Supreme Court dismisses appeal where lower court rejected claim as illegal, citing insufficient grounds and inadmissible arguments.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by five individuals against the Athens Court of Appeal's decision to reject their lawsuit as legally unfounded. The appellants argued that the lower court failed to consider evidence and misapplied civil code provisions regarding employer liability and interest payments. The court ruled that since the original claim was rejected as illegal, arguments regarding evidence or interest calculations were inadmissible and did not constitute grounds for retrial.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 no. 1, 8, 9, 11 K.Pol.D.; An appeal argument based on the rejection of a claim as illegal is inadmissible when it relies on insufficient reasoning or irrelevant matters, as the claim's dismissal precludes further substantive review of evidence or damages.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 629 / 2006 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 629/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεόδωρο Αποστολόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ιωάννη Δαβίλλα, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη και Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Ιανουαρίου 2006, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Σ. Σ. του Δ., κατοίκου ..., 2) Φ. Φ. του Γ., κατοίκου…, 3) Κ. Α. του Χ., κατοίκου ..., 4) Π. Κ. του Σ., κατοίκου … και 5) Κ. Ι. του Ν., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αβραάμ Ιορδανίδη βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσίβλητης: Δημόσιας Επιχείρησης Ηλεκτρισμού (Δ.Ε.Η.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Μανιάτη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22/10/2001 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 419/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 1843/2003 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 26 Ιουνίου 2003 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Δαβίλλας, διάβασε την από 4/10/2005 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου ζήτησε την απόρριψή της και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Επειδή, η παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, που προβλέπεται ως λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ, είναι δυνατό να έχει ως περιεχόμενο και την αιτίαση ότι η αγωγή, επί της οποίας έκρινε σε πρώτο ή σε δεύτερο βαθμό το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ενώ συνέβαινε το αντίθετο σύμφωνα με το συγκεκριμένο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου.
Στην περίπτωση αυτή, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως και, συνεπώς, να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος, πρέπει να αναφέρεται με πληρότητα στο αναιρετήριο η ιστορική βάση της αγωγής, ώστε να είναι δυνατό να ελεγχθεί από το περιεχόμενο του αναιρετηρίου αν η απόρριψη αυτής ως νόμω αβάσιμης συνιστά παραβίαση των επικαλούμενων ως εφαρμοστέων διατάξεων ουσιαστικού δικαίου (Ολ.
Α.Π. 28/1998). Η αοριστία δε του λόγου αναιρέσεως δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή στην αγωγή ή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα (Ολ. Α.Π. 27/1998, 32/1996). Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο (α'σκέλος) λόγο της αναιρέσεως από την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ προβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 938, 904, 911 παρ. 2, ως και εκείνων των άρθρων 340, 341 και 655 του Α.Κ., έκρινε ότι η μη αποδοχή από τον εργοδότη των προσφερομένων υπηρεσιών του μισθωτών - εναγόντων, οι οποίοι τοποθετήθηκαν στην επιχείρηση της εναγομένης αναγκαστικώς, σύμφωνα με τις προστατευτικές διατάξεις του Ν. 1648/1986, δεν έχει άλλες συνέπειες, εκτός από εκείνες που επέρχονται από την υπερημερία του, και απέρριψε εντεύθεν ως νόμω αβάσιμη την αγωγή των αναιρεσειόντων, που είχε ως βάση την αδικοπραξία (άρθρα 281, 57, 59 ΑΚ) και αίτημα την καταβολή αποδοχών υπερημερίας (μισθών, επιδομάτων εορτών και αποδοχών και επιδόματος αδείας), με την έννοια του περιελθόντος (άρθρο 938 ΑΚ) κατά τα λοιπά κονδύλια - πλην εκείνου περί χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης που δεν αποτελεί πλέον αντικείμενο της προκείμενης δίκης - με την αιτιολογία ότι προϋπόθεση αποδόσεως του περιελθόντος είναι η προηγούμενη ύπαρξη αδικοπραξίας, η από την οποία αξίωση αποζημιώσεως να έχει παραγραφεί.
Στο αναιρετήριο όμως εκτίθεται μόνο το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης αποφάσεως, στο οποίο αναφέρεται συνοπτικά και το περιεχόμενο της αγωγής, αλλά δεν παρατίθεται με πληρότητα, όπως απαιτείται από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4 και 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., η ιστορική βάση της αγωγής, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που είχαν επικαλεσθεί οι αναιρεσείοντες στην αγωγή τους για τη θεμελίωση αυτής, ώστε να είναι δυνατό να ελεγχθεί αν η απόρριψή της ως νόμω αβάσιμης, υπό τα εκτιθέμενα σ' αυτή περιστατικά συνιστά ή όχι παραβίαση των παραπάνω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου.
Ενόψει του ότι τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από το παρατιθέμενο στο αναιρετήριο περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, δεν μπορούν να αναπληρώσουν την παράλειψη της παραθέσεως με πληρότητα σ' αυτό της ιστορικής βάσεως της αγωγής, ούτε αρκούν για την θεμελίωση των αγωγικών αξιώσεων (εκ του άρθρου 938 ΑΚ) σε αδικοπραξία που τελέστηκε με την προσβολή της προσωπικότητας των αναιρεσειόντων, λόγω της αρνήσεως των αρμόδιων οργάνων της αναιρεσίβλητης να αποδεχθεί τις υπηρεσίες τους (ΑΠ 1562/2004).
Επομένως, με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου - του οποίου δεν επιτρέπεται συμπλήρωση, κατά τα προεκτεθέντα - δεν μπορεί να ελεγχθεί και στοιχειοθετηθεί ο ανωτέρω λόγος της αναιρέσεως που πρέπει γι' αυτό να απορριφθεί ως αόριστος.
2. Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και γι' αυτό προϋποθέτει κρίση του δικαστηρίου επί της ουσίας, δεν ιδρύεται δε όταν η έλλειψη ή ανεπάρκεια ή αντίφαση των αιτιολογιών αναφέρεται στη σκέψη της απόφασης με την οποία η αγωγή κρίθηκε απορριπτέα ως μη νόμιμη.
Έτσι ο πρώτος (β' σκέλος) λόγος της αναιρέσεως, υπό την αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., ότι το Εφετείο απέρριψε την αγωγή των αναιρεσειόντων, ως μη νόμιμη, με αιτιολογίες ανεπαρκείς και αντιφατικές, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος. Εξάλλου, αφού η κυρία ως άνω αξίωση απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, δεν οφείλονται τόκοι, και, συνεπώς, το Εφετείο που, σιωπηρά, απέρριψε αίτημα για επιδίκαση των αναλογούντων τόκων υπερημερίας σύμφωνα με το άρθρο 296 ΑΚ, το οποίο επαναφέρθηκε στο Εφετείο και με ίδιο λόγο εφέσεως, α) δεν παρέλειψε παρά το νόμο να λάβει υπόψη πράγμα που προτάθηκε και έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, β) δεν άφησε αίτημα αδίκαστο και γ) δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις ως άνω διατάξεις.
Επομένως, ο δεύτερος, από το άρθρο 559 αριθ. 8, 9 και 19 Κ.Πολ.Δ., λόγος της αναιρέσεως, κατά τις δύο πρώτες αιτιάσεις, είναι αβάσιμος, κατά δε την τρίτη αιτίαση είναι απαράδεκτος με την ίδια αμέσως ανωτέρω αιτιολογία. Περαιτέρω, ο τρίτος, από το άρθρο 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ.,λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγμα, που προτάθηκε παραδεκτά και στο Εφετείο και ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ήτοι δικαστική ομολογία της αναιρεσίβλητης ότι οι επίδικες αξιώσεις των αναιρεσειόντων πηγάζουν από αδικοπραξία, οπότε συντρέχει περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 911 παρ. 2 Α.Κ., που προβλέπει επίταση της ευθύνης του λήπτη από παράνομη αιτία, και συνεπώς οφείλει τόκους για τα ως άνω κονδύλια, είναι απαράδεκτος, διότι, αφού η αγωγή κρίθηκε μη νόμιμη κατά την κυρία απαίτηση οπότε δεν οφείλονται τόκοι, ο ισχυρισμός αυτός δεν είναι ουσιώδης.
Επειδή , από η διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 του Κ.Πολ.Δ., κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, συνάγεται ότι ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν εισήλθε στην αποδεικτική διαδικασία, ώστε να επιβάλλεται η λήψη υπόψη των άνω αποδεικτικών μέσων, αλλ' απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη(Ολ.ΑΠ 3/1997), όπως στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του. Γι' αυτό ο τέταρτος, εκ του άρθρου 559 αριθ. 11 Κ.Πολ.Δ., λόγος της αναιρέσεως με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση ότι το Εφετείο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο που αυτοί επικαλέστηκαν, ήτοι την ως άνω δικαστική ομολογία της αναιρεσίβλητης, είναι απαράδεκτος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 26-06-2003 αίτηση των Σ. Σ. και λοιπών για αναίρεση της 1843/2003 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 31 Ιανουαρίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 4 Απριλίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ