Supreme Court dismisses appeal on res judicata grounds, rejecting additional arguments not raised in lower court.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal and supplementary arguments against the Court of Thessaloniki's decision. The appellant argued that the lower court erred in recognizing the respondent's ownership rights based on a specific contract, claiming the transferor lacked title at the time. The court ruled that the appealed decision section was distinct from the main appeal request and did not follow the necessary sequence of the lower judgment's other sections. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 321, 322, 324, 330, 331 of the Code of Civil Procedure; Article 562, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure: An appeal against a specific section of a final judgment is inadmissible if that section is not part of the main appeal request and does not follow the necessary sequence of the lower court's decision, particularly when the same grounds were not raised in the lower instance.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 628 / 2016 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 628/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Σεπτεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ. Μ. του Η., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Γεώργιο Πανούση με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ .
Του αναιρεσίβλητου: Β. Μ. του Η., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Αθανάσιο Γεωργιάδη που ανακάλεσε την από 5-9-2016 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-12-2009 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κιλκίς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:113/2012 του ιδίου Δικαστηρίου, και 2757/2014 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων, με την από 19-6-2015 αίτησή του και τους από 10-11-2015 πρόσθετους λόγους επ' αυτής. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικήτας Χριστόπουλος, ανέγνωσε την από 4-1-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και το δικόγραφο πρόσθετων λόγων, προσβάλλεται η 2757/2014 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία εκδόθηκε, κατά την τακτική διαδικασία αντιμωλία των διαδίκων και απέρριψε κατ` ουσία την έφεση του αναιρεσείοντος, κατά της 113/2012 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κιλκίς.
Με την τελευταία απόφαση είχε γίνει δεκτή ως ουσία βάσιμη η από 1-12-2009 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, με την οποία ζητούσε να αναγνωριστεί κύριος της οριζόντιας ιδιοκτησίας που περιγράφεται και του δικαιώματος δόμησης στο τμήμα της οικοδομής. Η αίτηση και το δικόγραφο πρόσθετων λόγων ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα (ΚΠολΔικ 552, 553, 556, 558. 564, 566 παρ. 1, 569).
Επομένως, πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (ΚΠολΔικ 577 παρ. 3). Από τις διατάξεις των άρθρων 321, 322, 324, 330 και 331 ΚΠολΔικ προκύπτει ότι από τελεσίδικη απόφαση παράγεται δεδικασμένο σε μεταγενέστερη δίκη, αν αυτή εκδόθηκε μεταξύ των ιδίων προσώπων με την ίδια ιδιότητα για το δικαίωμα που κρίθηκε, εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο με την ίδια ιστορική και νομική αιτία, το οποίο εκτείνεται τόσο στο ουσιαστικό όσο και στο δικονομικό ζήτημα, καλύπτοντας τις ενστάσεις που προτάθηκαν καθώς και εκείνες από αυτές που δεν προτάθηκαν, οι οποίες δεν στηρίζονται σε αυτοτελές δικαίωμα και γι' αυτό δεν μπορούν να ασκηθούν με κύρια αγωγή, και αν ακόμη τα ζητήματα αυτά κρίθηκαν παρεμπιπτόντως, αρκεί στην περίπτωση αυτή να αποτελούσαν αναγκαία προϋπόθεση του κυρίως κρινόμενου ζητήματος και εφ' όσον το δικαστήριο που την εξέδωσε ήταν καθ' ύλη αρμόδιο να αποφασίσει και για τα παρεμπίπτοντα αυτά ζητήματα.
Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθμός 16 ΚΠολΔικ αναίρεση επιτρέπεται, πλην άλλων, και αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔικ) το Εφετείο, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, που με επίκληση νομίμως προσκομίστηκαν από τους διαδίκους, δέχθηκε, κατ` ανέλεγκτη κρίση, ως αποδειχθέντα τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: <<Δυνάμει του υπ' αριθμ.
…/…-12-1976 τίτλου κυριότητας της Διεύθυνσης Γεωργίας της Νομαρχίας Κιλκίς, ο οποίος μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Κιλκίς την …-3-1977, περιήλθε στον Β. Μ., (παππού των διαδίκων) ένα οικόπεδο, με αριθμό …, εμβαδού 1.061 τ.μ., το οποίο βρίσκεται στο υπ' αρ. … Ο.Τ. του Δήμου Κιλκίς, επί της οδού Κ.
αρ…. Ακολούθως, μετά από διαδοχικές κληρονομιές του εν λόγω πατέρα του, της μητέρας του Σ. χήρας Β. Μ. και της αδερφής του Π., τις οποίες αποδέχθηκε νόμιμα δυνάμει της υπ αριθμ. .../14-12-1984 δήλωση αποδοχής της Συμβολαιογράφου … Ε. Τ., που μεταγράφηκε νόμιμα, ο Η. Μ., πατέρας των διαδίκων, κατέστη κύριος του εν λόγω οικοπέδου, την κυριότητά του δε αυτή ρητά συνομολογούν οι διάδικοι.
Στο ανωτέρω οικόπεδο ο Η. Μ. ανέγειρε δύο κτίσματα, ήτοι μία οικοδομή στην αριστερή για τον προσβλέποντα στο οικόπεδο πλευρά από την οδό Κ., με πρόσοψη στην οδό αυτή, αποτελούμενη από ισόγειο κατάστημα εμβαδού 49 τ.μ., το οποίο στη συνέχεια επεξέτεινε σε εμβαδόν 100 τ.μ., περίπου, και μία οικοδομή στη δεξιά για τον προσβλέποντα στο οικόπεδο πλευρά από την οδό Κ.
με.. πρόσοψη στην ίδια ως άνω οδό, εμβαδού 87 τ.μ. Περαιτέρω, δυνάμει του υπ' αριθμ. …/17-5-1967 προσυμφώνου συμβολαίου του Συμβολαιογράφου … Χ. Σ., ο Η. Μ. υποσχέθηκε να μεταβιβάσει στον ενάγοντα το δικαίωμα της καθ' ύψος επέκτασης του ως άνω ισογείου καταστήματος, με ποσοστό 70% εξ αδιαιρέτου σε διαιρετό τμήμα του όλου οικοπέδου, εμβαδού 481 τ.μ., το οποίο (τμήμα) προσδιορίζονταν επακριβώς στο άνω προσύμφωνο, συγχρόνως δε, με το ίδιο προσύμφωνο παρέσχε σ' αυτόν (ενάγοντα) την εντολή και την πληρεξουσιότητα να προβεί στη σύνταξη του οριστικού συμβολαίου με αυτοσύμβαση.
Ο ενάγων, αφού έλαβε την υπ' αριθμ. …/1967 οικοδομική άδεια, προέβη στην ανέγερση ενός διαμερίσματος, εμβαδού 99 τ.μ., πάνω από το αναφερόμενο ως άνω κατάστημα, ενώ δυνάμει του υπ' αριθμ. …/27-5- 1983 συμβολαίου πώλησης οικοπέδου σύμφωνα με τις διατάξεις της οριζόντιας ιδιοκτησίας της Συμβολαιογράφου … Χ. Λ.-Τ., το οποίο και μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Κιλκίς στις …-2-1985 στον τόμο …, με α.α. 21, προέβη στην οριστικοποίηση του ανωτέρω αναφερόμενου προσυμφώνου με αυτοσύμβαση.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο ανωτέρω δικαιοπάροχος του ενάγοντος δυνάμει του υπ1 αρ. …/14-12- 1984 συμβολαίου της Συμβολαιογράφου … Ε. Τ.-Κ., το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Κιλκίς στις …-12-1984 στον τόμο …, με α.α. 13, μεταβίβασε στον εναγόμενο, συστήνοντας ταυτόχρονα οριζόντια και κάθετη ιδιοκτησία, το ισόγειο κατάστημα της οικοδομής που βρίσκεται στην αριστερή για τον προσβλέποντα στο οικόπεδο πλευρά από την οδό Κ.
Μ., με πρόσοψη στην οδό αυτή, εμβαδού 100 τ.μ., περίπου, με δικαίωμα επέκτασης αυτού κατά βάθος και κατά πλάτος και με αναλογία 15% εξ αδιαιρέτου επί όλου του οικοπέδου και των κοινόχρηστων χώρων των δύο οικοδομών, την ισόγεια κατοικία της άλλης οικοδομής, που βρίσκεται στη δεξιά πλευρά του 6ικοπέδου, όπως ανωτέρω αναφέρθηκε, εμβαδού 87 τ.μ., περίπου, με αναλογία 10% εξ αδιαιρέτου επί όλου του οικοπέδου και των κοινόχρηστων χώρων των δύο οικοδομών και τέλος ποσοστό 40% επί του όλου οικοπέδου, με το δικαίωμα ανοικοδόμησης κάθε κτίσματος, το οποίο θα επιτρεπόταν να ανεγερθεί σύμφωνα με τις πολεοδομικές διατάξεις, πλην της αέρινης στήλης πάνω από το ισόγειο κατάστημα της, πρώτης οικοδομής.
Συνεπώς, ο εναγόμενος έγινε κύριος των ανωτέρω αναφερόμενων κτισμάτων- αυτοτελών ιδιοκτησιών, με δικαίωμα συγκυριότητας 65% επί όλου του οικοπέδου πριν ακόμη ο ενάγων αποκτήσει οποιοδήποτε εμπράγματο δικαίωμα επί του άνω ακινήτου, αφού πρώτος αυτός (εναγόμενος) προέβη στην μεταγραφή του άνω συμβολαίου, ενώ η γενομένη από τον ενάγοντα μεταγραφή του παραπάνω συμβολαίου ακολούθησε παρά το ότι η σύνταξη του άνω συμβολαίου είχε προηγηθεί χρονικά.
Τα ανωτέρω, σχετικά με το δικαίωμα κυριότητος του εναγομένου, κρίθηκαν και με την υπ' αριθμ. 135/1996 τελεσίδικη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κιλκίς, που επικυρώθηκε με την υπ' αριθμ. 2037/1997 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου. Ειδικότερα, η άνω απόφαση εκδόθηκε κατόπιν της από 20-5-1991 (υπ' αριθμ. έκθ. καταθ. δικογρ. 72/21-5-1991) αναγνωριστικής αγωγής που είχε ασκήσει ο νυν εναγόμενος ενώπιον του άνω Δικαστηρίου κατά του παρόντος ενάγοντος, με την οποία ζητούσε, μεταξύ άλλων, να αναγνωριστεί αποκλειστικός κύριος των αναφερόμενων διαιρετών χώρων που είχαν ανεγερθεί επί του μείζονος εκτάσεως οικοπέδου, με το αντίστοιχο ποσοστό συνιδιοκτησίας εξ αδιαιρέτου επί του ως άνω περιγραφόμενου ακινήτου, καθώς και ποσοστού εξ αδιαιρέτου 40% επί του οικοπέδου με το δικαίωμα ανοικοδόμησης κάθε κτίσματος που θα επιτρεπόταν να ανεγερθεί με βάση τις ισχύουσες πολεοδομικές διατάξεις, πλην της αέρινης στήλης πάνω από το ισόγειο κατάστημα της αριστερής οικοδομής.
Ο ενάγων - εναγόμενος στην προαναφερόμενη αγωγή-, προς απόκρουση αυτής, πρόβαλε τότε την ένσταση ιδίας κυριότητας, επικαλούμενος ότι κατέστη κύριος, με τα προσόντα της τακτικής αλλά και της έκτακτης χρησικτησίας, ποσοστού 70% εξ αδιαιρέτου στο περιγραφόμενο διαιρετό τμήμα του ανωτέρω οικοπέδου, εμβαδού 481 τ.μ., επί του οποίου κείται η αριστερή οικοδομή, μετά την κατάτμηση αυτού από τον πατέρα τους κατά το έτος 1967 σε δύο άρτια και οικοδομήσιμα τμήματα.
Ειδικότερα ο εναγόμενος ισχυρίσθηκε ότι κατέστη κύριος του άνω εδαφικού τμήματος, γιατί είχε αυτό στη φυσική του εξουσία με διάνοια κυρίου, καλή πίστη και νόμιμο τίτλο, ήτοι το υπ' αριθ. 2447/1967 προσύμφωνο που συνέταξε ο τότε συμβολαιογράφος … Χ. Σ. με το οποίο ο πατέρας του είχε υποσχεθεί να του μεταβιβάσει το 70% εξ αδιαιρέτου του ως άνω τμήματος εμβαδού 481 τ.μ., άλλως γιατί είχε αυτό στη φυσική του εξουσία με διάνοια κυρίου για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας.
Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την ως άνω απόφασή του, δέχτηκε την αγωγή κατά το παραπάνω αίτημά της ως κατ' ουσία βάσιμη, ενώ απορρίφθηκε η περί ιδίας κυριότητας ένσταση του τότε εναγομένου με την παραπάνω απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου για το λόγο ότι κατά το μέρος που αυτή βασιζόταν στην τακτική χρησικτησία δεν γινόταν επίκληση νομίμου τίτλου, αφού τέτοιο τίτλο δεν αποτελεί το ως άνω προσύμφωνο, ενώ για την κτήση της κυριότητος αυτού με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας αυτή απορρίφθηκε, γιατί ο τίτλος κυριότητος σχετικά με την παραχώρηση του επιδίκου προς αποκατάσταση του κληρούχου είχε μεταγράφει το έτος 1977 και έκτοτε δεν είχε παρέλθει η απαιτούμενη εικοσαετία για την κτήση της κυριότητος του άνω εξ αδιαιρέτου ποσοστού του εδαφικού αυτού τμήματος εμβαδού.
Συνεπώς, δεν υφίσταται δεδικασμένο από την ως άνω αναφερόμενη τελεσίδικη απόφαση, που να καθιστά απαράδεκτη την άσκηση της υπό κρίση αγωγής, αφού δεν υπάρχει μεταξύ της απορριφθείσης περί ιδίας κυριότητος ενστάσεως του ήδη ενάγοντος και της υπό κρίση αγωγής ταυτότητα νομικής αιτίας. Και τούτο γιατί τα θεμελιώνοντα την ένσταση πραγματικά περιστατικά στηρίζοντο στην κτήση της κυριότητος εκ μέρους αυτού στον πρωτότυπο τρόπο ενώ τα πραγματικά περιστατικά της ένδικης αγωγής θεμελιώνουν την κτήση της κυριότητος του επιδίκου στον παράγωγο τρόπο επιπλέον δε δεν υφίσταται και ταυτότητα πραγματικής αιτίας.
Επομένως, η προβληθείσα πρωτοδίκως από τον εναγόμενο ένσταση δεδικασμένου, που επαναφέρεται με λόγο εφέσεως, πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη>>. Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις διατάξεις για το δεδικασμένο ενόψει του ότι δεν πρόκειται α) για το ίδιο αντικείμενο, καθόσον στη δίκη επί της οποίας εκδόθηκε η 135/1996 τελεσίδικη απόφαση του Πρωτοδικείου Κιλκίς η ένσταση ίδιας κυριότητας του τότε εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος αφορούσε σε ποσοστό 70/100 εξ αδιαιρέτου σε διαιρετό τμήμα εμβαδού 481 τμ.
του ως άνω οικοπέδου, ενώ με την ένδικη αγωγή του ζητεί την αναγνώριση της κυριότητάς του επί ενός διαμερίσματος εμβαδού 99τμ., που βρίσκεται πάνω από το ισόγειο κατάστημα στην αριστερή πλευρά για τον προσβλέποντα το οικόπεδο από την οδό Κ. και επί του δικαιώματος της επέκτασης-δόμησης της οικοδομής σε όλο το επιτρεπόμενο ή σε αυτό που θα επιτραπεί ύψος, με το αντίστοιχο ποσοστό συνιδιοκτησίας 35/100 εξ αδιαιρέτου σε όλα τα κοινόκτητα και κοινόχρηστα μέρη του όλου οικοπέδου και β) για την ίδια νομική αιτία , καθόσον με την προσβαλλόμενη απόφαση ο αναιρεσίβλητος αναγνωρίστηκε κύριος των επίδικων ακινήτων με παράγωγο τρόπο.
Η πιο πάνω βάση της αγωγής δεν προτάθηκε κατ' ένσταση κατά τη συζήτηση της από 21-5-1991 αγωγής επί της οποίας εκδόθηκε η τελεσίδικη 135/1996 απόφαση του Πολυμελούς του Πρωτοδικείου Κιλκίς. Δεν μπορούσε άλλωστε να προταθεί, αφού, κατά τα εκτιθέμενα στην απόφαση αυτή προκειμένου να απορριφθεί η ένσταση περί κτήσης κυριότητας με τακτική χρησικτησία, αναφέρεται ότι ο αναιρεσίβλητος στερείται νόμιμου τίτλου.
Επομένως οι περί του αντιθέτου από το άρθρο 559 αριθμός 16 ΚΠολΔικ πρώτος και δεύτερος λόγος αναίρεσης περί παραβίασης από το Εφετείο των περί δεδικασμένου διατάξεων του ΚΠολΔικ είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Οι διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ αποσκοπούν στην ερμηνεία της δήλωσης βούλησης και καθεμία από αυτές συμπληρώνει την άλλη.
Η πρώτη εξαίρει το υποκειμενικό στοιχείο της δήλωσης, δηλαδή την άποψη του δηλούντος και απαιτεί η ερμηνεία να μην προσκολλάται στις λέξεις της δήλωσης αλλά να αναζητεί την αληθινή βούληση, η δε δεύτερη εξαίρει το αντικειμενικό στοιχείο, δηλαδή την άποψη των συναλλαγών και επιβάλλει η δήλωση να ερμηνεύεται όπως απαιτεί η καλή πίστη, για τον προσδιορισμό της οποίας και μόνο θα πρέπει να ληφθούν υπόψη τα συναλλακτικά ήθη.
Έτσι κάθε δήλωση βούλησης θα πρέπει να ληφθεί με τη έννοια που απαιτεί στη συγκεκριμένη περίπτωση η συναλλακτική ευθύτητα και κατά τους κανόνες της οποίας θα μπορούσε να γίνει αντιληπτή η δήλωση βούλησης και από τον τρίτο. Εξάλλου, κατά τις διατάξεις των αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκαν ευθέως ή εκ πλαγίου οι ερμηνευτικοί ως άνω κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ.
Οι κανόνες αυτοί εφαρμόζονται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη ως προς αυτό κρίση του, διαπιστώνει, έστω και έμμεσα, ότι υπάρχει στη σύμβαση κενό ή αμφιβολία ως προς την έννοια της δήλωσης της βούλησης των συμβαλλομένων. Υπό την προϋπόθεση αυτή παραβιάζει τους κανόνες αυτούς το δικαστήριο της ουσίας, είτε όταν παραλείπει να προσφύγει σε αυτούς για να διαπιστώσει την αληθινή έννοια της δήλωσης της βούλησης των συμβαλλομένων, είτε όταν προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους, εφαρμόζοντας εσφαλμένα τις νομικές έννοιες στις οποίες στηρίζονται, είτε όταν παραλείπει να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η συγκεκριμένη εφαρμογή τους.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔικ) το Εφετείο, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, που με επίκληση νομίμως προσκομίστηκαν από τους διαδίκους, δέχθηκε, κατ` ανέλεγκτη κρίση ως αποδειχθέντα τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: <<........Περαιτέρω, με βάση τα όσα προαναφέρθηκαν, ανακύπτει θέμα ασάφειας των δηλώσεων βούλησης των συμβληθέντων κατά την κατάρτιση του υπ' αριθμ.
…/27-5-1983 συμβολαίου πώλησης της Συμβολαιογράφου … Χ. Λ. - Τ., αναφορικά με το δικαίωμα κυριότητας επί του επιδίκου οικοπέδου που μεταβιβάσθηκε στον ενάγοντα με το άνω οριστικό συμβόλαιο, το οποίο, όπως προαναφέρθηκε, μεταγράφηκε στις 26-2-1985. Είναι γεγονός ότι ο δικαιοπάροχος των διαδίκων υποσχέθηκε να μεταβιβάσει στον ενάγοντα το διαιρετό τμήμα του άνω ακινήτου , που προπεριγράφεται πριν όμως την μεταγραφή του οριστικού συμβολαίου, που έγινε σε εκτέλεση του προσυμφώνου αυτού, προηγήθηκε η σύσταση οριζόντιας και κάθετης ιδιοκτησίας επί ολοκλήρου του οικοπέδου, καθώς και η μεταβίβαση των άνω δικαιωμάτων κυριότητας και συγκυριότητας στον εναγόμενο με το προαναφερθέν υπ' αριθμ.
…/14-12- 1984 συμβόλαιο της Συμβολαιογράφου … Ε. Τ. - Κ., το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στις 19-12-1984. Το δικαίωμα αυτό της κυριότητος του εναγομένου κρίθηκε αμετάκλητα με την άνω απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου καθώς και η υπαγωγή του ακινήτου αυτού στις διατάξεις του Ν.3741/1929, 1002 και 1117 ΑΚ και 1024/1971 περί συστάσεως οριζοντίου και καθέτου ιδιοκτησίας.
Έτσι πράγματι ανακύπτει ασάφεια για την πρόθεση των συμβαλλομένων κατά την κατάρτιση του υπ' αριθ. του υπ' αριθμ. …/27-5-1983 συμβολαίου πώλησης της Συμβολαιογράφου … Χ. Λ. Τ., γι' αυτό και το Δικαστήριο πρέπει να αναζητήσει, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, την αληθινή βούληση των συμβληθέντων, χωρίς προσήλωση στις λέξεις και βάσει των αρχών της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών (ΑΠ 740/2013, ΑΠ 1464/10, ΑΠ 623/2010, δημ.
ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), και λαμβάνοντας υπόψη και στοιχεία εκτός του άνω συμβολαίου. Λαμβάνοντας λοιπόν το Δικαστήριο υπ' άψη κυρίως το περιεχόμενο του υπ' αριθμ. …/14-12-1984 συμβολαίου της Συμβολαιογράφου … Ε. Τ. - Κ., οδηγείται στην κρίση ότι η αληθινή βούληση των συμβληθέντων κατά την κατάρτιση του άνω συμβολαίου (…/27-5-1983 συμβόλαιο πώλησης της Συμβολαιογράφου … Χ.
Λ. - Τ.) ήταν να μεταβιβασθεί στον ενάγοντα α) η κυριότητα ενός αυτοτελούς διαμερίσματος, εμβαδού 99 τ.μ., στον πρώτο πάνω από το ισόγειο όροφο της οικοδομής, που βρίσκεται στο με αριθμό 714 οικόπεδο, εμβαδού 1.061 τ.μ., επί της οδού Κ. 1-3, στο Ο. Τ. … και η οποία έχει ανεγερθεί αριστερά για τον προσβλέποντα το ακίνητο από την οδό Κ.
και β) το δικαίωμα της επέκτασης δόμησης της ανωτέρω οικοδομής καθ' όλο το επιτρεπόμενο, σύμφωνα με τις πολεοδομικές διατάξεις, ύψος, με το αντίστοιχο ποσοστό συνιδιοκτησίας 35% εξ αδιαιρέτου σε όλα τα κοινόκτητα και κοινόχρηστα μέρη του όλου οικοπέδου. Εξάλλου είναι πρόδηλο ότι ο πατέρας των διαδίκων δεν ήθελε να αποκλείσει τον ενάγοντα από το επίδικο ακίνητο και για το λόγο αυτό διέθεσε στον εναγόμενο το 65% εξ αδιαιρέτου του ακινήτου τούτου, ο ενάγων δε είχε ήδη προβεί στην ανέγερση οικίας ύπερθεν του καταστήματος στην οποία διέμεινε και φυσικά δεν ήταν δυνατόν να παραμείνει αυτή χωρίς υπόβαθρο στο έδαφος.
Η κρίση περί του ότι ο πατέρας των διαδίκων ήθελε στην πραγματικότητα να μεταβιβάσει στον ενάγοντα το άνω εξ αδιαιρέτου ποσοστό εκ 35% ενισχύεται και από το γεγονός ότι αρχικά αυτός υποσχέθηκε να μεταβιβάσει στον ενάγοντα το 70% εξ αδιαιρέτου του ημίσεως του άνω ακινήτου, πλην όμως στην συνέχεια διέθεσε στον εναγόμενο τo 65% εξ αδιαιρέτου ολοκλήρου του οικοπέδου αφήνοντας αδιάθετο το 35% εξ αδιαιρέτου επί του όλου ακινήτου για να καλύψει προδήλως το δικαίωμα της καθ' ύψος επέκτασης του καταστήματος που ήδη είχε μεταβιβάσεις στον ενάγοντα.
Τούτο ενισχύεται επίσης και από το γεγονός ότι κατά την κατάρτιση της άνω συμβάσεως προς τον εναγόμενο ουδεμία αναφορά γίνεται για το δικαίωμα της καθ' ύψος επεκτάσεως του καταστήματος. 0 εναγόμενος, με τις έγγραφες προτάσεις του ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, αλλά και ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, συνομολογεί ότι ο ενάγων έχει δικαίωμα κυριότητας στο άνω αυτοτελές διαμέρισμα και επέκτασης καθ' ύψος της άνω οικοδομής.
Επίσης, συνομολογεί ότι ο ενάγων έχει δικαίωμα συγκυριότητας στο επίδικο οικόπεδο κατά ποσοστό 35% εξ αδιαιρέτου, ισχυρίζεται όμως ότι εκ της συγκυριότητάς του αυτής δεν έχει κανένα δικαίωμα στο έδαφος, καθόσον αυτός (εναγόμενος) έχει το δικαίωμα ανοικοδόμησης επί του όλου ακαλύπτου τμήματος του εδάφους, χωρίς τη σύμπραξη κανενός.
Από τα προαναφερθέντα αποδεικτικά στοιχεία δεν αποδείχθηκε, αλλά ούτε και οι διάδικοι επικαλούνται, ότι συμφωνήθηκε με την άνω συστατική της οριζόντιας και κάθετης ιδιοκτησίας πράξη, ή με άλλη συμβολαιογραφική πράξη, νομίμως μεταγραφείσα, μεταξύ των συνιδιοκτητών, ότι το ακάλυπτο μέρος του οικοπέδου θα ανήκει στην αποκλειστική κυριότητα ή χρήση κάποιου εκ των συνιδιοκτητών και επομένως ο καθένας από τους διαδίκους είναι συγκύριος κατά τα άνω ποσοστά εξ αδιαιρέτου και δικαιούται (ως συγκύριος) να χρησιμοποιεί αυτό (βλ.
σχετ. ΑΠ 264/2010, ΑΠ 128/2009 δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Το δικαίωμα αυτό του ενάγοντος (συγκυριότητας κατά το άνω εξ αδιαιρέτου ποσοστό και χρήσης του ακάλυπτου τμήματος του οικοπέδου) δεν αναιρείται από το γεγονός ότι ο εναγόμενος έχει δικαίωμα ανοικοδόμησης επί του όλου ακαλύπτου τμήματος του εδάφους, χωρίς τη σύμπραξη κανενός, αφού μέχρι να λάβει χώρα η ανοικοδόμησή του θα ανήκει στα κοινόχρηστα μέρη (βλ.
σχετ. ΑΠ 1610/2007), ενώ και μετά την ανοικοδόμησή του θα εξακολουθεί να αποτελεί αντικείμενο της συνιδιοκτησίας. Επομένως, ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι ο ενάγων δεν έχει δικαίωμα στο έδαφος του επιδίκου οικοπέδου είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος>>. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση, απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος και επικύρωσε την 113/2012 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κιλκίς με την οποία ο αναιρεσίβλητος αναγνωρίστηκε κύριος α) ενός διαμερίσματος εμβαδού 99 τμ κειμένου στον πρώτο πάνω από το ισόγειο όροφο της οικοδομής και β) του δικαιώματος της επέκτασης-δόμησης της οικοδομής αυτής σε όλο το επιτρεπόμενο ύψος σύμφωνα με τις πολεοδομικές διατάξεις, με το αντίστοιχο ποσοστό συνιδιοκτησίας 35% εξ αδιαιρέτου σε όλα τα κοινόκτητα και κοινόχρηστα μέρη του οικοπέδου.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των διατάξεων των άρθρων 1003, 1033 ΑΚ και του ν. 3741/1929, καθώς και τους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντίφαση αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των εν λόγω κανόνων δικαίου.
Ειδικότερα η ως άνω πραγματική διαπίστωσή [παραδοχή] του Δικαστηρίου ανταποκρίνεται πλήρως στην ερμηνευτική αποσαφήνιση των δικαιωμάτων κυριότητας του ενάγοντα τόσο ως προς το ακίνητο του πρώτου ορόφου όσο και στη συγκυριότητα αυτού σε ποσοστό 35% εξ σε όλα τα κοινόκτητα και κοινόχρηστα μέρη του οικοπέδου, η οποία έγινε σύμφωνα με τα κριτήρια της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών.
Επομένως είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι οι περί του αντιθέτου α) τρίτος, κατά το πρώτο μέρος του, λόγος αναίρεσης και β) δεύτερος πρόσθετος λόγος, τόσο από τον αριθμό 1 όσο και από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ. Οι περαιτέρω διαλαμβανόμενες στους ίδιους λόγους αιτιάσεις είναι απαράδεκτες, καθ' όσον με αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και επιπλέον αφορούν ελλείψεις αναγόμενες στην ανεπάρκεια αξιολόγησης του αποδεικτικού πορίσματος, καθώς και επιχειρήματα του αναιρεσείοντος προς στήριξη των απόψεών του ότι ουδέποτε απέκτησε κυριότητα στο επίδικο ακίνητο ο αναιρεσίβλητος.
Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περίπτωση γ` του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους.
Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 11 περίπτωση γ` του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο ως άνω αποδεικτικό του πόρισμα κατά την εφαρμογή των ερμηνευτικών διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, δεν έλαβε υπόψη του την 2038/1997 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης και τη μαρτυρική κατάθεση του κοινού δικαιοπαρόχου και πατέρα τους Η.
Μ., που περιέχεται στην 16/1992 Εισηγητική Έκθεση του Πολυμελούς Δικαστηρίου Κιλκίς, που με επίκληση είχε προσκομίσει. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, από τη βεβαίωση που υπάρχει στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατά την οποία τα περιστατικά που έγιναν δεκτά από το Δικαστήριο, αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων, αποδείχθηκαν "από την εκτίμηση των ανωμοτί καταθέσεων των διαδίκων που εξετάστηκαν ενώπιον του ακροατηρίου του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, οι οποίες περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασής του, εκτιμώμενες ελευθέρως σε συνδυασμό μεταξύ τους και προς τις υπόλοιπες αποδείξεις, απ' όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, τα οποία λαμβάνονται υπ' όψη από το Δικαστήριο είτε προς άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, για μερικά από τα οποία γίνεται ειδική αναφορά παρακάτω, χωρίς να έχει παραλειφθεί κανένα για την ουσιαστική διάγνωση της παρούσας διαφοράς, καθώς και από τα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία λαμβάνονται αυτεπαγγέλτως υπόψη από το Δικαστήριο [άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔικ]>>, δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία, ότι το εν λόγω Δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς τους κρίσιμους ισχυρισμούς των διαδίκων, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τα ανωτέρω αποδεικτικά έγγραφα.
Δεν ήταν δε αναγκαία ειδική μνεία της μαρτυρικής κατάθεσης που αναφέρεται, η οποία δόθηκε στα πλαίσια άλλης δίκης και τούτο διότι αυτή δεν αποτελεί ιδιαίτερα αποδεικτικό μέσο διάφορο των εγγράφων.
Κατά το άρθρ. 569 §2 εδάφ. α ΚΠολΔ, οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης και τα κεφάλαια εκείνα, που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά, ασκούνται μόνο με δικόγραφο, που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και συντάσσεται κάτω απ` αυτό έκθεση.
Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, κεφάλαιο είναι κάθε οριστική διάταξη της τελεσίδικης απόφασης που κρίνει για το παραδεκτό ή το βάσιμο κάθε αυτοτελούς αίτησης παροχής έννομης προστασίας, η οποία εισάγει αντίστοιχα ένα ιδιαίτερο αντικείμενο δίκης, διαφοροποιούμενο από τα λοιπά είτε ως προς το αίτημα είτε ως προς την ιστορική βάση είτε ως προς αμφότερους τους παράγοντες που το οριοθετούν.
Αντίθετα πρόκειται για το αυτό αντικείμενο δίκης και επομένως και για το αυτό κεφάλαιο της απόφασης, όταν υπάρχει ταύτιση τόσο ως προς το αίτημα όσο και ως προς την ιστορική βάση. Εξ άλλου αναγκαίως συνεχόμενα με τα κεφάλαια της απόφασης που αναιρεσιβλήθηκαν είναι όσα από τα λοιπά κεφάλαιά της παρουσιάζουν προς τα πρώτα στενή συνάφεια, είτε διότι βρίσκονται σε σχέση προδικαστικότητας προς αυτά, δηλαδή αφορούν προκριματικά για την παραδοχή τους ζητήματα, είτε διότι έχουν ως αντικείμενο δικαιώματα που απορρέουν από την αυτή ιστορική αιτία ή από το αυτό βιοτικό γεγονός, οπότε και δημιουργείται κίνδυνος ασυμβίβαστων αποφάσεων αν η κρίση περιορισθεί μόνο στα αναιρεσιβληθέντα κεφάλαια και συμβεί αυτή να είναι αντίθετη προς την κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τα λοιπά απρόσβλητα κεφάλαια της απόφασής του.
Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο πρόσθετο λόγο της αναίρεσης ο αναιρεσείων, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔικ, που στρέφονται κατά του κεφαλαίου αυτής, με το οποίο αναγνωρίστηκε ότι ο αναιρεσίβλητος νόμιμα απέκτησε την κυριότητα των ακινήτων με παράγωγο τρόπο, με το 6533/1983 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου … Χ.
Λ.-Τ., αν και ο δικαιοπάροχός του, κατά τον χρόνο της μεταβίβασης δεν ήταν κύριος αυτών, αφού αποδέχθηκε την κληρονομία που είχε επαχθεί σε εκείνον με την 25539/1984 πράξη της συμβολαιογράφου … Ε. Τ., που μεταγράφηκε νόμιμα. Ο πρόσθετος αυτός λόγος αναίρεσης αφορά σε κεφάλαιο της προσβαλλόμενης απόφασης, το οποίο δεν πλήττεται με την κύρια αίτηση αναίρεσης, ούτε συνέχεται αναγκαστικά με τα κεφάλαια που πλήττονται με αυτή και επομένως είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Σε κάθε περίπτωση ο ίδιος λόγος είναι απορριπτέος, κατ' άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔικ, γιατί από την επιτρεπτή επισκόπηση του από 2-2-2013 δικογράφου της έφεσης του αναιρεσείοντος κατά της 113/2012 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κιλκίς, αντίστοιχου περιεχομένου λόγος έφεσης δεν προβλήθηκε, αφού οι λόγοι έφεσης αφορούσαν, συγκεκριμένα, στην εσφαλμένη απόρριψη α) της ένστασης δεδικασμένου, β) της ένστασης ενεργητικής νομιμοποίησης του ενάγοντος και γ) της ένστασης από το άρθρο 281 ΑΚ.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και το δικόγραφο πρόσθετων λόγων, να διαταχθεί, κατ' άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔικ η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου που καταβλήθηκε και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου κατά το νόμιμο αίτημα αυτού [ΚΠολΔικ 176, 183, 191 παρ. 2].
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 19-6-2015 αίτηση και το από 10-11-2015 δικόγραφο πρόσθετων λόγων για αναίρεση της 2757/2014 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου που καταβλήθηκε. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων [3.000] ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Νοεμβρίου 2016.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Νοεμβρίου 2016.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ