Legislator Case Law & Legislation
628/2015 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on public entity wage claims barred by two-year statute of limitations.

Case Number 628/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's judgment regarding unpaid wages. The lower court correctly applied a two-year statute of limitations to the public entity's claims, finding them time-barred for the relevant years. The appellant's argument that the limitation period should run from the end of the fiscal year was rejected as lacking legal merit.

Legislator headnote

AI generated

Art. 90 para. 3 of Law 2362/1995; Art. 176 and 183 of the Code of Civil Procedure: The two-year statute of limitations for wage claims against public entities applies strictly, and the limitation period runs from the date the claim arises, not the end of the fiscal year.

Keywords

AI generated
statute of limitations public entity wage claims fiscal year appeal dismissal civil procedure time bar

Cited Legislation

AI generated
Art. 90 para. 3 of Law 2362/1995
Art. 176 of the Code of Civil Procedure
Art. 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
OL AP 7/2014
OL AP 11/2008

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 628 / 2015 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 628/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Απόστολο Παπαγεωργίου, Παναγιώτη Κατσιρούμπα και Δήμητρα Κοκοτίνη Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 24η Φεβρουαρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ΝΠΙΔ με την επωνυμία "Μονομετοχική Δημοτική Ανώνυμη Εταιρεία Αξιοποίησης Δημοτικών Ακινήτων", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γρηγόρη Κοσσυβάκη και κατέθεσε προτάσεις Του αναιρεσίβλητου: Θ. Σ. του Π., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Σαχπατζίδη με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-10-2009 αγωγή του αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Έδεσσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 21/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 321/2014 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 10-7-2014 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δήμητρα Κοκοτίνη διάβασε την από 16-2-2015 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου, Αρεοπαγίτη Δημητρίου Κόμη, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί ο πρώτος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως και να γίνει δεκτός ο δεύτερος λόγος αυτής. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Με το π.δ. 164/2004 (ΦΕΚ Α` 134) μεταφέρθηκε στην ελληνική έννομη τάξη, όσον αφορά στους εργαζόμενους με συμβάσεις ορισμένου χρόνου στο δημόσιο τομέα, η οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου (L 175) σχετικά με την από 18-3-1999 συμφωνία πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου, η οποία είχε συναφθεί μεταξύ της Ευρωπαϊκής Συνομοσπονδίας Συνδικάτων (CES), της Ενωσης των Συνομοσπονδιών της Βιομηχανίας και των Εργοδοτών (UNICE) και του Ευρωπαϊκού Κέντρου Επιχειρήσεων (CEEP).

Στο άρθρο 5 του π.δ. 164/2004 ορίζεται ότι "1. Απαγορεύονται οι διαδοχικές συμβάσεις, που καταρτίζονται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζόμενου με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, εφ` όσον μεταξύ των συμβάσεων αυτών μεσολαβεί χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών μηνών. 2.

Η κατάρτιση των συμβάσεων αυτών επιτρέπεται κατ` εξαίρεση, εφ` όσον δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους. Αντικειμενικός λόγος υφίσταται, όταν οι επόμενες της αρχικής συμβάσεως συνάπτονται για την εξυπηρέτηση ειδικών ομοειδών αναγκών που σχετίζονται ευθέως και αμέσως με τη μορφή ή το είδος ή τη δραστηριότητα της επιχείρησης. 3.

Η σύναψη διαδοχικών συμβάσεων γίνεται εγγράφως και οι λόγοι που την δικαιολογούν αναφέρονται ρητώς στη σύμβαση, εφ` όσον δεν προκύπτουν ευθέως από αυτήν. (...) 4. Σε κάθε περίπτωση, ο αριθμός των διαδοχικών συμβάσεων δεν επιτρέπεται να είναι μεγαλύτερος των τριών, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παρ.2 του επόμενου άρθρου".

Παρά ταύτα, στο άρθρο 11 παρ.1 του π.δ. 164/2004, ως μεταβατική ρύθμιση, όλως ειδικά ανεκτή συνταγματικώς (ΑΠ 896/2012, ΣτΕ 3482/2010, 634/2010), για την τακτοποίηση εκκρεμών εργασιακών σχέσεων του Δημοσίου και των άλλων νομικών προσώπων του δημόσιου τομέα με εργαζόμενους που συνέχισαν, ακόμη και μετά την τελευταία αναθεώρηση του Συντάγματος (άρθρο 103 παρ.7 και 8, ΦΕΚ Α` 85/18-4-2001), να απασχολούνται με διαδοχικές συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, ορίζεται ότι "Διαδοχικές συμβάσεις κατά την παρ.1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, οι οποίες έχουν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος και είναι ενεργείς έως την έναρξη ισχύος αυτού, συνιστούν εφεξής σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, εφόσον συντρέχουν αθροιστικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α) Συνολική χρονική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων τουλάχιστον είκοσι τεσσάρων (24) μηνών έως την έναρξη ισχύος του διατάγματος, ανεξαρτήτως αριθμού ανανεώσεων συμβάσεων ή τρεις τουλάχιστον ανανεώσεις πέραν της αρχικής σύμβασης κατά την παρ.1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, με συνολικό ελάχιστο χρόνο απασχόλησης δέκα οκτώ (18) μηνών, μέσα σε συνολικό χρονικό διάστημα είκοσι τεσσάρων (24) μηνών από την αρχική σύμβαση.

β) Ο συνολικός χρόνος υπηρεσίας του εδαφίου (α) να έχει πράγματι διανυθεί στον ίδιο φορέα, με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, όπως αναγράφεται στην αρχική σύμβαση. γ) Το αντικείμενο της σύμβασης να αφορά σε δραστηριότητες, οι οποίες σχετίζονται ευθέως και αμέσως με πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αντίστοιχου φορέα, όπως αυτές οριοθετούνται από το δημόσιο συμφέρον το οποίο υπηρετεί ο φορέας αυτός.

δ) Ο κατά τις προηγούμενες περιπτώσεις συνολικός χρόνος υπηρεσίας πρέπει να έχει παρασχεθεί κατά πλήρες ή μειωμένο ωράριο εργασίας και σε καθήκοντα ίδια ή παρεμφερή με αυτά που αναγράφονται στην αρχική σύμβαση (...)". Και στο άρθρο 11 παρ. 6 του π.δ. 164/2004 ορίζεται ότι " Κατ’ εξαίρεση, και για λόγους κοινωνικής πρόνοιας που αφορούν στην επαγγελματική ένταξη των ατόμων με αναπηρίες, κατ’ εφαρμογή της παρ. 6 του άρθρου 21 του Συντάγματος, για τα άτομα με ποσοστό αναπηρίας 50% τουλάχιστον, συμπεριλαμβανομένων κι αυτών που εργάζονται στο πλαίσιο προγράμματος ένταξης του Ο.Α.Ε.Δ., αρκεί ο συνολικός χρόνος απασχόλησης του εδαφίου α’ της παρ. 1 του παρόντος άρθρου να είναι τουλάχιστον 18 μήνες, ανεξαρτήτως ενδιάμεσων χρονικών διαστημάτων μεταξύ των συμβάσεων, εφόσον πληρούνται οι λοιπές προυποθέσεις κατά τα ανωτέρω".

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 3 περ. γ` του π.δ. 164/2004, ως "δημόσιος τομέας" χαρακτηρίζεται αυτός που οριοθετείται "από τις διατάξεις του άρθρου 51 παρ. 1 του ν. 1892/1990 ή από άλλες ειδικές διατάξεις, όπως εκάστοτε ισχύουν ...", ενώ κατά το άρθρο 51 παρ.1 περ. β` του ν. 1892/1990, στο δημόσιο τομέα υπάγονται και τα ΝΠΔΔ, στα οποία συγκαταλέγονται και οι ΟΤΑ και κατά τα άρθρα 1 παρ. 3 του ν. 2527/1997 και 10 παρ. 5 του ν. 3051/2002, οι επιχειρήσεις των ΟΤΑ υπάγονται στο σύστημα του ν. 2190/1994 ως προς την πρόσληψη του διοικητικού και μη προσωπικού αυτών όλων των κατηγοριών, με εξαίρεση μόνο του ειδικού επιστημονικού προσωπικού και των διευθυνόντων υπαλλήλων.

Έτσι, οι δημοτικές επιχειρήσεις, ως προς την πρόσληψη του προσωπικού τους, λογίζονται φορείς του δημόσιου τομέα, στον οποίο ισχύουν οι ως άνω περιοριστικές των προσλήψεων ρυθμίσεις, καθώς και οι αναγκαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 103 του Συντάγματος και του ν. 2190/1994 (ΑΠ 184/2014). Περαιτέρω, στα άρθρα 2 και 3 του π.δ. 164/2004 καθορίζεται η προσήκουσα διοικητική διαδικασία για την αναγνώριση των συμβάσεων εργασίας, που εμπίπτουν στις ως άνω εξαιρέσεις, ως συμβάσεων αόριστου χρόνου.

Ο καθορισμός της διαδικασίας αυτής, όμως, δεν μπορεί να αποκλείσει στα δικαστήρια, κατά την άσκηση του εις αυτά ανατεθειμένου από το Σύνταγμα δικαιοδοτικού έργου, την έρευνα της ύπαρξης των προϋποθέσεων που προσδίδουν σε μια σύμβαση ή σχέση της κατηγορίας αυτής το χαρακτήρα σύμβασης ή σχέσης εργασίας αόριστου χρόνου (Ολ ΑΠ 7/2011).

Εξάλλου, με το άρθρο 20 παρ. 4 του ν.2738/1999 προστέθηκε ως περίπτωση στο άρθρο 14 παρ.2 του ν. 2190/1994 επιπλέον εξαίρεση στο σύστημα προσλήψεων του νόμου αυτού, ειδικότερα δε ορίστηκε ότι η πρόσληψη του προσωπικού που προσλαμβάνεται σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος που προκηρύσσεται και επιδοτείται από τον Ο.Α.Ε.Δ., διενεργείται σύμφωνα με τους όρους, τη διαδικασία και τα κριτήρια που καθορίζονται στα προγράμματα αυτά, ήτοι η πρόσληψη του προσωπικού δεν γίνεται με τη διαδικασία που ορίζεται κατά περίπτωση από το ν. 2190/1994 και δη από το ΑΣΕΠ με διαγωνισμό ύστερα από προκήρυξη (άρθρο 15) ή με προκήρυξη θέσεων που πληρούνται με σειρά προτεραιότητας (άρθρο 18).

Η επιδοτούμενη αυτή πρόσληψη υπαλλήλων είναι εξαιρετική, διότι συνδέεται με την ανάγκη πραγμάτωσης των προγραμμάτων, που με τους υφιστάμενους κανόνες θα απέβαινε αταλέσφορη και για το λόγο αυτό ορίζεται ότι η πρόσληψη διενεργείται με τους όρους, τη διαδικασία και τα κριτήρια που καθορίζονται στα προγράμματα.

Συνακόλουθα, η πρόσληψη υπαλλήλων που έχει πραγματοποιηθεί στα πλαίσια συγκεκριμένου προγράμματος του Ο.Α.Ε.Δ. και οι εξ αυτής απορρέουσες εργασιακές σχέσεις έχουν συγκεκριμένο χρόνο διάρκειας, είναι, δηλαδή ,συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, η πάροδος του οποίου συνεπιφέρει, κατ’ αρχήν, αυτοδικαίως και τη λήξη τους, σύμφωνα με το άρθρο 669 παρ. 1 του ΑΚ, με την επιφύλαξη, βέβαια, των προαναφερθέντων ως προς τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό τους ως συμβάσεων αορίστου, στην πραγματικότητα, χρόνου, εφόσον καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες της υπηρεσίας (ΑΠ 369/2013).

Τέλος, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 εδ. α` ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα (Ολ ΑΠ 2/2013,7/2006, 4/2005).

Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου , που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ’ επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ’ αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης (Ολ ΑΠ 7/2014, Ολ ΑΠ 2/2013).Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε , κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς περί πραγμάτων κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), μεταξύ άλλων, τα εξής ουσιώδη πραγματικά περιστατικά :

Ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος, πάσχων από χρόνια αναπηρία σε ποσοστό 67%, λόγω βλάβης του βραχιονίου πλέγματος δεξιά και τραυματικής διατομής περονιαίου νεύρου αριστερά με πτώση ποδός σύστοιχα,προσλήφθηκε στις 30-12-2000 από την αμιγή δημοτική επιχείρεση ΛΟΥΤΡΑ ΛΟΥΤΡΑΚΙΟΥ Ν. ΠΕΛΛΑΣ του Δήμου ... της οποίας σκοπός είναι η παροχή υπηρεσιών στους δημότες και συγκεκριμένα η διαχείριση και εκμετάλλευση των λουτρικών εγκαταστάσεων της περιοχής του Δήμου ...

και η οποία υπήχθη σε πρόγραμμα του ΟΑΕΔ για επιδότηση νέων θέσεων εργασίας ατόμων με ειδικές ανάγκες, απεξαρτημένων, αποφυλακισμένων και νεαρών ατόμων με την υπ’ αριθμ. 30.278/23-3-2000 απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Η πρόσληψή του έγινε με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας για να απασχοληθεί ως υπάλληλος γραφείου στην ως άνω επιχείρηση για χρονικό διάστημα τεσσάρων (4) ετών, ήτοι από 30-12-2000 έως 30-12-2004.

Ότι στη θέση της εν λόγω δημοτικής επιχείρησης υπεισήλθε, ως καθολική διάδοχος αυτής, η ήδη αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΜΟΝΟΜΕΤΟΧΙΚΗ ΔΗΜΟΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΞΙΟΠΟΙΗΣΗΣ ΔΗΜΟΤΙΚΩΝ ΑΚΙΝΗΤΩΝ ΝΠΙΔ" και το διακριτικό τίτλο "ΛΟΥΤΡΑ ΛΟΥΤΡΑΚΙΟΥ ΔΗΜΟΥ ΑΡΙΔΑΙΑΣ". Ότι σε εκτέλεση της σύμβασης αυτής ο ενάγων παρείχε την εργασία του στην παραπάνω δημοτική επιχείρηση με πενθήμερη εβδομαδιαία εργασία και ωράριο από 07.30 έως 14.30, με μηνιαίο μισθό 175.800 δραχμές, κατά τη διάρκεια δε της απασχολήσεώς του ασχολούνταν με την καταχώρηση και πρωτοκόλληση εισερχομένων και εξερχομένων εγγράφων, την έκδοση αποδείξεων και τιμολογίων παροχής υπηρεσιών, με τις κρατήσεις δωματίων και ,κυρίως, την έκδοση εισιτηρίων στο υδροθεραπευτήριο.

Ότι μετά το πέρας του χρόνου διάρκειας της εργασίας του, κατά τους όρους της συναφθείσας ως άνω σύμβασης, η εν λόγω σύμβαση έληξε αυτοδικαίως στις 30-12-2004.Ότι από τα ανωτέρω προκύπτει ότι η σύναψη της συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου από τη δημοτική επιχείρηση υπαγορεύτηκε από το γεγονός ότι ο ενάγων κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες της εναγομένης.

Αυτό συνάγεται, όπως δέχεται περαιτέρω το Εφετείο, από την ίδια τη φύση της εργασίας για την οποία έγινε η πρόσληψή του, η οποία δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως εποχιακού χαρακτήρα, αλλά και από τη φύση των καλυπτόμενων από την εργασία του αναγκών των λουτρών της δημοτικής επιχείρησης, που είναι σταθερές, συνήθεις, τακτικές και προβλέψιμες, ακόμη δε προκύπτει και από το γεγονός ότι, μετά την αποχώρηση του ενάγοντος, η δημοτική επιχείρηση αναγκάστηκε να προσλάβει άλλον υπάλληλο με την ειδικότητά του.

Ότι, συνεπώς, ο καθορισμός της ανωτέρω σύμβασης του ενάγοντος ως ορισμένου χρόνου, η οποία καταρτίσθηκε πριν από την έναρξη ισχύος της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999, που άρχισε να ισχύει από 10-7-2001, των παραγράφων 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, που προστέθηκαν κατά την αναθεώρησή του το έτος 2001 και ισχύουν από 18-4-2001, και των άρθρων 5 και 11 του π.δ. 164/2004, που άρχισε να ισχύει από 19-7-2004, και συνεχίστηκε, ούσα ενεργός κατά το χρόνο ενάρξεως της ισχύος τους και μετά ταύτα, δεν δικαιολογείται ούτε από τη φύση των παρεχόμενων υπηρεσιών ούτε από τη φύση των καλυπτόμενων αναγκών της εναγομένης, αλλά έγινε καταχρηστικά, προκειμένου να καταστρατηγηθούν τα δικαιώματά του, και αυτή είναι σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920, 21 του ν. 2190/1994, καθώς και εκείνων των άρθρων 1 παρ. 1, 5 παρ. 1, 11 παρ. 1 του π.δ. 164/2004, στο πραγματικό των οποίων εμπίπτει η επίδικη σύμβαση, προκειμένου να χαρακτηρισθεί ως σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, καθόσον η σύμβαση αυτή:1) είχε συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος του π.δ. 164/2004 και ήταν ενεργός κατά την έναρξη ισχύος αυτού, 2) η συνολική διάρκεια της συμβάσεως ήταν 36 μήνες έως την έναρξη ισχύος του π.δ. 164/2004 και 3) ο χρόνος αυτός υπηρεσίας διανύθηκε από τον ενάγοντα στον ίδιο φορέα, ήτοι την εν λόγω δημοτική επιχείρηση, με την ίδια ειδικότητα και με τους ίδιους όρους εργασίας, προς κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών της.

Ακολούθως, δέχθηκε το Εφετείο, ότι ο ενάγων, με την από 23-8-2004 αίτησή του, ζήτησε από τη δημοτική επιχείρηση την εφαρμογή του π.δ. 164/2004 στην περίπτωσή του, δηλαδή τη μετατροπή της συμβάσεως εργασίας του σε αορίστου χρόνου, όμως το διοικητικό συμβούλιο αυτής, παρά τη θετική γνωμοδότηση του νομικού της συμβούλου,με το υπ’ αριθμ. 12/2004 πρακτικό του αποφάσισε ομόφωνα ότι, ανεξαρτήτως του ότι αυτός πληρούσε τις προυποθέσεις του άρθρου 11 του π.δ. 164/2004, δεν μπορεί να υπαχθεί στη ρύθμιση του ανωτέρω διατάγματος, λόγω του ότι η επιχείρηση έχει εποχιακό χαρακτήρα και δεν μπορεί να ανταποκριθεί στις οικονομικές υποχρεώσεις που δημιουργεί η συνεχής και μόνιμη απασχόληση προσωπικού.

Ότι, στη συνέχεια, το Δημοτικό Συμβούλιο του Δήμου ... με την υπ’ αριθμ.499/2004 απόφασή του, αποφάσισε κατά πλειοψηφία ότι ο ενάγων δεν μπορεί να υπαχθεί στη ρύθμιση του π.δ.164/2004, ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι πληροί τις λοιπές τυπικές προϋποθέσεις που προβλέπονται από τις διατάξεις του π.δ. 164/2004, λόγω του γεγονότος ότι η επιχείρηση έχει εποχιακό χαρακτήρα και δεν μπορεί να ανταποκριθεί στις οικονομικές υποχρεώσεις που δημιουργεί η συνεχής και μόνιμη απασχόληση, επιπρόσθετα δε καθόσον η πρόσληψή του έγινε στα πλαίσια της κοινωνικής πολιτικής, με το επιδοτούμενο πρόγραμμα Ν.Θ.Ε του Ο.Α.Ε.Δ για την απασχόληση Α.Μ.Ε.Α.

Ότι ταυτόσημη με την προαναφερθείσα απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου ... είναι και η υπ’ αριθμ. 917/2005 απόφαση του Δ’ Τμήματος του ΑΣΕΠ, ενώ μετά την επανεξέταση της υπόθεσης του ενάγοντος, κατόπιν αιτήσεως του τελευταίου, το Β’ Τμήμα του ΑΣΕΠ, με την υπ’ αριθμ. 16/29-1-2009 απόφασή του, ανακάλεσε την υπ’ αριθμ. 917/2005 απόφασή του, κατά το μέρος που αφορούσε τον ενάγοντα, και έκρινε ότι αυτός πληροί αθροιστικά όλες τις νόμιμες προϋποθέσεις για την υπαγωγή του στις ρυθμίσεις του άρθρου 11 του π.δ. 164/2004 με πλήρες ωράριο εργασίας.

Ότι, στη συνέχεια, το Δημοτικό Συμβούλιο του Δήμου ... συμμορφούμενο με την άνω απόφαση του ΑΣΕΠ, με την υπ’ αριθμ. 92/2009 απόφασή του ανακάλεσε την προγενέστερη υπ’ αριθμ. 499/2004 απόφασή του και έκρινε θετικά για την υπαγωγή του ενάγοντος στη ρύθμιση του π.δ. 164/2004 και ακολούθως το διοικητικό συμβούλιο της αμιγούς δημοτικής επιχείρησης ΛΟΥΤΡΑ ΛΟΥΤΡΑΚΙΟΥ ΝΟΜΟΥ ΠΕΛΛΑΣ, με την υπ’ αριθμ. 17/27-2-2009 απόφασή του αποφάσισε ομόφωνα την πρόσληψη του ενάγοντος ως υπάλληλο γραφείου, την οποία υλοποίησε τελικά την 1/7/2009 με τη σύναψη με τον ενάγοντα ατομικής σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου με την ειδικότητα του υπαλλήλου γραφείου και με καθήκοντα την έκδοση εισιτηρίων.

Δέχεται, περαιτέρω, το Εφετείο ότι μετά την άρνηση της εναγομένης να αποδεχθεί τις υπηρεσίες του ενάγοντος, ο τελευταίος δήλωσε εγγράφως ότι προσφέρει αυτές προσηκόντως και πραγματικά στην εναγομένη , σύμφωνα με την από 16/2/2005 εξώδικη δήλωσή του, η οποία επιδόθηκε στην εναγομένη στις 17-2-2005, όπως προκύπτει από την υπ’ αριθμ. 7354 Α έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Έδεσσας Ι.

Α., πλην, όμως, η τελευταία ουδέποτε αποδέχθηκε την πραγματική προσφορά της εργασίας του ενάγοντος και, συνεπώς, έχει περιέλθει σε κατάσταση υπερημερίας, απορριπτομένου ως ουσιαστικά αβάσιμου του αντίθετου ισχυρισμού της εναγομένης περί ελλείψεως υπαιτιότητάς της, με αποτέλεσμα να οφείλει σε αυτόν μισθούς υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 1-1-2005 έως 30-6-2009.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως τις διατάξεις της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999, του άρθρου 8 παρ.3 του ν. 2112/1920, των άρθρων 1,5 και 11 του π.δ. 164/2004, αλλά ούτε και τις διατάξεις των άρθρων 648,649,669 και 672 του ΑΚ. Γι’ αυτό και ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος, αφού ο ενάγων με την εργασία του κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες της εναγομένης και η σύμβαση εργασίας του συνήφθη ως ορισμένου χρόνου προς καταστρατήγηση του ν. 2112/1920, ενώ η τελευταία ήταν υπερήμερη ως προς την αποδοχή των προσηκόντως προσφερόμενων υπηρεσιών του πρώτου από την 1-1-2005 έως και την 1-7-2009, που τελικά αποδέχθηκε τις υπηρεσίες του.

Ο προισχύσας Κώδικας Δήμων και Κοινοτήτων (π.δ. 410/1995), που έχει εφαρμογή στην προκείμενη περίπτωση, όριζε στο άρθρο 277 ότι :"Οι Δήμοι και οι Κοινότητες μπορούν να συνιστούν δικές τους επιχειρήσεις ή να μετέχουν σε επιχειρήσεις που συνιστούν με άλλα νομικά ή φυσικά πρόσωπα ή σε επιχειρήσεις που ήδη υπάρχουν:

α) για την εκτέλεση έργων που έχουν σκοπό την εξυπηρέτηση του κοινού καθώς και για την οικονομική εκμετάλλευση των έργων αυτών, β)για την παραγωγή αγαθών ή την παροχή υπηρεσιών που έχουν σκοπό την εξυπηρέτηση του κοινού ,γ) την ανάπτυξη δραστηριοτήτων που έχουν σκοπό την πραγματοποίηση εσόδων (παρ. 1 ). "Η ευθύνη του Δήμου ή της Κοινότητας που συνιστά ή συμμετέχει σε επιχείρηση του άρθρου 285 περιορίζεται στη συμμετοχή της στο κεφάλαιο της επιχείρησης" (παρ. 7).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 280 παρ. 1 του ως άνω π.δ., "η διαχείριση των επιχειρήσεων γίνεται σύμφωνα με ιδιαίτερο προϋπολογισμό εσόδων και εξόδων και είναι ανεξάρτητη από την υπόλοιπη δημοτική ή κοινοτική διαχείριση", ενώ κατά το άρθρο 281 παρ. 1 αυτού, "η ταμειακή υπηρεσία των επιχειρήσεων είναι ανεξάρτητη από την δημοτική ή την κοινοτική" και στο άρθρο 287 ότι: "Με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών καθορίζεται κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 277 έως 285....(παρ. 1).

Κατά τα λοιπά στις επιχειρήσεις που προβλέπονται από τα άρθρα 277-285 εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις της αστικής και εμπορικής νομοθεσίας(παρ.2). Περαιτέρω, στον ισχύοντα Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων(ν. 3463/2006) ορίζονται τα εξής: Με το άρθρο 252 παρ. 1 και 3 ότι: "Οι Δήμοι και οι Κοινότητες μπορούν να συνιστούν ή να συμμετέχουν σε επιχειρήσεις, οι οποίες καλούνται επιχειρήσεις ΟΤΑ, σύμφωνα με τις παρακάτω ρυθμίσεις.

Οι επιτρεπόμενες μορφές των επιχειρήσεων αυτών είναι οι εξής: α) δημοτικές ή κοινοτικές κοινωφελείς επιχειρήσεις, β) Ανώνυμες Εταιρείες ΟΤΑ" (παρ. 1). "Οι Ανώνυμες Εταιρείες ΟΤΑ συνιστώνται είτε μόνο από έναν ή περισσότερους Δήμους ή Κοινότητες, είτε....Οι εταιρείες αυτές λειτουργούν σύμφωνα με τις διατάξεις του κ.ν. 2190/1920"( παρ 3).Στο άρθρο 260 του ίδιου Κώδικα ορίζεται ότι " Η διαχείριση των κοινωφελών επιχειρήσεων γίνεται σύμφωνα με ιδιαίτερο προϋπολογισμό εσόδων και εξόδων και είναι ανεξάρτητη από την υπόλοιπη δημοτική ή κοινοτική διαχείριση" (παρ. 1). "Ο Δήμος και η Κοινότητα δεν ευθύνεται για οφειλές ή οποιεσδήποτε υποχρεώσεις έχει αναλάβει η επιχείρηση έναντι τρίτων" (παρ. 5), ενώ στο άρθρο 265 ορίζεται ότι "Δήμοι ή Κοινότητες ...δύνανται να συνιστούν Ανώνυμες Εταιρείες οι οποίες λειτουργούν σύμφωνα με τις διατάξεις της εμπορικής και φορολογικής νομοθεσίας" (παρ. 1). "Οι Ανώνυμες Εταιρείες ΟΤΑ συγχωνεύονται, διασπώνται ή λύονται σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις του κ.ν. 2190/1920, όπως ισχύει".

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 266 του ως άνω Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα, " Για την αξιοποίηση της δημοτικής ή κοινοτικής περιουσίας ή για την εκμετάλλευση κοινόχρηστων χώρων είναι δυνατή η σύσταση Ανώνυμης Εταιρείας μόνο από ένα Δήμο ή μία Κοινότητα, οι οποίοι και εισφέρουν το σύνολο του εταιρικού κεφαλαίου" "Οι εταιρείες του άρθρου αυτού διέπονται από τις ρυθμίσεις των ΑΕ ΟΤΑ και του κ.ν.. 2190/1920" (παρ. 5).

Τέλος, κατά το άρθρο 276 του ως άνω Κώδικα" Οι Δήμοι και οι Κοινότητες, τα δημοτικά και κοινοτικά ιδρύματα και τα λοιπά δημοτικά και κοινοτικά νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, οι σύνδεσμοι Δήμων και Κοινοτήτων, οι αποκλειστικώς κοινωφελούς χαρακτήρα αμιγείς δημοτικές ή κοινοτικές επιχειρήσεις, οι επιχειρήσεις Ύδρευσης και Αποχέτευσης, η Κεντρική Ένωση Δήμων και Κοινοτήτων της Ελλάδας και οι τοπικές Ενώσεις Δήμων και Κοινοτήτων έχουν όλες ανεξαιρέτως τις ατέλειες και τα δικαστικά, διοικητικά και δικονομικά προνόμια που παρέχονται στο Δημόσιο.." (παρ. 1)." Για την παραγραφή των αξιώσεων κατά των ΟΤΑ εφαρμόζονται οι διατάξεις που διέπουν την παραγραφή των αξιώσεων κατά του Δημοσίου.

Κάθε άλλη διάταξη που ορίζει μεγαλύτερο χρόνο παραγραφής κατά των ΟΤΑ καταργείται" ( παρ 2). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 90παρ. 3 του ν. 2362/1995" περί Δημοσίου Λογιστικού , ελέγχου των δαπανών του Κράτους και άλλες διατάξεις", "Η απαίτηση οποιουδήποτε των επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ αυτού, που αφορά σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε προνόμια των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, παραγράφεται μετά διετία από της γενέσεώς της" Εξάλλου, κατά το άρθρο 250 του ΑΚ," Σε πέντε χρόνια παραγράφονται οι αξιώσεις 1.)..... 6) των υπηρετών και των εργατών για την πληρωμή των μισθών ή άλλων αμοιβών και εξόδων τους.....17) των κάθε είδους μισθών, των καθυστερούμενων προσόδων συντάξεων, διατροφής και κάθε άλλης παροχής που επαναλαμβάνεται περιοδικά".

Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγονται τα ακόλουθα: Οι αναφερόμενες στα άρθρα 277 του προισχύσαντος Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα( π.δ. 410/1995) και 252 επ. του ισχύοντος Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα (ν.3463/2006) δημοτικές επιχειρήσεις δεν αποτελούν Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ), αλλά συνιστούν αυτοτελείς έναντι των Οργανισμών αυτών επιχειρήσεις, που λειτουργούν με τη μορφή Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου, για την επίτευξη ορισμένων, αναφερόμενων στις ανωτέρω διατάξεις, σκοπών, η διαχείριση των επιχειρήσεων αυτών γίνεται σύμφωνα με ιδιαίτερο προϋπολογισμό εσόδων και εξόδων και είναι ανεξάρτητη από την υπόλοιπη δημοτική διαχείριση, η δε ευθύνη του Δήμου, που συνιστά ή συμμετέχει σε τέτοια επιχείρηση, περιορίζεται στη συμμετοχή του στο κεφάλαιο της επιχείρησης και η εργασιακή σχέση του προσωπικού των επιχειρήσεων αυτών διέπεται από τις διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας.

Συνεπώς, εργοδότης των μισθωτών που απασχολούνται με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου σε τέτοιες επιχειρήσεις είναι οι τελευταίες και όχι οι Οργανισμοί Τοπικής Αυτοδιοίκησης που τις συνέστησαν ή συμμετέχουν (ΑΠ 1009/2001) και εφαρμοστέες ως προς το ζήτημα της παραγραφής των αξιώσεων των εργαζομένων που γεννώνται σε βάρος των δημοτικών επιχειρήσεων για την πληρωμή των καθυστερούμενων μισθών κλπ είναι οι διατάξεις του άρθρου 250 αρ. 6 και 17 του ΑΚ, σύμφωνα με τις οποίες οι εν λόγω αξιώσεις υπόκεινται σε πενταετή παραγραφή.

Η επέκταση της διετούς παραγραφής που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995 και στις αξιώσεις των υπαλλήλων του αναιρεσείοντος νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου κατ’ αυτού, αν ήθελε κριθεί το αναιρεσείον ως αποκλειστικώς κοινωφελούς χαρακτήρα δημοτική επιχείρηση, κατ’ άρθρο 276 παρ. 1 του ισχύοντος Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα, θα ήταν αντίθετη προς τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ.1 και 22 παρ.1 εδ.

β’ του Συντάγματος, διότι δεν δικαιολογείται από λόγους κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, εφόσον το αναιρεσείον, ως πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, απολαμβάνει διοικητικής και οικονομικής αυτοτέλειας, λειτουργεί με τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας, είναι νομικά ισότιμο με κάθε άλλο νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου και δεν είναι λογικό να ισχύει υπέρ αυτού το προνόμιο του Δημοσίου και των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης για διετή παραγραφή των κατ’ αυτού μισθολογικών αξιώσεων των υπαλλήλων του, εφόσον το απλό ταμειακό συμφέρον του αναιρεσείοντος δεν ταυτίζεται με το δημόσιο ή γενικό συμφέρον, ούτε συνιστά τέτοιο συμφέρον το γεγονός ότι ο Δήμος ...

είναι ο μόνος μέτοχος αυτού και δεν μπορεί να δικαιολογήσει την παραβίαση των δικαιωμάτων των μισθωτών του στην περιουσία τους με την παραγραφή των αξιώσεών τους από οφειλόμενους μισθούς και εν γένει αποδοχές με βάση το άρθρο 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995 περί διετούς βραχυχρόνιας παραγραφής, αντί των εφαρμοστέων διατάξεων του άρθρου 250 αρ. 6 και 17( Ολ ΑΠ 7/2014, Ολ ΑΠ 11/2008).Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του ,δέχθηκε ότι έχει εφαρμογή στην ένδικη υπόθεση η διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3 του ν.2362/1995 και μετά την παραδοχή αυτή έκρινε ότι οι αξιώσεις του αναιρεσιβλήτου από αποδοχές υπερημερίας των ετών 2005 και 2006 έχουν υποκύψει στη διετή παραγραφή που προβλέπει η ανωτέρω διάταξη, δεχόμενο περαιτέρω ότι η παραγραφή των αξιώσεων του έτους 2005 άρχισε την 1-1-2006 και έληξε την 1-1-2008 , η παραγραφή των αξιώσεων του έτους 2006 άρχισε την 1-1-2007 και έληξε την 1-1-2009 και στη συνέχεια επιδίκασε στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο μισθούς υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 1-1-2007 έως 30-6-2009, ανερχόμενους συνολικά στο ποσό των 31.540,92 ευρώ.

Το αναιρεσείον, με το δεύτερο λόγο της υπό κρίση αναίρεσης, επικαλείται ότι το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ανωτέρω διατάξεις του άρθρου 90 παρ. 3 του ν.2362/1995, υπολογίζοντας την έναρξη του χρόνου της διετούς παραγραφής των αξιώσεων του αναιρεσιβλήτου κατ’ αυτού από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκαν οι αξιώσεις των ετών 2005 και 2006 και όχι από το χρόνο της γενέσεώς τους.

Ο λόγος όμως αυτός, εν όψει των ανωτέρω νομικών παραδοχών περί πενταετούς παραγραφής των ένδικων αξιώσεων, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, λόγω έλλειψης εννόμου συμφέροντος του αναιρεσείοντος.

Μετά ταύτα, ενόψει του ότι δεν υπάρχουν άλλοι λόγοι αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση και να καταδικασθεί το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου (άρθρα 176 και 183 του ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10-7-2014 αίτηση για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 321/2014 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και

Καταδικάζει το αναιρεσείον στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Μαρτίου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Μαΐου 2015.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ