Legislator Case Law & Legislation
628/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on grounds that lower court properly evaluated evidence without error.

Case Number 628/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's judgment awarding services fees to the respondent. The appellant argued the appellate court ignored specific documents proving the services were rendered only until 2004, but the court found the lower court had considered all submitted evidence. The court ruled that the appellate court's general reference to all documents and its specific mention of the 2009 certificate constituted proper evaluation, making the appeal inadmissible.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 561 of the Code of Civil Procedure: An appeal based on the failure to consider evidence is inadmissible if the lower court explicitly states it considered all documents and the appellant's specific evidence is mentioned in the reasoning, as the court's evaluation of evidence is not subject to appellate review.

Keywords

AI generated
appeal admissibility evaluation of evidence lower court discretion appellate review scope service fees dispute document consideration civil procedure code

Cited Legislation

AI generated
Article 559, paragraph 1, item 11 of the Code of Civil Procedure
Article 561, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 561, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 495, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 765/2014
Supreme Court Case 1047/2018
Supreme Court Case 569/2017
Supreme Court Case 967/2015
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 628 / 2023 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 628/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Κατσιάνη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Ασημίνα Υφαντή, Στέφανο - Σπυρίδωνα Πανταζόπουλο - Εισηγητή, Γεώργιο Παπαγεωργίου και Κορνηλία Πανούτσου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Μαρτίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στον Δήμο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευτύχιο-Δημήτριο Καλαμίδα και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ε. Α. του Α., συζύγου Π. Γ., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σταύρο Ξανθάκο και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23/7/2010 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1652/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3778/2017 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 6/12/2017 αίτησή της. Με την υπ' αριθμ. 37/2022 Πράξη του Προέδρου του Α1' Πολιτικού Τμήματος, ορίστηκε, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 307 του ΚΠολΔ, η δικάσιμος, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Νόμιμα φέρεται προς περαιτέρω συζήτηση για τη σημερινή δικάσιμο η από 6-12-2017 αίτηση αναίρεσης της αναιρεσείουσας ύστερα από την υπ' αριθμ. 37/2022 πράξη του Προέδρου του τμήματος λόγω επανασυζήτησης κατ' εφαρμογή του άρθρου 307 ΚΠολΔ. Υπόκειται προς κρίση η από 6-12-2027 αίτηση για αναίρεση της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθμ. 3778/2017 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Με την προσβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκε η από 23-5-2013 έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθμ. 1652/2013 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία είχε δεχθεί εν μέρει ως κατ' ουσία βάσιμη την από 7-9-2010 αγωγή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης και είχε υποχρεώσει την πρώτη να καταβάλει στην δεύτερη το συνολικό ποσό των 37.456,58 ευρώ με το νόμιμο τόκο ως αμοιβή για την παροχή ανεξάρτητων υπηρεσιών και λόγω αδικαιολόγητου πλουτισμού κατά τα εκεί αναφερόμενα πραγματικά περιστατικά. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ), και πρέπει να εξεταστεί το παραδεκτό και το βάσιμο των ως άνω λόγων.

Η νομική ανεπάρκεια των αναφερομένων στην αγωγή πραγματικών περιστατικών, σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωσή της, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή, αρκούμενο σε λιγότερα στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος, ή ως αόριστη, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή της περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος (ΟλΑΠ 18/1998, ΑΠ 1967/2006).

Αντίθετα, η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών, που θεμελιώνουν το ασκούμενο με την αγωγή ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου, χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής και ελέγχονται και οι δύο αναιρετικά με τους λόγους από τους αριθ. 8 και 14 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 1573/1981, ΑΠ 1452/2007, ΑΠ 963/2006).

Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σ' αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για την στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη.

Για να ιδρύεται πάντως ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης πρέπει ο σχετικός με την ποιοτική ή ποσοτική αοριστία ισχυρισμός, ο οποίος δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται αυτό στην αίτηση αναίρεσης. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αρ. 4 και 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής (ή προκειμένου περί ένστασης κατ'άρθρο 262 ΚΠολΔ) πρέπει να περιέχει, σαφή έκθεση των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση αυτής από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα.

Η έκθεση δε στο δικόγραφο της αγωγής των πραγματικών περιστατικών, τα οποία πρέπει να είναι όσα είναι νομικώς ικανά και αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος, η προστασία του οποίου ζητείται, πρέπει να γίνεται με τέτοια σαφήνεια, ώστε να εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης (ΟλΑΠ 10/2011, 7/2006, 4/2005).

Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27 και 28/1998).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΑΠ 155/2016, ΑΠ 495/2013).

Εξ άλλου, κατά το άρθρο 23α του Ν.2190/1920, που προστέθηκε στο ν. 2190/1920 με το άρθρο 4 του ν.5076/1931, αντικαταστάθηκε από το άρθρο 10 του ν.δ. 4237/1962 και τροποποιήθηκε με το άρθρο 24 του π.δ. 409/1986 και το άρθρο 2 του π.δ.498/1987, ορίζει, ότι: "1. Δάνεια της Εταιρίας προς ιδρυτές, μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου, Γενικούς Διευθυντές ή Διευθυντές αυτής, συγγενείς αυτών μέχρι και του τρίτου βαθμού, εξ αίματος ή εξ αγχιστείας συμπεριλαμβανομένων ή συζύγου των ανωτέρω ως και παροχή πιστώσεων προς αυτούς καθ' οιονδήποτε τρόπον, ή παροχή εγγυήσεως υπέρ αυτών προς τρίτους, απαγορεύονται απολύτως και είναι άκυρα.

Επίσης δάνεια της Εταιρίας σε τρίτους, καθώς και η παροχή πιστώσεων σε αυτούς με οποιονδήποτε τρόπο ή παροχή εγγυήσεων υπέρ αυτών με σκοπό την απόκτηση από αυτούς μετοχών της εταιρείας απαγορεύονται απολύτως και είναι άκυρα.2. Οποιεσδήποτε άλλες συμβάσεις της Εταιρίας μετά των άνω προσώπων είναι άκυρες, χωρίς προηγούμενη ειδική έγκριση αυτών από την Γενική Συνέλευση μετόχων.

Η έγκριση δεν παρέχεται, αν στην απόφαση αντιτάχθηκαν μέτοχοι εκπροσωπούντες τουλάχιστον το 1 /3 του στη συνέλευση εκπροσωπουμένου μετοχικού κεφαλαίου. Η απαγόρευση αυτή δεν ισχύει προκειμένου περί σύμβασης μη εξερχομένης των ορίων της τρέχουσας συναλλαγής της εταιρίας μετά των πελατών της...". Περαιτέρω, στο άρθρο 24 του ν. 2190/1920, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 11 του Ν.4237/1962 ορίζεται: "1.

Πάσα επί των κερδών χορηγουμένη εις μέλη του διοικητικού Συμβουλίου αμοιβή, δέον να λαμβάνεται εκ του απομείναντος υπολοίπου των καθαρών κερδών μετά την αφαίρεση των κρατήσεων για τακτικό αποθεματικό και του απαιτουμένου ποσού προς διανομή του πρώτου μερίσματος υπέρ των κατόχων, ίσου τουλάχιστον προς 6% επί του καταβεβλημένου εταιρικού κεφαλαίου. 2.

Πάσα ετέρα μη καθοριζομένη κατά ποσόν υπό του καταστατικού, χορηγουμένη δε εξ οιουδήποτε λόγου σε σύμβουλο αμοιβή ή αποζημίωση θεωρείται βαρύνουσα την εταιρία, μόνον εάν εγκριθεί με ειδική απόφαση της τακτικής γενικής συνέλευσης. Αύτη δύναται να μειωθεί από το Δικαστήριο, εάν κατ' αγαθή κρίση είναι υπέρογκη και αντιτάχθηκαν μέτοχοι εκπροσωπούντες το 1/10 του εταιρικού κεφαλαίου. 3.

Η διάταξη της προηγουμένης παραγράφου δεν εφαρμόζεται προκειμένου περί αμοιβών οφειλομένων εις μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου για υπηρεσίες αυτών, που παρείχαν στην εταιρία επί τη βάσει ειδικής σχέσης μίσθωσης εργασίας ή εντολής". Από τις ανωτέρω διατάξεις και ιδίως του άρθρου 23α του Ν.2190/1920 σε συνδυασμό με εκείνα των άρθρων 180 και 183 Α.Κ., προκύπτει, ότι:

α) η μεταξύ ανώνυμης εταιρίας και μέλους του Διοικητικού αυτής συμβουλίου συναπτόμενη σύμβαση και επομένως και αυτή της μίσθωσης εργασίας ή της έμμισθης εντολής, εφόσον εξέρχεται από τα όρια της τρέχουσας συναλλαγής, πρέπει να υποβληθεί, με ποινή ακυρότητας, σε προηγούμενη έγκριση, δηλαδή άδεια της γενικής συνέλευσης, η οποία συμπληρώνει την εξουσία του Διοικητικού Συμβουλίου, β) την ελλείπουσα άδεια της συνέλευσης δεν αποκαθιστά η εκ των υστέρων έγκριση, η οποία θεραπεύει την ακυρότητα της σύμβασης, αλλά ισχύει, κατ' άρθρο 183 Α.Κ., ως νέα κατάρτιση αυτής και με την προϋπόθεση, ότι τηρήθηκαν οι κατά νόμο απαιτούμενοι όροι για την απαρχής κατάρτισή της.

Το άρθρο 23α παρ.2 του Ν.2190/1920 εξαιρεί από τους ανωτέρω περιορισμούς τις συμβάσεις, που δεν εξέρχονται από τα όρια της τρέχουσας συναλλαγής της εταιρίας με τους πελάτες της. Το κριτήριο υπαγωγής μιας σύμβασης στην έννοια της τρέχουσας συναλλαγής της εταιρίας είναι το γεγονός, ότι αυτή η σύμβαση κατά μεν το αντικείμενο της εμπίπτει στις καθημερινές δραστηριότητες της εταιρίας και κατά το περιεχόμενό της είναι σύμφωνη με τους όρους των συμβάσεων τις οποίες καταρτίζει η εταιρία με τους συναλλασσόμενους.

Σημειώνεται ότι η σχετική διατύπωση του νομοθέτη (περί της εκτός των ορίων τρέχουσας συναλλαγής με τους πελάτες) αποτυπώνει το συνήθως συμβαίνον, την περίπτωση δηλ. κατά την οποία τα ανωτέρω πρόσωπα (μέλη του δ.σ. της α.ε. κλπ.) συνάπτουν συμβάσεις ως πελάτες της εταιρίας οπότε, για να μην απαιτείται ειδική προηγούμενη έγκριση της Γ.Σ.

θα πρέπει η σχετική σύμβαση να εμπίπτει στις καθημερινές δραστηριότητες της εταιρίας και το περιεχόμενο αυτών ως προς τους επιμέρους όρους να μην εξέρχεται των ορίων των όρων, που ισχύουν και για τους τρίτους πελάτες σε ανάλογες συμβάσεις. Αφορά, επομένως, η εν λόγω διάταξη, εκτός από το ανωτέρω συνήθως συμβαίνον και τις συμβάσεις, που συνάπτουν τα ανωτέρω πρόσωπα (μέλη του δ.σ.

κλπ.) με την εταιρία με αντικείμενο παροχή υπηρεσιών προς την τελευταία έναντι αμοιβών. Έτσι αν η σχετική σύμβαση είναι αναγκαία για την καθημερινή λειτουργία της εταιρίας (εντός δηλ. των ανωτέρω ορίων) και οι όροι της ανάλογοι με αυτούς, που θα ίσχυαν, αν η σχετική σύμβαση (λ.χ. παροχής υπηρεσιών) συνάπτονταν με οποιοδήποτε τρίτο πρόσωπο, θεωρείται ότι είναι σύμβαση, που δεν εξέρχεται των ορίων της τρέχουσας συναλλαγής και επομένως δεν απαιτείται για την περίπτωση αυτή ειδική έγκριση (άδεια δηλ.

για την κατάρτισή της). Η διάταξη, περαιτέρω, της παρ.3 του άρθρου 24 δεν εισάγει εξαίρεση στον κανόνα του άρθρου 23α του Ν.2190/1920, αλλ' αφορά στους υπαλλήλους της εταιρίας, που είχαν προσληφθεί πριν από την εκλογή τους ως συμβούλων ώστε να αξιοποιηθούν ικανά και με πείρα στελέχη της εταιρίας με τη συμμετοχή τους στο Διοικητικό Συμβούλιο (ΑΠ 791/2015, ΑΠ 151/2005).

Στην προκείμενη περίπτωση από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι η αναιρεσίβλητη-ενάγουσα άσκησε κατά της αναιρεσείουσας-εναγομένης την από 23-7-2010 αγωγή της με την οποίαν ζήτησε να υποχρεωθεί η τελευταία να της καταβάλει το ποσό των 30.523,19 ευρώ ως αμοιβή της από σύμβαση παροχής ανεξάρτητων (φοροτεχνικών και λογιστικών) υπηρεσιών και το ποσό των 7456,86 ευρώ λόγω αδικαιολογήτου πλουτισμού.

Η αγωγή αυτή έγινε εν μέρει κατ' ουσία βάσιμη με την υπ' αριθμ. 1652/2013 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία υποχρέωσε την εναγόμενη να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των 37.456,58 (30.000 + 7456,58) ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής για τις ως άνω αιτίες. Ασκηθείσας έφεσης από την εναγόμενη, το Εφετείο με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του, όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπησή της, δέχθηκε τα εξής κατά το αναιρετικώς ενδιαφέρον σκέλος της ως προς την επικαλούμενη από την αναιρεσείουσα αοριστία της ως άνω ένδικης αγωγής μεταξύ των διαδίκων "...αναγράφονται όλα τα απαραίτητα για το ορισμένο αυτής στοιχεία και ειδικότερα, αναφορικά με το πρώτο σκέλος του, η αναφορά της ιδιότητας της ενάγουσας ως μέλους του Δ.Σ της εναγομένης, η ειδική σύμβαση ανεξάρτητων υπηρεσιών, που συνήψε με την εναγομένη στις 30-6-2001, η ειδική έγκριση της σύμβασης αυτής με τις αναφερόμενες αποφάσεις της Γ.Σ της εναγομένης για κάθε έτος παροχής των υπηρεσιών της, αλλά και το αντικείμενο των υπηρεσιών, που παρείχε, χωρίς να αποτελεί στοιχείο της αγωγής για καταβολή αμοιβής από σύμβαση ανεξάρτητων υπηρεσιών ο τρόπος και ο χρόνος παροχής των υπηρεσιών αυτών, ενόψει και της μη αμφισβήτησης από την εναγομένη του είδους της καταρτισθείσας σύμβασης...".

Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο και έκρινε την αγωγή ως ορισμένη και ειδικότερα ότι αυτή περιέχει όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά τις προαναφερθείσες διατάξεις, δίχως να απαιτείται για το ορισμένο της η αναφορά σ' αυτή των επικαλούμενων από την αναιρεσείουσα ειδικότερων και αναλυτικότερων παρασχεθεισών από την αναιρεσίβλητη υπηρεσιών, ουδόλως έσφαλε, τα αντίθετα δε υποστηριζόμενα από την αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο αναίρεσης από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμα και απορριπτέα.

Στη συνέχεια ως προς την ουσία της υπόθεσης η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε τα εξής: "Με το με αριθμ. ... συμβόλαιο σύστασης της συμβολαιογράφου Αθηνών Διονυσίας Κοσμοπούλου - Παπά, που δημοσιεύθηκε νόμιμα, συστήθηκε Εταιρεία Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "...". Ιδρυτές και εταίροι της εν λόγω εταιρίας ήταν η ενάγουσα με 200 εταιρικά μερίδια, ο Σ.

Π. με 600 εταιρικά μερίδια, ο Ε. Π. με 100 εταιρικά μερίδια και ο Δ. Τ. επίσης με 100 εταιρικά μερίδια. Περαιτέρω, με το με αριθμ. ... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Ελένης Χατζή, που νομίμως δημοσιεύθηκε (ΦΕΚ 10288/22-12-1999) η ανωτέρω Ε.Π.Ε. μετατράπηκε στην εναγομένη ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "...". Η ενάγουσα, η οποία είναι λογίστρια, υπήρξε ένα από τα ιδρυτικά μέλη της ανωτέρω ανώνυμης εταιρίας (εναγομένης), καθώς και μέλος του Δ.Σ.

αυτής από τις 30-6-2000 μέχρι τις 13-10-2005, ενώ μέχρι σήμερα εξακολουθεί να είναι μέτοχος της εναγομένης με ποσοστό συμμετοχής 5,12% κατέχοντας 17.000 μετοχές επί συνόλου 331.818 μετοχών (βλ. το με αριθμ φύλλου 1062/9-2-2009 ΦΕΚ ΑΕ και ΕΠΕ). Ο σκοπός της εναγομένης εταιρίας συνίσταται στην εμπορία, διάθεση, και τεχνική διαμόρφωση εξοπλισμού πληροφορικής, όπως κατά τα λοιπά ο σκοπός αυτός εξειδικεύεται διεξοδικά στο άρθρο 2 του καταστατικού της εταιρίας.

Στο άρθρο 21 του καταστατικού της επαναλαμβάνονται ουσιαστικά οι γενικοί ορισμοί των άρθρων 23α και 24 ν. 2190/1920, όπως έχουν ανωτέρω αναφερθεί (περί ειδικής έγκρισης των αμοιβών των μελών του Δ.Σ. από τη Γ.Σ. επί συμβάσεων μίσθωσης εργασίας ή εντολής ). Σε εφαρμογή του ως άνω άρθρου του καταστατικού η εναγομένη Α.Ε κατά την τακτική γενική συνέλευση των μετόχων της, στις 30- 6-2000, αποφάσισε, ειδικώς, δίδοντας τη σχετική άδεια..., την κατάρτιση σύμβασης παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών αόριστης διάρκειας (άτυπης σύμβασης) μεταξύ αυτής και των μελών του Δ.Σ, δηλαδή της ενάγουσας, αλλά και του Δ.

Τ. και Σ. Π.. Το αντικείμενο των εργασιών, που θα παρείχε η ενάγουσα ήταν η φοροτεχνική-λογιστική υποστήριξη-κοστολόγηση της εναγομένης με μηνιαία αμοιβή 875.000 δρχ., ενώ στην ίδια συνέλευση δόθηκε η ειδική εντολή και πληρεξουσιότητα στο μέλος του Δ.Σ Κ. Λ. να εκπροσωπήσει την εναγομένη στην υπογραφή των τριών αυτών ξεχωριστών συμβάσεων παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών.

Συγκεκριμένα η ενάγουσα ανέλαβε την υποχρέωση να τηρεί τα λογιστικά βιβλία της εταιρίας, να καταχωρεί τις σχετικές εμπορικές συναλλαγές της τελευταίας, τα λογιστικά παραστατικά στοιχεία αυτής, την κοστολόγηση των τμημάτων της εταιρίας και τη φοροτεχνική υποστήριξη αυτής, καθώς και κάθε άλλη εν γένει συναφή λογιστικής φύσης εργασία, ενώ δεν ήταν υποχρεωμένη να τηρεί ωράριο εργασίας, ούτε τελούσε υπό τις εντολές τρίτων προσώπων ως προς τον χρόνο και τον τόπο παροχής των υπηρεσιών της.

Η ανωτέρω, ανά μήνα καταβαλλόμενη αμοιβή της ενάγουσας ίσχυσε από 30-6-2000 έως 29-6- 2001, καθώς η ενάγουσα υπέβαλε δήλωση έναρξης εργασιών ως ελεύθερη επαγγελματίας με αντικείμενο δραστηριότητας λογιστικές εργασίες στις 15-5-2000..., απορριπτομένου ως αναπόδεικτου του ισχυρισμού της εναγομένης ότι η ενάγουσα εισέπραξε ως αμοιβή το ποσό των 2.701.200 δρχ ή 7.927,22 ευρώ για το διάστημα από 9-3-2000 έως 22-4-2000, χωρίς να εκδώσει κανένα παραστατικό.

Στη συνέχεια η ίδια Γενική Συνέλευση, στις 30-6-2001, αποφάσισε και ενέκρινε ειδικώς, την κατάρτιση σύμβαση παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών αόριστης διάρκειας μεταξύ αυτής και της ενάγουσας και με το ίδιο ως άνω περιεχόμενο, ενσωματώνοντας μάλιστα και τη σχετική σύμβαση στο σχετικό πρακτικό, που συντάχθηκε, έναντι της καταβολής προς αυτήν μηνιαίας αμοιβής 999.583 δρχ.

Ακόμη η ίδια Γ.Σ ενέκρινε ομόφωνα και ειδικά την αναδρομική ισχύ της σύμβασης παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών, που προσφέρθηκαν στην πράξη από την ενάγουσα από 1-1-2001 μέχρι 30-6-2001 (ημερομηνία κατάρτισης της σύμβασης ανεξάρτητων υπηρεσιών). Η Γ.Σ. των μετόχων της εταιρίας αποφάσισε περαιτέρω: α) στις 30-6-2002 την αύξηση της αμοιβής της ενάγουσας αναδρομικά από 1-1- 2002 σε 3.379,36 ευρώ για την παροχή των άνω υπηρεσιών της, β) στις 27- 6-2003 την αναδρομική από 1-1- 2003 αύξηση της μηνιαίας αμοιβής της σε 3.833,34 ευρώ, γ) στις 14-6-2004 την αναδρομική από 1- 1-2004 αύξηση της μηνιαίας αμοιβής της σε 3.940,42 ευρώ και δ) στις 24-6-2005 την αναδρομική από 1-1-2005 και για όλο το έτος 2005 μείωση της μηνιαίας αμοιβής της ενάγουσας στο ποσό των 2.500 ευρώ.

Πρέπει να σημειωθεί ότι παρόμοιες αποφάσεις έλαβε η γενική συνέλευση και για τα ως άνω αναφερόμενα δύο μέλη του Δ.Σ. της εναγομένης με διαφορετικό όμως αντικείμενο εργασιών. Επομένως, τόσο η σύμβαση παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών αόριστης διάρκειας με το ανωτέρω περιεχόμενο της ενάγουσας, όσο και η συμφωνηθείσα αμοιβή της εγκρίθηκαν, σε κάθε περίπτωση, ειδικώς και νομότυπα από τη Γ.Σ.

των μετόχων της εταιρίας, η οποία παρέσχε κατά τον τρόπο αυτό την απαιτούμενη άδεια, σύμφωνα με τα οριζόμενα από τις διατάξεις των άρθρων 23° και 24 Ν. 2190/1920, αλλά και του καταστατικού της εταιρίας. Ειδικότερα και αναφορικά για το διάστημα παροχής της εργασίας της ενάγουσας από 1-1-2001 μέχρι 30-6-2001, σύμβασης, η εναγομένη με τον πέμπτο λόγο της έφεσής της ισχυρίζεται ότι η σύμβαση της ενάγουσας για το έτος 2000 και μέχρι τις 29-6-2001 ήταν άκυρη, αφού δεν είχε εγκριθεί ειδικώς πριν την κατάρτισή της από την Γ.Σ, σύμφωνα με το άρθρο 23Α του ν. 2190/1920 και σε κάθε περίπτωση δεν ενέπιπταν στην έννοια των τρεχουσών συναλλαγών της εταιρίας, ώστε να μην απαιτείται ειδική άδεια...

Από τα παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία και συγκεκριμένα από το πρακτικό της Γ.Σ της 30-6-2000 προκύπτει ότι εγκρίθηκε η κατάρτιση της επίδικης σύμβασης παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών αόριστης διάρκειας με την ενάγουσα με αντικείμενο την φοροτεχνική-λογιστική υποστήριξη-κοστολόγηση της εναγομένης με μηνιαία αμοιβή 875.000 δρχ., η οποία είναι άτυπη σύμβαση και δεν απαιτείται η έγγραφη κατάρτισή της, η οποία στη συνέχεια καταρτίστηκε.

Σε κάθε δε περίπτωση, τέτοια άδεια δεν απαιτούνταν, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, διότι η συγκεκριμένη αυτή σύμβαση δεν εξέρχεται των ορίων των τρεχουσών συναλλαγών της εταιρίας, αφού η συγκεκριμένη παροχή υπηρεσιών είναι συνήθης για τον κύκλο εργασιών κάθε εταιρίας, η οποία ήταν σύνηθες να καταρτίσει σύμβαση για την λογιστική υποστήριξή της με τρίτα πρόσωπα και με όρους (ως προς το ύψος της αμοιβής, τον ειδικότερο καταμερισμό των λογιστικών εργασιών κάθε εργαζομένου), που θα συμφωνούνταν μεταξύ τους".

Με αυτά που δέχθηκε και έκρινε το Εφετείο και ειδικότερα ότι η συναφθείσα σύμβαση ανεξάρτητων υπηρεσιών μεταξύ της ενάγουσας, μέλους του Δ.Σ της εναγομένης και της τελευταίας για το χρονικό διάστημα από 1-1-2000 έως 2005 ως εκ της φύσης των παρεχόμενων απ' αυτήν υπηρεσιών (φοροτεχνικές και λογιστικές) εντάσσονται στην έννοια των τρεχουσών συναλλαγών της εναγομένης που κατά μεν το αντικείμενο της εμπίπτει στις καθημερινές δραστηριότητές της και κατά το περιεχόμενό της είναι σύμφωνη με τους όρους των συμβάσεων τις οποίες καταρτίζει η εταιρία με τους συναλλασσόμενους, έτσι ώστε να μην απαιτείται η προηγούμενη παροχή άδειας της γενικής συνέλευσής της, η οποία ούτως ή άλλως παρασχέθηκε με την σχετική έγκριση της γενικής της συνέλευσης με το από 30-6-2000 πρακτικό της, ουδόλως έσφαλε ως προς την ορθή εφαρμογή και ερμηνεία των προαναφερθεισών διατάξεων, τα αντίθετα δε υποστηριζόμενα με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμα και απορριπτέα.

Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ.11 περ. γ ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, που νόμιμα επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να εκτιμήσει, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, για την απόδειξη του οποίου ο διάδικος επικαλείται το φερόμενο ως αγνοηθέν αποδεικτικό μέσο, ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 2/2008).

Καμία, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, αλλά αρκεί η γενική διαβεβαίωση του δικαστηρίου της ουσίας ότι ελήφθησαν υπόψη όλα τα κατ' είδος αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, που υποβλήθηκαν νομίμως στην κρίση του, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνο από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας, κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 765/2014).

Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο έγγραφο, στοιχειοθετείται ο από το άρθρο 559 αρ.11 περ. γ ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης. Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη έγγραφο, αλλά του προσέδωσε αποδεικτική βαρύτητα διαφορετική από εκείνη που ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι αυτό έχει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔ, στον αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1047/2018, 569/2017, ΑΠ 967/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον δεύτερο από τον αρ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ επικαλείται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη έγγραφα, τα οποία νομίμως επικαλέσθηκε και προσκόμισε ενώπιόν του κατ' άρθρο 529 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα α) την από 18-3-2009 βεβαίωση που χορήγησε στην ενάγουσα, β) τους πίνακες προσωπικού της για τα έτη 2001, 2002, 2005, γ)την φορολογική δήλωση της εταιρείας για το έτος 2005, δ) αναλυτικά τιμολόγια πώλησης για τα έτη 2004 και 2005 υπογραφέντα από την ενάγουσα και άλλον υπάλληλο της αντίστοιχα.

Ότι τα ως άνω αποδεικτικά μέσα δεν λήφθηκαν υπόψη ενώ αποδείκνυαν ότι η ενάγουσα δεν παρέσχε τις υπηρεσίες της στην εναγομένη κατά το έτος 2005, αλλά ότι αυτή εργάστηκε μέχρι τις 31-12-2004, μη δικαιούμενης σχετικής αμοιβής που όμως της επιδικάστηκε εσφαλμένα για το ως άνω έτος. Όμως, από την παραδεκτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και τη ρητή διαβεβαίωση, που υπάρχει στο αιτιολογικό της, προκύπτει ότι ελήφθησαν υπόψη, μεταξύ των άλλων "όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και νόμιμα προσκομίζουν", ενώ για την ως άνω από 18-3-2009 βεβαίωση γίνεται ρητή αναφορά στο αιτιολογικό της και δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και τα ως άνω έγγραφα, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση του καθενός, καθορίζοντας σύμφωνα με την αρχή της ηθικής απόδειξης (ΚΠολΔ 340) τη βαρύτητά του ή την επιρροή του στα αποδεικτέα θέματα και ειδικότερα για την παροχή από την ενάγουσα ανεξάρτητων υπηρεσιών στην εναγόμενη κατά το έτος 2005.

Επομένως, ο ως άνω δεύτερος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η άνω αίτηση αναίρεσης. Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του παραβόλου των τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ, που καταβλήθηκε από την αναιρεσείουσα στο Δημόσιο Ταμείο.

Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου θα επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183, 191 ΚΠολΔ), κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 6-12-2017 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 3778/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Επιβάλλει σε βάρος της αναιρεσείουσας τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Απριλίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Απριλίου 2023.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ