατάθεσης) με αίτημα για επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση, προκειμένου να θεωρηθεί ότι ο ως άνω από 10-12-2012 πρόσθετος λόγος αναιρέσεως έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα, επικαλούμενο για την εκπρόθεσμη άσκησή του την ύπαρξη ανώτερης βίας.
Ειδικότερα ισχυρίζεται: "ότι από το φάκελλο της ένδικης υποθέσεως δεν προκύπτει γνώση του αναιρεσείοντος για την πρώτη δικάσιμο αυτής που είχε ορισθεί για την 1-2-2008 και ως εκ τούτου, σε συνδυασμό και με το μεγάλο όγκο των δικογράφων που σωρεύονται στα διάφορα γραφεία αυτού, δεν θα μπορούσε να καταθέσει εμπροθέσμως τον προαναφερόμενο πρόσθετο λόγο ...".
Επίσης, εκθέτει ότι: "την 7-5-2012 κοινοποιήθηκε προς το κατάστημα του Ν.Σ.Κ. η από 25-1-2012 αίτηση - κλήση του αναιρεσιβλήτου με την οποία ο Πρόεδρος του Δ' τμήματος προσδιόρισε για τη συζήτηση της ως άνω αναιρέσεώς του την 11-1-2013". Με τα δεδομένα αυτά η αίτηση αυτή του αναιρεσείοντος, περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, είναι προεχόντως εκπρόθεσμη, διότι η επικαλούμενη από αυτό άγνοια που περί την ύπαρξη της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως, που αποτελούσε και την βάση του γεγονότος της ανώτερης βίας, άρθηκε σε κάθε περίπτωση στις 7-7-2012 με την κατά την ημερομηνία αυτή κλήτευσή του για τη σημερινή δικάσιμο της 11-1-2013, μέχρι δε την κατάθεση της αίτησης επαναφοράς στις 11-12-2012, παρήλθε η προς άσκησή της τασσόμενη από το άρθρο 153 ΚΠολΔ προθεσμία των τριάντα ημερών.
Αυτά δε παρεκτός του ότι το επικαλούμενο από το αναιρεσείον γεγονός (άγνοια της επιδόσεως της ένδικης αίτησης αναιρέσεως) δεν συνιστούσε σε καμία περίπτωση περιστατικό ανώτερης βίας ως δυνάμενο να αποτραπεί με μέτρο μόνο απλής (και όχι άκρας) επιμελείας και συνέσεως. Επομένως, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι (εκπρόθεσμοι) τόσο η αίτηση επαναφοράς, όσο ο πρόσθετος λόγος της αναίρεσης.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 33 παρ. 1 του Ν. 2971/2001 "το τεκμήριο της ωφελείας των ιδιοκτητών κατά τις διατάξεις του ν. 653/1977, είναι μαχητό και κρίνεται μετά τη κήρυξη της απαλλοτρίωσης, από το αρμόδιο για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης Εφετείο, κατά την ειδική διαδικασία του παρόντος βαθμού." Κατά την παράγραφο 2 του ιδίου ως άνω άρθρου "ο εικαζόμενος ιδιοκτήτης ή ο αξιών δικαιώματα επί του απαλλοτριουμένου, εφόσον θεωρεί ότι δεν υφίσταται το τεκμήριο της ωφελείας, μπορεί με αίτησή του να ζητήσει από το φορέα του έργου τη διόρθωση του κτηματολογικού πίνακα κήρυξης της απαλλοτρίωσης".
Κατά την παράγραφο 3 του ιδίου άρθρου "Η αίτηση υποβάλλεται εντός ανατρεπτικής προθεσμίας δύο (2) μηνών από την έκδοση της απόφασης περί προσωρινού ή απευθείας οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης και παραπέμπεται μετά τη λήξη της προθεσμίας προς εξέταση σε τριμελή επιτροπή ...". Με το άρθρο 37 του ιδίου ως άνω νόμου, ορίζεται ότι "η ισχύς του παρόντος νόμου αρχίζει:
α) των διατάξεων του άρθρου 33 μετά την πάροδο ενός (1) μηνός από τη δημοσίευση του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και εφαρμόζεται και για τις αναγκαστικές απαλλοτριώσεις που δεν έχουν μέχρι της ισχύος του συντελεστεί. Στις περιπτώσεις που κατά την έναρξη ισχύος του ιδίου αυτού άρθρου έχει παρέλθει η ανατρεπτική προθεσμία της παρ. 3 αυτού, η ανατρεπτική αυτή προθεσμία παρατείνεται για δύο (2) μήνες από την έναρξη της ισχύος του.
Με το ανωτέρω άρθρο 33 του Ν. 2971/2001 θεσπίστηκε, ότι το τεκμήριο αυτό είναι μαχητό και από το συνδυασμό των διατάξεων αυτού και του άρθρου 37 σαφώς συνάγεται, ότι οι διατάξεις του πρώτου από αυτά εφαρμόζονται για τις απαλλοτριώσεις οι οποίες κηρύσσονται μετά την έναρξη της ισχύος του, καθώς και γι' αυτές οι οποίες κηρύχθηκαν πριν από την έναρξη της ισχύος του, αλλά δεν είχε ολοκληρωθεί η συντέλεση τους μέχρι της έναρξη ισχύος, δεν εφαρμόζονται δε για τις απαλλοτριώσεις η συντέλεση των οποίων είχε ολοκληρωθεί πριν από την έναρξη της ισχύος των ανωτέρω διατάξεων (ΟλΑΠ 11/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ότι η ρύθμιση των άρθρων 33 και 37 του ν. 2971/2001 δεν καταλαμβάνει και τις αναγκαστικές απαλλοτριώσεις που έχουν συντελεστεί μέχρι την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού, όπως και η απαλλοτρίωση, στην οποία αφορά το αγωγικό δικαίωμα.
Με βάση δε την παραδοχή αυτή έκρινε ότι η αγωγή του αναιρεσιβλήτου, με την οποία ζήτησε να υποχρεωθεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο να του καταβάλει αποζημίωση για το τμήμα του απαλλοτριωθέντος ακινήτου του, για το οποίο κατ' εφαρμογή του τεκμηρίου του άρθρου 1 του ν. 653/1977 φέρεται ότι αυτοαποζημιώνεται ως ωφελούμενος παρόδιος ιδιοκτήτης, ενώ στην πραγματικότητα δεν ωφελείται για τη διάνοιξη της οδού, ήταν παραδεκτή καίτοι είχε παρέλθει άπρακτη η κατά το άρθρο 37 ανατρεπτική προθεσμία των δύο μηνών από την έναρξη της ισχύος του ν. 2971/2001 για την τήρηση της κατά το άρθρο 33 του νόμου αυτού διαδικασίας και απέρριψε αντίθετο ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, Ελληνικού Δημοσίου, που είχε προβάλει με λόγο εφέσεως.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω διατάξεις ουσιαστικό δικαίου και ο πρώτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ, διότι μετά από εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των προαναφερομένων διατάξεων, παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη την αγωγή ως ασκηθείσα μετά την κατά το άρθρο 37 του Ν. 2971/2001 δίμηνη προθεσμία είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Όπως προκύπτει από την 663/2007 του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, η γνώμη αυτού ως προς τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης από τη διάταξη του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αρνητική, ήτοι γνωμοδοτεί ότι ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος. Επομένως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 12 παρ. 2 εδ. τελευταίο του ν. 2298/1995, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 42 του ν. 2721/1999, η αίτηση αναίρεσης, καθόσον αφορά τον πιο πάνω λόγο, θεωρείται ότι δεν έχει εισαχθεί.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, λόγω της ήττας του στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 11-12-2012 αίτηση για επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση.
Απορρίπτει την από 9-2-2007 αίτηση και τον από 10-12-2012 πρόσθετο λόγο αναιρέσεως της 1394/2006 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών. Και
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Φεβρουαρίου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Απριλίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ