Legislator Case Law & Legislation
629/2009 AI generated

Supreme Court allows appeal against High Court ruling due to insufficient reasoning on contract formation dates.

Case Number 629/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appeal against the High Court's dismissal of the appellants' claim for damages. The appellants argued the High Court failed to provide sufficient reasoning regarding the specific dates of contract formation, which was crucial for determining liability. The Court held that the High Court's vague justification regarding invoice dates created legal uncertainty, necessitating a remand for further examination.

Legislator headnote

AI generated

Articles 553(1) and 524(3) of the Code of Civil Procedure; The rejection of an appeal due to the appellant's default is substantive, not formal, meaning errors in the first-instance judgment can be raised as errors in the second-instance judgment if they constitute valid grounds for appeal.

Keywords

AI generated
Civil Procedure Code Appeal Admissibility Default Judgment Insufficient Reasoning Remand for Re-examination Contract Formation Date Liability Determination

Cited Legislation

AI generated
Article 553(1) of the Code of Civil Procedure
Article 524(3) of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 16/1990
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 629 / 2009 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 629/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Ανωνύμου εταιρίας με την επωνυμία "ΦΙΜΠΡΑ ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑ ΝΗΜΑΤΩΝ ΑΕ" η οποία εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2. Χ2, κατοίκου ... και 3. Χ3, κατοίκου ... . Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Φιλιώτη.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "FALKON AEBE" Ειδών Διατροφής Χημικών Προϊόντων Ζωοτροφών" που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωσηφίδη Οδυσσέα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-5-2001 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2166/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 2615/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση των αποφάσεων αυτών, ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 10-10-2006 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ρένα Ασημακοπούλου ανέγνωσε την από 29-11-2007 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των άρθρων 553 παρ. 1 και 524 § 3 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι η απόρριψη της εφέσεως λόγω της ερημοδικίας του εκκαλούντος γίνεται κατ' ουσίαν και όχι κατά τύπους και επομένως στην περίπτωση αυτή προσβλητή με το ένδικο μέσο της αναιρέσεως είναι μόνο η μη υποκείμενη πλέον σε ανακοπή ερημοδικίας απόφαση του Εφετείου στην οποία ενσωματώνεται η πρωτόδικη. Έτσι τα τυχόν σφάλματα της πρωτόδικης αποφάσεως, αφού επικυρώνονται από το Εφετείο, μπορούν να προταθούν με αίτηση αναιρέσεως ως σφάλματα της δευτεροβάθμιας αποφάσεως, εφόσον συνιστούν και αναιρετικούς λόγους που προβάλλονται παραδεκτώς (Ολ.ΑΠ 16/1990). Στην προκείμενη περίτπωση η ένδικη αίτηση αναιρέσεως απευθύνεται α) κατά της υπ' αριθμ. 2166/2005 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή κατ' ουσίαν η από 22-5-2001 αγωγή της αναιρεσίβλητης για επιδίκαση αποζημιώσεως λόγω αδικοπραξίας και β) κατά της υπ' αριθμ. 2615/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, που απέρριψε κατ' ουσίαν, λόγω ερημοδικίας των αναιρεσειόντων την από 19-7-2005 έφεση αυτών κατά της πρωτόδικης απόφασης. Με βάση τα προεκτεθέντα η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, κατά το μέρος που στρέφεται κατά της (2166/2005) απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, διότι η απόφαση αυτή, μετά την κατ' ουσίαν απόρριψη της έφεσης, ενσωματώθηκε στην Εφετειακή απόφαση.

Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναίρεσης για έλλειψη νομίμου βάσεως ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της απόφασης δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση περί της συνδρομής των προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε η περί μη συνδρομής αυτών (Ολ.ΑΠ 1/1999).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, στην προσβαλλόμενη απόφαση του οποίου ενσωματώθηκε κατά τα ανωτέρω η πρωτόδικη απόφαση, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη εταιρία, η οποία εμπορεύεται είδη διατροφής, χημικά προϊόντα και ζωοτροφές, είχε αναπτύξει από το 1998 εμπορική συνεργασία με την πρώτη των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων, πωλώντας σε αυτή τροποποιημένο άμυλο.

Στο πλαίσιο της ανωτέρω συνεργασίας και δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων πωλήσεως που συνήφθησαν κατά το χρονικό διάστημα από 14-2-2000 μέχρι και 11-4-2000, πώλησε και παρέδωσε στην πρώτη των αναιρεσειόντων 28.475 κιλά τροποποιημένου αμύλου έναντι συνολικού τιμήματος 14.939,16 ευρώ (5.090.520 δραχμές), με πίστωση εξήντα ημερών.

Εκ του ανωτέρω ποσού, κατόπιν καταβολής από την αναιρεσείουσα ποσού 919,16 ευρώ (313.204 δραχμών), οφείλεται πλέον στην αναιρεσίβλητη το ποσό των 14.020 ευρώ (4.777.316 δραχμές). Η αναιρεσίβλητη συνήψε τις ανωτέρω συμβάσεις με την πρώτη των αναιρεσειόντων, χωρίς να γνωρίζει την ακριβή οικονομική κατάσταση της τελευταίας, ήτοι την αδυναμία αυτής να αντεπεξέλθει στις συμβατικές της υποχρεώσεις, καθώς και την έλλειψη περιουσιακών στοιχείων για την εξασφάλιση των δανειστών της.

Εξάλλου, η αδυναμία εκπλήρωσης από την πρώτη των αναιρεσειόντων των συμβατικών της υποχρεώσεων έναντι της αναιρεσίβλητης, προκύπτει από την έκδοση διαταγής πληρωμής με βάση εκδοθέντα για τις επίμαχες συμβάσεις τιμολόγια πώλησης. Η δε έλλειψη περιουσιακών στοιχείων καταδεικνύεται από την ανυπαρξία περιουσιακών στοιχείων προς κατάσχεση κατά την έναρξη της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης εκ μέρους της αναιρεσίβλητης, ενώ είχαν ήδη απομακρυνθεί από τις εγκαταστάσεις της εταιρίας, σταδιακά και σε χρόνο προγενέστερο της απόπειρας κατασχέσεως, όλα τα εμπορεύματα της τα οποία μπορούσαν να κατασχεθούν.

Περαιτέρω, (συνεχίζει το Δικαστήριο της ουσίας) απεδείχθη ότι ο πρώτος και ο δεύτερος των αναιρεσειόντων, που ήταν νόμιμοι εκπρόσωποι της πρώτης των αναιρεσειόντων και ως εκ τούτου γνώριζαν την ακριβή οικονομική κατάσταση της εταιρίας τους και διαπραγματεύονταν τη σύναψη των ανωτέρω συμβάσεων, παρέπεισαν την αναιρεσίβλητη να πωλήσει σε αυτούς κατεργασμένο άμυλο, παρασιώπησαν δε εκ προθέσεως, κατά τη σύναψη των επίδικων συμβάσεων, την αληθή οικονομική κατάσταση της εταιρίας, όπως αυτή προαναφέρθηκε, και την αδυναμία αυτής να πληρώσει το τίμημα, κατά παράβαση της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, με σκοπό να επιτευχθεί η σύναψη των ανωτέρω συμβάσεων πωλήσεως και να παραδοθούν τα εμπορεύματα στην εναγόμενη εταιρία, χωρίς όμως να εκπληρώσει η αναιρεσείουσα εταιρία την ανειλημμένη συμβατική της υποχρέωση για την καταβολή του τιμήματος.

Εξάλλου, αποτέλεσμα της ανωτέρω αδικοπρακτικής συμπεριφοράς των αναιρεσειόντων ήταν η ζημία της αναιρεσίβλητης κατά το ανωτέρω ποσό των 14.020 ευρώ, η οποία εάν γνώριζε την πραγματική οικονομική κατάσταση της αναιρεσείουσας εταιρίας δεν θα προέβαινε στην πώληση σε αυτή των προαναφερθέντων εμπορευμάτων.

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Μονομελές Πρωτοδικείο δέχθηκε ως βάσιμη και στην ουσία την αγωγή και κατεδίκασε τους ήδη αναιρεσειοντες, εις ολόκληρον έκαστος, να καταβάλουν στην αναιρεσίβλητη ως αποζημίωση για την ζημία που υπέστη από την προαναφερθείσα αδικοπρακτική συμπεριφορά των αναιρεσειόντων το ποσό των 14.020 ευρώ και με προσωπική κράτηση του πρώτου και δεύτερου τούτων, λόγω της αδικοπραξίας, ως μέσον αναγκαστικής εκτελέσεως της αποφάσεως.

Έτσι όμως κρίνοντας το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του (στην οποία ενσωματώθηκε κατά τα προεκτεθέντα η πρωτόδικη απόφαση) ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες ως προς το ζήτημα του χρόνου κατάρτισης των επίδικων συμβάσεων πώλησης που είναι ουσιώδες γιατί συνδέεται άμεσα και με την αδικοπρακτική ή μη συμπεριφορά του δεύτερου και τρίτου των αναιρεσειόντων.

Ειδικότερα, ενώ το Εφετείο δέχεται ότι οι επίμαχες "διαδοχικές συμβάσεις πώλησης συνήφθησαν κατά το χρονικό διάστημα από 14-2-2002, μέχρι και 11-4-2000", στη συνέχεια παραθέτει προς στήριξη της παραδοχής αυτής τα υπ' αριθ. ..., ..., ..., ... τιμολόγια πωλήσεως-δελτία αποστολής, καθώς και τα υπ' αριθ. ..., ..., ... και ... τιμολόγια πωλήσεως με τα αντίστοιχα ..., ..., ...

και ... δελτία αποστολής, ήτοι τιμολόγια και δελτία, τα οποία, (πλην του τελευταίου), έχουν εκδοθεί σε προγενέστερο χρόνο, με συνέπεια να δημιουργείται ασάφεια ως προς τον πραγματικό χρόνο κατάρτισης των επίμαχων συμβάσεων. Το ζήτημα δε αυτό ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αφού συνδέεται με την οικονομική κατάσταση στην οποία βρισκόταν η πρώτη αναιρεσείουσα κατά τον κρίσιμο αυτό χρόνο, αλλά και με τη γνώση που μπορούσαν να έχουν γιαυτήν (οικονομική κατάσταση) οι δεύτερος και τρίτος από τους αναιρεσείοντες, εν όψει της παραδοχής του Εφετείου ότι αυτοί ανέλαβαν ως νόμιμοι εκπρόσωποι το 1999.

Επίσης δεν προσδιορίζεται ο χρόνος που έγιναν οι διαπραγματεύσεις προς σύναψη των επίμαχων συμβάσεων πώλησης, με συνέπεια να δημιουργείται ασάφεια και ως προς το εάν οι δεύτερος και τρίτος των αναιρεσειόντων ήσαν ή μη εκπρόσωποι της πρώτης τούτων κατά το στάδιο αυτό και συνακόλουθα εάν υπέχουν ή όχι προσωπική ευθύνη για τη φερόμενη ως διαπραχθείσα σε βάρος της αναιρεσίβλητης αδικοπραξίας.

Έτσι, εξαιτίας των ασαφών αυτών αιτιολογιών, η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νομίμου βάσεως και πρέπει, κατά παραδοχή του από το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., δευτέρου λόγου της αίτησης αναίρεσης, να αναιρεθεί και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο (Εφετείο Αθηνών), η σύνθεση του οποίου από άλλους δικαστές είναι δυνατή (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.), παρελκούσης της εξετάσεως των λοιπών λόγων.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 12-10-2006 αίτηση αναίρεσης των 1) Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΦΙΜΠΡΑ ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑ ΝΗΜΑΤΩΝ ΑΕ", 2) Χ2 και 3) Χ3 κατά το μέρος που στρέφεται κατά της υπ' αριθ. 2166/2005 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Αναιρεί την υπ' αριθ. 2615/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές Και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Ιανουραίου 2009.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Μαρτίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ