Legislator Case Law & Legislation
629/2010 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds where original claim was rejected as vague and inadmissible.

Case Number 629/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's decision, ruling the appeal inadmissible and unfounded. The appellant argued the lower court erred by rejecting the original claim as vague and for procedural mistakes, but the court found the appeal itself lacked clarity and did not address the substantive issue. Consequently, the appeal was rejected in its entirety, and the appellant was ordered to pay the legal costs of the insurance company.

Legislator headnote

AI generated

Articles 579(1) and 581(2) of the Code of Civil Procedure; An appeal against a decision rejecting a claim as inadmissible or vague is inadmissible if the appeal itself is vague and fails to substantively examine the original claim.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal vague claim procedural defect legal costs substantive examination

Cited Legislation

AI generated
Article 576(2) of the Code of Civil Procedure
Article 579(1) of the Code of Civil Procedure
Article 581(2) of the Code of Civil Procedure
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 178 of the Code of Civil Procedure
Article 179 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
OLAP 30/2007
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 629 / 2010 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 629/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση, Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη και Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου του Ευφροσύνης Τσαμολιά και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) ..., ο οποίος δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, 2) Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "INTEΡΑΜΕΡΙΚΑΝ ΖΗΜΙΩΝ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Καμπά, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24/11/2000 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1341/2002 μη οριστική και 3045/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και η 4915/2004 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 6/12/2006 αίτησή του επί της οποίας εκδόθηκε η 1534/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε εν μέρει την 4915/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος της προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές.

Εκδόθηκε η 5628/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 29/3/2009 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Γεωργία Λαλούση ανέγνωσε την από 10/2/2010 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αναίρεσης. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από την προσκομιζόμενη με επίκληση 3840Β/11-6-2009 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας Αγρινίου ... προκύπτει, ότι αντίγραφο της κρινόμενης αναίρεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση αναιρεσείοντα στον πρώτο αναιρεσίβλητο .... Ο τελευταίος δεν εμφανίστηκε κατά την προαναφερόμενη δικάσιμο, όταν εκφωνήθηκε η υπόθεση από το πινάκιο στη σειρά της, ούτε κατέθεσε δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΙΊολΔ και, επομένως, το Δικαστήριο πρέπει να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης σαν αν ήταν όλοι οι διάδικοι παρόντες, σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ.

II. Από το συνδυασμό των άρθρων 579 παρ. 1 και 581 παρ. 2 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι η απόφαση αναιρείται κατά το μέτρο παραδοχής της αναίρεσης, δηλαδή κατά τα κεφάλαια (αιτήσεις παροχής έννομης προστασίας), στα οποία αφορά ο δεκτός γενόμενος λόγος αναίρεσης, καθώς και εκείνα που συνάπτονται αρρήκτως προς τα αναιρεθέντα.

Η έκταση αυτή της αναίρεσης προκύπτει από το συγκεκριμένο περιεχόμενο της αναιρετικής απόφασης, κατισχύει δε κάθε αντίθετης γενικής διατυπώσεως αυτής και μάλιστα του τυχόν χαρακτηρισμού της από αυτήν της έκτασης της αναίρεσης ως ολικής. Η μερική αναίρεση αναφέρεται σε ολόκληρο το κεφάλαιο της απόφασης, στο οποίο αφορά ο λόγος αναίρεσης, που έγινε δεκτός και, αν η αναιρεθείσα απόφαση είναι δευτέρου βαθμού, η έφεση θα επανακριθεί μόνο ως προς το κεφάλαιο αυτό και δεν εξετάζονται εκ νέου, ούτε θίγονται τα κεφάλαια που δεν αναιρέθηκαν, ως προς τα οποία πλέον η απόφαση έχει καταστεί αμετάκλητη (ΑΠ 479/2009, 1577/2000).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ 18 ΚΠολΔ δημιουργείται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση. Ο αναιρετικός αυτός λόγος αναφέρεται σε κάθε παράλειψη του δικαστηρίου της παραπομπής να συμμορφωθεί με το νομικό ζήτημα, που κρίθηκε από την αναιρετική απόφαση, το οποίο μπορεί να ανάγεται είτε στο ουσιαστικό, είτε στο δικονομικό δίκαιο.

Νομικό, όμως, ζήτημα δεν επιλύεται, αν η αναιρετική απόφαση αναιρέσει την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη νόμιμης βάσης (άρθρο αρ 19 ΚΠολΔ),και ειδικότερα για το λόγο, ότι τα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν δεκτά απ' αυτήν, δεν καθιστούν δυνατή, λόγω της ασάφειας και ανεπάρκειας των αιτιολογιών της την υπαγωγή στον εφαρμοζόμενο κανόνα δικαίου, χωρίς να αμφισβητείται το εννοιολογικό περιεχόμενο αυτού (ΑΠ 109/2006, 194/2004).

Η αναίρεση τελεσίδικης απόφασης για τον ανωτέρω λόγο (αρ 19 άρθρου 559 ΚΠολΔ) είναι ολική και, επομένως, παύει αυτή να έχει την από το άρθρο 321 επ ΚΠολΔ ισχύ δεδικασμένου, και όταν αναφέρεται σε μέρος της αξίωσης, με συνέπεια (για το μέρος αυτό) οι διάδικοι να επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και το Εφετείο, στο οποίο παραπέμφθηκε εξολοκλήρου η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, ερευνά αυτή εξυπαρχής δεσμευόμενο μόνο από τα όρια που διαγράφονται στην αναιρετική απόφαση (580 παρ, 4, 581 παρ.2 ΚΠολΔ).

Και στην περίπτωση αυτή της παραπομπής, λόγω του κατά το άρθρο 522 ΚΠολΔ μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης το Εφετείο έχει ως προς την αγωγή την ίδια εξουσία, που είχε και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και μπορεί να εξετάσει οίκοθεν το ορισμένο ή απαράδεκτο ή νόμω αβάσιμο της αγωγής, εάν αυτή στερείται των απαραιτήτων για τη θεμελίωση της στοιχείων ή ασκήθηκε απαραδέκτως ή δεν στηρίζεται στο νόμο υπό την προϋπόθεση ότι δεν χειροτερεύει η θέση του εκκαλούντος (ΑΠ 805/2003).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο στην προσβαλλόμενη απόφαση κατά πρώτον εκθέτει το διαδικαστικό ιστορικό της κρινόμενης υπόθεσης, που έχει ως εξής: "Με την από 24-11-2000 αγωγή, ο ενάγων ισχυρίστηκε ότι από αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου, οδηγού του με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στη δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική εταιρία, τραυματίσθηκε κατά το αυτοκινητικό ατύχημα που συνέβη στις 29-10-1995, κάτω από τις περιγραφόμενες συνθήκες και ότι εξαιτίας του τραυματισμού του κατέστη ανάπηρος κατά ποσοστό 67%.

Ότι κατά των ήδη εναγομένων ήγειρε την από 23-9-1997 προγενέστερη αγωγή του, με την οποία ζήτησε, εκτός των άλλων, το ποσό των 36.222.000 δραχμών, διότι εξαιτίας του τραυματισμού του κατέστη ανίκανος να ασκήσει το επάγγελμα του αγρότη επί μία τριετία από την ημέρα του ατυχήματος και ότι απώλεσε καθαρό εισόδημα ύψους 12.074.000 δραχμών ετησίως, το οποίο μετά πιθανότητας και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων θα αποκόμιζε από την καλλιέργεια 51 στρεμμάτων με αγροτικά προϊόντα (ήτοι καπνά, καρπούζια, πεπόνια, τριφύλλι, καλαμπόκι και ντομάτα), όπως ειδικότερα αναλύονται για κάθε αγροτικό προϊόν τα έσοδα και, μετά από αφαίρεση των εξόδων καλλιέργειας, τα καθαρά διαφυγόντα κέρδη από κάθε προϊόν στην προγενέστερη αγωγή, η οποία ενσωματώνεται αυτούσια στην ένδικη αγωγή.

Περαιτέρω ισχυρίστηκε ότι επί της αρχικής αγωγής του εκδόθηκε η με αριθμό 4209/2000 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία κρίθηκε αποκλειστικά υπαίτιος του ατυχήματος ο εναγόμενος οδηγός και ότι αυτός (ενάγων), εξαιτίας του τραυματισμού του, κατέστη ανίκανος να εργασθεί ως αγρότης κατά τα έτη 1996, 1997 και 1998, με αποτέλεσμα να ζημιωθεί ετησίως το συνολικό ποσό των 8.000.000 δραχμών, το οποίο κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων θα αποκόμιζε από την καλλιέργεια των αγρών του, του επιδικάστηκε δε για την αιτία αυτή το συνολικό ποσό των 24.000.000 δραχμών.

Ότι εξακολουθεί να είναι ανίκανος προς εργασία και για το μεταγενέστερο χρονικό διάστημα, η οποία (ανικανότητα) θα διαρκέσει εφόρου ζωής και ότι η ζημία που έχει υποστεί λόγω απώλειας των καθαρών κερδών από τις ως άνω καλλιέργειες και θα εξακολουθήσει να υφίσταται ανέρχεται στο ποσό των 8.000.000 δραχμών ετησίως και, μετά την αφαίρεση του ποσού των 713.628 δραχμών που λαμβάνει κατ' έτος ως σύνταξη αναπηρίας από τον Οργανισμό Γεωργικών Ασφαλίσεων (ΟΓΑ), στο ποσό των 7.286.372 δραχμών.

Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να του καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, το ποσό των 21.859.116 δραχμών ως αποζημίωση για διαφυγόντα εισοδήματα των ετών 1999, 2000 και 2001 (ήτοι 3 έτη Χ 7.286.372 δρχ), με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και να αναγνωρισθεί η υποχρέωση τους να του καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας ως αποζημίωση για διαφυγόντα εισοδήματα το ποσό των 7.286.372 δραχμών ετησίως, αρχής γενομένης από 1-1-2002 και επέκεινα, με το νόμιμο τόκο από την πρώτη ημέρα εκάστου έτους.

Ο ενάγων, με τις πρωτόδικες προτάσεις του, αφού επικαλέστηκε ότι επί της αρχικής αγωγής του εκδόθηκε η με αριθμό 3430/2001 τελεσίδικη απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία περιορίστηκαν τα διαφυγόντα εισοδήματα του στο ποσό των 6.000.000 δραχμών ετησίως, ζήτησε να του επιδικασθεί καταψηφιστικά το ποσό των 15.589.116 δραχμών (ήτοι 6.000.000 δρχ ετησίως - 713.628 δρχ που έλαβε ως σύνταξη = 5.286.372 δρχ Χ 3 έτη = 15.859.116 δρχ) και αναγνωριστικά το ποσό των 5.286.372 δραχμών ετησίως, η δε σχετική δήλωση περί περιορισμού του αιτήματος της ένδικης αγωγής έχει καταχωρηθεί και στα με αριθμό 134/2002 πρακτικά συνεδριάσεως της πρωτοβάθμιας δίκης.

Επί της αγωγής αυτής το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εξέδωσε την με αριθμό 1341/2002 μη οριστική απόφαση του, με την οποία διέταξε τη διενέργεια ιατρικής πραγματογνωμοσύνης και ακολούθως εξέδωσε την με αριθμό 3045/2003 οριστική απόφαση του, με την οποία δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη, υποχρεώνοντας τους εναγομένους να καταβάλουν στον ενάγοντα εις ολόκληρον ο καθένας, το ποσό των 46.541,79 Ε (σε δραχμές 15.859.116), με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και αναγνωρίζοντας την υποχρέωση τους να του καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, το ποσό των 15.513,93 Ε (σε δραχμές 5.286.372) ετησίως σε μηνιαίες χρηματικές δόσεις, για το χρονικό διάστημα από το έτος 2002 και για μία δεκαετία (δηλαδή μέχρι και το έτος 1011), με το νόμιμο τόκο από την καθυστέρηση καταβολής κάθε δόσης.

Κατά της ως άνω οριστικής αποφάσεως οι εναγόμενοι άσκησαν την από 30-9-2003 έφεση τους, με την οποία ζήτησαν, για τους αναφερόμενους σε αυτή λόγους, την εξαφάνιση της εκκαλουμένης και την απόρριψη της αγωγής. Επί της εφέσεως αυτής εκδόθηκε από το Δικαστήριο τούτο η με αριθμό 4915/2004 απόφαση του, με την οποία έγινε δεκτή η έφεση, εξαφανίστηκε η εκκαλουμένη απόφαση μόνο ως προς την αναγνωριστική της διάταξη, με την οποία είχε αναγνωρίσει απαίτηση του ενάγοντος για διαφυγόντα κέρδη από την εργασία του για το χρονικό διάστημα από το έτος 2002 και για μία δεκαετία, καθώς και κατά τη διάταξη της περί δικαστικών εξόδων και, αφού δίκασε κατ' ουσία την αγωγή κατά το αναγνωριστικό αίτημα της, έγινε δεκτή εν μέρει ως και κατ' ουσία βάσιμη και αναγνωρίστηκε η υποχρέωση των εναγομένων να καταβάλουν στον ενάγοντα, εις ολόκληρον ο καθένας, το ποσό των 15.136,09 Ε ετησίως από το έτος 2002 έως και το έτος 2006 και δη την 1η Δεκεμβρίου εκάστου έτους, με το νόμιμο τόκο από της καθυστερήσεως της πληρωμής κάθε ετήσιας δόσεως.

Κατά της ανωτέρω 4915/2004 αποφάσεως του Δικαστηρίου τούτου ο ενάγων άσκησε την από 6-12-2006 αίτηση αναιρέσεως, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμό 1534/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε κατά ένα μέρος της, για τον εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο, η πιο πάνω απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, κατά το οποίο και παραπέμφθηκε προς περαιτέρω έρευνα στο ίδιο Εφετείο.

Ειδικότερα, με την εν λόγω απόφαση του Αρείου Πάγου αναιρέθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την απορριπτική διάταξη της αναφορικά με το αναγνωριστικό αγωγικό αίτημα για μελλοντική αποθετική ζημία του ενάγοντος από το έτος 2007 έως και το έτος 2012 (η πρωτόδικη δέχθηκε έως και το έτος 2011 και προφανώς εκ παραδρομής αναφέρεται 2012) και κατά το μέρος αυτό παραπέμφθηκε στο Δικαστήριο τούτο προς περαιτέρω εκδίκαση.

Κατόπιν αυτών, με την από 9-7-2007 κλήση του ενάγοντος-εφεσιβλήτου, η οποία προσδιορίστηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, φέρεται προς συζήτηση η υπόθεση, οι δε διάδικοι, μετά την ως άνω μερική αναίρεση, επανήλθαν στην προ της αναιρεθείσας αποφάσεως κατάσταση μόνο κατά το αναιρεθέν κεφάλαιο της".

Ακολούθως, το Εφετείο, εξετάζοντας την αγωγή κατά το αναιρεθέν μέρος δέχθηκε τα ακόλουθα: "Στην προκείμενη περίπτωση, με την ένδικη αγωγή, κατά το μέρος της διαφοράς, που αντιστοιχεί στο κεφάλαιο που αναιρέθηκε, ο ενάγων ισχυρίστηκε, ότι πριν το ατύχημα ασκούσε το επάγγελμα του αγρότη και καλλιεργούσε συνολικά 51 στρέμματα χωράφια, εκ των οποίων 17 στρέμματα με καπνά τύπου *Βιρτζίνια*, 10 στρέμματα με καρπούζια, 5 στρέμματα με πεπόνια, 2 στρέμματα με ντομάτες, 12 στρέμματα με καλαμπόκι και 5 στρέμματα με τριφύλλι, τα οποία του απέφεραν, μετά την αφαίρεση των εξόδων καλλιέργειας, ετήσια καθαρά κέρδη 4.009.200 δραχμές, 4.142.000δραχμές, 1.921.000 δραχμές, 1.136.400 δραχμές, 590.400 δραχμές και 275.000 δραχμές, αντίστοιχα, δηλαδή συνολικά 12.074.000 δραχμές.

Περαιτέρω, ισχυριζόμενος ότι με την 4209/2000 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε επί της αρχικής αγωγής του, κρίθηκε ότι από την εργασία του ως επαγγελματίας αγρότης θα κέρδιζε ετησίως το ποσό των 8.00.000 δραχμών και ότι η ανικανότητα του προς εργασία θα εξακολουθήσει να υφίσταται εφόρου ζωής, περιόρισε τα ετήσια διαφυγόντα κέρδη του από τις προαναφερόμενες καλλιέργειες στο συνολικό ποσό των 8.000.000 δραχμών και μετά την αφαίρεση του ποσού των 713.628 δραχμών, που αντιστοιχεί στην ετήσια σύνταξη που λαμβάνει από τον ΟΓΑ, στο ποσό των 7.286.372 δραχμών ετησίως για το επίδικο χρονικό διάστημα, το οποίο και ζήτησε με την ένδικη αγωγή, χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό του ποσού που αντιστοιχεί στο διαφυγόν κέρδος από κάθε επιμέρους καλλιέργεια.

Με δήλωση στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και με τις πρωτόδικες προτάσεις του, ο ενάγων περιόρισε το αίτημα της αγωγής και ζήτησε να αναγνωριστεί η υποχρέωση των εναγομένων να του καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, ως αποζημίωση για απώλεια εισοδημάτων το ποσό των 5.286.372 δραχμών ετησίως για το χρονικό διάστημα από το έτος 2007 και επέκεινα, με το νόμιμο τόκο από την πρώτη ημέρα εκάστου έτους.

Το αίτημα αυτό της αγωγής, με το οποίο, μετά τον ως άνω περιορισμό, ζητείται η αναγνώριση μέρους των ετησίων διαφυγόντων κερδών από την καλλιέργεια των ανωτέρω αγροτικών προϊόντων, χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό σε ποιο ή ποια από τα έξι κονδύλια αναφέρεται ο γενόμενος περιορισμός ή χωρίς να αναφέρεται ή να συνάγεται από τη σχετική δήλωση και τις πρωτόδικες προτάσεις ότι περιορίζονται ανάλογα τα επιμέρους κονδύλια κατά ποσοστό του όλου αιτήματος, είναι αόριστη και ανεπίδεκτη δικαστικής εκτιμήσεως, Και τούτο διότι, αφού δεν διευκρινίζεται από ποια επιμέρους κονδύλια των διαφυγόντων κερδών από τις αντίστοιχες καλλιέργειες παραιτείται (ολικά ή μερικά), δεν είναι δυνατόν να διαγνωσθεί, σε ποιες από τις επιμέρους έξι αξιώσεις και σε ποια έκταση περιόρισε την αναγνώριση της υποχρεώσεως των εναγομένων και συνεπώς οι αξιώσεις του, οι οποίες δεν διατυπώνονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο δικαστικής διερεύνησης.

Προσέτι, με την ένδικη αγωγή, στην οποία ενσωματώνεται και η προγενέστερη, προσδιορίστηκαν τα ετήσια διαφυγόντα κέρδη από κάθε επιμέρους καλλιέργεια στα προαναφερόμενα χρηματικά ποσά και με την ένδικη αγωγή ζήτησε μέρος των συνολικών ετησίων διαφυγόντων κερδών, χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό του ποσού που αντιστοιχεί στο διαφυγόν κέρδος από κάθε είδος αγροτικού προϊόντος, καθιστώντας έτσι αόριστο το αίτημα της αγωγής του, το οποίο στη συνέχεια περιόρισε, με σχετική δήλωση στο ακροατήριο και με τις προτάσεις, χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό σε ποια κονδύλια αναφέρεται ο περιορισμός και το ποσό που ζητείται από το καθένα.

Κατ' ακολουθία αυτών, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφαση του δέχθηκε ως ορισμένη και νόμιμη την αγωγή ως προς το αίτημα για μελλοντική ζημία (διαφυγόντα κέρδη) από το έτος 2007 έως και το έτος 2011 και στη συνέχεια αναγνώρισε την υποχρέωση των εναγομένων να καταβάλουν στον ενάγοντα, εις ολόκληρον ο καθένας, το ποσό των 15.513,93 Ε (σε δραχμές 5.286.372) ετησίως για το ανωτέρω χρονικό διάστημα, έσφαλε και πρέπει, κατά παραδοχή της εφέσεως των εναγομένων κατά το μέρος που παραπονούνται για την κατ' ουσία παραδοχή του αγωγικού αιτήματος για διαφυγόντα εισοδήματα του χρονικού διαστήματος από το έτος 2007 έως και το έτος 2011 και ζητούν την απόρριψη της, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση κατά τη διάταξη της αυτή και να απορριφθεί η αγωγή κατά το εν λόγω αίτημα της ως αόριστη και χωρίς ειδικό γι'αυτό παράπονο των εκκαλούντων".

Μετά τις σκέψεις αυτές το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε την έφεση των αναιρεσιβλήτων και, εξαφανίζοντας την πρωτόδικη απόφαση, απέρριψε την αγωγή κατά το μέρος που είχε παραπεμφθεί προς επανάκριση μετά την αναίρεση της 4915/2004 απόφασης του Εφετείου Αθηνών για έλλειψη νόμιμης βάσης αναφορικά με το αναγνωριστικό αγωγικό αίτημα για μελλοντική αποθετική ζημία από το έτος 2007 έως και το έτος 2011.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθμό 18 του άρθρου 559, αφού κατά το αγωγικό αυτό αίτημα η απόφαση αναιρέθηκε για έλλειψη νόμιμης βάσης και συνεπώς δεν επιλύθηκε νομικό ζήτημα προς το οποίο δεν συμμορφώθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση. Ο πρώτος λόγος της αναίρεσης, επομένως, κατά το πρώτο μέρος του είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Ο ίδιος λόγος κατά το μέρος που αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι επίσης απορριπτέος, διότι δεν ιδρύεται η ανωτέρω πλημμέλεια εφόσον το επανακριθέν αίτημα της αγωγής δεν εξετάστηκε κατ' ουσίαν.

III. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 223 και 295 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι ο ενάγων μπορεί να περιορίσει το αίτημα της αγωγής και ότι ο περιορισμός αυτός συνιστά μερική παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής κατά το αίτημα που περιορίστηκε, το οποίο θεωρείται από την αρχή ότι δεν ασκήθηκε. Με την παραίτηση, όμως, δεν πρέπει να προκαλείται αοριστία ως προς το υπόλοιπο τμήμα της αγωγής, που εμποδίζει τη συγκεκριμενοποίηση της διαφοράς, η οποία έχει αχθεί σε δικαστική κρίση.

Όταν το αγωγικό αίτημα συντίθεται από περισσότερα κονδύλια, ο περιορισμός του επιχειρείται παραδεκτά μόνον εφόσον διευκρινίζεται σε ποια κονδύλια αφορά ή όταν περιορίζεται αναλόγως κατά ποσοστό του όλου αιτήματος και επέρχεται έτσι αντίστοιχη μείωση όλων των κονδυλίων (ΟλΑΠ 30/2007). Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο μέρος του πρώτου λόγου της αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση αληθώς η πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι με την κρίση της παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο, απορρίπτοντας την αγωγή ως αόριστη.

Σύμφωνα, όμως, με όσα αναφέρονται παραπάνω και με τον τρόπο του περιορισμού του αιτήματος, που αναπτύσσεται στο πρώτο μέρος του αναιρετικού λόγου, η αγωγή του αναιρεσείοντος με τον περιορισμό έγινε αόριστη και συνεπώς το Εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ο ίδιος λόγος κατά το μέρος που αποδίδει τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1, 8, 9, και 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι προεχόντως απαράδεκτος ως αόριστος, και σε κάθε περίπτωση είναι αβάσιμος και απορριπτέος, αφού το Εφετείο δεν εξέτασε στην ουσία το αγωγικό αίτημα που είχε παραπεμφθεί προς εκδίκαση ενώπιον του.

IV. Ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλήττει την απόφαση για σφάλματα που έχουν γίνει κατά την έρευνα της αλήθειας ή όχι των πραγματικών περιστατικών, προϋποθέτει δηλαδή κατ' ουσίαν έρευνα της υπόθεσης και επομένως δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας απορρίπτει την αγωγή ως απαράδεκτη ή ως μη νόμιμη. Στην προκείμενη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 11 περ γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τα έγγραφα που αναφέρει, ορισμένα από τα οποία είναι διαδικαστικά έγγραφα και όχι αποδεικτικά. Ο λόγος δεν ιδρύεται καθόσον αναφέρεται στη μη λήψη υπόψητων διαδικαστικών εγγράφων, αλλά και για τα αποδεικτικά έγγραφα, διότι το Εφετείο δεν εξέτασε το αγωγικό αίτημα, που είχε αχθεί ενώπιον του κατ' ουσίαν.

V. Η καταψήφιση στη δικαστική δαπάνη του διαδίκου που νικήθηκε δεν έχει ανάγκη ειδικής αιτιολογίας και είναι συνέπεια της αρχής της ήττας (άρθρο 176 ΚΠολΔ), ενώ ο συμψηφισμός εν όλω ή εν μέρει της δικαστικής δαπάνης (άρθρα 178, 179 ΚΠολΔ) απόκειται στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας που δεν ελέγχεται αναιρετικά.

Ο τρίτος λόγος της αναίρεσης, συνεπώς, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για παραβίαση της διάταξης του άρθρου 179 ΚΠολΔ, επειδή δεν συμψηφίστηκαν τα δικαστικά έξοδα, είναι απαράδεκτος και απορριπτέος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα η αναίρεση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, ως ηττηθείς, στη δικαστική δαπάνη της παραστάσας κατά τη συζήτηση δεύτερης αναιρεσίβλητης εταιρίας, όπως στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 29 Μαρτίου 2009 αίτηση του ... για αναίρεση της 5628/2008 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της δεύτερης αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Μαρτίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Απριλίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ