Legislator Case Law & Legislation
628/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on abuse of right grounds, rejecting claim for lawyer fees due to prolonged inactivity.

Case Number 628/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's decision to reject his claim for supplementary lawyer fees. The appellant argued that the lower court erred in applying Article 281 of the Civil Code regarding the abuse of right, while the respondent contended that the appellant's prolonged inactivity and subsequent attempt to overturn the established financial balance constituted an abuse of rights. The court ruled that the appellant's behavior, characterized by long-term silence followed by a demand for fees, violated the principles of good faith and economic purpose, thereby rendering the claim inadmissible.

Legislator headnote

AI generated

Art. 281 A.C.; The exercise of a right is prohibited if it exceeds the limits imposed by good faith, morals, or the social and economic purpose of the right, and constitutes an abuse when the prior conduct or the situation created makes the subsequent exercise unacceptable to the average person.

Keywords

AI generated
abuse of right good faith principle prolonged inactivity supplementary lawyer fees economic balance Civil Code 281 procedural dismissal

Cited Legislation

AI generated
Art. 281 A.C.
ac
Art. 559 no. 1 & 19 K.Pol.D.
§§ 3α & 4 Art. 46 Law 4194/2013
K.Pol.D. 176, 183, 189§1, 191§2

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 628 / 2021 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 628/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Νικολακέα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο - Εισηγητή, Καλλιόπη Πανά και Παναγιώτη Αθανασόπουλο, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 15 Δεκεμβρίου 2020, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Κ. Τ. του Ι., δικηγόρου και κατοίκου …, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο - Ιωάννη Καμπά, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. που κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΥΚΚ HELLAS Ανώνυμη Εμπορική και Βιομηχανική Εταιρία", που εδρεύει στην Ευκαρπία Θεσσαλονίκης και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μαύρο Μαυρουδή, ο οποίος ανακάλεσε τη δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., παραστάθηκε αυτοπροσώπως και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28/5/2014 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Τρικάλων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 233/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 256/2019 του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 26/5/2020 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη της.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικώς, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε από τη δημιουργία μιας αξίωσης μέχρι την άσκησή της, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή, με επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο, μιας κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό ιδιαίτερες συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο.

Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου, ακόμη και όταν δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση στον υπόχρεο ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού. Απαιτείται να συντρέχουν, προσθέτως, ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες, κυρίως, από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υπόχρεου, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, τείνουσα στην ανατροπή της επί μακρόν διαμορφωθείσας κατάστασης, να εξέρχεται των υπό της ανωτέρω διατάξεως διαγραφομένων ορίων.

Η αδράνεια του δικαιούχου πρέπει να υφίσταται επί μακρό χρονικό διάστημα, πλην έλασσον του διά την παραγραφή του δικαιώματος υπό του νόμου προβλεπομένου, από τότε που ο δικαιούχος μπορούσε να ασκήσει το δικαίωμά του (ΟλομΑΠ 8/2001, ΟλομΑΠ 17/1995, ΟλομΑΠ 62/1990). Το ζήτημα αν οι συνέπειες από την άσκηση του δικαιώματος είναι επαχθείς για τον υπόχρεο πρέπει να αντιμετωπίζεται σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν σε βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της• ασκήσεως του δικαιώματος του.

Η επιχειρούμενη από το δικαιούχο ανατροπή της διαμορφωθείσας κατάστασης δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες συνέπειες για τον οφειλέτη για να κριθεί καταχρηστική, αλλά αρκεί να έχει δυσμενείς απλώς επιπτώσεις στα συμφέροντά του, όπως αυτές τις οποίες εύλογα θα επιφέρει η οικονομική επιβάρυνση της εργοδότριας εταιρίας, σε περίπτωση που η αγωγή του εργαζόμενου γίνει δεκτή και κληθεί να καταβάλει επιπλέον αμοιβή, καθόσον πρόκειται για επιχείρηση που λειτουργεί με τους κανόνες του εμπορίου με σκοπό τη δημιουργία κερδών για τους μετόχους της, χωρίς να αναιρούνται από μόνο το γεγονός ότι αυτή διαθέτει οικονομική επιφάνεια, καθόσον η καταχρηστική άσκηση δικαιώματος θα εξαντλούνταν στη σύγκριση των οικονομικών δυνάμεων των μερών, περιορίζοντας ανεπίτρεπτα το πεδίο εφαρμογής της (ΟλομΑΠ 10/2012, ΑΠ 1453/2018, ΑΠ 321/2002).

Στην περίπτωση αυτή η άσκηση του δικαιώματος καθίσταται μη ανεκτή από την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη και, συνεπώς, καταχρηστική και απαγορευμένη. Εξάλλου, η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, που έχει έντονο το χαρακτήρα δημοσίας τάξεως, εφαρμόζεται και επί δικαιωμάτων που απορρέουν από άλλες, επίσης δημοσίας τάξεως διατάξεις, όπως είναι το δικαίωμα του δικηγόρου, που έχει προσληφθεί για να παρέχει τις υπηρεσίες στον εντολέα του με πάγια αντιμισθία, να απαιτήσει, αντί της συμφωνημένης μικρότερης, την κατά το άρθρο 92Α του ν.δ. 3026/1954 "περί του Κώδίκος των Δικηγόρων", μεγαλύτερη νόμιμη μηνιαία αμοιβή του.

Τέτοια περίπτωση υπάρχει όταν ο δικηγόρος, ενώ γνωρίζει ότι η νόμιμη μηνιαία αμοιβή για την παροχή των νομικών υπηρεσιών του, είναι, σύμφωνα με τη διάταξη που προαναφέρθηκε και την καθορίζει, μεγαλύτερη, ζητά, παρόλα αυτά, από τον εντολέα του (που αγνοεί το γεγονός αυτό και τη σχετική για την καταβολή της νόμιμης αμοιβής υποχρέωσή του) και εισπράττει χωρίς οποιαδήποτε διαμαρτυρία ή αντίρρηση, μικρότερη κατά μήνα αντιμισθία, επιτυγχάνοντας έτσι την κατάρτιση της συμβάσεως και δημιουργώντας με τη συμπεριφορά του αυτή, αφενός μεν την εύλογη πεποίθηση στον εντολέα του ότι δεν οφείλει για την αμοιβή του άλλο ποσό από εκείνο που συμφωνήθηκε, αφετέρου δε μια πραγματική κατάσταση, η ανατροπή της οποίας με την πληρωμή του αιτούμενου ποσού θα προκαλούσε στον τελευταίο απρόβλεπτη και αδικαιολόγητη οικονομική ζημιά (ΑΠ 2076/2007).

Περαιτέρω κατά τον ως άνω Κώδικα Δικηγόρων, καθώς και το ν. 4194/2013 που τον αντικατέστησε, ορίζεται, με το άρθρο 42 ότι έμμισθος δικηγόρος είναι αυτός που προσφέρει αποκλειστικά νομικές υπηρεσίες, ως νομικός σύμβουλος ή ως δικηγόρος, σε συγκεκριμένο εντολέα, σταθερά και μόνιμα, αμειβόμενος αποκλειστικά με πάγια περιοδική αμοιβή.

Ο ίδιος δικηγόρος μπορεί επίσης να αναλαμβάνει υποθέσεις από οποιονδήποτε άλλον, αμειβόμενος είτε ανά υπόθεση είτε με άλλον τρόπο, με το άρθρο 46 § 2 ότι η σύμβαση μεταξύ έμμισθου δικηγόρου και εντολέα είναι πάντοτε αορίστου χρόνου και λύεται μόνο α)..., β)..., γ)... και δ) με καταγγελία της σύμβασης από τον εντολέα ή τον εντολοδόχο δικηγόρο.

Η καταγγελία του εντολέα συνιστά μονομερή αναιτιώδη δικαιοπραξία και με την § 3 ότ ι αν η έμμισθη εντολή του δικηγόρου λυθεί για οποιονδήποτε λόγο, πλην της οικειοθελούς αποχώρησης, ο έμμισθος δικηγόρος δικαιούται να εισπράξει από τον εντολέα του αποζημίωση, η οποία προβλέπεται αναλόγως με το χρόνο διάρκειας της έμμισθης εντολής.

Από την τελευταία αυτή διάταξη σαφώς προκύπτει ότι δεν ιδρύεται ακυρότητα της καταγγελίας της συμβάσεως εντολής από τη μη καταβολή πλήρους αποζημίωσης και επομένως η σύμβαση που καταγγέλθηκε, λύεται οπωσδήποτε, η δε υποχρέωση του εντολέα για την καταβολή της συμφωνημένης αμοιβής στο δικηγόρο μέχρι καταβολής πλήρους της αποζημιώσεως είναι παροχή ex lege προς το δικηγόρο, που επιβάλλεται ως είδος ποινής στον εντολέα και μέσο εξαναγκασμού του για την καταβολή της αποζημίωσης.

Επίσης, το κύρος της καταγγελίας διατηρείται και στις περιπτώσεις κατά τις οποίες η καταγγελία έγινε είτε με κατάχρηση του δικαιώματος του εντολέα είτε χωρίς τη συνδρομή σπουδαίου λόγου (ΑΠ 411/2016, ΑΠ 1320/2010, ΑΠ 88/2010).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. 0 κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ (ΟλομΑΠ 1/2016, ΟλομΑΠ 7/2006). Ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονας πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνον στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δε συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Δηλαδή, μόνον το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλομΑΠ 1/1999, ΟλομΑΠ 24/1992).

Όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561§2 ΚΠολΔ, επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων και της προσβαλλόμενης απόφασης, ο ενάγων-αναιρεσείων με την από 28-5-2014 αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων, δικάζον κατά τη διαδικασία των εργατικών διαφορών εξέθεσε ότι, ως δικηγόρος Τρικάλων απασχολήθηκε από την εναγομένη- αναιρεσίβλητη με έμμισθη εντολή, αντί αμοιβής 300€ μηνιαίως από 1-5-2006 έως 27-1-2014, που η εναγομένη με εξώδικη πρόσκληση-δήλωση κατήγγειλε τη μεταξύ τους σύμβαση.

Ότι η καταγγελία αυτή είναι άκυρη διότι έγινε αδικαιολόγητα και καταχρηστικά και δεν του καταβλήθηκε η νόμιμη αποζημίωση. Ότι η κατώτατη νόμιμη αμοιβή του ως παρ' Εφέταις δικηγόρος ανερχόταν σε 1458 € το μήνα. Έτσι η εναγομένη του οφείλει α) ως αποζημίωση απόλυσης τους μισθούς 5 μηνών = 7.290 €, β) για διαφορά δεδουλευμένων αποδοχών από 1-5-2006 έως 31-1-2014 107.694 €, γ) για δώρα εορτών και επιδόματα άδειας του ως άνω χρονικού διαστήματος 21.870 €, δ) για μισθούς, δώρα εορτών και επίδομα άδειας υπερημερίας λόγω της καταχρηστικότητας της καταγγελίας από 1-2-2004 έως 31-1-2005 20.412€ και ε) για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης 5.000 € και συνολικά 163.724 € εντόκως.

Το Πρωτοδικείο απέρριψε την αγωγή ως νόμω και ουσία αβάσιμη και μετά από έφεση του ενάγοντος, το Μονομελές Εφετείο Λάρισας με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του, απέρριψε το αίτημα αποζημίωσης απόλυσης ως μη νόμιμο, γιατί προϋποθέτει έγκυρη καταγγελία της σύμβασης και όχι άκυρη όπως επικαλείται ο ενάγων και περαιτέρω, ερευνώντας την υπόθεση κατ' ουσία απεφάνθη ως εξής: "Η εναγομένη ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "ΥΚΚ HELLAS ΑΣΒΕ", που είχε την έδρα της μέχρι τον μήνα Απρίλιο του έτους 2010 στα Τρίκαλα, στο 5° χλμ Ε.Ο.

Τρικάλων - Καλαμπάκας και ακολούθως μετέφερε αυτή στην Ευκαρπία Θεσσαλονίκης, δραστηριοποιείται στην παραγωγή και εμπορία φερμουάρ στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Ο ενάγων είναι δικηγόρος, μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Τρικάλων από 08-8-1988 και από 12- 7-1999 δικηγόρος παρ' εφέταις. Στις 01-5-2006, στα Τρίκαλα, καταρτίστηκε μεταξύ του ενάγοντος, υπό την ως άνω ιδιότητά του, και της εναγομένης σύμβαση έμμισθης εντολής αορίστου χρόνου, με την οποία ο ενάγων ανέλαβε να παρέχει τις νομικές του υπηρεσίες στην ανωτέρω και ειδικότερα α) να μελετά κάθε ερώτημα που θα του τίθεται σχετικά με νομικά προβλήματα που θα ανέκυπταν στις σχέσεις της με τρίτους ή και στις ενδοεταιρικές σχέσεις και να δίνει νομικές λύσεις, β) να συμμετέχει όταν καλείται σε συζητήσεις και διαπραγματεύσεις σχετικές με το αντικείμενο της εμπορίας της και να παρέχει τις ζητούμενες σχετικά νομικές συμβουλές και γ) να παρίσταται στα δικαστήρια για λογαριασμό της για να υπερασπίζεται τις πάσης φύσεως δικαστικές υποθέσεις της.

Κατά τη συμφωνία τους η αμοιβή του ενάγοντος συνίστατο στην καταβολή ενός μηνιαίου πάγιου ποσού 300,00 € συμπεριλαμβανομένου ποσοστού 20% παρακράτησης φόρου. Η αμοιβή αυτή προσαυξανόταν με χρηματικά ποσά που η εναγόμενη κατέβαλε για εκδόσεις διαταγών πληρωμής... Επιπλέον της ανωτέρω σύμβασης, στις 16-5-2006, καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων έγγραφο συμφωνητικό, με το οποίο ο ενάγων δεσμεύθηκε ότι δεν θα αποκαλύψει, δημοσιεύσει, διοχετεύσει ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο ανακοινώσει σε οποιαδήποτε χρονική στιγμή αποκλειστικές πληροφορίες, που έλαβε γνώση λόγω της συνεργασίας του με την εναγομένη και αφορούν την επιχειρηματική οργάνωση, τις επενδύσεις, προϊόντα, την οικονομική κατάσταση, το πελατολόγιο, τους προμηθευτές, την εμπορική πολιτική, τα επιχειρηματικά πλάνα, τις μεθόδους παραγωγής και την τεχνογνωσία της εναγομένης.

Η μεταξύ του ενάγοντος και της εναγομένης συμβατική σχέση έφερε τον χαρακτήρα της έγκυρης καταρτισθείσας σύμβασης έμμισθης εντολής... Αποδείχθηκε περαιτέρω, ότι η εναγομένη με την από 20-01-2014 εξώδικη πρόσκληση-δήλωσή της που επιδόθηκε στον ενάγοντα στις 27-01-2014 από τη δικαστική επιμελήτρια στο Πρωτοδικείο Τρικάλων Γ.

Τ., κατήγγειλε την σύμβαση έμμισθης εντολής αορίστου χρόνου. Με την καταγγελία αυτή που είναι αναιτιώδης και έχει άμεση διαπλαστική ενέργεια από τη στιγμή που περιήλθε στον ενάγοντα λύθηκε για το μέλλον η έννομη σχέση που συνέδεε τους διαδίκους. Η εναγομένη δεν κατ έβαλε στον ενάγοντα την προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 46 παρ. 3 του ν. 4194/2013 αποζημίωση, η μη καταβολή όμως της τελευταίας, σύμφωνα και με όσα εκτίθενται στη μείζονα νομική πρόταση, δεν καθιστά άκυρη την καταγγελία, της οποίας τα αποτελέσματα, ήτοι η λύση της σύμβασης έμμισθης εντολής έχουν επέλθει.

Ο ισχυρισμός του ενάγοντος περί άκυρης καταγγελίας, ως καταχρηστικής, αδικαιολόγητης και λόγω μη καταβολής αποζημίωσης, ενόψει των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, όπως ως αβάσιμα πρέπει να απορριφθούν και τα αιτήματα περί αναγνώρισης της ακυρότητας της καταγγελίας και υποχρέωσης της εναγομένης να αποδέχεται τις υπηρεσίες του ενάγοντος.

Σημειώνεται ότι ως προς την καταχρηστικότητα της καταγγελίας ο ενάγων δεν επικαλείται περιστατικά που να στοιχειοθετούν αυτή. Επί πλέον των ανωτέρω, εφόσον η καταγγελία είναι έγκυρη, απορριπτέο κρίνεται και το αιτούμενο κονδύλιο ποσού 20.412,00 € για μισθούς υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 01-02-2014 έως 31- 5-2015, ημέρα πιθανής συζήτησης της υπό κρίση ασκηθείσας αγωγής, καθώς επίσης και τα κονδύλια ποσού 129,00 € για επίδομα Πάσχα 2014, ποσού 729,00 € για επίδομα αδείας 2014, ποσού 1.458,00 € για επίδομα Χριστουγέννων 2014.

Επίσης, απορριπτέο ως αβάσιμο είναι και το αιτούμενο από τον ενάγοντα κονδύλιο ποσού 5.000,00 € ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, καθόσον δεν προέκυψε παράνομη και καταχρηστική καταγγελία της σύμβασης εντολής που να προσβάλλει την προσωπικότητα του ενάγοντος. Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι από το έτος 2006 η συμφωνηθείσα με την εναγομένη πάγια αντιμισθία του ενάγοντος υπολείπονταν κατά πολύ της κατώτατης μηνιαίας αμοιβής, η οποία σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 12 του ν. 1816/1988 και τη διάταξη του άρθρου 44 του Κώδικα περί Δικηγόρων για παρ' εφέταις δικηγόρο (8° μισθολογικό κλιμάκιο), ανερχόταν σε 1.458,00 €.

Ο ενάγων με την αγωγή του αιτείται τη διαφορά μεταξύ μηνιαίων συμβατικών αποδοχών του και νομίμων, ποσού μηνιαίως 1.158,00 (1.458,00 €-300,00 €) ευρώ και συνολικού ποσού 107.694,00 € για το χρονικό διάστημα από 01-5-2006 έως 31-01-2014, καθώς επίσης το συνολικό ποσό των 11.664,00 € για επιδόματα Χριστουγέννων από 2006 έως 2013, το συνολικό ποσό των 5.103,00 € για επιδόματα Πάσχα από 2007 έως 2013 και το συνολικό ποσό των 5.103,00 € για επίδομα αδείας από 2007 έως 2013.

Ο ενάγων μέχρι την καταγγελία της σύμβασης έμμισθης εντολής, ήτοι επί χρονικό διάστημα επτά ετών και οκτώ μηνών περίπου εισέπραττε αδιαμαρτύρητα τη συμφωνηθείσα αμοιβή του η οποία, ως προαναφέρθηκε, ήταν κατώτερη του ελαχίστου καθοριζόμενου από τον Κώδικα περί Δικηγόρων και το νόμο ορίου. Αυτός, λόγω της πείρας των 18 ετών στο επάγγελμά του ως δικηγόρος σαφώς γνώριζε κατά το χρόνο σύναψης της σύμβασης έμμισθης εντολής, αλλά και μετέπειτα κατά τη διάρκεια που παρείχε τις υπηρεσίες του στην εναγομένη μέχρι τη λύση της σύμβασης, ότι το ποσό των 300,00 € που συμφώνησε και λάμβανε ως μηνιαία αμοιβή ήταν κατώτερο από το προβλεπόμενο στον Κώδικα περί Δικηγόρων.

Το γεγονός ότι δεν διαμαρτυρήθηκε προφορικά ή εγγράφως ολόκληρο το ως άνω αναφερόμενο χρονικό διάστημα προκύπτει τόσο από την κατάθεση του μάρτυρα ανταπόδειξης, ο οποίος κατέθεσε "Δεν έθεσε θέμα για 1.500 ευρώ... Δεν ζήτησε χρηματικά ποσά επιπλέον, η εταιρεία του έδειχνε εμπιστοσύνη", όσο και από τις προσκομιζόμενες με επίκληση από την εναγομένη σε φωτοαντίγραφα αποδείξεις παροχής υπηρεσιών που εξέδιδε ο ίδιος ο ενάγων, στις οποίες εάν επιθυμούσε να διαμαρτυρηθεί για την καταβολή αμοιβής κατώτερης της νόμιμης και για τη μη καταβολή επιδομάτων θα σημείωνε την επιφύλαξή του στις ανωτέρω σχετικές αποδείξεις.

Αυτός το πρώτον μετά την καταγγελία της σύμβασης έμμισθης εντολής με πάγια αντιμισθία και συγκεκριμένα με την από 16-4-2014 εξώδικη απάντηση - δήλωσή του που επιδόθηκε στην εναγομένη στις 17-4-2014, αφού διαμαρτυρήθηκε για τη μονομερή λύση της σύμβασης χωρίς την καταβολή της προβλεπόμενης από τη διάταξη του άρθρου 46 παρ. 3 του Κώδικα Δικηγόρων αποζημίωσης, δήλωσε στην ανωτέρω, μεταξύ άλλων, ότι δικαιούται τις νόμιμες μηνιαίες αποδοχές του και την κάλεσε όπως εντός πέντε ημερών από την επίδοση της εξώδικης δήλωσης να του καταβάλει ως διαφορές μεταξύ καταβληθείσων και νομίμων μηνιαίων αποδοχών για το χρονικό διάστημα από 01-5-2006 έως 30-4-2014 συνολικό ποσό 111.168,00 € (1.458,00 €-300,00 € = 1.158,00 € Χ 96 μήνες), καθώς επίσης και την ίση με πέντε μηνιαίες νόμιμες αποδοχές αποζημίωσή του.

Το γεγονός της μη διαμαρτυρίας του για το ύψος της μηνιαίας αμοιβής του και για τη μη καταβολή επιδομάτων εορτών και αδείας εν ισχύεται και από την από 02- 4-2011 ενημερωτική επιστολή που ο ίδιος απέστειλε απευθείας στην ορκωτή ελεγκτή Α. Μ., που διενεργούσε οικονομικό έλεγχο στην εταιρία, στην οποία αφού αναφέρεται σε δικαστικές υποθέσεις της τελευταίας κατά τρίτων και την πορεία αυτών, ακολούθως την ενημερώνει ότι η εναγομένη δεν του οφείλει οποιοδήποτε ποσό για αμοιβές και έξοδα παραστάσεων αναφορικά με υπηρεσίες που έχει προσφέρει σε αυτή μέχρι 31 Μαρτίου 2011 (βλ.

σχετική επιστολή). Ο ίδιος δικαιολογεί με τις προτάσεις του το περιεχόμενο της επιστολής του ως μια τυπική επιστολή που υποχρεούνται οι νομικοί σύμβουλοι να αποστέλλουν προς τους ορκωτούς λογιστές των ανωνύμων εταιριών και ισχυρίζεται ότι δεν παραιτήθηκε από τις νόμιμες αμοιβές του. Από το περιεχόμενο όμως της επιστολής προκύπτει ότι αυτή δεν ήταν τυπική επιστολή και ο ενάγων θα μπορούσε εφόσον, όπως ισχυρίζεται, δεν παραιτήθηκε από την αξίωση της νόμιμης αμοιβής του, να κάνει μνεία περί αυτής στην ανωτέρω.

Ο ενάγων με την ανωτέρω συμπεριφορά του δημιούργησε στην εναγομένη την εύλογη πεποίθηση ότι δεν του οφείλει για την αμοιβή του άλλο ποσό επιπλέον εκείνου που συμφωνήθηκε με τη σύμβαση, ενώ δεν προέκυψε από κάποιο στοιχείο ότι η εναγομένη γνώριζε ότι η προβλεπόμενη από τον Κώδικα περί Δικηγόρων αμοιβή του ενάγοντος ήταν μεγαλύτερη.

Με την άσκηση της αγωγής του ο ενάγων προξένησε ανατροπή σε μια πραγματική κατάσταση που είχε διαμορφωθεί ολόκληρο το άνω αναφερόμενο χρονικό διάστημα κατά την οποία αυτός εισέπραττε αδιαμαρτύρητα από την εναγομένη ως πάγια μηνιαία αντιμισθία ποσό 300,00 €, με αποτέλεσμα, με γνώμονα την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη να καθίσταται καταχρηστική η αξίωσή του να λάβει για τα επίδικα χρονικά διαστήματα διαφορά μηνιαίων αποδοχών και επιπλέον επιδόματα εορτών και αδείας.

Ενόψει των ανωτέρω, πρέπει, η προβαλλόμενη παραδεκτά πρωτοδίκως από την εναγομένη ένσταση καταχρηστικής άσκησης των άνω αγωγικών αιτημάτων (άρθρο 281 ΑΚ), να γίνει δεκτή ως ουσία βάσιμη και να απορριφθούν ως αβάσιμα τα ανωτέρω αιτούμενα κονδύλια...". Και με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε ως ουσία αβάσιμα τα άνω ερευνηθέντα αγωγικά κονδύλια.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο ερμήνευσε ορθά την ουσιαστική διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και την εφάρμοσε προσηκόντως με σαφή και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογία. Ειδικότερα, τα αναιρετικώς ανέλεγκτα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ότι αποδείχθηκαν και ιδιαίτερα το ότι ο αναιρεσείων δικηγόρος α) ως έμπειρος δικηγόρος 18 ετών στο επάγγελμα σαφώς γνώριζε κατά το χρόνο σύναψης της σύμβασης έμμισθης εντολής, αλλά και μετέπειτα κατά τη διάρκεια που παρείχε τις υπηρεσίες του στην εναγομένη μέχρι τη λύση της σύμβασης, ότι το ποσό των 300,00 € που συμφώνησε και λάμβανε ως μηνιαία αμοιβή ήταν κατώτερο από το προβλεπόμενο στον Κώδικα περί Δικηγόρων και ωστόσο ουδέποτε διαμαρτυρήθηκε προφορικά ή εγγράφως ολόκληρο το ως άνω μακρό χρονικό διάστημα, ανερχόμενο σε επτά έτη και οκτώ μήνες, β) αποδέχτηκε αυτόν τον τρόπο αμοιβής, εν γνώσει της ακυρότητας της συμφωνίας και εκδίδοντας σχετικά εξοφλητικές αποδείξεις, χωρίς ποτέ να διαμαρτυρηθεί ή να αναγράψει σ' αυτές κάποια επιφύλαξη για διεκδίκηση της νόμιμης αμοιβής του, επιβεβαιώνοντας με τη συμπεριφορά του αυτή την πιστή εφαρμογή των συμφωνηθέντων και παραιτούμενος σιωπηρά των νομίμων, γ) της δηλώσεως αυτού προς την ορκωτή ελεγκτή Α.

Μ., που διενεργούσε οικονομικό έλεγχο στην εταιρία, ότι η αναιρεσίβλητη δεν του οφείλει οποιοδήποτε ποσό για αμοιβές και έξοδα παραστάσεων αναφορικά με υπηρεσίες που έχει προσφέρει σε αυτή μέχρι 31 Μαρτίου 2011, δ) επέλεξε την αμοιβή αυτή ελεύθερα και κατ' επαγγελματική επιλογή ως ένα σταθερό μηνιαίο εισόδημα, συμπληρωματικά από αυτό που αποκέρδαινε από την αναιρεσίβλητη για εκδόσεις διαταγών πληρωμής και τη διατήρηση της πελατείας του δικηγορικού του γραφείου ε) απαίτησε το πρώτον τη με βάση τον κώδικα δικηγόρων αμοιβή του μετά την καταγγελία της σύμβασης έμμισθης εντολής από την αναιρεσίβλητη με την από 27-1-2004 εξώδικη πρόσκληση-δήλωσή της, με την από 16-4-2004 εξώδικη απάντηση-δήλωσή του προς αυτήν και στ) ο ίδιος με τη συμπεριφορά του αυτή δεν ζημιώθηκε, αφού επέλεξε την αμοιβή αυτή ελεύθερα και κατ' επαγγελματική επιλογή, ενώ η αναιρεσίβλητη δεν γνώριζε ότι η προβλεπόμενη από τον Κώδικα Δικηγόρων αμοιβή του ενάγοντος ήταν μεγαλύτερη, η επιχειρούμενη δε από τον αναιρεσείοντα ανατροπή της διαμορφωθείσης καταστάσεως έχει δυσμενείς επιπτώσεις στα συμφέροντά αυτής, τις οποίες εύλογα θα επιφέρει η οικονομική επιβάρυνσή της, σε περίπτωση που η κρινόμενη αγωγή γίνει δεκτή και κληθεί να καταβάλει επιπλέον αμοιβή 129.564 €, καθόσον πρόκειται για επιχείρηση που λειτουργεί με τους κανόνες του εμπορίου με σκοπό τη δημιουργία κερδών για τους μετόχους της, ασχέτως αν αυτή διαθέτει ή όχι οικονομική επιφάνεια, (όλα τα παραπάνω) καθιστούν την προσπάθεια ανατροπής της καταστάσεως που διαμορφώθηκε υπερβολικά επαχθή για την υπόχρεο.

Γι' αυτό και υπό τα περιστατικά αυτά η αξίωση του αναιρεσείοντος για την προς αυτόν καταβολή συμπληρωματικής αμοιβής πάγιας αντιμισθίας συνολικού ποσού 129.564 ευρώ, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων, ανατρέπει την κατά τη διάρκεια της συνεργασίας τους επιτευχθείσα οικονομική ισορροπία, που είχε γίνει αμοιβαίως αποδεκτή και ως εκ τούτου ασκείται με προφανή υπέρβαση των ορίων που διαγράφονται από την καλή πίστη και τον οικονομικό σκοπό του σχετικού δικαιώματος και καθίσταται απαγορευμένη.

Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος από τους λόγους της αιτήσεως, με τους οποίους ο αναιρεσείων υποστηρίζει το αντίθετο και προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφασή του οι αναιρετικές πλημμέλειες από το άρθρο 559 αριθ. 1 & 19 ΚΠολΔ, και ειδικότερα ότι το Εφετείο έσφαλε κατά την ερμηνεία της ΑΚ 281 και παρέλειψε να ερευνήσει εάν η άσκηση της αξιώσεως του θα είχε δυσμενείς επιπτώσεις για τα συμφέροντα της αναιρεσίβλητης, σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες δικές του που μπορεί να επέλθουν από την παρακώλυση της ασκήσεως του δικαιώματος του, είναι αβάσιμοι, αφού από τα παραπάνω που δέχθηκε (το Εφετείο), προκύπτει σαφώς ότι έστω και σιωπηρώς απεφάνθη, για όλα τα κρίσιμα ζητήματα, και (οι λόγοι αυτοί) πρέπει να απορριφθούν.

Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων αιτιάται την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλειες εκ των αριθμών 1, 19 & 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον ισχυρισμό ότι το Εφετείο δεν εφάρμοσε ορθά τις διατάξεις των §§ 3α & 4 του άρθρου 46 ν. 4194/2013, και απέρριψε το αίτημα αυτού χαρακτηριζόμενο στην αγωγή ως αποδοχές υπερημερίας. Ο λόγος είναι αβάσιμος διότι, όπως προειπώθηκε, οι επικαλούμενες διατάξεις των §§ 3α & 4 του άρθρου 46 ν. 4194/2013, σύμφωνα με τις οποίες "§ 3α. Αν η έμμισθη εντολή του δικηγόρου λυθεί ... δικαιούται να εισπράξει από τον εντολέα του αποζημίωση... § 4. Μέχρι την εξόφληση της πιο πάνω αποζημίωσης ο έμμισθος δικηγόρος δικαιούται να λαμβάνει τις μηνιαίες αποδοχές που ελάμβανε κατά την ημέρα της επίδοσης του εγγράφου της καταγγελίας", προϋποθέτουν έγκυρη καταγγελία, ενώ ο αναιρεσείων στην αγωγή του επικαλείται ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης έμμισθης εντολής και ζητεί, εκτός άλλων την αναγνώριση της ακυρότητας αυτής και, λόγω της ακυρότητας, μισθούς υπερημερίας και επομένως δεν εφαρμόζονται και (ο λόγος αυτός) πρέπει να απορριφθεί.

Μετά από όλα αυτά και μη προβαλλομένου ετέρου λόγου αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων λόγω της ήττας του στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (ΚΠολΔ 176, 183, 189§1, 191§2), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 26-5-2020 και με αριθμό καταθέσεως 15/26-5-2020 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 256/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας.

Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Μαρτίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Μαΐου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ