Supreme Court partially allows inheritance claim against heirs, establishing binding precedent on property return.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the appeal filed by the heir, N. M., against the first-instance court's decision. The court found that the original plaintiff, K. M., had validly inherited the disputed property and was entitled to its return from the current defendants. Consequently, the court ordered the heirs of the deceased defendants to restore the property to the plaintiff while assigning partial legal costs to them.
Legislator headnote
AI generatedArticle 589 paragraph 4 of the Code of Civil Procedure; Article 178, 183, 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure: When a Supreme Court decision binds lower courts on legal issues, the referring court must accept the appeal as substantively valid, recognize the original plaintiff's ownership, and order the return of the property to the heir, while assigning costs based on the partial victory and defeat of the parties.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 628 / 2024 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 628/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μ. Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Αθανάσιο Θεοφάνη, Αγαθή Δερέ, Μερόπη Τζουγκαράκη-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 10 Ιανουαρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των εναγομένων-εκκαλούντων-καλούντων: 1) Φ. Χ. του Κ., κατοίκου …, 2) Δ. Χ. του Κ., κατοίκου …, 3) Μ. Χ. του Δ., κατοίκου …, 4) Α. Θ. του Γ., κατοίκου …, 5) Της ανήλικης Σ. - Ρ. Θ. του Α., κατοίκου …, η οποία εκπροσωπείται από τους συνασκούντες τη γονική μέριμνα γονείς της, ήτοι α) από τον ως άνω Α. Θ. του Γ. και β) την Α. Π. του Γ., κατοίκους …, 6) Ε. Θ. του Γ., κατοίκου …, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αντώνιο Μπιλίση, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσαν προτάσεις.
Του ενάγοντος-εφεσιβλήτου-καθ' ου η κλήση: Ν. Μ. του Κ., δικηγόρου Δ.Σ. …και κατοίκου …, ως εκ διαθήκης κληρονόμου του αρχικού ενάγοντα Κ. Μ. του Ν., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως λόγω της δικηγορικής του ιδιότητας, και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από … αγωγή του Κ. Μ. του Ν., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Γρεβενών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 10/1994 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 287/1995, 159/1999 μη οριστικές, 25/2015 οριστική του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι ήδη αναιρεσείοντες με την από … αίτησή τους.
Εκδόθηκε η 279/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την ως άνω εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκασή της στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Εκδόθηκε η 25/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης και της συμπροσβαλλόμενης, σύμφωνα με το αρ. 553 1 β' Κ.Πολ.Δ., 287/1995 εν μέρει οριστικής απόφασης του ιδίου Εφετείου, ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από … αίτησή τους.
Εκδόθηκε η 1781/2022 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία κρατήθηκε η υπόθεση προς ουσιαστική εκδίκαση σε νέα συζήτηση μετά από κλήση του επιμελέστερου από τους διαδίκους. Οι καλούντες επανέφεραν προς συζήτηση την υπόθεση στο παρόν δικαστήριο με την από … κλήση τους, δικάσιμος της οποίας ορίστηκε η αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο καθ' ου η κλήση, ζήτησε την απόρριψη της εφέσεως του αντιδίκου μέρους και την καταδίκη του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρο 589 παρ. 4 ΚΠολΔ, οι αποφάσεις της ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι το δικαστήριο της παραπομπής πρέπει να ακολουθήσει, όσο αφορά το νομικό ζήτημα που λύθηκε με την εκδοθείσα αναιρετική απόφαση, τη λύση που έδωσε ο Άρειος Πάγος στην ίδια υπόθεση.
Επομένως, οι αναιρετικές αποφάσεις του τμήματος ή της ολομέλειας δεσμεύουν ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν και το δικαστήριο της παραπομπής και τον ίδιο τον Άρειο Πάγο, αν επανέλθει σ' αυτόν η υπόθεση με νέα αναίρεση ή την κρατήσει και την δικάσει ως εφετείο. Το επιλυθέν ζήτημα μπορεί να είναι ουσιαστικό ή δικονομικό, συνεπώς η κρίση που εξέφρασε ο Άρειος Πάγος σχετικά με το νόμω βάσιμο και το ορισμένο της ένδικης αγωγής είναι δεσμευτική για το δικαστήριο της παραπομπής ως προς αυτό το ζήτημα, το οποίο δεν υπόκειται σε επανεξέταση από το δικαστήριο (ΑΠ 713/2018, ΑΠ 2017/2007).
Εάν αναιρεθεί απόφαση πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, αναβιώνει το αίτημα της αγωγής, ενώ εάν αναιρεθεί απόφαση δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, αναβιώνει η πρωτόδικη απόφαση και η κατ' αυτής έφεση, η οποία θα κριθεί εκ νέου από το τμήμα του Αρείου Πάγου που την αναίρεσε ή από το ίδιο ή άλλο εφετείο (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Τα παράπονα που είχαν διατυπωθεί ως λόγοι έφεσης και ως αναιρετικοί λόγοι, καλύπτονται από το δεδικασμένο της αναιρετικής απόφασης και αν είχαν γίνει δεκτά ως αναιρετικοί λόγοι, τότε το δικαστήριο της παραπομπής δεσμεύεται να τα δεχτεί και ως βάσιμους λόγους έφεσης, ενώ αν είχαν απορριφθεί ως αναιρετικοί λόγοι, είναι ως λόγοι έφεσης απαράδεκτοι (ΑΠ 1476/2012, ΑΠ 738/2012).
Σύμφωνα με τα ανωτέρω, η διαδικασία ενώπιον του Εφετείου πριν από την αναιρεθείσα απόφαση ακυρώνεται μόνο εφόσον στηρίζεται στην παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση (ΑΠ 1421/2022). Στην προκείμενη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα προκύπτει ότι η κρινόμενη από … (αριθ. εκθ. κατ. …) έφεση κατά της υπ' αριθ. 10/1994 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Γρεβενών, που εκδόθηκε επί της ένδικης από … (αριθ.
εκθ. κατ. …) διεκδικητικής ακινήτου αγωγής, συζητήθηκε την …, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία και εκδόθηκε η υπ' αριθ. 287/1995 εν μέρει οριστική απόφαση του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, το οποίο, αφού δέχθηκε τυπικά την έφεση, απέρριψε ως αβάσιμο τον πρώτο λόγο της έφεσης, με τον οποίο οι εναγόμενοι παραπονέθηκαν, διότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, έκρινε ορισμένη και νόμιμη την ένδικη διεκδικητική ακινήτου αγωγή, ενώ έπρεπε να την απορρίψει ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας κατά την βάση της έκτακτης χρησικτησίας.
Στη συνέχεια ανέβαλε την έκδοση οριστικής απόφασης, διέταξε την διενέργεια πραγματογνωμοσύνης από πολιτικό μηχανικό και την αυτοπρόσωπη εμφάνιση και εξέταση στο ακροατήριο του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου προς παροχή διασαφήσεων, τόσο των εξετασθέντων ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου μαρτύρων, όσο και των διαδίκων.
Μετά από κλήση, η έφεση συζητήθηκε την …, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία και εκδόθηκε η υπ' αριθ. 159/1999 μη οριστική απόφαση του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας,το οποίο ανέβαλε εκ νέου την έκδοση οριστικής απόφασης, διέταξε την διενέργεια νέας πραγματογνωμοσύνης από τοπογράφο μηχανικό και πρόσθετης πραγματογνωμοσύνης από γεωπόνο.
Επακολούθησε η έκδοση των υπ' αριθ. 1/2002, 23/2004, 164/2012 και 117/2013 οριστικών αποφάσεων του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας περί αντικατάστασης των διορισθέντων πραγματογνωμόνων. Περαιτέρω, επί της έφεσης εκδόθηκε, κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων, αρχικών και καθολικών διαδόχων των από αυτούς αποβιωσάντων, που συνέχισαν τη δίκη, η υπ' αριθ. 25/2015 (πρώτη) οριστική απόφαση του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, που έκανε δεκτή και κατ' ουσία την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, κράτησε την υπόθεση και δίκασε την αγωγή και την έκανε εν μέρει δεκτή.
Κατά των ανωτέρω υπ' αριθ. 25/2015 οριστικής και υπ' αριθ. 287/1995 εν μέρει οριστικής αποφάσεων του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας οι αρχικώς εναγόμενοι και οι καθολικοί διάδοχοι των από αυτούς αποβιωσάντων, που συνέχισαν τη δίκη, άσκησαν την από … αίτηση αναίρεσης, η οποία έγινε δεκτή με την υπ' αριθ. 279/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου και αναιρέθηκε στο σύνολό της η υπ' αριθ. 25/2015 οριστική απόφαση του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας από την πλημμέλεια του αριθμού 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Επίσης κατά της ανωτέρω υπ' αριθ. 25/2015 οριστικής απόφασης του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας ο καθολικός διάδοχος του αποβιώσαντος αρχικώς ενάγοντος, που συνέχισε τη δίκη, άσκησε ενώπιον του Αρείου Πάγου την από … αίτηση αναίρεσης, με μοναδικό λόγο την πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η οποία απορρίφθηκε με την υπ' αριθ. 280/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου.
Μετά από κλήση, η έφεση συζητήθηκε την …, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία και εκδόθηκε η υπ' αριθ. 25/2018 (δεύτερη) οριστική απόφαση του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, που έκανε και πάλι δεκτή κατ' ουσία δεκτή την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, κράτησε την υπόθεση και δίκασε την αγωγή και την έκανε ομοίως δεκτή.
Κατά της ανωτέρω υπ' αριθ. 25/2018 οριστικής απόφασης του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας οι αρχικώς εναγόμενοι και οι καθολικοί διάδοχοι των από αυτούς αποβιωσάντων, που συνέχισαν τη δίκη, άσκησαν την από … αίτηση αναίρεσης, η οποία έγινε δεκτή με την υπ' αριθ. 1781/2022 απόφαση του Αρείου Πάγου και αναιρέθηκε στο σύνολό της η απόφαση αυτή.
Με την ανωτέρω υπ' αριθ. 1781/2022 απόφαση του Αρείου Πάγου κρίθηκε ότι η ένδικη διεκδικητική αγωγή είναι πλήρως ορισμένη, θεμελιούμενη τόσο σε παράγωγο (κληρονομική διαδοχή), όσο και σε πρωτότυπο (χρησικτησία) τρόπο κτήσης κυριότητας επί του επιδίκου ακινήτου, διαλαμβάνουσα όλα τα απαιτούμενα κατά νόμο στοιχεία, κατά την επικαλούμενη κτήση κυριότητας από τον αρχικώς ενάγοντα με έκτακτη χρησικτησία και απορρίφθηκε ο υποστηρίζων τα αντίθετα σχετικός λόγος αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του, από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ως αβάσιμος.
Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστήριζαν ότι η αγωγή ήταν αόριστη επιπροσθέτως και κατά την επικαλούμενη κτήση κυριότητας από τον αρχικώς ενάγοντα με κληρονομική διαδοχή, επειδή δεν ανέφερε τα στοιχεία αυτής και δεν συμπλήρωσε την αγωγή του με τις προτάσεις του, αναφέροντας τον ειδικό τρόπο κτήσης κυριότητας του επίδικου ακινήτου από τον πατέρα του, από τον παππού του και από τον προπάππου του μέχρι να αναχθεί σε πρωτότυπο τρόπο κτήσης κυριότητας, απορρίφθηκε και κατά το δεύτερο σκέλος του, ως απαράδεκτος, διότι οι αναιρεσείοντες δεν πρότειναν με λόγο έφεσης τις πρόσθετες αυτές αοριστίες.
Ακολούθως, με την ίδια ανωτέρω απόφαση του Αρείου Πάγου έγινε δεκτός ο λόγος αναίρεσης, από την πλημμέλεια του αριθμού 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ και αναιρέθηκε εν όλω η απόφαση. Επειδή όμως εκδόθηκε μετά την υπ' αριθ. 279/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε η υπ' αριθ. 25/2015 απόφαση του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας και (τότε) παραπέμφθηκε η υπόθεση στο ίδιο Εφετείο για να δικαστεί με άλλη σύνθεση, (τώρα) κρατήθηκε η υπόθεση προς ουσιαστική εκδίκαση στην παρούσα νέα συζήτηση.
Με την από … (αριθ. εκθ. κατ. …) κλήση νόμιμα φέρεται προς συζήτηση η κρινόμενη έφεση κατά της εκκαλούμενης οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Γρεβενών, μετά την έκδοση της υπ' αριθ. 1781/2022 απόφασης του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε εν όλω η εκδοθείσα επί της έφεσης υπ' αριθ. 25/2018 απόφαση του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας και κρατήθηκε η υπόθεση προς ουσιαστική εκδίκαση από το δικαστήριο αυτό (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Η ανωτέρω αναιρετική απόφαση δεν αναίρεσε και τις προεκδοθείσες υπ' αριθ. 287/1995, 159/1999, 1/2002, 23/2004, 164/2012 και 117/2013 αποφάσεις του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, αφού η διαδικασία ενώπιον αυτού δεν στηρίχθηκε στην παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση της ανωτέρω μεταγενεστέρως αναιρεθείσας υπ' αριθ. 25/2018 απόφασης του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας.
Με την έφεση, επί της οποίας η δίκη συνεχίστηκε για τους τρίτη και τέταρτη αρχικώς εκκαλούσες - εναγόμενες από τους καθολικούς διαδόχους τους και για τον αρχικώς εφεσίβλητο - ενάγοντα από τον καθολικό διάδοχό του, οι εκκαλούντες - εναγόμενοι ζήτησαν την εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, για λόγους που ανάγονται σε εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και εκτίμηση των αποδείξεων.
Η έφεση έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, πριν από την επίδοση της προσβαλλόμενης με αυτή απόφασης (άρθρο 518 παρ. 2 ΚΠολΔ) και είναι τυπικά δεκτή, όπως εξάλλου έχει κριθεί και με την ανωτέρω εν μέρει οριστική υπ' αριθ. 287/1995 μη αναιρεθείσα απόφαση του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, επομένως πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 533 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Η συζήτηση της έφεσης, η οποία ήδη επαναφέρεται με κλήση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 581 ΚΠολΔ, μετά την παραπομπή, είναι συνέχεια εκείνης, μετά την οποία εκδόθηκαν οι ανωτέρω προεκδοθείσες μη αναιρεθείσες αποφάσεις του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Οι ισχυρισμοί που προτάθηκαν ως λόγοι αναίρεσης και έγιναν δεκτοί, θα γίνουν δεκτοί και ως λόγοι έφεσης, ενώ αυτοί που απορρίφθηκαν είναι απαράδεκτοι προτεινόμενοι ως λόγοι έφεσης (ΟλΑΠ 15/2011, ΑΠ 758/2018, ΑΠ 1476/2012, ΑΠ 36/2018).
Στην προκείμενη περίπτωση, είναι δεσμευτική η κρίση της ανωτέρω υπ' αριθ. 1781/2022 απόφασης του Αρείου Πάγου ως προς το ορισμένο και νόμω βάσιμο της ένδικης αγωγής. Επομένως, οι συναφείς πρώτος και τρίτος λόγοι της υπό κρίση έφεσης, με τους οποίους επαναφέρεται ο ισχυρισμός περί απαραδέκτου της αγωγής λόγω αοριστίας, που απορρίφθηκε ως αναιρετικός λόγος, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι.
Περαιτέρω, η απόφαση αναιρέθηκε, διότι κατά παράβαση του άρθρου 559 αριθμός 11γ ΚΠολΔ το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι νομίμως επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, παρά το γεγονός ότι αυτά ήταν χρήσιμα για την απόδειξη ή ανταπόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού. Από το ζήτημα αυτό, που έχει επιλυθεί με την αναιρετική απόφαση, απορρέει δέσμευση ως προς την ύπαρξη υποχρέωσης του δικαστηρίου αυτού να λάβει υπόψη τις σχετικές αποδείξεις και έχει διαπιστωθεί η παραβίαση της εν λόγω υποχρέωσης.
Επομένως, το δικαστήριο δεσμεύεται να δεχθεί ως βάσιμο τον αναιρετικό λόγο που είχε γίνει δεκτός με την υπ' αριθ. 1781/2022 απόφαση του ΑΠ και να λάβει υπόψη και τις προαναφερόμενες δύο (2) ένορκες βεβαιώσεις μεταξύ των άλλων αποδεικτικών στοιχείων για τον σχηματισμό της κρίσης του στην ουσία της υπόθεσης. Κατά τα λοιπά η έφεση πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των δεύτερου και τέταρτου λόγους της (άρθρο 533 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Σύμφωνα με τις διατάξεις των ν. 12 Πανδ. (28.7), ν. 14 παρ. 8 Πανδ. (11.7) και ν. 69 Πανδ. (29.2), οι εκούσιοι ή εξωτικοί κληρονόμοι, στους οποίους περιλαμβάνονται η σύζυγος, καθώς και οι μη υπεξούσιοι κατιόντες του κληρονομουμένου, δηλαδή οι ενήλικοι κατιόντες, αποκτούν την κληρονομία με μονομερή δήλωση της βούλησής τους για αποδοχή της, που αποτελεί δικαιοπραξία μη απευθυντέα (υπεισέλευση στην κληρονομία).
Η δήλωση αυτή μπορεί να είναι είτε ρητή (έγγραφη ή προφορική), είτε σιωπηρή, συναγομένη από συμπεριφορά ή πράξεις που φανερώνουν την πρόθεση εκείνου που καλείται στην κληρονομία για ανάμειξη σε αυτή και απόκτησή της. Το δικαίωμα των εξωτικών κληρονόμων να δηλώσουν αποδοχή της κληρονομίας με τους ανωτέρω τρόπους, προκειμένου να καταστούν κληρονόμοι του θανόντος, με υπεισέλευση στην κληρονομία του, δεν είχε κάποια προθεσμία, δεν υποβαλλόταν σε μεταγραφή, αν αφορούσε ακίνητο και η κτήση της κληρονομίας είχε αναδρομικά αποτελέσματα, ήτοι ανέτρεχε στο χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου.
Το στοιχείο της αποδοχής κληρονομίας και της μεταγραφής της δεν είναι αναγκαίο στην περίπτωση που ο θάνατος του κληρονομουμένου επήλθε πριν από την εισαγωγή του Α.Κ. (23-2-1946), εφόσον η κληρονομία του, σύμφωνα με το άρθρο 92 του Εισαγωγικού Νόμου του ΑΚ, διέπεται από τις διατάξεις του προϊσχύσαντος Βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, που δεν απαιτούσαν την τήρηση των διατυπώσεων αυτών.
Κατά τις διατάξεις των νόμων 8 παρ.1 κωδ. (7.39), 9 παρ.1 Πανδ. (50.14) 20 παρ.20 Πανδ. (41.4), 6 Πανδ. (44.3) του Βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, μπορούσε να αποκτηθεί η κυριότητα ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, κατόπιν άσκησης νομής επ' αυτού με καλή πίστη και διάνοια κυρίου, για χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας, με τη δυνατότητα εκείνου που χρησιδέσποζε να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και του χρόνου νομής του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού.
Κατά τις διατάξεις των ν. 20.12 Πανδ. (5.8) ν. 27 πανδ. (18.1), 10, 15 παρ.3, 17 και 48 Πανδ. (41.3), 3 και 5 παρ.1 Πανδ. (41.10), 109 Πανδ. (50.16) και 2 παρ.7 και 1 Πανδ. (51.4) ως καλή πίστη θεωρείται η ειλικρινής πεποίθηση του χρησιδεσπόζοντος, ότι με την κτήση της νομής του πράγματος δεν προσβάλλεται κατ' ουσία το δικαίωμα άλλου, γεγονός που συνάγεται από το δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των ν. 20 παρ. 12 Πανδ. (5.8), 27 Πανδ. (18.1), ενόψει της φύσης της καλής πίστης ως ενδιάθετης κατάστασης (ΑΠ 547/2018, ΑΠ 898/2015).
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 369, 1033 και 1192 ΑΚ προκύπτει ότι, για τη μεταβίβαση της κυριότητας ακινήτου, απαιτείται συμφωνία, που γίνεται με υποβαλλόμενο σε μεταγραφή συμβολαιογραφικό έγγραφο, μεταξύ του κυρίου και εκείνου που την αποκτά, ότι μετατίθεται στον τελευταίο η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία.
Επίσης, κατά τις διατάξεις του μεν άρθρου 1045 ΑΚ, εκείνος που έχει στη νομή του για μια εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία, του δε άρθρου 974 του ίδιου Κώδικα, όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου.
Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, για την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή με ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του κατ` άρθρο 1051 ΑΚ.
Φυσική εξουσία επί του πράγματος υπάρχει και στην περίπτωση που ο νομέας δεν βρίσκεται σε διαρκή σωματική επαφή με το πράγμα, αλλά έχει την εποπτεία και τη δυνατότητα άσκησης φυσικής εξουσίας κάθε στιγμή. Δεν είναι δε αναγκαίο να ασκείται αυτοπροσώπως, αλλά και μέσω άλλου (άρθρο 980 ΑΚ) να ασκείται η νομή (ΑΠ 615/2016).
Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1045 και 1054 του ΑΚ, οι οποίες εφαρμόζονται κατά τα άρθρα 64 και 65 ΕισΝΑΚ και επί χρησικτησίας που άρχισε πριν και δεν συμπληρώθηκε μέχρι που τέθηκε σε ισχύ ο του ΑΚ, απαιτείται από τον χρησιδεσπόζοντα άσκηση διανοία κυρίου νομής πράγματος δεκτικού χρησικτησίας επί εικοσαετία.
Εξάλλου από τη διάταξη του άρθρου 1051 ΑΚ, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 249, 271, 974, 976 και 1045 ΑΚ, συνάγεται ότι στην έκτακτη χρησικτησία για τον συνυπολογισμό του χρόνου νομής των προκτητόρων του χρησιδεσπόζοντος δεν απαιτείται ειδική διαδοχή στο δικαίωμα κυριότητας επί του πράγματος, αλλά αρκεί απλώς ειδική διαδοχή στη νομή του, η οποία γίνεται με παράδοση (ΑΚ 976) και έχει την έννοια ότι σε εκείνον που αποκτά μεταβιβάζεται η ίδια νομή, την οποία έχει και εκείνος που μεταβιβάζει και την παραδίδει.
Σε περίπτωση που πρόκειται για συνυπολογισμό χρόνου χρησικτησίας, που έχει διαρρεύσει κατά ένα μέρος κατά τη διάρκεια ισχύος του ΑΚ και κατά ένα μέρος κατά τη διάρκεια ισχύος του Βυζαντινορωμαϊκού τότε, κατ' εφαρμογή των άρθρων 64 και 65 του ΕισΝΑΚ, αν με τον συνυπολογισμό του χρόνου που έχει διαρρεύσει πριν από τον ΑΚ, υπολείπεται προς συμπλήρωση του χρόνου των τριάντα ετών, που απαιτείται κατά το προηγούμενο δίκαιο, χρόνος μικρότερος των είκοσι ετών, θα εφαρμοσθεί το προηγούμενο δίκαιο και η τριακονταετία θα αρχίσει από την έναρξη της νομής του δικαιοπαρόχου, αν, αντίθετα, υπολείπεται χρόνος μεγαλύτερος των είκοσι ετών, θα εφαρμοσθεί ο ΑΚ και η εικοσαετία που καθορίζεται από αυτόν θα αρχίσει από την ισχύ του, ήτοι από 23-2-1946.
Η επίκληση όμως του πριν από τον ΑΚ χρόνου χρησικτησίας θα γίνει με τα προσόντα του προηγούμενου δικαίου, δηλαδή πρέπει η νομή να ασκήθηκε με διάνοια κυρίου και καλή πίστη. Τέλος, για την απόκτηση της κυριότητας ακινήτου με τακτική χρησικτησία απαιτείται, κατά το άρθρο 1041 ΑΚ, άσκηση καλόπιστης νομής, με νόμιμο τίτλο επί δεκαετία, ενώ κατά το άρθρο 1042 του ίδιου κώδικα, ο νομέας βρίσκεται σε καλή πίστη όταν χωρίς βαριά αμέλεια έχει την πεποίθηση ότι απέκτησε την κυριότητα (ΑΠ 69/2016).
Με την ένδικη διεκδικητική κυριότητας αγωγή ο ενάγων, επικαλούμενος κτήση κυριότητας επί του περιγραφόμενου ακινήτου, κατά τρόπο παράγωγο, με κληρονομική διαδοχή και πρωτότυπο, με έκτακτη χρησικτησία, κατά τις διατάξεις του Βυζαντινορωμαϊκού δικαίου και του Αστικού Κώδικα και ισχυριζόμενος ότι οι εναγόμενοι τον απέβαλαν παράνομα από τη νομή του, ζήτησε να αναγνωριστεί η κυριότητά του και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να του το αποδώσουν.
Επί της αγωγής εκδόθηκε η εκκαλούμενη οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που την έκανε δεκτή στο σύνολό της και αναγνώρισε τον ενάγοντα κύριο του επίδικου ακινήτου (οικοπέδου έκτασης … τ.μ. περίπου, που βρίσκεται στην κοινότητα … του νομού … στον συνοικισμό "…") και υποχρέωσε τους εναγομένους να αποδώσουν στον ενάγοντα το ακίνητο αυτό.
Η αγωγή ασκήθηκε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Γρεβενών από τον ενάγοντα Κ. Μ. του Ν. κατά των εναγομένων (αδελφών) Φ. Χ. του Κ., Δ. Χ. του Κ., Δ. Χ. του Κ. και Σ. Χ. του Κ. συζύγου Γ. Θ.. Μετά την έκδοση της οριστικής απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και την άσκηση της υπό κρίση έφεσης κατ' αυτής απεβίωσε ο αρχικός ενάγων - εφεσίβλητος Κ.
Μ. του Ν., την … (υπ' αριθ. … ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιαρχείου …) και στη δικονομική του θέση υπεισήλθε και συνέχισε τη δίκη ως εκ διαθήκης κληρονόμος του (από … ιδιόγραφη διαθήκη του, που δημοσιεύτηκε με το υπ' αριθ. … πρακτικό συνεδρίασης του Πρωτοδικείου …) ο Ν. Μ. του Ν. (υιός του). Η έτερη εκ διαθήκης κληρονόμος του Ε.
Π. του Δ. χήρα Κ. Μ. (σύζυγός του), δεν δήλωσε παράσταση και συνέχιση της δίκης. Επίσης απεβίωσε η τέταρτη εναγομένη - εκκαλούσα Σ. Θ. του Κ., την … (από … ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιαρχείου …) και στη δικονομική της θέση υπεισήλθαν και συνέχισαν τη δίκη ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της (υπ' αριθ…. πιστοποιητικό πλησιέστερων συγγενών του δημάρχου … και υπ' αριθ.
… πιστοποιητικό της γραμματέα του Ειρηνοδικείου …περί μη δημοσίευσης διαθήκης της) οι Γ. Θ. του Α. (σύζυγός της), Α. Θ. του Γ. (υιός της) και Ε. Θ. του Γ. (θυγατέρα της). Ακολούθως απεβίωσε ο ανωτέρω Γ. Θ. του Α., την … (υπ' αριθ. … ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιαρχείου …) και στη δικονομική του θέση υπεισήλθαν και συνέχισαν τη δίκη ως εκ διαθήκης κληρονόμοι του (υπ' αριθ.
… δημόσια διαθήκη στον συμβολαιογράφο … Μ. Π. που δημοσιεύτηκε με το υπ' αριθ. … πρακτικό δημόσιας συνεδρίασης του Ειρηνοδικείου … και υπ' αριθ. … δημόσια διαθήκη του στον συμβολαιογράφο … Δ. Τ., που δημοσιεύτηκε με το υπ' αριθ. … πρακτικό δημόσιας συνεδρίασης του Ειρηνοδικείου …) η Ε. Θ. του Γ. (θυγατέρα του), ο Α.
Θ. του Γ. (υιός του) και η ανήλικη Σ.-Ρ. Θ. του Γ. (εγγονή του), εκπροσωπούμενη από τους γονείς της Α. Θ. του Γ. και Α. Π. του Γ.. Ο έτερος εκ διαθήκης κληρονόμος του Μ. Ν. του Σ. (εγγονός του), δεν δήλωσε παράσταση και συνέχιση της δίκης. Τέλος, απεβίωσε η τρίτη εναγομένη - εκκαλούσα Δ. Χ. του Κ., την … (υπ' αριθ. … ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιαρχείου …) και στη δικονομική της θέση υπεισήλθαν και συνέχισαν τη δίκη ως εκ διαθήκης κληρονόμοι της (από … ιδιόγραφη διαθήκη της που δημοσιεύτηκε με το υπ' αριθ.
… πρακτικό δημόσιας συνεδρίασης του Ειρηνοδικείου …) ο πρώτος εναγόμενος -εκκαλών Φ. Χ. (αδελφός της) και η Μ. Χ. του Δ. (ανιψιά της, κόρη του δεύτερου εναγομένου - εκκαλούντος αδελφού της Δ. Χ. του Κ.).
Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που περιέχονται στα ομοίου αριθμού με την εκκαλουμένη πρακτικά συνεδριάσεώς του, από τις συμπληρωματικές προς παροχή διασαφήσεων καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων Π. Τ. και Γ. Θ. (μεταγενεστέρως εκκαλούντος), καθώς και την χωρίς όρκο εξέταση των διαδίκων Φ.
Χ. του Δ. και Κ. Μ. του Ν. ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, που περιέχονται στα υπ' αριθ. … πρακτικά συνεδριάσεώς του, από την υπ' αριθ. … ένορκη βεβαίωση των Ν. Θ. του Α. και Μ. Ν. του Α. στον συμβολαιογράφο …Α. Γ., που δόθηκε με επιμέλεια των εναγομένων - εκκαλούντων, μετά από νομότυπη κλήτευση του (αρχικώς) ενάγοντος - εφεσιβλήτου (υπ' αριθ.
… έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Πρωτοδικείου … Χ. Σ.), την υπ' αριθ. … ένορκη βεβαίωση του Μ. Α. του Ζ. στην συμβολαιογράφο … Δ. Χ., που δόθηκε με επιμέλεια των εναγομένων - εκκαλούντων και των κληρονόμων της αποβιώσασας (αρχικώς) εναγομένης - εκκαλούσας Σ. Χ. του Κ., μετά από νομότυπη κλήτευση του κληρονόμου του αποβιώσαντος (αρχικώς) ενάγοντος - εφεσιβλήτου (υπ' αριθ.
… έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Πρωτοδικείου … Θ. Κ.), την υπ' αριθ. … ένορκη βεβαίωση του Ξ. Χ. του Ι. στην συμβολαιογράφο … Δ. Χ., που δόθηκε με επιμέλεια των εναγομένων - εκκαλούντων και των κληρονόμων της αποβιώσασας (αρχικώς) εναγομένης - εκκαλούσας Σ. Χ. του Κ., μετά από νομότυπη κλήτευση του κληρονόμου του αποβιώσαντος (αρχικώς) ενάγοντος - εφεσιβλήτου (υπ' αριθ.
… έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας Πρωτοδικείου …Α. Γ. και επισυναπτόμενες από … απόδειξη παραλαβής Αστυνομικού Τμήματος … και από … βεβαίωση αποστολής Κεντρικού Ταχυδρομικού Γραφείου Καρδίτσας), την υπ' αριθ. … ένορκη βεβαίωση του Γ. Κ. του Θ. στην συμβολαιογράφο …Α. Σ., που δόθηκε με επιμέλεια των εναγομένων - εκκαλούντων και των κληρονόμων της αποβιώσασας (αρχικώς) εναγομένης - εκκαλούσας Σ.
Χ. του Κ., μετά από νομότυπη κλήτευση του κληρονόμου του αποβιώσαντος (αρχικώς) ενάγοντος - εφεσιβλήτου (υπ' αριθ. … έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας Πρωτοδικείου …Α. Γ. και επισυναπτόμενες από … απόδειξη παραλαβής Αστυνομικού Τμήματος …και από … βεβαίωση αποστολής Κεντρικού Ταχυδρομικού Γραφείου …), την υπ' αριθ.
… ένορκη βεβαίωση του Α. Ζ. του Σ. στον συμβολαιογράφο … Β. Α., που δόθηκε με επιμέλεια των εναγομένων - εκκαλούντων και των κληρονόμων της αποβιώσασας (αρχικώς) εναγομένης - εκκαλούσας Σ. Χ. του Κ., μετά από νομότυπη κλήτευση του κληρονόμου του αποβιώσαντος (αρχικώς) ενάγοντος - εφεσιβλήτου (υπ' αριθ. … έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας Πρωτοδικείου … Α.
Γ.), και από την υπ' αριθ. … ένορκη βεβαίωση του Κ. Α. του Γ. στην συμβολαιογράφο … Α. Μ.-Τ., που δόθηκε με επιμέλεια του κληρονόμου του αποβιώσαντος (αρχικώς) ενάγοντος - εφεσιβλήτου, μετά από νομότυπη κλήτευση του πληρεξουσίου δικηγόρου και αντικλήτου των εναγομένων - εκκαλούντων και των κληρονόμων της αποβιώσασας (αρχικώς) εναγομένης - εκκαλούσας Σ.
Χ. του Κ. (υπ' αριθ. … έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Πρωτοδικείου …Ι. Π.), από όλα τα έγγραφα, που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι στο πρωτοβάθμιο και δευτεροβάθμιο δικαστήριο, από την υπ' αριθ. έκθ. κατ. … έκθεση πραγματογνωμοσύνης του διορισθέντος πραγματογνώμονα Ι. Δ., τοπογράφου μηχανικού, την υπ' αριθ.
έκθ. κατ. … έκθεση πραγματογνωμοσύνης του διορισθέντος πραγματογνώμονα Ν. Π., γεωπόνου και από την υπό ημερομηνία καταθέσεως … έκθεση πραγματογνωμοσύνης του διορισθέντος πραγματογνώμονα Χ. Κ., πολιτικού τοπογράφου μηχανικού αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Το επίδικο ακίνητο είναι ένα οικόπεδο, που κείται στο νομό … στην περιοχή … στη θέση "Π.
Η." και αποτελούσε ιδιοκτησία του Ζ. Μ., όπου διέμενε με την οικογένειά του στην επ' αυτού οικία, στην οποία διέμεναν στη συνέχεια οι κληρονόμοι του, μεταξύ δε αυτών και ο Α. Μ. του Δ., παππούς του αρχικώς ενάγοντος, μέχρι τον θάνατό του το έτος .. Έκτοτε ο υιός του Ν. Μ. του Α., πατέρας του αρχικώς ενάγοντος, μέχρι τον θάνατό του το έτος …, ήτοι για χρονικό διάστημα που υπερβαίνει την τριακονταετία (… - …) είχε στην φυσική του εξουσία το ακίνητο αυτό με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, δηλαδή με την ειλικρινή πεποίθηση ότι δεν προσβάλλει κατ' ουσία το δικαίωμα κυριότητας άλλου, συνεχώς και αδιαταράκτως, ενεργώντας τις προσιδιάζουσες στη φύση του εμφανείς υλικές διακατοχικές πράξεις.
Συγκεκριμένα χρησιμοποιούσε το κτίσμα ως οικία του ιδίου και της οικογένειάς του, καλλιεργούσε τον γύρω χώρο, φρόντιζε και επέβλεπε αυτό και έγινε έτσι κύριος με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, σύμφωνα με τις διατάξεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου. Μετά τον θάνατο το έτος … του πατέρα του, Ν.
Μ. του Α., κυρίου του επίδικου ακινήτου, υπεισήλθε με ανάμειξη στην κληρονομία του, που περιελάμβανε και το ακίνητο αυτό, ο υιός του Κ. Μ. του Ν., αρχικώς ενάγων, ο οποίος εξακολούθησε να ασκεί τη νομή αδιαταράκτως με διάνοια κυρίου και καλή πίστη μέχρι την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα, το έτος 1946 και στη συνέχεια με διάνοια κυρίου μέχρι το έτος ….
Η ορεινή και με μεγάλο υψόμετρο περιοχή της …, όπου κείται το επίδικο ακίνητο, το οποίο είναι ακάλυπτο, χέρσο και ακαλλιέργητο οικόπεδο, κατοικείται από αρχές Μαΐου έως και μέσα Νοεμβρίου, αφού οι δυσμενείς καιρικές συνθήκες (τακτική βροχόπτωση και χιονόπτωση) δεν ευνοούν την μόνιμη εγκατάσταση κατά τους υπόλοιπους μήνες του έτους.
Ο αρχικώς ενάγων, ενόψει της φύσης και της θέσης του επίδικου ακινήτου και λόγω του διαφορετικού τόπου κατοικίας και εργασίας του, στην Καρδίτσα, ασκούσε τη νομή με την, κατά καιρούς, προσωπική του παρουσία και επίβλεψη, συνήθως όμως με πληροφόρηση συγγενών και φίλων του από την ευρύτερη περιοχή, στους οποίους ανέθεσε να τον ενημερώνουν ανελλιπώς για την κατάσταση της εκεί ιδιοκτησίας του.
Με τον τρόπο αυτό εξακολουθούσε να έχει την εποπτεία και την δυνατότητα άσκησης φυσικής εξουσίας στο επίδικο ακίνητο, αυτοπροσώπως ή με αντιπροσώπους του, χωρίς να βρίσκεται σε διαρκή υλική και τοπική σχέση με αυτό. Εξάλλου, η νομή, που άπαξ έχει αποκτηθεί, εξακολουθεί να διατηρείται και χωρίς την συνεχή ενεργή παρουσία του νομέα, χωρίς δηλαδή να είναι ανάγκη να διατελεί αυτός διαρκώς σε σωματική επαφή προς το πράγμα, ούτε να είναι σε συνεχή εγρήγορση και να έχει αδιάκοπα κατευθυνόμενη τη διάνοια κυρίου προς αυτό (ΑΠ 948/2013, ΑΠ 388/2010).
Κατόπιν των ανωτέρω, αποδεικνύεται ότι ο αρχικώς ενάγων Κ. Μ. του Ν. έγινε κύριος του επίδικου ακινήτου, με (παράγωγο τρόπο) κληρονομική διαδοχή του πατέρα του Ν. Μ. του Α. και με (πρωτότυπο τρόπο) έκτακτη χρησικτησία, έχοντας ενεργή ανάμειξη στο ακίνητο, νεμόμενος αυτό με εμφανείς υλικές διακατοχικές πράξεις που αρμόζουν στη φύση αυτού για χρονικό διάστημα που υπερβαίνει την τριακονταετία και με συνυπολογισμό του χρόνου νομής του πατέρα του, στην άσκηση της οποίας τον διαδέχθηκε νομίμως κατά το έτος …, ήτοι τόσο κατά τις διατάξεις του Βυζαντινορωμαϊκού δικαίου μέχρι την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα (23-2-1946), όσο και κατά τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα, νεμόμενος το ακίνητο για χρονικό διάστημα που υπερβαίνει την εικοσαετία μέχρι το έτος … που προσβλήθηκε για πρώτη φορά το δικαίωμα κυριότητάς του από τους εναγομένους.
Ο αρχικώς ενάγων με την από … ιδιόγραφη διαθήκη του, που συντάχθηκε μετά την έγερση της αγωγής του κατά των εναγομένων, εγκατέστησε κληρονόμους του, μεταξύ των άλλων κληρονομιαίων ακινήτων και στο επίδικο, τον γιό του, Ν. Μ., δικηγόρο …και την σύζυγό του, Ε. Μ., κατά ποσοστό .. και … εξ αδιαιρέτου, αντίστοιχα.
Η ιδιόγραφη διαθήκη του δημοσιεύτηκε με το υπ' αριθ. … πρακτικό συνεδρίασης του Πρωτοδικείου … και οι ανωτέρω εκ διαθήκης κληρονόμοι του αρχικώς ενάγοντος αποδέχθηκαν την επαχθείσα κληρονομία του. με την υπ' αριθ. … μεταγραφείσα πράξη αποδοχής κληρονομίας στον συμβολαιογράφο … Η. Μ.. Ακολούθως, με το υπ' αριθ.
… μεταγραφέν συμβόλαιο της συμβολαιογράφου … Α. Μ., η Ε. Μ. μεταβίβασε, λόγω γονικής παροχής, το εκ διαθήκης κληρονομικό της μερίδιο στο επίδικο ακίνητο στον ήδη ενάγοντα, γιό της, παρακρατώντας εφ' όρου ζωής την επικαρπία.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι με το υπ' αριθ. … μεταγραφέν συμβόλαιο του συμβολαιογράφου …Α. Σ. ο δικαιοπάροχος των εναγομένων Κ. Χ. του Δ. απέκτησε με αγορά από τον Κ. Κ. του Α. μία ημιανώγεια οικία, αποτελούμενη από δύο δωμάτια μετά του υπογείου αυτής, κουζίνα, αποχωρητήριο, μετά της αυλής της και των λοιπών παραρτημάτων και παρακολουθημάτων αυτής, που συνορεύει, κατά την περιγραφή στο εν λόγω συμβόλαιο, με ιδιοκτησίες κληρονόμων Ζ.
Μ., Ν. Β., Ζ. Κ. και Α. Α.. Στον ανωτέρω πωλητή είχε περιέλθει το ακίνητο με το υπ' αριθ. … μεταγραφέν προικοσύμφωνο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου …Η. Κ., στο οποίο το ακίνητο περιγράφεται με όμοιο τρόπο και αναφέρονται οι ίδιοι ιδιοκτήτες των όμορων ακινήτων, μεταξύ των οποίων και οι κληρονόμοι του Ζ. Μ.. Ο πατέρας των εναγομένων, Κ.
Χ. του Δ., απεβίωσε την … και η σύζυγός του και μητέρα τους, Μ., μεταπεβίωσε την …, χωρίς να αφήσουν διαθήκη και υπεισήλθαν στην κληρονομιαία περιουσία τους με εξ αδιαθέτου κληρονομική διαδοχή και κατ' ισομοιρία τα τέσσερα τέκνα τους, ήτοι οι εναγόμενοι, Φ. και Δ. Χ. και οι αρχικώς εναγόμενες, Δ. και Σ. Χ., οι οποίοι συνέχισαν να κατοικούν στην οικογενειακή οικία κατά τους θερινούς μήνες.
Στα προαναφερόμενα συμβολαιογραφικά έγγραφα μεταβίβασης κυριότητας του ακινήτου των εναγομένων από τους δικαιοπαρόχους τους δεν αναγράφεται το εμβαδόν αυτού, το οποίο για πρώτη φορά προσδιορίζεται σε … τ.μ. στην υπ' αριθ. …. μεταγραφείσα δήλωσή τους αποδοχής κληρονομίας τους στη συμβολαιογράφο … Ι.
Μ. - Κ. και στο από Ιουλίου … τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Ι. Μ., που την συνοδεύει, όπου επίσης για πρώτη φορά αποτυπώθηκε το ακίνητό τους. Στην εν λόγω δήλωση αποδοχής περιγράφονται τα ίδια όρια του ακινήτου των εναγομένων με την προσθήκη, εκτός από το εμβαδόν του και ότι αυτό ήδη συνορεύει με ανώνυμη οδό και με κοινοτική έκταση, όπως περιγράφεται στο τοπογραφικό διάγραμμα, στο οποίο γίνεται μνεία από τον συντάκτη του ότι τα όρια του ακινήτου αποτυπώθηκαν μετά την σχετική υπόδειξη από τους ιδιοκτήτες, χωρίς να προκύπτει επιμέτρηση των πλευρικών διαστάσεων και ούτε υπάρχει αποτύπωση δένδρων ή περίφραξης αυτού.
Οι εναγόμενοι για πρώτη φορά το έτος … κατέλαβαν αυθαίρετα το ακίνητο του αρχικώς ενάγοντος και φύτεψαν έξι (6) κορομηλιές, μία (1) ακακία και δύο (2) ελάτες και αργότερα το έτος … τοποθέτησαν πρόχειρη περίφραξη με φράκτη από ξύλα, σιδηροποσσάλους και σίτα και με τον τρόπο αυτό απέβαλαν τον αρχικώς ενάγοντα από τη νομή του χωρίς δικαίωμα, ενώ γνώριζαν ότι το συνεχόμενο ακίνητό τους εκτείνεται μέχρι το ακίνητο ιδιοκτησίας του.
Εξάλλου, το συμβόλαιο αγοράς του δικαιοπαρόχου των εναγομένων του έτους …αναφέρει και την όμορη ιδιοκτησία των κληρονόμων Ζ. Μ., αλλά ομοίως την αναφέρει και η συμβολαιογραφική πράξη αποδοχής κληρονομίας των εναγομένων του έτους …. Στις πράξεις τους προέβησαν οι εναγόμενοι επωφελούμενοι από την έλλειψη καθορισμού του εμβαδού και των πλευρικών διαστάσεων του ακινήτου τους στα ανωτέρω συμβόλαια των δικαιοπαρόχων τους, από την απουσία του αρχικώς ενάγοντος και από την αντικειμενική δυσχέρεια μετάβασης αυτού στο ακίνητό του.
Κατά την δικαστική αντιδικία οι εναγόμενοι πρωτίστως υποστήριξαν ότι αυτός δεν έχει καταγωγή από την …, όπου δεν υπήρχε οικογένεια με το επώνυμό του ανάμεσα στους κατοίκους της, ενώ ο ίδιος είναι άγνωστος στην περιοχή και ουδέποτε εμφανίστηκε στο επίδικο ακίνητο. Παράλληλα, υποστήριξαν ότι ο Ζ. Μ. και οι κληρονόμοι του, που εμφανίζονται στα συμβολαιογραφικά έγγραφα ως όμοροι ιδιοκτήτες ακινήτου από τα δυτικά του ακινήτου τους, είναι πρόσωπα που δεν σχετίζονται με τον αρχικώς ενάγοντα, απλώς υπάρχει συνωνυμία, την οποία εκμεταλλεύτηκε και άσκησε αγωγή εναντίον τους, χωρίς καμία τεκμηρίωση για την πραγματική οικογένεια του αναφερόμενου όμορου ιδιοκτήτη.
Ωστόσο, αποδεικνύεται ότι ο απώτερος δικαιοπάροχος του αρχικώς ενάγοντος Α. Μ. του Δ., παππούς του, είχε συντάξει την υπ' αριθ. … δημόσια διαθήκη του στον συμβολαιογράφο … Θ. Τ., που δημοσιεύτηκε με το υπ' αριθ. … πρακτικό συνεδρίασης του Πρωτοδικείου …, με την οποία εγκατέστησε κληρονόμους του στην κινητή και ακίνητη περιουσία του (χωρίς απαρίθμηση των κληρονομιαίων στοιχείων) εξίσου την σύζυγό του και τους δύο υιούς του Ν.
Μ. του Α. και Δ. Μ. του Α., πατέρα και θείο του αρχικώς ενάγοντος, αντίστοιχα. Επιπλέον στο περιεχόμενό της εκδήλωσε ρητά την βούλησή του, στην περίπτωση που τα ανωτέρω δύο τέκνα του, Ν. και Δ., θα αποβίωναν χωρίς δικούς τους απογόνους, άκληροι, το σύνολο της περιουσίας του να περιέλθει, μετά την απελευθέρωση από τον ζυγό της πατρίδας του, …, στον δήμο …, οποτεδήποτε αυτός ήθελε συσταθεί.
Εξάλλου, ο Ζ. Μ. δεν αναφέρεται μόνο στα ανωτέρω συμβολαιογραφικά έγγραφα αλλά κατονομάζεται και από μάρτυρες σε δίκη επί της προγενέστερης από … (αριθ. κατ. …) διεκδικητικής ακινήτου αγωγής, που οι εναγόμενοι άσκησαν ως ενάγοντες κατά των όμορων από τα ανατολικά του ακινήτου τους ιδιοκτητών Α. Τ. του Β.
και της συζύγου του Σ. Α. του Α. ενώπιον του Ειρηνοδικείου …. Ακόμα και στο δικόγραφο της ανωτέρω αγωγής τους οι ίδιοι αναφέρουν ως όριο της ιδιοκτησίας τους, εκτός των άλλων και το ακίνητο των κληρονόμων Ζ. Μ.. Μάλιστα διατείνονται ότι ο αρχικώς ενάγων πληροφορήθηκε με αφορμή εκείνη την αντιδικία ότι κάποτε υπήρχε κάποιος Ζ.
Μ., που είχε οικόπεδο παραπλεύρως του δικού τους και επωφελήθηκε από την ευκαιρία, προκειμένου να το διεκδικήσει από αυτούς. Οι μάρτυρες από την πλευρά των εναγομένων, που κατάγονται από την περιοχή αυτή, αναφέρουν στις ένορκες βεβαιώσεις τους ότι η οικογένεια Μ. είναι άγνωστη στη … και ουδέποτε υπέπεσε στην αντίληψή τους η παρουσία του ενάγοντος ή άλλου συγγενικού του προσώπου στο επίδικο ακίνητο.
Σχετικά με το ίδιο ζήτημα ο μάρτυρας Π. Τ. (ανιψιός του αρχικώς ενάγοντος από εξαδέλφη) ανέφερε στην αρχική του κατάθεση ότι " ..... Το ακίνητό μας το επέβλεπαν συγγενείς μας όλα τα χρόνια. ..... " και στη συμπληρωματική ότι " .....Η μητέρα μου (Β. Μ.. του Δ.) έζησε και μέχρι το … το επέβλεπε. .....". Ο μάρτυρας Γ. Θ. (μεταγενεστέρως υπεισήλθε ως διάδικος στη δίκη) ανέφερε στην αρχική του κατάθεση ότι " ....
Ο φράχτης με τα δένδρα μεγάλης ηλικίας, 20ετίας και άνω, βρίσκεται στο ανατολικό τμήμα του οικοπέδου. Το επίδικο βρίσκεται προς δυσμάς" και στη συμπληρωματική ότι ".....Το όνομα Μ. δεν υπήρχε στη … Κάθε καλοκαίρι πηγαίνω. ..... Δεν αποκλείεται να υπάρχει οικόπεδο Μ., μπορεί να το πήρε ο δρόμος, αυτός δεν παρουσιάστηκε ποτέ στη …".
Στην προγενέστερη δίκη μεταξύ των εναγομένων και των προαναφερόμενων άλλων όμορων ιδιοκτητών η μάρτυρας Ι. Π. ανέφερε ότι " ..... Κατά το χρονικό διάστημα … στη … δεν ήρθα καθόλου. ..... Ενώ μετά το …έρχομαι τακτικά. ..... Το σπίτι του Ζ. Μ. ήταν εδώ παρακάτω. Ενώ το σπίτι του Ν. Β. και του Ζ. Κ. δεν γνωρίζω που ήταν.
Του Μ. το σπίτι δεν θυμάμαι που ήταν. ..... ". Στην ίδια εκείνη δίκη ο μάρτυρας Α. Λ. ανέφερε ότι " ..... Εγώ μένω εδώ δίπλα. ..... Οι Χ. ερχόταν συνέχεια ..... Εδώ στο σπίτι μένουν ο Ν. (Φ.) και ο Δ. Χ.. Έρχονται κάθε χρόνο από λίγες μέρες. ..... Του Ζ. Μ. το σπίτι ήταν εδώ μέσα. ..... Όταν ο (πατέρας) Χ. έκανε την αγορά από τον Γ. υπήρχαν τρία οικόπεδα, του Ν.
Β., του Ζ. Μ. και του Ζ. Κ., τα οποία σήμερα τα κατέχει ο Ν. Χ.. ..... Τα σπίτια του Ν. Β., του Ζ. Μ. και του Ζ. Κ. ήταν στην ίδια γραμμή και θυμάμαι τα ερείπια των σπιτιών τους. ..... Όταν ήρθα εγώ εδώ το … υπήρχαν πεσμένα ντουβάρια. ..... Δεν μπορώ να προσδιορίσω πού ακριβώς ήταν τα σπίτια του Ν. Β., του Ζ. Μ. και του Ζ. Κ.. Ούτε γνωρίζω πόσο απείχαν μεταξύ τους.
Εγώ βρήκα χαλάσματα". Περαιτέρω, ο πραγματογνώμονας Ι. Δ., τοπογράφος μηχανικός, που διορίστηκε από το δικαστήριο, αναφέρει στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης ότι πραγματοποίησε επιτόπια θεώρηση την … και … με την παρουσία των διαδίκων Ν. Μ.. και Φ. Χ., λαμβάνοντας υπόψη τις υποδείξεις τους, αξιολογώντας τα δεδομένα επί της επιφάνειας του εδάφους και διαπιστώνοντας ότι έχει αλλάξει ριζικά η μορφή του σε σχέση με τις υπάρχουσες φωτογραφίες του έτους …, ότι έχουν ανεγερθεί νέα κτίσματα και ότι δεν φαίνονται υπολείμματα ερειπίων, θεμελίων οικίας ή μανδρότοιχων.
Επίσης διευκρινίζει ότι δεν προκύπτει από τις αεροφωτογραφίες η ύπαρξη κτίσματος στο οικόπεδο του Ζ. Μ. κατά τα έτη … και μετά και ότι στις φωτογραφίες που του παρέδωσε ο Ν. Μ.. του Κ., φαίνονται ίχνη ερειπίων κατά το έτος λήψης τους …. Η έκθεση πραγματογνωμοσύνης του εν λόγω πραγματογνώμονα συνοδεύεται από τρία τοπογραφικά διαγράμματα και διατυπώνονται ισάριθμες εκδοχές για το ζήτημα που ορίστηκε να γνωμοδοτήσει.
Ο πραγματογνώμονας τελικώς καταλήγει στην άποψη υπό την τοπογραφική αποτύπωση του μεν επίδικου ακινήτου με τα περιμετρικά στοιχεία …,…,…,…,…,…,…, που έχει εμβαδόν … τ.μ., του δε όμορου ακινήτου των εναγομένων με τα περιμετρικά στοιχεία …, …, …, …, …, …, …, …, …, …, …, …, …, …, …, …, …, …, …, … που έχει εμβαδόν … τ.μ.
Ειδικότερα, κατά την γνωμοδότησή του το επίδικο ακίνητο έχει έκταση … τ.μ. και συνορεύει με ακίνητα δυτικά ιδιοκτησίας Π., πρώην Ν. Β. επί πλευράς Β,Σ μήκους … μ., βόρεια ιδιοκτησίας εναγομένων επί πλευράς Σ,Τ μήκους … μ., ανατολικά ιδιοκτησίας εναγομένων επί πλευράς Υ,Φ …μ. και νότια με κοινοτική οδό επί τεθλασμένης γραμμής …,…,… μήκους (…) … μ.
Η εν λόγω νέα πραγματογνωμοσύνη διατάχθηκε προκειμένου να διαπιστωθεί η θέση του επίδικου ακινήτου και του όμορου ακινήτου των εναγομένων και διενεργήθηκε από τον προαναφερόμενο πραγματογνώμονα το έτος …. Επίσης διενεργήθηκε και η πραγματογνωμοσύνη, που διατάχθηκε προκειμένου να γίνει η εφαρμογή του τίτλου κτήσεως του ακινήτου του δικαιοπαρόχου των εναγομένων.
Ο πραγματογνώμονας Χ. Κ., τοπογράφος πολιτικός μηχανικός με την από … έκθεσή του γνωμοδότησε ότι το επίδικο ακίνητο αποτελεί τμήμα του ακινήτου που αναφέρεται στο υπ' αριθ. … συμβόλαιο του δικαιοπαρόχου των εναγομένων. Η γνωμοδότηση αυτή του πραγματογνώμονα της αρχικής πραγματογνωμοσύνης δεν αποβάλλει την ισχύ της αλλά συνεκτιμάται από το δικαστήριο, διότι δεν καθίσταται ανεπίτρεπτο αποδεικτικό μέσο μετά την έκδοση απόφασης για νέα πραγματογνωμοσύνη, λόγω ανάγκης επέκτασής της σε συναφές θέμα.
Επίσης διατάχθηκε πραγματογνωμοσύνη φυτικού κεφαλαίου, που διενεργήθηκε το έτος … και σύμφωνα με την σχετική έκθεση του πραγματογνώμονα Ν. Π., γεωπόνου, διαπιστώθηκε ότι υπήρχαν μέσα στο επίδικο ακίνητο ελάτες και κορομηλιές ηλικίας … ετών. Ενόψει του χρόνου διενέργειας της πραγματογνωμοσύνης και της ηλικίας των δένδρων προκύπτει ότι είχαν φυτευθεί μετά το έτος …, ήτοι μέσα στο χρόνο κατάληψης του επίδικου ακινήτου.
Εξάλλου, αυτό ενισχύεται από τους μάρτυρες Ν. Θ. του Α. και Μ. Ν. του Α., οι οποίοι στην (κοινή) ένορκη βεβαίωσή τους, που έδωσαν το έτος …, κάνουν λόγο για ύπαρξη …έως … δένδρων στο δυτικό μέρος, όπου είναι το επίδικο, ηλικίας από … ετών, επίσης στο τοπογραφικό διάγραμμα της αρχικής πραγματογνωμοσύνης του έτους … γίνεται η επισημείωση ότι η απεικονιζόμενη ελάτη είναι ηλικίας … ετών, ενώ και στις φωτογραφίες, που έχουν ληφθεί από τον αρχικώς ενάγοντα Κ.
Μ. του Ν. το έτος …απεικονίζονται δένδρα νεαρής ηλικίας εντός του επίδικου ακινήτου.
Οι αρχικώς εναγόμενοι πρότειναν ένσταση ιδίας κυριότητας, ισχυριζόμενοι ότι ασκούσαν νομή στο επίδικο ακίνητο, δηλαδή είχαν την φυσική εξουσία και ενεργούσαν εμφανείς υλικές διακατοχικές πράξεις σε αυτό, το οποίο αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα του οικοπέδου που αγόρασε ο πατέρας τους Κ. Χ. του Δ. και περιλαμβάνεται στους τίτλους του έτους … οπότε και εγκαταστάθηκε ο δικαιοπάροχός τους στο ακίνητό του, κατοικώντας την οικία με την οικογένειά του, χρησιμοποιώντας την αυλή και την αποθήκη, σταυλίζοντας τα ζώα στον σταύλο, περιφράσσοντας και φυτεύοντας δένδρα.
Στη συνέχεια οι εναγόμενοι, μετά τον θάνατο των γονέων τους, τα έτη … του πατέρα τους και … της μητέρας τους, ασκούσαν με όμοιο τρόπο και με ανάλογες πράξεις συννομή στο επίδικο. Με τον τρόπο αυτό απέκτησαν (συγ)κυριότητα, κατά παράγωγο τρόπο, με εξ αδιαθέτου κληρονομική διαδοχή, αποδοχή της κληρονομίας και μεταγραφή της δήλωσης αποδοχής και κατά πρωτότυπο τρόπο με τα προσόντα της τακτικής, άλλως της έκτακτης χρησικτησίας κατά το Βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο και τον Αστικό Κώδικα.
Επίσης πρότειναν ένσταση παραγραφής (άρθρα 247, 249, 251, 1094 ΑΚ), λόγω παρέλευσης … και πλέον ετών από το έτος …της αδιάλειπτης και ανεπίληπτης νομής των ίδιων και των δικαιοπαρόχων τους μέχρι το έτος … της άσκησης της ένδικης διεκδικητικής αγωγής, με την οποία ο αρχικώς ενάγων άσκησε το επικαλούμενο δικαίωμα κυριότητας επί του επίδικου ακινήτου.
Από τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα δεν αποδείχθηκε ότι το επίδικο ακίνητο ήταν ενιαίο με το ακίνητο των εναγομένων, ότι έχουν τίτλο κτήσης κυριότητας και για το συνεχόμενο αυτό ακίνητο, ότι ασκούσε ο πατέρας τους μαζί με το ακίνητό του πράξεις νομής με διάνοια κυρίου και καλή πίστη από το έτος …, ούτε οι ίδιοι στη συνέχεια με διάνοια κυρίου από το έτος … μέχρι την άσκηση της κρινόμενης αγωγής.
Αντίθετα αποδείχθηκε ότι προέβησαν για πρώτη φορά το έτος …σε δενδροφύτευση και αργότερα το έτος … σε περίφραξη αυτού,, ενώ δεν άσκησαν σε προγενέστερο από το έτος … χρόνο και επί συνεχή εικοσαετία πράξεις νομής με διάνοια κυρίου σε αυτό. Επομένως, δεν αποδείχθηκε η κτήση κυριότητας των εναγομένων στο επίδικο ακίνητο, απορριπτομένης ως κατ' ουσία αβάσιμης της παραδεκτά προβληθείσας ένστασής τους, περί ιδίας κυριότητας, ως κατ' ουσία αβάσιμης.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η προσβολή του δικαιώματος του αρχικώς ενάγοντος έλαβε χώρα το έτος …, οπότε οι αρχικώς εναγόμενοι εξεδήλωσαν έμπρακτα ότι δεν τον αναγνωρίζουν κύριο του επίδικου ακινήτου και τον απέβαλαν παράνομα από τη νομή του. Επομένως, ενόψει του χρόνου ασκήσεως της κρινόμενης διεκδικητικής ακινήτου αγωγής το έτος … (εκθέσεις επίδοσης υπ' αριθ.
…, …, … του δικαστικού επιμελητή … Σ. Σ. και … του δικαστικού επιμελητή … Δ. Τ.), δεν είχε συμπληρωθεί ο χρόνος παραγραφής αυτής, απορριπτομένης ως κατ' ουσία αβάσιμης της παραδεκτά προβληθείσας ένστασής τους, περί παραγραφής της αγωγής, ως κατ' ουσία αβάσιμης. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που έκρινε ομοίως, με την ίδια, κατά κύριο λόγο, αιτιολογία, συμπληρούμενη με αυτή της παρούσας και απέρριψε τις ενστάσεις των αρχικώς εναγομένων περί ιδίας κυριότητας στο επίδικο ακίνητο και παραγραφής του δικαιώματος κυριότητας, για το οποίο ο αρχικώς ενάγων άσκησε την διεκδικητική ακινήτου αγωγή του, δεν έσφαλε, αλλά ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερόμενες διατάξεις, επομένως ο τέταρτος (τελευταίος) λόγος της έφεσης, που υποστηρίζει τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Με βάση τα ανωτέρω αποδειχθέντα, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφασή του δέχθηκε την σύνδεση του αρχικώς ενάγοντος με το επίδικο ακίνητο, την κτήση της επ' αυτού κυριότητάς του κατά τρόπο παράγωγο (κληρονομική διαδοχή) και πρωτότυπο (έκτακτη χρησικτησία) και την προσβολή της κυριότητάς του από τους αρχικώς εναγομένους, δεν έσφαλε αλλά ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις.
Όμως έσφαλε ως προς την έκταση του επίδικου ακινήτου και δέχθηκε εν όλω την αγωγή, επομένως είναι εν μέρει βάσιμος ο δεύτερος λόγος της έφεσης για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων. Κατ' ακολουθία, η έφεση πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσία, να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση, και, αφού κρατηθεί η υπόθεση και δικασθεί από το δικαστήριο αυτό, πρέπει η αγωγή, να γίνει δεκτή εν μέρει ως κατ' ουσία βάσιμη, να αναγνωριστεί κύριος του επίδικου οικοπέδου ο αρχικώς ενάγων, στην δικονομική θέση του οποίου υπεισήλθε ο καθολικός του διάδικος, να υποχρεωθούν δε οι δύο πρώτοι εναγόμενοι και οι καθολικοί διάδοχοι των λοιπών εναγομένων, που υπεισήλθαν στην δικονομική τους θέση, να του το αποδώσουν.
Τα δικαστικά έξοδα του ενάγοντος - εφεσιβλήτου για αμφότερους τους βαθμούς δικαιοδοσίας πρέπει να επιβληθούν εν μέρει σε βάρος των εναγομένων - εκκαλούντων, λόγω της εν μέρει νίκης και ήττας των διαδίκων (άρθρα 178 παρ. 1, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων.
Δέχεται τυπικά και κατ' ουσία την από ….(αριθ. εκθ. κατ. …) έφεση κατά της υπ' αριθ. 10/1994 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Γρεβενών, που απευθύνεται ενώπιον του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας.
Εξαφανίζει την εκκαλούμενη απόφαση. Κρατεί την υπόθεση και δικάζει, κατά την τακτική διαδικασία, επί της από … (αριθ. εκθ. κατ. …) διεκδικητικής αγωγής, που απευθύνεται ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Γρεβενών.
Δέχεται εν μέρει την αγωγή.
Αναγνωρίζει τον αρχικώς ενάγοντα - εφεσίβλητο Κ. Μ. του Ν., στη δικονομική θέση του οποίου υπεισήλθε, ως κληρονόμος του, ο Ν. Μ.. του Κ., κύριο ενός οικοπέδου, εμβαδού … τ.μ. που κείται στα … στην περιοχή … στη θέση Π. Η., όπως αποτυπώνεται στο από τοπογραφικό διάγραμμα του πραγματογνώμονα Ι. Δ., τοπογράφου μηχανικού υπό τα περιμετρικά στοιχεία …,…,…,…,…,…,…, το οποίο συνορεύει δυτικά με ακίνητο ιδιοκτησίας Π. επί πλευράς …,… μήκους … μ., βόρεια με ακίνητο ιδιοκτησίας των εναγομένων επί πλευράς μήκους …,… … μ., βορειοανατολικά με ακίνητο ιδιοκτησίας των εναγομένων επί πλευράς μήκους … μ. και νότια με κοινοτική οδό, επί τεθλασμένης γραμμής μήκους (… μ…) … μ.
Υποχρεώνει τον πρώτο εναγόμενο - εκκαλούντα Φ. Χ. του Κ., τον δεύτερο εναγόμενο - εκκαλούντα Δ. Χ. του Κ., τον Α. Θ. του Γ., την Ε. Θ. του Γ. και την ανήλικη Σ.-Ρ. Θ. του Α., εκπροσωπούμενη από τους γονείς της Α. Θ. του Γ. και Α. Π. του Γ., που υπεισήλθαν στη δικονομική θέση της αρχικώς τρίτης εναγομένης - εκκαλούσας Δ. Χ. του Κ., ως κληρονόμοι της, καθώς και τον Φ. Χ. του Κ. (πρώτο εναγόμενο) και την Μ.. Χ. του Δ. (θυγατέρα του δεύτερου εναγομένου), που υπεισήλθαν στη δικονομική θέση της αρχικώς τέταρτης εναγομένης - εκαλούσας Σ. Χ. του Κ., ως κληρονόμοι της, να αποδώσουν στον Ν. Μ. του Κ., που υπεισήλθε στη δικονομική θέση του Κ. Μ. του Ν., ως κληρονόμος του, το επίδικο ακίνητο, το οποίο περιγράφεται στην προηγούμενη διάταξη της παρούσας. Επιβάλλει στους πρώτο και δεύτερο εναγομένους - εκκαλούντες και στους υπεισελθόντες στη δικονομική θέση των θανουσών τρίτης και τέταρτης αρχικώς εναγομένων - εκκαλουσών, ως κληρονόμοι τους, ένα μέρος από τα δικαστικά έξοδα του υπεισελθόντος στην δικονομική θέση του θανόντος αρχικώς ενάγοντος - εφεσιβλήτου, ως κληρονόμος του, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες ευρώ (2.000 €).
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Απριλίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 25 Απριλίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ