Legislator Case Law & Legislation
629/2007 AI generated

Supreme Court allows appeal on procedural grounds but dismisses abuse of right claim due to lack of evidence.

Case Number 629/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appeal on procedural grounds because the defendants failed to appear at the hearing despite proper service of notice. However, the court dismissed the substantive claim regarding abuse of right, finding the lower court's reasoning insufficient to prove the defendants' refusal to allow gas installation was unreasonable. Consequently, the appeal was partially allowed, the case was remitted to the Court of Appeal for retrial, and the defendants were ordered to pay legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 576, 517, 281, 559(19), 580(3) of the Code of Civil Procedure; The court must proceed with the hearing if defendants are absent after proper service, and an abuse of right claim fails if the lower court's reasoning does not sufficiently justify the refusal of a specific use of common areas.

Keywords

AI generated
abuse of right common areas procedural default service of notice remittal for retrial legal costs condominium dispute

Cited Legislation

AI generated
Article 576 of the Code of Civil Procedure
Article 517 of the Code of Civil Procedure
Article 281 of the Civil Code
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Case 1/1993

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 629 / 2007 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 629/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Αχιλλέα Νταφούλη, Ελένη Μαραμαθά, Πλαστήρα Αναστασάκη και Γεώργιο Πετράκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ..... , η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Παπαθανασίου.

Των αναιρεσιβλήτων: ....(αναφέρονται 9 ονόματα)

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-1-2003 αγωγή και την από 4-4-2003 ανακοίνωση δίκης με προσεπίκληση σε παρέμβαση, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1252/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1797/2005 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 4 Νοεμβρίου 2005 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνον η αναιρεσείουσα, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Πλαστήρας Αναστασάκης ανέγνωσε την από 2 Δεκεμβρίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι.- Από τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από την αναιρεσείουσα υπ' αριθμούς ....(αναφέρονται 9 εκθέσεις) εκθέσεις επιδόσεως του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ..... αποδεικνύεται ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης από 4.11.2005 αιτήσεως αναιρέσεως με πράξη ορισμού δικασίμου για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο και με κλήση προς παράσταση κατά τη συζήτησή της επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως σε καθέναν από τους αναιρεσίβλητους (άπαντες) με τη σειρά που αναγράφονται στην αίτηση και ανωτέρω αντίστοιχα.

Συνεπώς, εφόσον αυτοί δεν εμφανίσθηκαν κατά τη δικάσιμο αυτή κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε κατά τη σειρά εγγραφής της στο οικείο πινάκιο, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υποθέσεως παρά την ερημοδικία των (ΚΠολΔ 576).

ΙΙ.- Σύμφωνα με το άρθρο 517 ΚΠολΔ η έφεση απευθύνεται κατά εκείνων που ήσαν διάδικοι στην πρωτόδικη δίκη ή των καθολικών διαδόχων ή των κληρονόμων τους. Αν υπάρχει αναγκαστική ομοδικία, η έφεση πρέπει να απευθύνεται κατά όλων των ομοδίκων, αλλιώς απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Ως "διάδικοι κατά την πρωτόδικη δίκη" νοούνται από την ως άνω διάταξη εκείνοι που διετέλεσαν αντίδικοι του εκκαλούντος. Αντίθετα δεν υποχρεούται ο εκκαλών να απευθύνει την έφεση και κατά των ομοδίκων του (ελλείψει εννόμου συμφέροντος) εκτός αν η εκδοθείσα απόφαση περιέχει διάταξη υπέρ του ομοδίκου του εκκαλούντος που είναι επιβλαβής για τον τελευταίο (ΑΠ 1/1993). Επομένως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ διότι δεν απέρριψε ως απαράδεκτες τις εφέσεις των ήδη αναιρεσιβλήτων κατά της υπ' αριθ. 1252/2004 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (διαδικασία διαφορών εκ του άρθρου 17 παρ. 2 ΚΠολΔ) εκ του λόγου ότι αυτές (εφέσεις) δεν είχαν απευθυνθεί και κατά της ομοδίκου των (επίσης εναγομένης) κατά την πρωτόδικη δίκη Χ1

ΙΙΙ. Σύμφωνα με το άρθρο 281 του ΑΚ "ή άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος ως καταχρηστική, θα πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου ή από την πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε ή τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά τα οποία χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο απέρριψε την αγωγή της αναιρεσείουσας με την οποία ζητούσε να υποχρεωθούν οι αναιρεσίβλητοι - συνιδιοκτήτες οριζόντιων ιδιοκτησιών της πολυκατοικίας που κείται στην οδό ...... να χρησιμοποιήσει, ως συνιδιοκτήτης, τα αναφερόμενα σ' αυτήν κοινόχρηστα μέρη της οικοδομής προκειμένου να καταστεί δυνατή η εγκατάσταση και λειτουργία του δικτύου παροχής φυσικού αερίου στις οριζόντιες ιδιοκτησίες της, που βρίσκονται σ' αυτήν, κατά παραδοχή ενστάσεως των εναγομένων (αναιρεσιβλήτων) για καταχρηστική άσκηση του αγωγικού δικαιώματος (εκ των άρθρων 1, 2 παρ. 1, 4 παρ. 1, 5 και 13 του ν. 3741/1929), διαλαμβάνοντας σχετικώς με αυτήν στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του τα εξής περιστατικά:

Οι διάδικοι είναι συνιδιοκτήτες οριζόντιων ιδιοκτησιών της πολυκατοικίας που βρίσκεται στην Αθήνα, επί της οδού ..... και έχει υπαχθεί στο καθεστώς του Ν. 3741/1929 και των άρθρων 1002 και 1117 ΑΚ με βάση τη νομίμως μεταγραφείσα υπ' αριθ. ..... πράξη σύστασης οριζοντίου ιδιοκτησίας και Κανονισμού πολυκατοικίας του συμβολαιογράφου .....

Ειδικότερα, όπως συνομολογούν οι εναγόμενοι, η ενάγουσα είναι κυρία του υπό στοιχεία Δ-1 διαμερίσματος του τετάρτου ορόφου και της υπό στοιχείο Ε-1 οριζόντιας ιδιοκτησίας του δώματος, τις οποίες απέκτησε το έτος 2001 με το υπ' αριθ. ..... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου ...... από τη Χ1 (εναγομένη και αυτή στην πρωτοβάθμια δίκη), αρχική κυρία του όλου οικοπέδου επί του οποίου ανεγέρθηκε η επίδικη οικοδομή και στην οποία ανήκαν αρχικά όλες οι συσταθείσες οριζόντιες ιδιοκτησίες.

Όπως προκύπτει από τη συστατική της οροφοκτησίας πράξη και τον ενσωματωμένο σ' αυτή Κανονισμό, στον οποίο προσχώρησε υποχρεωτικά και η ενάγουσα με την αγορά των ιδιοκτησιών της, κοινόχρηστοι χώροι της πολυκατοικίας είναι, πλην άλλων, οι εξώτοιχοι και οι μεσότοιχοι, η κεντρική (κυρία) είσοδος της πολυκατοικίας και το κεντρικό κλιμακοστάσιο από το υπόγειο μέχρι το δώμα, ορίσθηκε δε με σχετικό όρο του Κανονισμού, ότι επί των κοινοχρήστων και κοινοκτήτων χώρων "ουδεμία επιτρέπεται μετάθεσις, μετατροπή, προσθήκη ή αφαίρεσις άνευ εγκρίσεως της γενικής συνελεύσεως των συνιδιοκτητών", η σχετική δε απόφαση λαμβάνεται με πλειοψηφία του ημίσεως πλέον μιας των παρόντων ψήφων.

Σε χρόνο που δεν κατέστη δυνατόν να προσδιορισθεί επακριβώς, η δικαιοπάροχος της ενάγουσας Χ1, κατά παράβαση του Κανονισμού και χωρίς προηγουμένη άδεια της Γενικής Συνελεύσεως των ιδιοκτητών, εφοδίασε τις οριζόντιες ιδιοκτησίες της, οι οποίες, σημειωτέον, προβλεπόταν με τη συστατική της οροφοκτησίας πράξη ότι θα έχουν ανεξάρτητη θέρμανση, με εγκατάσταση δικτύου παροχής φυσικού αερίου με το οποίο λειτουργούσε η θέρμανση και οι συσκευές μαγειρείου των ιδιοκτησιών της.

Για το σκοπό αυτό είχε τοποθετήσει τον μετρητή - διακόπτη στον υπό στοιχείο Υ-1 χώρο - αποθήκη του ημιϋπογείου της πολυκατοικίας, που της ανήκε κατά κυριότητα και τις σωληνώσεις μεταφοράς του φυσικού αερίου από τον μετρητή μέχρι τον λέβητα στο δώμα, στην εξωτερική όψη του τοίχου του ακαλύπτου χώρου. Τον Ιούλιο του έτους 2002 ο εν διαστάσει σύζυγος της Χ1 .....

απέκοψε τις σωληνώσεις μεταφοράς του φυσικού αερίου από τον μετρητή προς τις οριζόντιες ιδιοκτησίες της ενάγουσας, με αποτέλεσμα της διακοπή της λειτουργίας αυτού. Κατόπιν σχετικής αιτήσεως της δικαιοπαρόχου της ενάγουσας προς την αρμόδια για την παροχή αερίου εταιρεία "ΕΠΑ Αττικής ΑΕ", που είχε κάνει και την εγκατάσταση, η τελευταία με το προσκομιζόμενο με επίκληση υπ' αριθ. 302/Δ.150/1.2.2002 έγγραφό της, απάντησε ότι επειδή ο υπάρχων μετρητής αερίου βρίσκεται σε χώρο που δεν ανήκει στον καταναλωτή και δεν είναι προσβάσιμος, πρέπει να αφαιρεθεί από την υπάρχουσα μέχρι τότε θέση του και να τοποθετηθεί σε άλλη, τέτοια δε θέση, τεχνικά αποδεκτή, είναι εκείνη στην αριστερή πλευρά της ημιστεγασμένης σκάλας της πολυκατοικίας πριν από την κεντρική είσοδο αυτής στον κοινόχρηστο χώρο της πολυκατοικίας και ότι μέχρι την εκεί τοποθέτησή του, η ως άνω εταιρεία είναι υποχρεωμένη να διακόψει τη λειτουργία του στη θέση που ήταν μέχρι τότε εγκατεστημένος.

Οι εναγόμενοι συνιδιοκτήτες, με απόφαση της Γενικής Συνελεύσεώς τους, που λήφθηκε κατά πλειοψηφία, αρνήθηκαν την επανασύνδεση των ιδιοκτησιών της ενάγουσας με την παροχή φυσικού αερίου. Η άσκηση του εν λόγω δικαιώματός τους δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι υπερβαίνει, και μάλιστα προφανώς, τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, ώστε να είναι καταχρηστική κατ' άρθρο 281 ΑΚ, όπως ισχυρίζεται η ενάγουσα και έγινε δεκτό με την εκκαλούμενη απόφαση.

Τόσο η αρχική εγκατάσταση όσο και η εκ νέου επανασύνδεση και μάλιστα στην περίπτωση αυτή σε εμφανή κοινόχρηστο χώρο της πολυκατοικίας, όχι μόνον αντιβαίνει σαφώς στον Κανονισμό της πολυκατοικίας που απαγορεύει, όπως προαναφέρθηκε, οιαδήποτε επέμβαση στους κοινόχρηστους χώρους χωρίς έγκριση της Γενικής Συνελεύσεως αλλά παρεμποδίζει αναμφίβολα την επί του τμήματος αυτού ελεύθερη χρήση των λοιπών συνιδιοκτητών της οικοδομής.

Η στέρηση της χρήσης αυτής γίνεται ακόμη εντονότερη, αν την ενέργεια της ενάγουσας θελήσουν να ακολουθήσουν και άλλοι ιδιοκτήτες, προκειμένου να προβούν στην εγκατάσταση παροχής φυσικού αερίου στις ιδιοκτησίες τους και τοποθετήσουν και εκείνοι, τον μεν μετρητή στον κοινόχρηστο αυτό χώρο, τις δε σωληνώσεις μεταφοράς του φυσικού αερίου στους εξωτερικούς κοινόχρηστους τοίχους της πολυκατοικίας, οπότε οι μη συμμετέχοντες που δεν θέλουν ή δεν έχουν την οικονομική δυνατότητα να εγκαταστήσουν φυσικό αέριο, θα αποστερηθούν τελείων της χρήσης του ως άνω χώρου.

Η αναγκαιότητα συναινέσεως της γενικής συνελεύσεως των ιδιοκτητών, προκειμένου να επιτραπεί παρόμοια εγκατάσταση, ενισχύεται και από το γεγονός ότι και ο νόμος (άρθρο 2 παρ. 5 του ν. 420/1987 που προστέθηκε με την παρ. 4 του άρθρου 30 του ν. 3175/2003), θέτει ως προϋπόθεση για τη χρήση φυσικού αερίου σε προϋφιστάμενα της ισχύος του κτίρια, όπως η επίδικη εν προκειμένω οικοδομή που κατασκευάστηκε το έτος 1983, απόφαση της γενικής συνελεύσεως των συνιδιοκτητών, λαμβανόμενη με πλειοψηφία του μισού αριθμού πλέον μιας των ψήφων των συνιδιοκτητών, προϋπόθεση που δεν συντρέχει εν προκειμένω.

Οι εναγόμενοι δεν αποδεικνύεται ότι ενεργούν εκδικητικά για τη μη εγκατάσταση, όπως ισχυρίζεται η ενάγουσα. Με δεδομένο ότι δεν υπάρχει πολεοδομική μελέτη τοποθέτησης φυσικού αερίου στην επίδικη οικοδομή, ούτε αποδεικνύεται ότι έγινε, έστω και μεταγενέστερα, τέτοια επιστημονική μελέτη από αρμόδιο προς τούτο όργανο, παρέχουσα στους λοιπούς συνιδιοκτήτες εχέγγυα καλής και ασφαλούς λειτουργίας του δικτύου, εύλογα ανησυχούν για τις επιπτώσεις που ενδεχομένως θα έχει μία πρόχειρη και χωρίς προηγούμενη μελέτη εγκατάσταση, έστω και αν αυτή γίνεται από την αρμόδια για την παροχή φυσικού αερίου εταιρεία "ΕΠΑ Αττικής".

Την ανησυχία τους δε αυτή εντείνει και το γεγονός περί του οποίου καταθέτει η μάρτυρας ανταποδείξεως ...., σύζυγος του πρώτου εναγομένου, ότι το έτος 2001 "μύρισε κάτι άσχημο ........ μας είπαν ότι είχε διαρροή το αέριο .......". Η ανωτέρω κρίση ότι η άρνηση των εναγομένων να αποδεχθούν την εγκατάσταση αυτή δεν είναι καταχρηστική, δεν ανατρέπεται και αν ακόμη υποτεθεί ότι η εγκατάσταση λειτουργούσε χωρίς προβλήματα επί μακρό χρόνο (από την κατασκευή της πολυκατοικίας ισχυρίζεται η ενάγουσα με την αγωγή της, από το έτος 1991 καταθέτει ο μάρτυρας αποδείξεως, σύζυγός της ..... ).

Ανεξάρτητα από την ουσιαστική αβασιμότητα του ισχυρισμού αυτού, αφού, όπως καταθέτει σχετικά η ανωτέρω μάρτυρας ανταποδείξεως, η οποία, ως ένοικος της πολυκατοικίας έχει προσωπική αντίληψη των κατατιθεμένων, οι συνιδιοκτήτες αντιλήφθηκαν την ύπαρξη του δικτύου παροχής αερίου για πρώτη φορά το έτος 2001, όταν έλαβε χώρα η προαναφερθείσα διαρροή, οπότε και διαμαρτυρήθηκαν στον αποκόψαντα ακολούθως την παροχή ... (σύζυγο της δικαιοπαρόχου της ενάγουσας), μόνη η αδράνειά τους, χωρίς επίκληση συνδρομής και άλλων περιστατικών, που να δικαιολογούν εύλογα τη δημιουργία πεποίθησης στην ενάγουσα ότι οι εναγόμενοι δεν θα ασκήσουν το δικαίωμά τους αυτό, δεν αρκεί για τη στοιχειοθέτηση κατάχρησης.

Με βάση, συνεπώς, τα ανωτέρω δεδομένα, η ένδικη αξίωση των εναγομένων δεν παρίσταται καταχρηστική με την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ και η ένδικη αγωγή ήταν απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη. Με τις παραδοχές του όμως αυτές το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες σε σχέση με το ότι η άρνηση των αναιρεσιβλήτων συνιδιοκτητών της πολυκατοικίας να επιτρέψουν στην αναιρεσείουσα την εγκατάσταση παροχής φυσικού αερίου στα κοινόχρηστα μέρη της οικοδομής προκειμένου να εξυπηρετηθούν οι οριζόντιες ιδιοκτησίες της δεν είναι καταχρηστική.

Ειδικότερα, με βάση τις παραδοχές αυτές, δεν αιτιολογείται γιατί η άρνηση των συνιδιοκτητών να αποδεχθούν την εγκατάσταση αυτή δεν είναι καταχρηστική και αν ακόμη υποτεθεί (όπως δέχεται η προσβαλλομένη), ότι αυτή λειτουργούσε χωρίς προβλήματα επί μακρό χρόνο και μάλιστα από την κατασκευή της πολυκατοικίας ή έστω από το έτος 1991, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη ότι από τη συστατική πράξη της (πολυκατοικίας) και τον ενσωματωμένο σ' αυτήν Κανονισμό προβλέπονται (κατά τις παραδοχές και πάλιν της προσβαλλομένης) ότι οι ιδιοκτησίες αυτές θα έχουν ανεξάρτητη θέρμανση (όρο που όπως είναι φυσικό γνώριζαν οι λοιποί συνιδιοκτήτες και αποδέχτηκαν) και γιατί η εγκατάσταση αυτή επί του τμήματος του κοινοχρήστου χωρούν που υπέδειξε η "ΕΠΑ Αττικής ΑΕ" για την τοποθέτησή της παρεμποδίζει αναμφίβολα την επί του τμήματος αυτού ελεύθερη χρήση των λοιπών συνιδιοκτητών της οικοδομής.

Περαιτέρω, δεν αναφέρεται στην απόφαση τι είδους χρήση εκ μέρους των λοιπών συνιδιοκτητών γινόταν προηγουμένως του χώρου που υποδείχτηκε από την αρμόδια εταιρεία "ΕΠΑ Αττικής ΑΕ" για την τοποθέτηση του μετρητή της παροχής της αναιρεσείουσας (αριστερή πλευρά της ημιστεγασμένης σκάλας της πολυκατοικίας πριν από την κεντρική είσοδο στον κοινόχρηστο χώρο) και του εξωτερικού τοίχου του ακαλύπτου χώρου (ως χώρου τοποθετήσεως των σωληνώσεων) και αν και οι λοιποί συνιδιοκτήτες εκδήλωσαν ενδιαφέρον για τη χρήση του χώρου αυτού, όπως και οι δυνατότητές του αποδοχής τέτοιων μετρητών, (ώστε να μπορεί να κριθεί αν ανακύπτει θέμα παρεμποδίσεώς των σε ανάλογη χρήση αυτού).

Κατ' ακολουθίαν των παραπάνω εκτιθεμένων, ο πέμπτος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος και πρέπει, κατ' αποδοχή του, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο γιατί είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 1797/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο συντιθέμενο από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει τους αναιρεσεσίβλητους στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει σε χίλια εκατό (1100) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Μαρτίου 2007.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 23 Μαρτίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ