Supreme Court dismisses appeal on grounds that lower court properly considered and rejected substantive arguments regarding management rights.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding employment positions. The appellant argued that the employer's management rights were abused and that the lower court failed to consider specific claims about job vacancies and public announcements. The court ruled that the lower court had properly examined and rejected these arguments, making the appeal grounds inadmissible.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 no. 8 K.Pol.D.; Art. 561 para. 1 K.Pol.D.: An appeal ground under Art. 559 no. 8 is unfounded if the court of first instance considered the argument and rejected it for any reason, while an appeal ground under Art. 559 no. 20 is inadmissible if the court correctly read the document and reached a different conclusion based on its own evaluation of facts.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 629 / 2008 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 629/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη, Αντιπρόεδρο, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Ειρήνη Αθανασίου, Αλέξανδρο Νικάκη και Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Αναγνωστόπουλο. Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Ανδριακόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-2-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 688/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 3676/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15-12-2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Μάριος - Φώτιος Χατζηπανταζής, διάβασε την από 3-1-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του τρίτου λόγου της αναιρέσεως και την απόρριψη των λοιπών λόγων αυτής. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, ως πράγματα, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ., τα οποία έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και των οποίων η μη λήψη υπόψη, αν και προτάθηκαν, ή λήψη υπόψη, αν και δεν προτάθηκαν, ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, θεωρούνται οι ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν σε θεμελίωση ή κατάργηση δικαιώματος, δικονομικού ή ουσιαστικού, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο.
Όμως, ο λόγος αναιρέσεως από την ως άνω διάταξη δεν στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε, τυπικό ή ουσιαστικό, λόγο (Ολ. Α.Π.12/1991). Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τους πρώτο και δεύτερο λόγους της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ.8 Κ.Πολ.Δ.
αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για μη λήψη υπόψη του ασκούντος ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και προταθέντος ισχυρισμού του, κατά τον οποίο η άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος της αναιρεσίβλητης εργοδότριας είναι καταχρηστική, διότι α) η πλήρωση της οικείας θέσης κηρύχθηκε άγονη κατά προφανή μεθόδευση αυτής, που αφ' ενός μεν ήθελε να τον παρακάμψει, αφ' ετέρου δε δεν ήταν διατεθειμένη μετά και τα σχετικά δημοσιεύματα του τύπου, του συλλόγου των εργαζομένων και άλλων συναφών φορέων να προβεί σε σκανδαλώδη τοποθέτηση άλλου υπαλλήλου, ο οποίος δεν συγκέντρωνε ούτε έστω τα αντικειμενική κριτήρια για την εν λόγω θέση, β) η αναιρεσίβλητη είχε δρομολογήσει συστηματική μεθόδευση καθήλωσης της εξελίξεως αυτού, χωρίς να συντρέχει σε βάρος του κανένας απολύτως λόγος ή υπαιτιότητά του, ευνοώντας άλλους υπαλλήλους της με λιγότερα προσόντα και φίλα προσκείμενους στα πρόσωπα της διοικήσεως αυτής, γ) σοβαρή ένδειξη της εύνοιας της αναιρεσίβλητης προς τον υπάλληλό της Γ1 αποτελεί το γεγονός ότι το γραφείο του, στο οποίο έπρεπε να ασκεί τα καθήκοντά του ως διευθυντή της Διευθύνσεως Πληροφορικής, δεν βρισκόταν στα κεντρικά γραφεία της έδρας αυτής στην Αθήνα και επί της λεωφόρου ....
αριθ. ...., όπου βρίσκεται η εν λόγω Διεύθυνση, αλλά στην Περιφερειακή Διεύθυνσή της στο ....., όπου βρίσκεται και η κατοικία αυτού, προκειμένου να διευκολύνεται στις μετακινήσεις του, δ) ο υπάλληλος αυτής Γ2 είχε καταταχθεί παράνομα σε ανώτερο του νομίμου βαθμολογικό κλιμάκιο, η δε προϋπηρεσία του ήταν παράνομα αυξημένη κατά δύο έτη, ενώ το ίδιο συνέβη και με τον υπάλληλό της Γ1, του οποίου η υπηρεσία ήταν παράνομα αυξημένη κατά τρία έτη, ε) στην παράλειψη αυτού έχουν συντελέσει λόγοι εκδικήσεως της αναιρεσίβλητης προς το πρόσωπό του, λόγω των διεξαχθέντων στο παρελθόν μεταξύ τους δικαστικών αγώνων, στους οποίους δικαιώθηκε ο ίδιος, στ) η αναιρεσίβλητη σε άλλες περιπτώσεις τροποποιούσε το οργανόγραμμά της, ιδρύοντας μη απαραίτητες νέες διευθύνσεις, προκειμένου να τοποθετήσει σ' αυτές προσφιλή της πρόσωπα, ζ) σκανδαλώδης εύνοια της αναιρεσίβλητης υπήρξε και στην περίπτωση του ......., ο οποίος με απόφαση του Υπουργού Γεωργίας υπήρξε για τρία έτη Διοικητής των ΕΛΓΑ, καθώς και σ' εκείνη του Γ1, ο οποίος με παρόμοια απόφαση υπήρξε Υποδιοικητής των ΕΛΓΑ.
Περαιτέρω, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ανέλεγκτα τα εξής: Ο αναιρεσείων στις ..... προσλήφθηκε από την αναιρεσίβλητη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ως ασφαλιστικός υπάλληλος με την ειδικότητα του αναλυτή - προγραμματιστή και από τις 18-8-1993 κατέχει το βαθμό του διευθυντή.
Με απόφαση της Διοικήσεως της αναιρεσίβλητης ανατέθηκε σ' αυτόν προσωρινά, χωρίς προκήρυξη για την πλήρωση της θέσης, η άσκηση καθηκόντων διευθυντή της Διευθύνσεως Πληροφορικών Συστημάτων και στη συνέχεια με απόφαση του διευθύνοντος συμβούλου αυτής του ανατέθηκε η άσκηση καθηκόντων αναπληρωτή διευθυντή, περικόπτοντας παράλληλα τα σχετικά επιδόματα των διευθυντικών καθηκόντων του, ενώ η θέση του διευθυντή ανατέθηκε στον υπάλληλο Γ1.
Στις αρχές Μαρτίου 1998 προκηρύχθηκε η πλήρωση της θέσης του συντονιστή της Διευθύνσεως Υποστηρίξεως, για την οποία ο αναιρεσείων κατατάχθηκε πρώτος στα αντικειμενικά κριτήρια, πλην όμως η πλήρωση της θέσης αυτής κηρύχθηκε άγονη. Επίσης, τον Ιούνιο 1998 προκηρύχθηκε η πλήρωση της θέσης του διευθυντή της Διευθύνσεως Στρατηγικού Προγραμματισμού, για την οποία ο αναιρεσείων κατατάχθηκε πρώτος στα αντικειμενικά κριτήρια επιλογής, πλην όμως τη θέση του διευθυντή μετά την επακολουθήσασα προφορική συνέντευξη κατέλαβε ο ......, ο οποίος ήταν δεύτερος σε μόρια υποψήφιος στα αντικειμενικά κριτήρια.
Στη συνέχεια, το μήνα Φεβρουάριο 2000 προκηρύχθηκε η πλήρωση της θέσεως του συντονιστή Διευθύνσεων Υποστήριξης, για την οποία ο αναιρεσείων κατατάχθηκε πρώτος στα αντικειμενικά κριτήρια επιλογής, πλην όμως μετά τη συνέντευξη, που επακολούθησε, η πλήρωση της θέσης αυτής κηρύχθηκε άγονη. Το ίδιο έγινε και με τις από 8-1-2001 προκηρύξεις για την πλήρωση των θέσεων συντονιστή Διευθύνσεων Υποστήριξης και διευθυντή της Διεύθυνσης Πληροφορικής, όπου και πάλι ο αναιρεσείων κατατάχθηκε πρώτος στα αντικειμενικά κριτήρια, πλην όμως η πλήρωση των θέσεων αυτών κηρύχθηκε άγονη μετά τις συνεντεύξεις, που επακολούθησαν.
Ακολούθως, στις 16-5-2003 προκηρύχθηκε η πλήρωση της θέσης του διευθυντή της Διευθύνσεως Τεχνολογίας-Πληροφορικής, για την οποία ο αναιρεσείων κατατάχθηκε και πάλι πρώτος στα αντικειμενικά κριτήρια με δεύτερο τον υπάλληλο Γ2, ο οποίος βαθμολογικά, ως κατέχων το βαθμό του υποδιευθυντή, υπολειπόταν κατά ένα βαθμό από τον αναιρεσείοντα, τη δε θέση αυτή κατέλαβε ο δεύτερος μετά την επακολουθήσασα συνέντευξη, ενώ ο πρώτος εξακολούθησε να κατέχει τη θέση του αναπληρωτή διευθυντή.
Μετά ταύτα το Εφετείο έκρινε ότι η επανατοποθέτηση του αναιρεσείοντος σε θέση αναπληρωτή διευθυντή και η παράλειψη της τοποθέτησης αυτού σε θέση διευθυντή δεν αποτελεί παράνομη ή αντισυμβατική συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης έναντι αυτού, η δε αφαίρεση από το μισθό του των επιδομάτων των διευθυντικών καθηκόντων δεν αποτελεί μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της εργασίας αυτού, αφού υπήρξε αυτό συνέπεια της απώλειας του αντιστοίχου τίτλου και εντάσσεται σε συμφωνημένο όρο της συμβάσεώς του.
Εξάλλου, η αναιρεσίβλητη δεν είχε υποχρέωση να πληρώνει όλες τις θέσεις ευθύνης και να μη τις κηρύσσει άγονες, αν τα αρμόδια όργανα έκριναν ότι οι υποψήφιοι δεν πληρούσαν τις προϋποθέσεις και δεν είχαν τα απαραίτητα προσόντα για τις θέσεις αυτές, η δε τοποθέτηση στις 2-9-2003 στη θέση του διευθυντή της Διευθύνσεως Τεχνολογίας-Πληροφορικής του υπαλλήλου Γ2 επιτρεπόταν από τον οικείο Κανονισμό Τοποθετήσεων της αναιρεσίβλητης.
Ενόψει των ανωτέρω έκρινε περαιτέρω το Εφετείο ότι στην παρούσα υπόθεση δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 7 του Ν. 2112/1920, αλλ' ούτε ανακύπτει περίπτωση καταχρηστικής ασκήσεως του διευθυντικού δικαιώματος της αναιρεσίβλητης, αφού, έστω και αν ο αναιρεσείων υπερείχε καταφανώς έναντι όλων των υποψηφίων ως προς τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, η υπεροχή του αυτή δεν αναιρεί το δικαίωμα της αναιρεσίβλητης να τοποθετήσει άλλο υπάλληλο, έστω και αν υστερεί και δεν καθιστά καταχρηστική την άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος, αφού, δεν πρόκειται για βαθμολογική ή μισθολογική προαγωγή, αλλά μόνο για τοποθέτηση σε θέση ευθύνης υπαλλήλου, που κρίνεται ως πλέον κατάλληλος προς τούτο, ενώ δεν αποδείχθηκε ότι συντρέχουν πρόσθετα πραγματικά περιστατικά, τα οποία θεμελιώνουν προφανή υπέρβαση από μέρους αυτής των ορίων, που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.
Κατόπιν αυτών το Εφετείο απέρριψε την ένδικη από 10-2-2004 αγωγή του αναιρεσείοντος, ως ουσιαστικά αβάσιμη. Ενόψει των ανωτέρω αποδοχών της προσβαλλόμενης αποφάσεως, καθίσταται σαφές ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και απέρριψε εκ του πράγματος τον ως άνω ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, καθώς και τους προαναφερόμενους επί μέρους ισχυρισμούς αυτού και συνεπώς, οι ανωτέρω λόγοι της αναιρέσεως είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.
Επίσης, οι ίδιοι λόγοι της αναιρέσεως κατά το μέρος τους, με το οποίο αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της κακής εκτιμήσεως των αποδείξεων, είναι απαράδεκτοι και απορριπτέοι, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.
Επειδή, ο εργοδότης, ασκώντας το διευθυντικό του δικαίωμα, έχει την εξουσία να προσδιορίσει το περιεχόμενο της υποχρεώσεως του μισθωτού για παροχή εργασίας, καθορίζοντας τους όρους της παροχής της, τον τόπο, το χρόνο και τον τρόπο, εφόσον οι όροι αυτοί δεν έχουν προσδιορισθεί από κανόνες δικαίου ή από την εργασιακή σύμβαση.
Δηλαδή, ο εργοδότης, ως διευθυντής της εκμεταλλεύσεως, έχει την εξουσία να οργανώνει και να διευθύνει την επιχείρησή του με βάση τα κρινόμενα απ' αυτόν ως πλέον αποτελεσματικά γι' αυτή κριτήρια. Το δικαίωμα του εργοδότη με το περιεχόμενο αυτό δεν επιτρέπεται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ., να ασκείται καταχρηστικά.
Κατά την έννοια όμως της διατάξεως αυτής δεν είναι καταχρηστική ή άσκηση του δικαιώματος του εργοδότη να τοποθετεί συγκεκριμένο εργαζόμενο ως προϊστάμενο ενός τμήματος ή ενός καταστήματος της επιχειρήσεώς του κατά παράλειψη άλλου μισθωτού, ο οποίος υπερέχει, έστω και καταφανώς, σε τυπικά και ουσιαστικά προσόντα έναντι του τοποθετηθέντος.
Τούτο δε, διότι δεν πρόκειται για απλή βαθμολογική ή μισθολογική προαγωγή, που εντάσσεται στα δικαιώματα του μισθωτού από την εργασία, τα οποία ευλόγως συνδέονται με τις αντικειμενικώς εκτιμώμενες ικανότητες αυτού, αλλά για επιλογή του έχοντος την εκμετάλλευση εργοδότη, που αφορά αποφασιστικώς την οργάνωση και τη διεύθυνση της επιχειρήσεως.
Για να είναι καταχρηστική στην περίπτωση αυτή η άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη απαιτείται η συνδρομή και άλλων πραγματικών περιστατικών, τα οποία, σε συνδυασμό με την καταφανή υπεροχή του παραλειφθέντος, να θεμελιώνουν προφανή υπέρβαση από μέρους του εργοδότη των ορίων, που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος (Ολ.
Α.Π. 25/2003). Τέτοια περιστατικά είναι και οι ιδιαίτερες τεχνικές γνώσεις, η πολύχρονη εμπειρία του υπαλλήλου, η επιτυχής άσκηση απ' αυτόν των καθηκόντων του ως προϊσταμένου τμήματος ή καταστήματος της επιχειρήσεως του εργοδότη, η εξυπηρέτηση καλύτερα της υπηρεσίας του εργοδότη με την τοποθέτηση του υπαλλήλου στη συγκεκριμένη θέση και εντεύθεν η ικανοποίηση του πρώτου προς όφελος των συμφερόντων του.
Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 11 Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, τα οποία είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει ο αναιρεσείων προς απόδειξη ισχυρισμού, που είχε προταθεί νομίμως και ασκούσε ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Εξ αυτών παρέπεται ότι για την ίδρυση του ως άνω λόγου αναιρέσεως πρέπει τα αποδεικτικά μέσα να είναι χρήσιμα για την απόδειξη των γεγονότων, που συγκροτούν ισχυρισμό λυσιτελή, δηλαδή που επιδρά στο διατακτικό της αποφάσεως, παραδεκτό και νόμω βάσιμο.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθ. 11 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, στην οποία φέρεται ότι υπέπεσε το Εφετείο με το να μη λάβει υπόψη του έγγραφα, που είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει ο αναιρεσείων και συγκεκριμένα α) την έκθεση ελέγχου του προσωπικού του έτους 1988 της Υπηρεσίας Ελέγχου της αναιρεσίβλητης, από την οποία προέκυπτε αφ' ενός μεν ότι ο υπάλληλος αυτής Γ2, που κατέλαβε αντί του αναιρεσείοντος την οικεία διευθυντική θέση, είχε καταταχθεί παράνομα σε ανώτερο του νομίμου βαθμολογικό κλιμάκιο και η προϋπηρεσία του ήταν αυξημένη παράνομα (πλασματικά) κατά δύο έτη, αφ' ετέρου δε ότι ο υπάλληλος αυτής Γ1, που και αυτός κατέλαβε την οικεία θέση διευθυντή αντί του αναιρεσείοντος, είχε παράνομη (πλασματική) υπηρεσία κατά τρία έτη, εντεύθεν δε ότι οι εν λόγω υπάλληλοι ήταν φίλα προσκείμενοι προς την αναιρεσίβλητη και ευνοούμενοι της διοικήσεως αυτής, ώστε να παραβλέπεται από την τελευταία η διαπιστωμένη παρανομία ως προς την προϋπηρεσία τους και β) τις υπ' αριθ. 2969/1996 και 3102/1997 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και του Εφετείου Αθηνών αντίστοιχα, απ' όπου προέκυπτε ότι υπήρχε παλαιότερα μεταξύ των διαδίκων αντιδικία, κατά την οποία είχε δικαιωθεί ο αναιρεσείων και εντεύθεν υφίσταντο λόγοι εκδικήσεως της αναιρεσίβλητης σε βάρος αυτού, ώστε να παραλείπεται να τοποθετηθεί ο τελευταίος σε θέση διευθυντή.
Ο ανωτέρω λόγος της αναιρέσεως με το περιεχόμενό του αυτό είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί, διότι η μη λήψη υπόψη των αποδεικτικών αυτών μέσων δεν επιδρά στο διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, αφού και στην περίπτωση που οι προαναφερόμενοι υπάλληλοι της αναιρεσίβλητης είχαν μειωμένα έναντι αυτού τυπικά και ουσιαστικά προσόντα και εντεύθεν, ο ίδιος είχε επαυξημένα έναντι εκείνων τέτοια προσόντα δεν συνάγεται από αμφότερα τα έγγραφα αυτά ότι ο αναιρεσείων διέθετε τα απαιτούμενα εκείνα πρόσθετα ως άνω προσόντα, τα οποία, σε συνδυασμό με την καταφανή υπεροχή αυτού, μα θεμελιώνουν προφανή υπέρβαση από μέρους της αναιρεσίβλητης εργοδότριας των καθοριζομένων από τη διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ.
ορίων της καλής πίστης ή των χρηστών ηθών ή του κοινωνικού ή οικονομικού σκοπού του δικαιώματος.
Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 9 Κ.Πολ.Δ συνάγεται ότι ως αίτηση, που αφέθηκε αδίκαστη, νοείται όχι οποιαδήποτε αίτηση, η οποία υποβάλλεται από τους διαδίκους προς το δικαστήριο κατά τη διαδρομή του δικαστικού αγώνα, αλλά μόνο η αίτηση, η οποία αποτελεί κεφάλαιο της δίκης και προκαλεί εκκρεμοδικία, όπως η αγωγή, η ανταγωγή, η κύρια παρέμβαση, η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση, η προσεπίκληση, τα ένδικα μέσα, οι ανακοπές, η τριτανακοπή, η ένσταση συμψηφισμού ως προς την προτεινόμενη σε συμψηφισμό ανταπαίτηση.
Αντίθετα, όταν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο παρέλειψε για οποιοδήποτε λόγο να εξετάσει έναν από τους κύριους ή πρόσθετους λόγους εφέσεως, που προτάθηκαν για τη στήριξη της εφέσεως, ιδρύεται ο κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως, αφού ο λόγος αυτός αφορά τους ισχυρισμούς, ενώ ο λόγος του αριθμού 9 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.
αφορά τις αιτήσεις. Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον τέταρτο λόγο της αναιρέσεως αληθώς από το άρθρο 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για μη λήψη υπόψη των ασκούντων ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και προταθέντων ισχυρισμών του, που διαλαμβάνονταν στους δεύτερο, τρίτο, τέταρτο, πέμπτο και έκτο λόγους της εφέσεώς του κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και κατά τους οποίους α) οι οριζόμενοι από το προσωπικό της αναιρεσίβλητης προς εκτέλεση ειδικής υπηρεσίας και οι φέροντες από το είδος αυτής ειδικό τίτλο, όπως ο επιθεωρητής, ο ελεγκτής, ο κεντρικός ταμίας και ο διευθυντής του καταστήματος, διατηρούν τον εν λόγω τίτλο, εφόσον εκτελούν την ανατεθείσα σ' αυτούς ειδική υπηρεσία, ενώ ο ειδικός αυτός τίτλος και η θέση του διευθυντή καταστήματος δεν ταυτίζονται με τη θέση του διευθυντή διευθύνσεως, β) η αναιρεσίβλητη δεν δικαιούται ικανό υπάλληλό της, που ανήκει στο ανώτερο ή ανώτατο προσωπικό της, όπως ο διευθυντής, να θέτει εκτός οργανικής θέσεως και να αναθέτει σ' αυτόν περιορισμένα έργα, που δεν ανάγονται στα καθήκοντα του βαθμού και της θέσης του και μάλιστα έργα, που απαιτούν ελάχιστη χρονικώς απασχόληση και όχι προς το συμφέρον της υπηρεσίας, γ) η αναιρεσίβλητη, κατά την πλήρωση των διευθυντικών θέσεών της, παραβίασε τις θεμελιώδεις αρχές των τοποθετήσεων, ήτοι της καλύψεως των υπηρεσιακών αναγκών αυτής, της ανάγκης ολοκληρωμένης επαγγελματικής καταρτίσεως των στελεχών αυτής, της αποκτήσεως επαρκούς εμπειρίας σε διαφορετικά αντικείμενα εργασίας, της επωφελούς για τον εργαζόμενο και την ίδια αξιοποιήσεως αυτού, της παροχής ίσων ευκαιριών εξελίξεως σε όλο το προσωπικό και της αναδείξεως με αξιοκρατικό και διαφανή τρόπο των ανωτάτων και ανωτέρων στελεχών αυτής, δ) ο ίδιος με την από .....
επιστολή του διαμαρτυρήθηκε προς την αναιρεσίβλητη εργοδότριά του για τη μονομερή σε βάρος του βλαπτική μεταβολή των όρων της εργασίας του και ε) η αναιρεσίβλητη αφαίρεσε απ' αυτόν τα καθήκοντα του διευθυντή, που του είχε αναθέσει κανονικά από 23-6-1994 μέχρι το έτος 1997, οπότε του περιέκοψε και τα αντίστοιχα επιδόματα, ενώ με το από .....
ειδικό πρακτικό συμφωνίας προβλέπεται προσωρινή τοποθέτηση μόνο για ένα έτος. Ενόψει όμως των ανωτέρω αποδοχών της προσβαλλόμενης αποφάσεως καθίσταται σαφές ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και απέρριψε εκ του πράγματος τους ως άνω ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος. Επομένως, ο λόγος αυτός της αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Ο ίδιος λόγος της αναιρέσεως κατά το μέρος του, με το οποίο αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της κακής εκτιμήσεως των αποδείξεων, είναι απαράδεκτος και απορριπτέος, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.
Επειδή, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ., παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας από κακή ανάγνωση του περιεχομένου αποδεικτικού εγγράφου απέδωσε σ' αυτό περιεχόμενο καταδήλως διάφορο από το αληθινό.
Παραμόρφωση όμως με την ως άνω έννοια δεν υπάρχει όταν το δικαστήριο ανέγνωσε σωστά το έγγραφο και, αξιολογώντας το αληθινό περιεχόμενό του, οδηγήθηκε σε συμπέρασμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, αφού η κρίση του αυτή αποτελεί εκτίμηση πραγμάτων, που εκφεύγει, κατά το άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ., τον αναιρετικό έλεγχο (Ολ.
Α.Π. 1/1999). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της παραγράφου Α' του Κεφαλαίου VIII του, έχοντος συμβατική ισχύ, Κανονισμού Τοποθετήσεων της αναιρεσίβλητης, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή της με το από .....
ειδικό πρακτικό συμφωνίας, με το να δεχθεί ότι από κανένα όρο του Κανονισμού της δεν προκύπτει ότι η τελευταία είχε υποχρέωση να πληρώνει όλες τις θέσεις ευθύνης και να μη κηρύσσει αυτές άγονες, αν τα αρμόδια όργανά της έκριναν ότι οι υποψήφιοι δεν πληρούσαν τις προϋποθέσεις και δεν είχαν τα απαραίτητα προσόντα για τις εν λόγω θέσεις, ενώ το αληθές περιεχόμενο αυτής είναι ότι ο ανωτέρω Κανονισμός, στην περίπτωση που δεν υπάρχουν ενδιαφερόμενοι ή οι υποψήφιοι συγκεντρώνουν ποσοστά βαθμολογίας μικρότερα των ανωτάτων εφικτών κατά τις αναφερόμενες διακρίσεις, προβλέπει περιοριστικά δύο και μόνο δυνατότητες, είτε την πρόσληψη εξειδικευμένου προσωπικού, είτε την προσωρινή και μέχρις ενός έτους μόνο τοποθέτηση στελέχους της εταιρίας και ουδέποτε την κήρυξη άγονης της θέσης.
Ο λόγος αυτός της αναιρέσεως είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί, διότι το Εφετείο, όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα διαδικαστικά έγγραφα, μετά από ορθή ανάγνωση του εν λόγω Κανονισμού και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του κατέληξε στο προαναφερόμενο συμπέρασμα, το οποίο είναι διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ως ορθό, η δε κρίση του αυτή αποτελεί εκτίμηση των περιεχομένων στο ως άνω αποδεικτικό έγγραφο πραγματικών περιστατικών.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 15-12-2006 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3676/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων διακοσίων (1.200) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Φεβρουαρίου 2008.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, την 1 Απριλίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ