Supreme Court annuls lower court judgment for insufficient reasoning and remands case for substantive trial.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece annulled the Athens Court of Appeal's judgment due to a procedural defect regarding insufficient reasoning. The appellant argued that the lower court failed to provide a legal basis for its decision, violating specific procedural articles. Consequently, the court set aside the appeal request and remanded the case for a substantive trial to be conducted directly by the Supreme Court.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1) and 580(3) of the Code of Civil Procedure; If a judgment is annulled for insufficient reasoning, the Supreme Court may conduct the substantive trial itself without remitting the case for a second referral.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 628 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 628/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Σεπτεμβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Α. Α. του Γ. , κατοίκου ... , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Παπαϊωάννου .
Του αναιρεσιβλήτου: Ν. Β., του Γ. , κατοίκου ... , ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Μουκελάτο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-4-21998 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 974/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 3908/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων και εκδόθηκε η 2013/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου που παρέπεμψε την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος της για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών. Το Εφετείο εξέδωσε την 3092/2012 απόφασή του, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 6-11-2012 αίτηση του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Εμμανουήλ Κλαδογένης, ανέγνωσε την από 13-9-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της κρινόμενης αίτησης κατά παραδοχή και των δύο λόγων αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το άρθρο 321 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι δεδικασμένο αποτελούν οι τελεσίδικες αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων, δηλαδή οι οριστικές αποφάσεις οι οποίες δεν μπορούν να προσβληθούν με τα τακτικά ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας και της εφέσεως ή επειδή αυτά ασκήθηκαν άπαξ ή επειδή ο διάδικος παραιτήθηκε από το δικαίωμα να τα ασκήσει ή επειδή έχασε την προβλεπομένη προθεσμία. Στην περίπτωση όμως κατά την οποία η τελεσίδικη απόφαση αναιρείται, αυτή χάνει την ισχύ της με συνέπεια την ex tunc ανατροπή του δεδικασμένου.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση της πορείας της υποθέσεως προκύπτουν τα εξής: Ο αναιρεσείων άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά 1)του αναιρεσιβλήτου ως δημοσιογράφου και συντάκτου δημοσιεύματος στο περιοδικό "ΜΕΤΡΟ" και 2)της εταιρίας με την επωνυμία "ΔΕΣΙΣ Α.Ε.", την κρινομένη αγωγή του, με την οποία ισχυρίσθηκε, ότι οι εναγόμενοι ετέλεσαν εις βάρος του αδικοπραξία και ειδικότερα συκοφαντική δυσφήμηση δια του τύπου και ζήτησε να του επιδικασθεί χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Εξεδόθη από το ανωτέρω δικαστήριο η υπ'αριθ.974/2005 απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε κατ'ουσίαν η αγωγή. Ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων άσκησε κατά της αποφάσεως αυτής έφεση και εξεδόθη η υπ'αριθ.3908/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε κατ'ουσίαν η έφεση. Κατά της τελευταίας αποφάσεως ο αναιρεσείων άσκησε αίτηση αναιρέσεως και εξεδόθη η υπ'αριθ.2013/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία η αίτηση αναιρέσεως α1)απερρίφθη ως απαράδεκτη (εκπρόθεσμη) όσον αφορά την δεύτερη εναγόμενη εταιρία και β1)έγινε δεκτή όσον αφορά τον πρώτο εναγόμενο, ανηρέθη η απόφαση του Εφετείου και παρεπέμφθη η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο προς περαιτέρω εκδίκαση από άλλους δικαστές.
Εν όψει αυτών, το υφιστάμενο από την εν λόγω απόφαση του Εφετείου δεδικασμένο ανετράπη αναδρομικώς, όσον αφορά το πρόσωπο του πρώτου εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου με την αναίρεση αυτής. Επομένως, ο ισχυρισμός του αναιρεσιβλήτου περί υπάρξεως δεδικασμένου στην παρούσα υπόθεση ως προς το πρόσωπό του, συνεπεία του οποίου δεν ενέχεται σε αποζημίωση ή χρηματική ικανοποίηση έναντι του αναιρεσείοντος, είναι αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 559 αριθ.19 ΚΠολΔ: "Αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Ουσιώδες στοιχείο αυτού του λόγου αποτελεί η έλλειψη νόμιμης βάσεως σε "ζήτημα", ήτοι ισχυρισμό που έχει αυτοτελή ύπαρξη, που τείνει δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε ως επιθετικό ή αμυντικό μέσο, και ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ενώ τα αναφερόμενα σχετικά με τις αιτιολογίες αποτελούν επεξηγηματικά στοιχεία του ουσιώδους στοιχείου.
Έλλειψη νόμιμης βάσεως υπάρχει όταν τα αναφερόμενα στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού πραγματικά γεγονότα εκτίθενται τόσον ατελώς ή ασαφώς, ώστε να μη μπορεί να διαπιστωθεί, αν αυτά αντιστοιχούν ή όχι στο πραγματικό του εφαρμοζόμενου κανόνα δικαίου ή, κατ' άλλη έκφραση, αν έγινε ορθή ή εσφαλμένη υπαγωγή αυτών στον κανόνα δικαίου.
Από αυτά παρέπεται, αφενός ότι η έλλειψη νόμιμης βάσεως αποτελεί μορφή της εκ πλαγίου παραβιάσεως του εφαρμοζόμενου κανόνα ουσιαστικού δικαίου και αφετέρου ότι η κατά τα παραπάνω ελαττωματικότητα των αιτιολογιών, η σχετική με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν δημιουργεί τον λόγο αυτόν αναιρέσεως, αν το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται σαφώς.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 57 ΑΚ: "Όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητα του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον....αξίωση αποζημίωσης σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες δεν αποκλείεται". Κατά δε το άρθρο 59 ΑΚ και στην περίπτωση του άρθρου 57A.K. "...το δικαστήριο με την απόφασή του, ύστερα από αίτηση αυτού που έχει προσβληθεί και αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, μπορεί επιπλέον να καταδικάσει τον υπαίτιο να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη αυτού που έχει προσβληθεί.
Η ικανοποίηση συνίσταται σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα, ή σε οτιδήποτε επιβάλλεται από τις περιστάσεις". Τέτοιο προστατευόμενο αγαθό είναι και η τιμή κάθε ανθρώπου, η οποία αντικατοπτρίζεται στην υπόληψη, εκτίμηση και αξία που αποδίδεται σ' αυτόν από τους άλλους και σε περίπτωση προσβολής της, με κάποια παράνομη ενέργεια, δικαιούται ν' απαιτήσει την άρση της και την παράλειψή της στο μέλλον, χωρίς τη συνδρομή υπαιτιότητας (αντικειμενική ευθύνη), η οποία, όμως, είναι αναγκαία προκειμένου περί ικανοποιήσεως ηθικής βλάβης.
Κατά το άρθρο 914 ΑΚ "Όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει". Κατά δε το άρθρο 932 AΚ: "Σε περίπτωση αδικοπραξίας ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του". Επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 361 παρ. 1 ΠΚ: "Όποιος, εκτός από τις περιπτώσεις της δυσφήμησης (άρθρα 362 και 363), προσβάλλει την τιμή άλλου με λόγο ή με έργο ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο, τιμωρείται...".
Κατά το άρθρο 362 ΠΚ: "Όποιος με οποιονδήποτε τρόπο, ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του τιμωρείται...". Κατά δε το άρθρο 363 ΠΚ: "Αν στην περίπτωση του άρθρου 362, το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές τιμωρείται...".
Τέλος, κατά την έννοια του άρθρο 367 παρ.1 περ. α'-δ' ΠΚ, το άδικο των προβλεπόμενων στα άρθρα 361 επ. ΠΚ πράξεων αίρεται, μεταξύ άλλων περιπτώσεων που προβλέπονται στο άρθρο αυτό, και όταν πρόκειται για εκδηλώσεις που γίνονται για την εκτέλεση νόμιμων καθηκόντων, την άσκηση νόμιμης εξουσίας ή για την διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον ή σε ανάλογες περιπτώσεις (περ.
γ' και δ'). Η τελευταία αυτή διάταξη (ΠΚ 367) για την ενότητα της έννομης τάξης εφαρμόζεται αναλογικά και στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου, όπως αυτός οριοθετείται από τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 57-59 ΑΚ και 914 επ. ΑΚ. Επομένως, αιρομένου του άδικου χαρακτήρα των προαναφερθεισών αξιόποινων πράξεων (με την επιφύλαξη, όπως κατωτέρω, της ΠΚ 367 παρ. 2), αποκλείεται και το στοιχείο του παρανόμου της επιζήμιας συμπεριφοράς ως όρου της αντίστοιχης αδικοπραξίας του αστικού δικαίου.
Έτσι, η προβολή περιπτώσεως του άρθρου 367 παρ. 1 ΠΚ αποτελεί αυτοτελή ισχυρισμό, καταλυτικό της αγωγής του παρανόμου της προσβολής. Δικαιολογημένο ενδιαφέρον που πηγάζει από την συνταγματικά κατοχυρωμένη ελευθερία και την κοινωνική αποστολή του τύπου (άρθρο 14 παρ. 1-2 του Συντάγματος, σχετικό και το άρθρο 10 παρ. 1 εδ.
α' και β' της ΕΣΔΑ) έχουν και τα πρόσωπα που συνδέονται με τη λειτουργία του, κυρίως οι συγγραφείς ιστορικών βιβλίων, δημοσιογράφοι κλπ για τη δημοσίευση σχολίων σχετικών με τις πράξεις και τη συμπεριφορά φυσικών ή νομικών προσώπων ή ομάδων προσώπων που παρουσιάζουν ενδιαφέρον για το κοινωνικό σύνολο.
Γι' αυτό μπορούν να δημοσιευθούν ειδήσεις και σχόλια για την σχετική πληροφόρηση και ενημέρωση του κοινού και με οξεία ακόμη κριτική ή δυσμενείς χαρακτηρισμούς. Όμως, ο άδικος χαρακτήρας του δημοσιεύματος, ως προς τις εξυβριστικές ή δυσφημιστικές εκφράσεις που περιέχει, δεν αίρεται λόγω δικαιολογημένου ενδιαφέροντος κλπ και συνεπώς παραμένει η ποινική ευθύνη των κατά νόμο υπευθύνων, άρα και η υποχρέωσή τους προς αποζημίωση κατά το αστικό δίκαιο, όταν συντρέχει μία από τις περιπτώσεις του άρθρου 367 παρ. 2 ΠΚ, δηλαδή όταν οι επίμαχες κρίσεις περιέχουν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως των άρθρων 363-362 ΠΚ ή όταν από τον τρόπο εκδηλώσεως, ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέστηκε η πράξη, προκύπτει σκοπός εξυβρίσεως, δηλαδή πρόθεση που κατευθύνεται ειδικά στην προσβολή της τιμής άλλου, με αμφισβήτηση της ηθικής ή κοινωνικής αξίας του προσώπου του ή με ονειδισμό, καταφρόνηση ή περιφρόνηση αυτού.
Η προβολή δε από τον προσβληθέντα περιπτώσεως από το άρθρο 367 παρ. 2 ΠΚ αποτελεί αντένσταση κατά της εκ του άρθρου 367 παρ. 1 ΠΚ ενστάσεως. Σημειωτέον ακόμη ότι ειδικός σκοπός εξυβρίσεως υπάρχει στον τρόπο εκδηλώσεως της εξυβριστικής ή (απλής) δυσφημιστικής συμπεριφοράς, όταν δεν ήταν πραγματικά αναγκαίος για να αποδοθεί όπως έπρεπε το περιεχόμενο της σκέψεως του ενεργήσαντος προς προστασία δικαιολογημένου ενδιαφέροντος και ο τελευταίος, αν και γνώριζε την έλλειψη της αναγκαιότητας του τρόπου αυτού, εν τούτοις τον χρησιμοποίησε για να προσβάλει την τιμή του άλλου.
Για τον λόγο αυτόν και επειδή η ύπαρξη ή μη ειδικού σκοπού εξυβρίσεως αποτελεί νομική έννοια υποκείμενη στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, το δικαστήριο της ουσίας, που δέχεται ότι από τον τρόπο εκδηλώσεως ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέσθηκε η πράξη προκύπτει ειδικός σκοπός εξυβρίσεως, πρέπει να αναφέρει τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία συμπέρανε ότι ο τρόπος αυτός δεν ήταν αναγκαίος για να εκφρασθεί ο δράστης.
Δεν είναι δε αναγκαίο, να προσδιορισθούν ειδικώς και οι φράσεις και οι εκφράσεις, οι οποίες ήταν δυνατόν χρησιμοποιηθούν από τον αναιρεσίβλητο, αντί των χρησιμοποιηθεισών εξυβριστικών, λέξεων και φράσεων, για να αποδοθεί το νόημα των τελευταίων, χωρίς να θιγεί η τιμή και η υπόληψη του παθόντος. Στην περίπτωση δε που το δικαστήριο δέχεται ότι δεν υπήρξε ειδικός σκοπός εξυβρίσεως, πρέπει να αναφέρει εκείνα τα περιστατικά από τα οποία προκύπτει ότι ο τρόπος που εκφράστηκε ο δράστης ήταν αναγκαίος για την προστασία του δικαιολογημένου ενδιαφέροντος.
Αν δεν το πράξει παραβιάζει εκ πλαγίου τις διατάξεις του άρθρου 367 παρ. 1 και 2 του ΠΚ και η παραβίαση του αυτή, σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, είναι λόγος αναιρέσεως της αποφάσεώς του(Α.Π. 2013/2009, ΑΠ 1302/2012). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλομένη απόφασή του τα εξής: "Στο τεύχος 15 του περιοδικού με τον τίτλο "ΜΕΤΡΟ", ιδιοκτησίας της δεύτερης εφεσίβλητης εταιρείας, που κυκλοφόρησε τον Ιανουάριο του 1997, στη σελίδα 44 αυτού και στη στήλη: "ΤΟ ΜΑΤΙ του ρεπόρτερ", δημοσιεύθηκε άρθρο, το οποίο συνέταξε και υπέγραψε ο πρώτος εφεσίβλητος δημοσιογράφος, με τον τίτλο Ό ΥΠΟΔΙΚΟΣ Α.
ΞΑΝΑ ΑΡΧΙΦΥΛΑΚΑΣ" "Ανώνυμη Εταιρεία Οργανωμένου Εγκλήματος" και υπότιτλο Υπόδικος για εγκληματικές δραστηριότητες που είχε αναπτύξει στον χώρο των φυλακών - ο "πράσινος" Α. Α. τοποθετήθηκε πρόσφατα, με ευθύνη του Υπουργού Δικαιοσύνης, αρχιφύλακας στο Ψυχιατρείο των Φυλακών Κορυδαλλού, προφανώς για να συνεχίσει το "έργο του".
Στην συνέχεια, από το υπόλοιπο περιεχόμενο του δημοσιεύματος, παρατίθενται στην αγωγή τα ακόλουθα αποσπάσματα. Ιδιαίτερα αποκαλυπτική, όσον αφορά την άμεση συμμετοχή του κρατικού μηχανισμού στην "Ανώνυμη Εταιρεία" του οργανωμένου εγκλήματος, που διαχειρίζεται δισεκατομμύρια μέσα στις φυλακές, είναι η περίπτωση του Α.
Α. και της παρέας των Θ. Φ. , Γ Σ. και άλλων. Αποδεικνύεται περίτρανα ότι η υποτιθέμενη κάθαρση που εξαγγέλλεται με τυμπανοκρουσίες, κάθε φορά που ξεχειλίζει το ποτήρι της αγανάκτησης, δεν είναι παρά στάχτη στα μάτια, μέχρι η προσοχή να στραφεί κάπου αλλού, οπότε αθόρυβα η "Α.Ε." επαναδραστηριοποιείται. Οι ίδιοι άνθρωποι στα ίδια πόστα εμπορεύονται θέσεις διαμονής, θέσεις εργασίας, μεταγωγές, αποφυλακίσεις, αλκοόλ, όπλα και ναρκωτικά". . . "Το Δεκέμβριο του ίδιου χρόνου δίνεται στην δημοσιότητα τηλεφωνική συνδιάλεξη του αρχιφύλακα Α.
με τον παράνομα αποφυλακισμένο μεγαλέμπορο ναρκωτικών Α. Ζ. , που φανερώνει την στενή τους σχέση αλλά και την συνεργασία τους στη διακίνηση ναρκωτικών μέσα στις φυλακές". Αφορμή για το επίμαχο δημοσίευμα αποτέλεσε η επιλήψιμη κατάσταση που επικρατούσε στο χώρο των φυλακών Κορυδαλλού, με την αποκάλυψη διαπράξεως αξιοποίνων πράξεων, τόσο από τους φυλακισμένους, όσο και από τους σωφρονιστικούς υπαλλήλους, καθώς και οι εκκρεμούσες σε βάρος του εκκαλούντος ποινικές διώξεις, που σχετιζόταν με την υπηρεσιακή του κατάσταση.
Ειδικότερα, αποδείχθηκε, ότι με στόχο τη διακρίβωση της τελέσεως ή όχι αξιοποίνων πράξεων από σωφρονιστικούς υπαλλήλους και κρατούμενους της δικαστικής φυλακής Κορυδαλλού, ο τότε διευθύνων την Εισαγγελία Εφετών Πειραιώς, Εισαγγελέας Εφετών Αλέξανδρος Μεταξάς, είχε παραγγείλει τη διενέργεια προκαταρκτικών εξετάσεων, οι οποίες διενεργήθηκαν από αντιεισαγγελείς Πρωτοδικών.
Στο, με αριθμό πρωτοκόλλου 10258/14-12-1994, έγγραφο του, προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου (το οποίο κοινοποιήθηκε προς τον Υπουργό Δικαιοσύνης), μεταξύ άλλων αναφέρει και τα εξής:...."Ε) Την 7-11-1994 με το 9120 έγγραφο μου, έδωσα παραγγελία στον αντ/λέα Πρωτοδικών Πειραιώς Ιωάννη Μωραϊτάκη, να ενεργήσει προκαταρκτική εξέταση, αναφορικώς με το θέμα τηλεφωνικών συσκευών, που είχαν τοποθετηθεί στη φυλακή Κορυδαλλού, προς χρήση τους από τους κρατουμένους, παρά τη διάταξη του άρθρου 51 παρ. 1 του "Κώδικα βασικών κανόνων για την μεταχείριση των κρατουμένων", που κυρώθηκε με τον Νόμο 1851/1989.
Η προκαταρκτική αυτή εξέταση δεν ολοκληρώθηκε ακόμη .... σχεδόν καθημερινώς αποκαλύπτεται η τέλεση κάποιας σοβαρής αξιοποίνου πράξεως... Επιτρέψτε μου επίσης κ. Εισαγγελέα να θέσω υπόψη σας και τις δικές μου προσωπικές αξιολογήσεις και συγκεκριμένως ότι : 1) Επί σειράν ετών, οι υπηρεσίες της Φυλακής Κορυδαλλού, αντιμετωπίζουν πολύπλοκα και σύνθετα προβλήματα, τα οποία έχουν συσσωρευτεί με απειλητικές διαστάσεις που υπονομεύουν την ομαλή λειτουργία της, χάρις στην ένοχη αδιαφορία και ανεκτικότητα, που για διαφόρους λόγους επιδείκνυαν οι αρμόδιοι υπηρεσιακοί παράγοντες, όταν συνειδητά "έκλειναν τα μάτια" στο πασίδηλο γεγονός του οργίου των παρανομιών, οι οποίες ελάμβαναν χώρα στη φυλακή αυτή.
Είναι ενδεικτικό άλλωστε το γεγονός, ότι οι υπεύθυνοι, δεν θέλησαν, ούτε εσωτερικό κανονισμό λειτουργίας να καταρτίσουν, όπως αυτό προκύπτει από το με ημερομηνία 11-6-1994 έγγραφο του διευθυντή της φυλακής Β. Κ. . 2) Οι Εισαγγελικοί λειτουργοί που ανέλαβαν το δυσκολότατο και επικίνδυνο έργο να εκτελέσουν τις δικές μου παραγγελίες, αντιμετώπισαν σοβαρότατες δυσκολίες και απειλές, από εκείνους που είχαν κάθε συμφέρον να διατηρηθεί το τέλμα της απραξίας που ευνοούσε τα εγκληματικά τους σχέδια. 3) Το οργανωμένο έγκλημα, δεν είναι εύκολο να εξουδετερωθεί από τις "γραφειοκρατικές" και μόνο αρμοδιότητες που έχουν οι Εισαγγελικοί λειτουργοί κατά τον Κ.Π.Δ..
Είναι ευνόητο ότι, απαιτείται η συνεργασία και άλλων αρχών και η ύπαρξη εντίμων σωφρονιστικών υπαλλήλων, αφού αυτοί, είναι εκείνοι, που έχουν την ευθύνη της τηρήσεως της τάξεως και ασφαλείας εντός της φυλακής και όχι βεβαίως οι Εισαγγελείς. 4) Οι εξαρτημένοι από τα ναρκωτικά κρατούμενοι της φυλακής Κορυδαλλού, χρησιμοποιούν τη φαντασία τους και εξαντλούν την δραστηριότητά τους, στο να επινοούν ασφαλείς τρόπους για να τα προμηθεύονται.
Δυστυχώς οι κρατούμενοι αυτής της κατηγορίας, δεν δείχνουν προθυμία να συνεργαστούν με την Εισαγγελική Αρχή κατά τη νόμιμη διαδικασία, που προβλέπεται από τον Κ.Π.Δ. και με την δικαιολογία, ότι κινδυνεύει η ζωή τους, εάν αποκαλύψουν εκείνους που εισάγουν τα ναρκωτικά, περιορίζονται σε προφορικές μόνο, αόριστες και ανεπίδεκτες αποδείξεως, καταγγελίες.
Κατά τη γνώμη μου, θα πρέπει, οι κατά νόμο αρμόδιες υπηρεσίες του Υπουργείου Δικαιοσύνης, να καταρτίσουν ένα ρεαλιστικό και αποτελεσματικό σχέδιο για την πρόληψη και παρεμπόδιση της εισαγωγής των ναρκωτικών και να αναθέσουν την εφαρμογή του, σε απολύτως έντιμους και προσηλωμένους στα καθήκοντα τους σωφρονιστικούς υπαλλήλους, διαφορετικά, θα συνεχιστεί η μέχρι τώρα απαράδεκτη κατάσταση και τα ναρκωτικά θα εισάγονται στη φυλακή, είτε με τη συνεργασία επίορκων υπαλλήλων, είτε λόγω αδυναμιών του συστήματος ελέγχου. 5) Δεν υπάρχει "μαγική συνταγή" για την λύση των πολλαπλών προβλημάτων της φυλακής Κορυδαλλού, που επί σειρά ετών, δεν έγινε καμία προσπάθεια για να αντιμετωπιστούν.
Πιστεύω όμως ότι, εάν οι αρμόδιοι υπηρεσιακοί παράγοντες, δεν συνειδητοποιήσουν εγκαίρως ότι, θα πρέπει να εφαρμοστούν, με αυστηρότητα και χωρίς υποκριτικές δικαιολογίες, οι διατάξεις του Κώδικα βασικών κανόνων για την μεταχείριση των κρατουμένων, το πολυπλόκαμο δίκτυο του σκληρού υποκόσμου, θα βρίσκει πάντοτε τις "κερκόπορτες" για να επιτυγχάνει αυτό που θέλει και θα είναι άδικο, να διατυπώνονται επικρίσεις σε βάρος αξίων εισαγγελικών λειτουργών, που με πάθος υπερασπίζονται τις "Θερμοπύλες" της Δικαιοσύνης ".
Μεταξύ των υπηρετούντων στη δικαστική φυλακή Κορυδαλλού, ήταν και ο εκκαλών, ο οποίος, με την ιδιότητα αρχικά του υπαρχιφύλακα και στη συνέχεια του αρχιφύλακα, αποτέλεσε ένα από τα κεντρικά πρόσωπα, που περιελήφθησαν στη συγκεκριμένη έρευνα, καθόσον είχε διαρκή συμμετοχή στις εξελίξεις: Ειδικότερα : 1) Σε βάρος του εκκαλούντος και άλλων προσώπων, ασκήθηκε, στις 13-12-1994, ποινική δίωξη για στάση κρατουμένων (άρθρο 174 παρ.
α, β ΠΚ), για απελευθέρωση κρατουμένων από ενδεχόμενο δόλο (άρθρο 172 παρ. 1 ΠΚ) και διακεκριμένη περίπτωση φθοράς κατά συρροή (άρθρα 94, 381, 382 παρ. 2 α, β ΠΚ (βλ. το υπ' αριθμ. πρωτ. 4126/17-3-1995 έγγραφο της Εισαγγελίας Πλημμελειοδικών Πειραιώς), ο δε εκκαλών, με το υπ' αριθμ. 260/1996 Βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πειραιώς, παραπέμφθηκε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς για να δικασθεί ως υπαίτιος, του ότι, στις 9-12-1994, στον Κορυδαλλό, ως αρχιφύλακας, από αμέλεια του, από κοινού με τους συγκατηγορουμένους του, Α.
Β. (υπαστυνόμο Β') και Β. Κ. (Διευθυντή των Φυλακών), ελευθέρωσαν 41 φυλακισμένους. Λόγω της ασκηθείσης ποινικής διώξεως, δυνάμει της υπ' αριθμ. 139263/1994 αποφάσεως του Υπουργού Δικαιοσύνης, ο εκκαλών, στις 13-12-1994, τέθηκε προσωρινά σε διαθεσιμότητα, επειδή κρίθηκε, ότι τον βάρυναν βαριές αμέλειες κατά την εκτέλεση των υπηρεσιακών καθηκόντων του. 2) Στις 8-3-1995, ο Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών Πειραιώς άσκησε σε βάρος του ποινική δίωξη, για ηθική αυτουργία σε ψευδή υπεύθυνη δήλωση, που συνέταξε ο φυλακισμένος Α.
Ζ. , περί του ότι, εργαζόταν στη φυλακή ως τηλεφωνητής και διανομέας παγωτών, έως την αποφυλάκιση του. Για την πράξη του αυτή παραπέμφθηκε να δικασθεί ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς. 3) Στις 14-1-1995, ασκήθηκε, από τον ίδιο Εισαγγελέα, ποινική δίωξη σε βάρος των : α) Α. Φ. , β) του εκκαλούντος και γ) του Γ.
Δ. , για ψευδή βεβαίωση από κοινού με σκοπό αθέμιτου οφέλους, περί του ότι, ως υπαρχιφύλακας της φυλακής Κορυδαλλού συνέταξε, από κοινού με τους συγκατηγορουμένους του, την από 15-11-1993 βεβαίωση, στην οποία βεβαίωσαν ψευδώς, ότι ο κρατούμενος Α. Ζ. πραγματοποίησε ημερομίσθια, τα οποία δεν είχαν καταχωρηθεί στο βιβλίο ημερομισθίων, παρέχοντας του έτσι τη δυνατότητα να αποφυλακισθεί ενωρίτερα.
Για την πράξη του αυτή, παραπέμφθηκε να δικασθεί στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς, με το υπ'αριθμ. 104/1997 Βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς. 4) Την ίδια ως άνω ημερομηνία (14-1-1995), ο ίδιος Εισαγγελέας, άσκησε, σε βάρος του εκκαλούντος, ποινική δίωξη για παράβαση καθήκοντος, περί του ότι, στις 2-2-1994, επέτρεψε στον αποφυλακισθέντα Α.
Ζ. , να επισκεφθεί κρατούμενους στις Φυλακές Κορυδαλλού, χωρίς ο εκκαλών να έχει τέτοια αρμοδιότητα. Για την πράξη του αυτή παραπέμφθηκε να δικασθεί στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς. Επίσης, με το υπ' αριθμ. 249/1995 Βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πειραιώς, το οποίο ήρε τη διαφωνία μεταξύ της Ανακρίτριας και του Εισαγγελέα περί της προσωρινής ή μη κρατήσεως του εκκαλούντος, υπέρ της γνώμης της Ανακρίτριας του Δ' Τμήματος του Πρωτοδικείου Πειραιώς, διατάχθηκε η προσωρινή κράτηση του εκκαλούντος για το παραπάνω αδίκημα της από κοινού ψευδούς βεβαιώσεως και προφυλακίσθηκε στη δικαστική φυλακή Ναυπλίου στις 28-3-1995, ημερομηνία κατά την οποία τέθηκε και σε αυτοδίκαιη αργία (βλ.
το υπ' αριθμ. πρωτοκ. 37433/29-3-1995 έγγραφο του Υπουργείου Δικαιοσύνης). Στη συνέχεια, δυνάμει του υπ' αριθμ. 854/1995 Βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πειραιώς, διατάχθηκε η απόλυση του από το Νοσοκομείο κρατουμένων Κορυδαλλού, όπου κρατούνταν προσωρινά και του επιβλήθηκαν περιοριστικοί όροι. Με το υπ' αριθμ. 964/1995 Βούλευμα του ιδίου Συμβουλίου, αντικαταστάθηκαν, οι επιβληθέντες σ' αυτόν περιοριστικοί όροι, με προσωρινή κράτηση, λόγω παραβιάσεως ενός από αυτούς.
Ακολούθως, αποδείχθηκε, ότι ο εκκαλών, αθωώθηκε για τα αδικήματα, για τα οποία ασκήθηκαν οι πιο πάνω ποινικές διώξεις. Ειδικότερα : α) Με την υπ' αριθμ. 51,71/1997 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, κηρύχθηκε αθώος της κατηγορίας της ελευθερώσεως φυλακισμένων από αμέλεια, β) Με την υπ' αριθμ. Β.Τ. 2490/1999 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, κηρύχθηκε αθώος της κατηγορίας για ηθική αυτουργία σε ψευδή υπεύθυνη δήλωση, γ) Με την υπ' αριθμ.
Γ.Τ' 50/1998 απόφαση του ιδίου ως άνω Δικαστηρίου, κηρύχθηκε αθώος της κατηγορίας για ψευδή βεβαίωση από κοινού, δ) Με την υπ' αριθμ. Γ.Τ. 114/1997 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου, κηρύχθηκε αθώος της κατηγορίας της παραβάσεως καθήκοντος. Επίσης, με την υπ' αριθμ. 642/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πειραιώς κηρύχθηκε αθώος της ηθικής αυτουργίας σε παραπλάνηση σε ψευδορκία και με την υπ' αριθμ. 479/2Ό09 απόφαση του ΣΤ Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών κηρύχθηκε αθώος της ηθικής αυτουργίας σε νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, για μεταγενεστέρως ασκηθείσες ποινικές διώξεις.
Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκαν και τα ακόλουθα: Στις 20 Δεκεμβρίου 1994, δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Ελευθεροτυπία", άρθρο των δημοσιογράφων Γ. Π., Β. Φ. με τον τίτλο " Ο Α. τηλεφώνησε στο φίλο Ζ. ". Στο άρθρο αυτό, που περιλαμβάνει απομαγνητοφωνημένη συνομιλία μεταξύ του ενάγοντος- εκκαλούντος και του Α.
Ζ. , αναγράφεται, εκτός των άλλων, ότι ο διάλογος μεταξύ τους αποδεικνύει τις στενές φιλικές και οικογενειακές σχέσεις που είχαν, με ανταλλαγή τηλεφωνημάτων σε γιορτές, ότι ο ενάγων γνωρίζει ακόμα και τον αριθμό του κινητού τηλεφώνου του Ζ. , τον αποκαλεί με το μικρό του όνομα "Α. ", εκείνος "Α. " και ανταλλάσουν φιλοφρονήσεις, όπως "αδερφέ", "φίλε" κλπ, ότι ζητείται η προστασία του Ζ.
από τον Α. , ο οποίος παραπονιέται γιατί ο μπράβος "Α. " (εννοεί τον Κ. ), σηκώνει κεφάλι, είναι "δαυλί" στο μεθύσι, χτυπά τους κρατουμένους στα επισκεπτήρια και βρέθηκαν και σπασμένα "κανά τριάρι μπουκάλια Κάτι Σάρκ", ότι οι δύο άνδρες (Ζ. \ και Α. ) χρησιμοποιούν κωδικούς και μιλάνε για κάποιο " επισκεπτήριο", για το "καλό ουίσκι ", που ερευνά και η Εισαγγελία του Πειραιά, αν σημαίνει τη διακίνηση ηρωΐνης, ότι ο Ζ.
ανταποκρίνεται στη φιλία του Α. και τον καθησυχάζει, λέγοντας του, ότι θα το φτιάξει αυτός το θέμα με τον Κ. , ότι αυτοί οι δύο είναι φίλοι και ότι με αυτόν, ο ενάγων, θα είναι μια ζωή καλά. Στο σημείο αυτό, πρέπει να,-επισημανθεί, ότι, κατά τους αρθρογράφους, η εν λόγω συνομιλία, ήταν προϊόν υποκλοπής, που έγινε από τον Α.
Φ. , κατηγορούμενο για συμμετοχή στα κυκλώματα των φυλακών, Ο εκκαλών, κατά το δημοσίευμα της εφημερίδας "Ελευθεροτυπία" (άρθρο του δημοσιογράφου Γ. Φ. ) της 19-12-1994, δεν αρνήθηκε ότι έγινε η τηλεφωνική αυτή επικοινωνία του με τον Ζ. , αλλά ισχυρίσθηκε, ότι δεν έκανε καμμία διαπραγμάτευση μαζί του, ότι ο Ζ. του έλεγε να φοβάται γιατί έχει ανοίξει πολλά μέτωπα, του είπε, ότι φταίνε τα ουίσκι που τους μεθάνε και όχι αυτοί -οι κυβερνητικοί, ότι τον ρώτησε (τον Ζ. ), από πού περνάνε τα ουίσκι στη φυλακή και αυτός του είπε, " ψάξτο να το βρεις" , Στο ίδιο φύλλο (σε άρθρο των:
Γ. Π., Β. Φ. ), με τον τίτλο "Συνομίλησε παρά την απαγόρευση- δεν ενημέρωσε", αναγράφεται ότι ο αρχιφύλακας Α. και ο μεγαλέμπορος ναρκωτικών Α. Ζ. , μιλώντας στο "Μέγκα", επιβεβαίωσαν πλήρως το περιεχόμενο της τηλεφωνικής τους συνδιάλεξης, που αποδεικνύει τις στενές τους σχέσεις, ότι οι διάλογοι απομαγνητοφωνήθηκαν με πρωτοβουλία των εισαγγελικών αρχών και εξετάζεται, με ιδιαίτερη προσοχή, αν η αναφορά του Ζ. , ότι ο Α.
δεν κόβει το "καλό ουίσκι", είναι κωδικός που οδηγεί στην διακίνηση ηρωίνης μέσα στον Κορυδαλλό. Επίσης, ότι ο διευθυντής της εφημερίδας "Ελευθεροτυπία" Σ. Φ., μιλώντας στην τηλεόραση του "Αντέννα", αναρωτήθηκε πως είναι δυνατόν, αρχιφύλακας να συνομιλεί με πρώην κρατούμενο, όταν ο Σωφρονιστικός Κώδικας του 1989 απαγορεύει ρητά την επικοινωνία σωφρονιστικών υπαλλήλων με νυν και πρώην κρατούμενους.
Ακόμη, αναγράφεται στο άρθρο, ότι ο εκκαλών, μιλώντας στην τηλεόραση του "Μέγκα", παραδέχθηκε και τις τιμές για την παράνομη διακίνηση ποτών και ναρκωτικών, όταν ρωτήθηκε σχετικά από τον δημοσιογράφο Α. Λ. Ερώτηση "Αυτές είναι οι τιμές που γράφει η "Κ.Ε", κάθε δόση ηρωΐνης πουλιέται 60.000 δρχ. και 40.000 δρχ. το μπουκάλι το ουίσκι; ", Απάντηση του εκκαλούντος "Εξαρτάται από τη διαπροσωπική σχέση πόσο πάει.
Αυτά είναι περίπου τα νούμερα που λέτε ". Στην ίδια εφημερίδα, στο φύλλο της 21-12-1994, περιέχονται άρθρα των δημοσιογράφων Π., Φ. και Θ. Λ. Στο άρθρο των δύο πρώτων με υπότιτλο " Ποιός είναι ο Α. Ζ. ", αναγράφεται, εκτός άλλων, ότι αυτός, είναι από τα πρόσωπα, που έχει επανειλημμένως απασχολήσει τον Τύπο και την Ελληνική Δικαιοσύνη, ότι υπήρξε από τα πρωταγωνιστικά πρόσωπα του λεγόμενου κυκλώματος της νύχτας, ότι είχε κατηγορηθεί για απόπειρα ανθρωποκτονίας και για επικίνδυνες σωματικές βλάβες, ότι η κύρια υπόθεση για την οποία δικάσθηκε ήταν η διακίνηση 300 κιλών κοκαΐνης αξίας 20 δισεκατομμυρίων, ότι στις 27 Φεβρουαρίου του 1993 καταδικάσθηκε από το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών σε ποινή φυλάκισης τριών χρόνων, ότι από τις φυλακές απολύθηκε τον Ιανουάριο του 1994 και ότι εκκρεμεί σε βάρος του ένταλμα συλλήψεως για την υπόθεση του Ριφιφί.
Στο άρθρο του τρίτου δημοσιογράφου Θ. Λ., αναγράφεται, ότι ο εκκαλών βεβαίωσε τους δημοσιογράφους, στα ερωτήματα τους, ότι η συνομιλία του με τον Α. Ζ. είχε πραγματοποιηθεί, ότι κατά την άποψη του, έγινε κάποιο τυπογραφικό λάθος και αναγράφηκε, το καλό ουίσκι (στο οποίο αναφέρθηκε), ως "κωλοουίσκι" και ότι, μιλώντας με το Ζ. , πίστευε, ότι θα έλυνε την απορία του για το πως έμπαινε το ουίσκι στις φυλακές, παρά το γεγονός ότι αυτός είχε κλείσει όλες τις πόρτες.
Στο φύλλο της 12-12-1994, της ίδιας εφημερίδας, περιέχεται άρθρο των δημοσιογράφων Π. και Φ. με τον τίτλο: "Φυλακές: Ξηλώθηκαν 9 υπάλληλοι" και αναγράφεται σ' αυτό, ότι ο εκκαλών τέθηκε στη διάθεση του Υπουργού Δικαιοσύνης Γ. Κουβελάκη και προσέφυγε στο Συμβούλιο της Επικρατείας, επιδιώκοντας την ακυρότητα της σχετικής αποφάσεως.
Στην ίδια εφημερίδα, στο φύλλο της 3-2-1995, περιέχεται άρθρο της δημοσιογράφου Γ. Π. με τον τίτλο : " Με το ερώτημα της αργίας παραπέμπεται ο Α. ". Στο άρθρο αυτό, στο οποίο περιέχεται και φωτογραφία του εκκαλούντος, αναγράφεται, ότι η παραπομπή έγινε ύστερα από διώξεις, που ασκήθηκαν εναντίον του, από την Εισαγγελέα Αικατερίνη Στουραΐτου και είχε ήδη τεθεί σε διαθεσιμότητα από τον Υπουργό, μετά τα γεγονότα της ομαδικής απόδρασης κρατουμένων, ότι ο Υπουργός ανακοίνωσε, ότι το υπηρεσιακό συμβούλιο θα συνεδριάσει σύντομα και δεν πρόκειται να σημειωθούν πια φαινόμενα καθυστέρησης εκδίκασης τέτοιων υποθέσεων και ότι σύντρμα θα γίνει ανάκριση στο Υπουργείο Δικαιοσύνης, διότι υπάρχουν σοβαρές υποψίες, ότι καθυστέρησε ο πειθαρχικός έλεγχος σωφρονιστικών υπαλλήλων από την αρμόδια υπηρεσία του Υπουργείου Δικαιοσύνης.
Στην ίδια εφημερίδα, στο φύλλο της 9-2-1995, περιέχεται άρθρο των : Γ. Π., Β. Φ. , με τίτλο "ο Γ. Κουβελάκης παραιτήθηκε "φωτογραφίζοντας τον Α. Λ. , ο οποίος τηρεί ... σιγήν ιχθύος" -κατήγγειλε την παραεξουσία". Στο άρθρο αυτό περιέχεται ολόκληρη η επιστολή παραίτησης του Γ. Κουβελάκη, στην οποία, εκτός των άλλων, αναφέρονται και τα εξής: " Ταυτόχρονα, πολλαπλές δικαστικές έρευνες στο χώρο των καταστημάτων κράτησης, ανέδειξαν σε πρόβλημα πρώτης γραμμής, τη δράση κυκλωμάτων παρανομίας, αυθαιρεσίας και εκμετάλλευσης των κρατουμένων και των αναγκών της ζωής τους.
Ως παράγοντες αυτών των κυκλωμάτων, όπως γνωρίζετε, ελέγχονται ήδη ποινικώς και πειθαρχικώς στελέχη του σωφρονιστικού συστήματος, όπως , οι αρχιφύλακες του Κορυδαλλού Φ. και Α. . Σημειωτέον, ότι ο αρχιφύλακας Α. έχει τεθεί σε διαθεσιμότητα και ελέγχεται για την βαρύτατα πλημμελή συμπεριφορά του, κατά την πρόσφατη μαζική απόδραση κρατουμένων από τον Κορυδαλλό.
Ταυτόχρονα δε ελέγχεται και ποινικά για ιδιαίτερα σοβαρά εγκλήματα, τα οποία φέρεται ότι διέπραξε υπό την ιδιότητα του αρχιφύλακα στο σωφρονιστικό κατάστημα. Σε άρθρο των ίδιων ως άνω δημοσιογράφων, στην ίδια εφημερίδα, στο φύλλο της 15-2-1995, που έχει τίτλο Ό Α. μιλά για τα πάντα σε κασέτες που βρίσκονται στην Εισαγγελία Πειραιά.
Για τον γεν. γραμματέα του υπ. Δικαιοσύνης, το Ε.Γ του ΠΑΣΟΚ, τους κρατούμενους, τους φύλακες και τις... δουλειές" και υπότιτλο "τον έχω στρώσει εγώ τον γενικό", αναφέρεται, ότι ο εκκαλών, ήταν "κράτος εν κράτει" στις φυλακές όλης της χώρας, αλλά και υπεράνω της ηγεσίας του Υπουργείου Δικαιοσύνης, ότι η εφημερίδα φέρνει στη δημοσιότητα τα κυριότερα αποσπάσματα από το περιεχόμενο όλων των κασετών, που βρίσκονται απομαγνητοφωνημένες στην Εισαγγελία Πειραιά και καταγράφουν τη "δράση" του και ότι αποδεικνύεται, έτσι, ότι οι σκοτεινές σκιές του υποκόσμου, που πολεμούσε ο τέως υπουργός Δικαιοσύνης Γ.
Κουβελάκης, βρίσκονταν πολύ κοντά του. Στο φύλλο της 16-2-1995 της ίδιας εφημερίδας, εμπεριέχεται άρθρο των ίδιων ως άνω δημοσιογράφων, στο οποίο αναφέρεται, ότι ο εκκαλών γνώριζε ακόμη και τις αποδράσεις των κρατουμένων, που θα γινόταν, ότι, μαζί με τις ιδιαίτερες του πρώην Γενικού Γραμματέα του Υπουργείου Δικαιοσύνης Γ.
Παπαδογιαννάκη, κανόνιζαν, όχι μόνο τις μεταγωγές των κρατουμένων, αλλά συνεννοούνταν και για αλλαγές στελεχών, ακόμη και διευθυντών του Υπουργείου. Στο φύλλο της 9-3-1995, της ίδιας εφημερίδας, περιέχεται άρθρο του δημοσιογράφου Θ. Λ. με τον τίτλο: "Πα τις 27 ψευδείς υπεύθυνες δηλώσεις τοξικομανών - Νέα δίωξη κατά Α. ".
Στο άρθρο αυτό αναφέρεται, ότι η νέα δίωξη ασκήθηκε, μετά από πολυήμερη Εισαγγελική έρευνα, η οποία έφερε στο φως, ότι οι τοξικομανείς κρατούμενοι, που υπέγραφαν τις δηλώσεις, ή είχαν αποφυλακισθεί εκείνη τη χρονική περίοδο ή δεν γνώριζαν τι υπέγραφαν, αφού, οι "άνθρωποι" του Α. , τους έβαζαν να υπογράψουν σε λευκή κόλλα και στη συνέχεια, συμπλήρωναν αυτά που ήθελαν, την απόσειση δηλαδή της κατηγορίας του Α.
για παράνομη αποφυλάκιση του Α. Ζ. . Στο φύλλο της 29-3-1995, περιέχεται άρθρο του ίδιου ως άνω δημοσιογράφου, με τον τίτλο: "Ομόφωνα το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών αποφάσισε την προφυλάκιση του για την εγκληματική δραστηριότητα που ανέπτυξε στις φυλακές - Κελί με .... προοπτική για τον Α. ". Στο άρθρο αυτό αναφέρεται, ότι το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Πειραιά, έκρινε ομόφωνα, ότι ο εκκαλών, είχε αναπτύξει μέσα στο χώρο των φυλακών εγκληματική δραστηριότητα, δημιουργώντας μάλιστα ιδιαίτερες σχέσεις και φιλίες με επικίνδυνους κρατούμενους, οι οποίοι δούλευαν για λογαριασμό του.
Ως παράδειγμα αναφέρεται ο φίλος του μεγαλέμπορος ναρκωτικών Α. Ζ. , ο οποίος, όταν χρειάστηκε βοήθεια, ο εκκαλών επιστράτευσε συναδέλφους του, αλλά και κρατούμενους και εξέδωσε ψεύτικη βεβαίωση ημερομισθίων, σύμφωνα με την οποία, ο Ζ. δούλευε σε όλα τα πόστα της φυλακής, εκτός από την πώληση των παγωτών, ότι, με την βεβαίωση αυτή, ο ανωτέρω, κατάφερε να πείσει το Συμβούλιο να αποφυλακισθεί νωρίτερα, από την ημερομηνία που έλεγε η ποινή, που του είχαν επιβάλει Δικαστήρια της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης.
Στο ίδιο άρθρο αναφέρεται, ότι ο εκκαλών, μαζί με τους: Φ. και Δ. εξέδωσαν, στις 15 Οκτωβρίου 1993, μία βεβαίωση, σύμφωνα με την οποία, ο Ζ. είχε πραγματοποιήσει 67 μεροκάματα, πριν από τον Οκτώβριο ταυ 1992, ότι ο ανωτέρω Ζ. , δεν είχε υποβάλει σχετική αίτηση στη διεύθυνση της Φυλακής, αφού όλα τα είχε αναλάβει ο φίλος του αρχιφύλακας Α.
Α. , ο οποίος, μάλιστα, φρόντισε, να έχει εξασφαλίσει και τις μαρτυρίες κάποιων κρατουμένων, που, εκ των υστέρων, απεδείχθησαν "τσιράκια" του εμπόρου ναρκωτικών και τέλος, ότι στο Βούλευμα αναφέρεται, ότι ο πρώην δεσμοφύλακας είχε αναπτύξει μέσα στη φυλακή εγκληματική συμπεριφορά και είχε φιλικές σχέσεις με σκληρούς κρατούμενους, όπως οι:
Ν., Λ. και Ζ. . Στο φύλλο της 12-4-1995, της ίδιας εφημερίδας, περιέχεται άρθρο της δημοσιογράφου Γ. Π. , στο οποίο, εκτός των άλλων αναφέρεται, ότι σύμφωνα με αίτηση του Ζ. προς τη γραμματεία των Φυλακών Κορυδαλλού, όπου εκρατείτο, ο ίδιος διαβεβαιώνει ότι άρχισε να εργάζεται από τις 10 Σεπτεμβρίου 1992 στις φυλακές και όχι από τις 9 Ιουλίου 1992, που ψευδώς βεβαίωναν οι πρώην αρχιφύλακες.
Ότι ο Α. επέμενε, ότι τα ημερομίσθια (δύο μήνες πριν), που είχε προσθέσει στον Ζ. ήταν αληθινά και όχι πλασματικά και είχε προσκομίσει, στις ανακριτικές αρχές και υπεύθυνες δηλώσεις τοξικομανών, που βεβαίωναν, ότι πράγματι τα ημερομίσθια είχαν γίνει. Στο τεύχος της 2-5-1995, της ίδιας εφημερίδας, περιέχεται άρθρο του δημοσιογράφου Γ.
Φ. , σχετικά με την εξέγερση 200 κρατουμένων στις φυλακές Κορυδαλλού, στο οποίο αναφέρεται, ότι οι ξεσηκωμένοι κατηγορούσαν τους πρώην δεσμοφύλακες Θ. Φ. και Α. Α. , ως βασανιστές και καταπιεστές των κρατουμένων και εισαγωγείς ναρκωτικών στις φυλακές. Στο άρθρο του δημοσιογράφου Θ. Λ. , στο φύλλο της 17-5-1995, της ίδιας εφημερίδας, που αναφέρεται στη δίκη του αρχιφύλακα Α.
Φ. , για εισαγωγή ναρκωτικών ουσιών και όπλων στις φυλακές, όπου παρέστη ως μάρτυρας και ο κρατούμενος τότε εκκαλών, αναγράφεται, ότι, στις 25 Μαΐου 1994, ο Εισαγγελέας Γ. Αγγελής, βρήκε, μέσα στο γραφείο του Φ. , 5 περίστροφα και ποσότητα ναρκωτικών ουσιών. Στο φύλλο της 8-10-1995 της εφημερίδας "Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ" περιέχεται άρθρο των:
Α. Κ. - Σ. Γ., με τον τίτλο "Νοσούν όλες οι φυλακές" και υπότιτλο "Ανελέητος αγώνας επικράτησης διαφόρων ομάδων και συναλλαγές εκατομμυρίων" στο οποίο αναφέρεται, ότι πολλά είναι εμπορεύσιμα στις φυλακές, όπως η ποιότητα διαμονής, θέσεις εργασίας, μεταγωγές, τρόφιμα, ναρκωτικά και όπλα. Ότι, η δικαστική έρευνα για τη δράση των κυκλωμάτων στις φυλακές βρίσκεται σε εξέλιξη ενάμισι χρόνο και οι δικογραφίες έχουν να επιδείξουν μία σειρά παράνομων συναλλαγών, από εμπόριο ποτών και ναρκωτικών έως τηλεφωνικές υποκλοπές, εκβιασμούς κρατουμένων και χρηματισμούς υπαλλήλων, ως εάν, όλοι οι εμπλεκόμενοι, κινούνταν σε ελεύθερο πεδίο δράσης της μαφίας και ότι, υπό κατηγορία, τελούν οι τελευταίοι τρεις διευθυντές Κορυδαλλού και όχι μόνον.
Στο φύλλο της 16-11-1995, της εφημερίδας "Ελευθεροτυπία", περιέχεται άρθρο της δημοσιογράφου Γ. Π. με τον τίτλο: "Ο ΡΟΛΟΣ ΤΟΥ Α. " και υπότιτλο "Ο Κύριος....στα μέσα και στα έξω". Σ'αυτό, ο εκκαλών, αναφέρεται ως "μοιραίος" άνθρωπος των Φυλακών Κορυδαλλού, που, παρότι έχει τεθεί σε αργία και εκκρεμεί σε βάρος του κατηγορία για παράβαση καθήκοντος, διότι φέρεται να πλαστογράφησε έγγραφο, για να προσθέσει ημερομίσθια στο μεγαλέμπορο ναρκωτικών Α.
Ζ. , βρίσκεται ακόμα στο χώρο των φυλακών. Ότι, δίνει συνεντεύξεις στις τηλεοπτικές κάμερες, πηγαινοέρχεται εντός και εκτός των χώρων των φυλακών, "ενημερώνει" για τα τεκταινόμενα εντός του Κορυδαλλού, αλλά και για την πορεία των διαπραγματεύσεων (σχετικά με την εξέγερση των κρατουμένων). Ότι, η υπόθεση έχει και την κωμική της όψη, δεδομένου ότι, η απόφαση αποφυλάκισης του άλλοτε αρχιφύλακα, του έχει επιβάλει περιοριστικό όρο να μην μπαίνει στον Κορυδαλλό, κάτι βέβαια που δεν τηρήθηκε όπως είδαν όλοι οι προσεκτικοί τηλεθεατές της εξέγερσης στον Κορυδαλλό.
Ότι, αυτό δεν τον εμποδίζει να εξαπολύει επιθέσεις και κατά δημοσιευμάτων κατά της "Ε" που τον αφορούσαν. Ότι, κύριος στόχος του, ήταν ένας: να επιτεθεί εναντίον του πρώην υπουργού Γιώργου Κουβελάκη. Ότι, τον κατηγόρησε (τον Υπουργό) ότι διέλυσε τις φυλακές, ότι αποκάλεσε "σκουλήκι" διευθυντή των Φυλακών αποκρύβοντας βέβαια το γεγονός, ότι αυτό έγινε, όταν εκείνος του απέκρυψε το γεγονός, ότι στο υπόγειο των συγκεκριμένων φυλακών υπήρχαν κρατούμενες που διαβιούσαν σε άθλιες συνθήκες.
Στο φύλλο της 25-1-1996 της εφημερίδας "Ελευθεροτυπία" περιέχεται άρθρο του δημοσιογράφου Γ. Φ. με τον τίτλο "Με απειλές αποκαλύψεων μας ήρθε ο Ζ. ", αναφέρεται στη σύλληψη του ανωτέρω κατηγορουμένου για εισαγωγή ενός κιλού ηρωίνης στις φυλακές Κορυδαλλού και αναγράφεται σ' αυτό, ότι απρόοπτη εξέλιξη εκτιμάται ότι θα έχει η πολύκροτη υπόθεση, για συμμετοχή στην οποία έχουν κατηγορηθεί οι πρώην αρχιφύλακες Θ.
Φ. και Α. Α. , υπόδικος, με παραπομπή σε δύο δίκες, στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιά, του κρατούμενου Τ. Χ. , ο οποίος αναίρεσε τις πρώτες του καταθέσεις, για Φ. και Α. . Στο φύλλο της ίδιας εφημερίδας της 27-8-1997, περιέχεται άρθρο με τον τίτλο "Ο Γιαννόπουλος "εκστρατεύει" για την εξυγίανση ενός χώρου, που αποτελεί θερμοκήπιο παρανομιών" και αναφέρεται, στην εντολή του τότε Υπουργού Δικαιοσύνης Ευάγγελου Γιαννόπουλου προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου:
να ερευνηθούν μία-μία οι φυλακές, γιατί γίνεται διακίνηση ναρκωτικών, όπλων, σιδερένιων οργάνων, κινητών τηλεφώνων και άλλων αντικειμένων, να γίνει έρευνα για άτομα "υπεράνω πάσης υποψίας" τα οποία υπό τον μανδύα της προσφοράς υπηρεσιών "επιστημονικού - επαγγελματικού" χαρακτήρα, ενέχονται σε κυκλώματα διακίνησης ναρκωτικών ή όπλων μέσα στις φυλακές και να γίνει έρευνα όλων των δικογραφιών που σχηματίστηκαν τα τελευταία έξι χρόνια για παρόμοιες υποθέσεις.
Στο φύλλο της ίδιας εφημερίδας, της 21-4-1998, περιέχεται άρθρο της δημοσιογράφου Β. Φ. με τον τίτλο "Τα ναρκωτικά πίσω από τους σκοτεινούς μηχανισμούς - Φυλακές ναρκο¬πέδια", αναφερόμενος σε συνέντευξη του τότε Εισαγγελέα Εφετών Στ. Μαντακιοζίδη σχετικά με την μεγάλη αγορά ναρκωτικών στον Κορυδαλλό, τους τρόπους με τους οποίους μπαίνουν τα ναρκωτικά στη φυλακή, τις δυσκολίες που αντιμετώπιζε η Εισαγγελική έρευνα να σπάσει το τείχος της σιωπής, τον υπερπληθυσμό των κρατουμένων και πως θα αντιμετωπιζόταν και τέλος την εκτίμηση του, ότι κάθε μήνα χρειαζόταν 1400 γραμμάρια ηρωίνης για την κάλυψη των αναγκών των κρατουμένων.
Στο φύλλο της 1-10-1998, της ίδιας εφημερίδας, περιέχεται άρθρο του Δημοσιογράφου Ν. Κ. , ο οποίος αναφέροντας, ότι " το σωφρονιστικό σύστημα νοσεί , ότι τα κυκλώματα, με τα εγκλήματα που διαπράττονται και τα ναρκωτικά που διακινούνται, είναι στοιχεία του συστήματος αυτού, είναι συνιστώσες του, ότι ο τότε υπουργός Δικαιοσύνης Γ.
Κουβελάκης (Δον Κιχώτης; ίσως) απομακρύνθηκε και, μαζί του ξεχάστηκε η προσπάθεια να απομακρυνθούν ορισμένοι κρίκοι του συστήματος, δεν βολεύει να την θυμούνται, καταλήγει, ότι επανήλθαν, όμως, οι κρίκοι της αλυσίδας, επανήλθε ο κύριος Α. ". Ότι, στη "μάχη", αποδείχθηκε, πως τα κυκλώματα με το σύστημα, είναι πανίσχυρα και δεν ανέχονται την παραμικρή αμφισβήτηση.
Από όλα τα ανωτέρω, προκύπτει, ότι το περιεχόμενο του τίτλου και του υπότιτλου του δημοσιεύματος, που αναφέρονται στην επανατοποθέτηση του εκκαλούντος ως αρχιφύλακα στο Ψυχιατρείο της Φυλακής Κορυδαλλού, με ευθύνη του Υπουργού Δικαιοσύνης, ενώ ήταν υπόδικος, δεν είναι ψευδές, καθόσον, η απόσπαση του, αποφασίστηκε στις 26-11-1996 (υπ' αριθ. 138460/26-11-1996 έγγραφο του Γενικού Γραμματέα του Υπουργείου Δικαιοσύνης) και ενώ, κατά το χρόνο εκείνο, εκκρεμούσαν σε βάρος του οι παραπάνω ποινικές διώξεις για αδικήματα που σχετιζόταν με την άσκηση των υπηρεσιακών καθηκόντων του και τα οποία, φέρονταν ότι τελέστηκαν, στον τόπο της εργασίας του.
Ούτε, εξ άλλου, το περιεχόμενο σ' αυτό γεγονός της επανατοποθετήσεως του εκκαλούντος στην υπηρεσία του, με τον τρόπο που παρατίθεται είναι δυσφημιστικό ή εκφράζει σκοπό εξυβρίσεώς του, αλλά αποτυπώνεται μέσα στα απολύτως αποδεκτά όρια της δημοσιογραφικής ενημερώσεως. Η αναφορά, άλλωστε, της φράσεως "ο πράσινος Αντ.
Α. " αποτελεί χαρακτηρισμό της πολιτικής του τοποθετήσεως, χωρίς να ενέχει πρόθεση προσβολής ή μειώσεως της προσωπικότητας του, ως ατόμου πολιτικοποιημένου, ή της πολιτικής ιδεολογίας την οποία πρεσβεύει, αλλά, με μεταφορικό τρόπο, προσδιορίζει την πολιτική παράταξη, στην οποία ανήκει, αφού, επί σειρά ετών, διετέλεσε πρόεδρος της Ομοσπονδίας Σωφρονιστικών Υπαλλήλων Ελλάδος, δηλώνοντας υποψηφιότητα κατά τις εκλογές με την παράταξη της ΠΑΣΚ, που πρόσκειται στο χώρο του ΠΑΣΟΚ, γεγονός, που κατατέθηκε από τη μαρτυρά του και δεν αμφισβητείται, ούτε από τον ίδιο.
Η φράση "προφανώς για να συνεχίσει το έργο του", με την οποία τελειώνει ο υπότιτλος, παρά το ελαφρώς ειρωνικό ύφος της, αποτελεί έκφραση γνώμης - συμπεράσματος του πρώτου εφεσίβλητου, συντάκτη του δημοσιεύματος, η οποία, εκτός του ότι διατυπώνεται με αμφιβολία, δεν συνδέεται άμεσα με συγκεκριμένο γεγονός.
Με βάση τα ίδια στοιχεία, το περιεχόμενο του δευτέρου αποσπάσματος του δημοσιεύματος, με την αναφορά της "Ανώνυμης Εταιρείας' οργανωμένου εγκλήματος εντός της Φυλακής Κορυδαλλού και τη σύνδεση της με τον εγκαλούντα, τον Α. Φ. , που είχε επίσης διατελέσει υπαρχιφύλακας και αρχιφύλακας της φυλακής αυτής, καθώς και άλλους, η οποία διαχειρίζεται δισεκατομμύρια και οι άνθρωποι που την απαρτίζουν εμπορεύονται θέσεις εργασίας των φυλακισμένων, διαμονής, μεταγωγές, αποφυλακίσεις, αλκοόλ, όπλα και ναρκωτικά, ανεξάρτητα από τη γενικότητα της διατυπώσεως του, αναφέρεται κατά πρώτον στο αληθές γεγονός των σοβαρότατων προβλημάτων και της απαράδεκτης κατάστασης που επικρατούσε στον χώρο των φυλακών ώστε ο χαρακτηρισμός "Ανώνυμη Εταιρείας οργανωμένου εγκλήματος" να μην είναι οξύς και εκτός πραγματικότητας.
Περαιτέρω, στο προαναφερόμενο έγγραφο του, ο Εισαγγελέας Εφετών Πειραιώς, αναφέρεται σε πασίδηλο όργιο παρανομιών που ελάμβαναν χώρα μέσα στην φυλακή και στην ένοχη αδιαφορία και ανεκτικότητα, που για διαφόρους λόγους, οι αρμόδιοι υπηρεσιακοί παράγοντες συνειδητά "έκλειναν τα μάτια". Ειδική αναφορά γίνεται στην ύπαρξη έντιμων σωφρονιστικών υπαλλήλων, αφού αυτοί είναι εκείνοι που έχουν την ευθύνη της τηρήσεως της τάξεως και της ασφαλείας εντός της φυλακής, προκειμένου να εξουδετερωνόταν το οργανωμένο έγκλημα, όπως το χαρακτηρίζει.
Επίσης, αναφέρεται, στην κατάρτιση ενός ρεαλιστικού και αποτελεσματικού σχεδίου για την πρόληψη και παρεμπόδιση της εισαγωγής ναρκωτικών στις φυλακές και την ανάθεση της εφαρμογής του σε απολύτως έντιμους και προσηλωμένους στα καθήκοντα τους σωφρονιστικούς υπαλλήλους, διαφορετικά θα συνεχιζόταν η μέχρι τότε απαράδεκτη κατάσταση και τα ναρκωτικά θα εισαγόταν στη φυλακή, είτε με την συνεργασία επίορκων υπαλλήλων, είτε λόγω αδυναμιών του συστήματος.
Στους απολύτως έντιμους όμως και προσηλωμένους στα καθήκοντα τους σωφρονιστικούς υπαλλήλους, δεν κατέτασσε και τον εγκαλούντα, δεδομένου ότι αυτός υπηρετούσε τότε στις ως άνω φυλακές, η δε επισήμανση της ανάγκης, αναθέσεως της εφαρμογής αποτελεσματικού σχεδίου, σε άλλους, τον εξαιρεί από αυτή την κατηγορία.
Στην επιστολή παραίτησης του τότε Υπουργού Δικαιοσύνης Γ. Κουβελάκη, γίνεται ρητή αναφορά στο πρόσωπο του, ενώ στα υπ' αριθμ. 8£4/1995 και 249/1995 Βουλεύματα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πειραιώς, αναφέρεται (με έκθεση περιστατικών), ότι προκύπτουν σοβαρές ενδείξεις ενοχής σε βάρος του για την πράξη της ψευδούς βεβαιώσεως από κοινού (σχετικά με τα ημερομίσθια του Α.
Ζ. στις φυλακές).Χαρακτηριστικά στο δεύτερο βούλευμα (249/1995) αναφέρεται, ότι αυτός, όχι μόνο δεν υπηρέτησε το καθήκον του, αλλά αντίθετα, ανέπτυξε, μέσα στο χώρο των φυλακών, εγκληματική συμπεριφορά, αναπτύσσοντας διασυνδέσεις με κρατουμένους, όπως το Ν. Ν., Β. Λ. και τον Α. Ζ. , στον οποίο και βεβαίωσε ημερομίσθια, χωρίς να τα έχει πραγματοποιήσει.
Ότι, το γεγονός, ότι αυτός, χωρίς εκείνη τη στιγμή να είναι σωφρονιστικός υπάλληλος εν ενεργεία, χρησιμοποίησε τις διασυνδέσεις που διατηρεί με κρατουμένους (φίλους του Α. Ζ. ) όπως τον Ν. και Λ. , για να υφαρπάσει ψευδείς, κατά περιεχόμενο, υπεύθυνες δηλώσεις κρατουμένων, προκειμένου να υπερασπιστεί τον εαυτό του κατά την απολογία του, οδηγεί στην κρίση το Συμβούλιο, ότι αυτός, με πολύ μεγάλη πιθανότητα, θα διαπράξει και άλλα κακουργήματα ή πλημμελήματα.
Η τηλεφωνική επικοινωνία του εκκαλούντος με τον Α. Ζ. , την οποία αυτός (εκκαλών) επιβεβαίωσε, για οποιοδήποτε λόγο και αν πραγματοποιήθηκε, ήταν μη νόμιμη και απαράδεκτη ενέργεια, ανεξαρτήτως του ότι οι ισχυρισμοί του, κατά το προαναφερόμενο δημοσίευμα, ότι τηλεφώνησε στο Ζ. για να λυθεί η απορία του πως γίνεται η εισαγωγή ουίσκι στη Φυλακή, δεν θεωρούνται πειστικοί.
Εξ άλλου, η σχέση του με τον Α. Φ. και το Γ. Δ. , προκύπτει και από το γεγονός ότι συνυπηρέτησαν όλοι με τις ιδιότητες του υπαρχιφύλακα, αρχιφύλακα και γραμματέα αρχιφύλακα στις Φυλακές Κορυδαλλού, από κοινού δε παραπέμφθηκαν να δικαστούν για το αδίκημα της ψευδούς βεβαιώσεως για τα ημερομίσθια του Α. Ζ. , με ηθικό αυτουργό, για την ως άνω πράξη , τον τελευταίο.
Από τα στοιχεία αυτά, σε συνδυασμό με το πλήθος των δημοσιευμάτων που προαναφέρθηκαν και αφορούσαν τον εγκαλούντα, προκύπτει, ότι το επίμαχο δημοσίευμα δεν είναι συκοφαντικό, ούτε δυσφημιστικό. Το γεγονός, ότι τόσο ο εκκαλών, όσο και ο Α. Φ. και ο Γ. Δ. , απηλλάγησαν μεταγενέστερα των κατηγοριών για τις οποίες είχαν παραπεμφθεί σε δίκη (υπ' αριθμ. 8950/1998 απόφαση του Γ' Τριμελούς Πλημ/κειου Πειραιά για ψευδή βεβαίωση από κοινού και υπ' αριθμ. 59, 59 α, 81/1997 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πειραιά για παράβαση του νόμου περί ναρκωτικών ο Α.
Φ. ), δεν αναιρεί τα ανωτέρω, αφού οι απαλλακτικές αυτές αποφάσεις, αλλά και οι προαναφερθείσες, εκδόθηκαν μεταγενέστερα της δημοσιεύσεως του επίδικου δημοσιεύματος. Έτσι, ο πυρήνας του δημοσιεύματος, κατά τον ένδικο χρόνο, ανταποκρινόταν στην αλήθεια των μέχρι τότε γνωστών γεγονότων, που απασχόλησαν έντονα την κοινή γνώμη.
Και ναι μεν δεν ασκήθηκε ποινική δίωξη κατά του εγκαλούντος για τις αναφερόμενες στο δημοσίευμα πράξεις, το γεγονός όμως αυτό δεν είναι ικανό να οδηγήσει σε αντίθετη κρίση, αφού, από το σύνολο των προαναφερθέντων αποδεικτικών στοιχείων, προέκυπτε έστω και συμπερασματικώς, τέτοιου είδους δραστηριότητα του ενάγοντος.
Η έκθεση των ανωτέρω περιστατικών σχετίζεται με τον έλεγχο της λειτουργίας του σωφρονιστικού συστήματος της χώρας και την επίκριση πράξεων και συμπεριφορών σωφρονιστικών υπαλλήλων, οι οποίες, λόγω της ποινικής τους απαξίας, παρουσιάζουν ενδιαφέρον για το κοινωνικό σύνολο. Εν όψει δε του συνόλου των δημοσιευμάτων και από άλλα μέσα μαζικής ενημέρωσης και του έντονου ενδιαφέροντος της κοινής γνώμης για τα προαναφερθέντα θέματα, ο συντάκτης του, σκοπό είχε να ευαισθητοποιήσει την κοινή γνώμη και τον κρατικό μηχανισμό.
Έτσι, με το δημοσίευμα, εκτιμώμενο στο σύνολο του, δεν υπερέβη το επιβαλλόμενο, για την τελεσφόρηση του σκοπού της ενημέρωση μέτρο, λαμβάνοντας υπόψη το μέγεθος του προβλήματος που υφίστατο με τις σοβαρές ποινικές και κοινωνικές προεκτάσεις του. Κατ' ακολουθίαν, είναι δεδομένη η ύπαρξη δικαιολογημένου ενδιαφέροντος, που συνίσταται στην άσκηση ελέγχου και κριτικής των πράξεων του εκκαλούντος, που κατείχε καίρια θέση στις Φυλακές Κορυδαλλού και ασκούσε δημόσιο λειτούργημα, αλλά και της ενημέρωσης του αναγνωστικού κοινού, λόγω του μεγάλου ενδιαφέροντος που παρουσίαζε το θέμα και συνεπώς, η ασκηθείσα κριτική, καλύπτεται από τα τασσόμενα από το Σύνταγμα και το άρθρο 367 παρ. 1 Π.Κ.
όρια της ελευθεροτυπίας, κατά παραδοχή της σχετικής ενστάσεως του εφεσίβλητου. Τέλος, ούτε σκοπός εξυβρίσεως αποδείχθηκε, διότι, στόχος του δημοσιεύματος στο σύνολο του εκτιμώμενο, δεν ήταν να πλήξει την τιμή και την υπόληψη του εκκαλούντος, αφού ήδη εκκρεμούσαν σε βάρος του ποινικές διώξεις, οι οποίες είχαν γνωστοποιηθεί στο ευρύτερο αναγνωστικό κοινό από μεγάλο αριθμό προηγουμένων δημοσιευμάτων εφημερίδων, αλλά να ασκηθεί κριτική στο εν γένει σωφρονιστικό σύστημα και να τεθούν υπό αμφισβήτηση αντικοινωνικές συμπεριφορές.
Η παράθεση των ως άνω γεγονότων στο εν λόγω άρθρο, ήταν αναγκαία για την επίτευξη του προαναφερόμενου σκοπού του συντάκτη, που δεν μπορούσε να πραγματοποιηθεί με άλλο τρόπο, δεδομένης της μεγάλης σοβαρότητας του ζητήματος, που απασχολούσε και ενδιέφερε την κοινή γνώμη. Στην κατάφαση αυτή συνηγορεί και το γεγονός, ότι και μεταγενέστερα του επιδίκου, δημοσιεύματα (ακόμη και μετά την αθώωση του εκκαλούντος), αναφέρονται στην επικρατούσα, ακόμη τότε, κατάσταση στις Φυλακές Κορυδαλλού, συνδέοντας το πρόσωπο του εκκαλούντος, είτε ευθέως μ' αυτή (βλ.
το προαναφερόμενο άρθρο του δημοσιογράφου Ν. Κ. ), είτε με παραπομπή σε διάφορα περιστατικά". Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση του ήδη αναιρεσείοντος, επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε ως αβάσιμη η αγωγή του, με την οποία ζήτησε χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, που υπέστη από την υπαίτια (με πρόθεση) προσβολή της προσωπικότητας του, από το συκοφαντικό γι' αυτόν ως άνω δημοσίευμα.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, εξ αιτίας ανεπαρκών αιτιολογιών που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς τη συνδρομή των νομίμων όρων και προϋποθέσεων εφαρμογής των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 367 παρ. 1 εδ. γ' και 367 παρ. 2 εδ. β ΠΚ, σε σχέση με το περιεχόμενο σαφώς στο εν λόγω δημοσίευμα γεγονός το οποίο δημοσίευμα σημειωτέον έλαβε χώραν μετά παρέλευση περίπου τριετίας από την τέλεση των αποδιδόμενων στον ενάγοντα αξιοποίνων πράξεων και εν όψει εκδίκασης από το αρμόδιο δικαστήριο των σχετικών υποθέσεων ότι ο ενάγων είναι μέλος συγκροτημένης ομάδας (Ανώνυμης Εταιρίας), τα μέλη της οποίας εμπορεύονται θέσεις διαμονής, θέσεις εργασίας, μεταγωγές, αποφυλακίσεις, αλκοόλ, όπλα και ναρκωτικά, εμφανιζομένου έτσι του ενάγοντος από το συντάκτη του δημοσιεύματος όχι μόνο να συμμετέχει στις άνω πράξεις για τις οποίες είχε παραπεμφθεί να δικασθεί, αλλά και να αναπτύσσει σταθερή και σε συνεργασία με άλλους έντονη έκνομη δραστηριότητα, με σκοπό το κέρδος, παρέχοντας επ' αμοιβή θέσεις διαμονής και εργασίας στη φυλακή, κατ' επιλογή των κρατουμένων σ' αυτή, εξασφαλίζοντας επίσης επ' αμοιβή μεταγωγές και αποφυλακίσεις κρατουμένων, κατά τη βούληση των τελευταίων και εμπορευόμενος όπλα και ναρκωτικά εντός της φυλακής.
Ειδικότερα, το Εφετείο δεν αναφέρει σαφώς στην πρoσβαλλόμενη απόφασή του πραγματικά περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει, έστω και συμπερασματικώς, τέτοιου είδους δραστηριότητα του ενάγοντος. Το γεγονός, που, όπως δέχεται το Εφετείο, αναφέρεται στο υπ' αριθμ. 10.258/1994 έγγραφο του Εισαγγελέα Εφετών Πειραιώς, ότι κατά την ενεργηθείσα από αυτόν έρευνα διαπιστώθηκε η εντός των φυλακών ύπαρξη "οργανωμένου εγκλήματος", το οποίο δεν είναι εύκολο να εξουδετερωθεί, καθώς επίσης όργιο παρανομιών και ότι οι αρμόδιοι υπηρεσιακοί παράγοντες έκλειναν συνειδητά τα μάτια, δεν συνιστά επαρκή αιτιολογία για την αλήθεια του ισχυρισμού του συντάκτη του δημοσιεύματος, ότι ο ενάγων συμμετείχε στην αναφερόμενη σ' αυτό ομάδα που επ' αμοιβή εμπορεύεται θέσεις διαμονής, διενεργεί μεταγωγές και αποφυλακίσεις και εμπορεύεται εντός της φυλακής αλκοόλ, όπλα και ναρκωτικά, αφού, ειδικώς σε σχέση με την ύπαρξη τέτοιου είδους έκνομης δραστηριότητας, δεν ασκήθηκε ποινική δίωξη εις βάρος του ενάγοντος, ούτε γίνεται συγκεκριμένη αναφορά του διενεργήσαντος την προκαταρκτική εξέταση Εισαγγελέα, για συμμετοχή του ενάγοντος σε τέτοιου είδους δραστηριότητα.
Το γεγονός δε ότι ο ενάγων είχε τηλεφωνική συνομιλία με το αποφυλακισθέντα Ζ το περιεχόμενο της οποίας δεν αναφέρεται, καθώς και ότι στο δωμάτιο του σωφρονιστικού υπαλλήλου Φ βρέθηκαν όπλα και ναρκωτικά, χωρίς να προσδιορίζεται ποια σχέση είχε με αυτά ο ενάγων και χωρίς επίσης να αναφέρεται στην απόφαση του Εφετείου ποια υπήρξε η κατάληξη της υπόθεσης Φ δεν συνιστά επαρκή αιτιολογία ως προς την αλήθεια του αναφερομένου στο δημοσίευμα γεγονότος της συμμετοχής του ενάγοντος σε οργανωμένη ομάδα με τις άνω έκνομες δραστηριότητες.
Το γεγονός αυτό δεν συνιστά ούτε και οξεία κριτική, με αφορμή τις άνω πράξεις για τις οποίες παραπέμφθηκε (και τελικώς αθωώθηκε) ο ενάγων. Τέλος, η παραδοχή του Εφετείου, 1)ότι η παράθεση των γεγονότων στο εν λόγω άρθρο α1)περί τοποθετήσεως του ενάγοντος ως αρχιφύλακος στο ψυχιατρείο των φυλακών Κορυδαλλού "προφανώς για να συνεχίσει το έργο του" και β1)περί συμμετοχής του ενάγοντος στην "Ανώνυμη Εταιρεία του οργανωμένου εγκλήματος" και περί, πλην των άλλων, εμπορίας όπλων και ναρκωτικών στις φυλακές, γεγονός το οποίο ήταν ψευδές και ο εναγόμενος - αναιρεσίβλητος τελούσε εν γνώσει του ψεύδους, είχε ως σκοπό την άσκηση κριτικής για το εν γένει σωφρονιστικό σύστημα και να τεθούν υπό αμφισβήτηση αντικοινωνικές συμπεριφορές και 2)ότι η παράθεση των ιδίων γεγονότων δεν μπορούσε, χωρίς να αναφέρεται ο λόγος, να πραγματοποιηθεί με άλλον τρόπο, στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών.
Έτσι, το Εφετείο υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθ.19 ΚΠολΔ πλημμέλεια, όπως βασίμως αιτιάται ο αναιρεσείων με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως. Επομένως πρέπει, παρελκούσης της ερεύνης του πρώτου λόγου, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση. Κατά το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 παρ. 4 ν. 4055/2012: "Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 (για υπέρβαση δικαιοδοσίας και για παράβαση των διατάξεων των σχετικών με την αρμοδιότητα), μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να ασχοληθεί με την εκδίκαση της, ιδίως αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση.
Στην αντίθετη περίπτωση παραπέμπει την υπόθεση ... για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο το οποίο εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε ή στο ίδιο, αν είναι δυνατή η σύνθεση του από άλλους δικαστές. Αν όμως αναιρεθεί η απόφαση του τελευταίου αυτού δικαστηρίου, δεν γίνεται δεύτερη παραπομπή, αλλά ο Άρειος Πάγος δικάζει αυτός την ουσία της υποθέσεως".
Εξάλλου, κατά το άρθρο 579 παρ. 1 ΚΠολΔ, "Αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε ...", κατά δε το άρθρο 570 παρ. 2 ΚΠολΔ, "Νέοι ισχυρισμοί των διαδίκων και νέα αποδεικτικά μέσα για την ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης από τον Άρειο Πάγο μετά την αναίρεση υποβάλλονται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για τα δικαστήρια της ουσίας".
Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι για την εφαρμογή της πρώτης τούτων (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) πρέπει πρώτα να γίνεται η συζήτηση και να εκδίδεται απόφαση επί της αιτήσεως αναιρέσεως και εφόσον αυτή γίνει δεκτή, να ακολουθεί δεύτερη συζήτηση ενώπιον του αναιρετικού τμήματος, με κλήση του επιμελέστερου των διαδίκων, κατά την οποία θα συζητείται η υπόθεση κατ' ουσίαν και θα εκδίδεται η αντίστοιχη απόφαση, (βλ.
αντιθέτως, Μπέη "Πολιτική Δικονομία", τ. Ill, υπό το άρθρο 580, σελ. 2397 επ.). Στην προκειμένη περίπτωση, η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ.3092/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών εκδόθηκε μετά την 2013/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία, αφού αναιρέθηκε η 3908/2006 απόφαση του ως άνω δικαστηρίου, παραπέμφθηκε η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αλλά με άλλη σύνθεση.
Εφόσον λοιπόν, σύμφωνα με τα όσα εκτέθηκαν παραπάνω, αναιρείται η απόφαση του δικαστηρίου της παραπομπής, δεν γίνεται δεύτερη παραπομπή, αλλά ο Άρειος Πάγος με κλήση του επιμελέστερου των διαδίκων προς περαιτέρω συζήτηση θα δικάσει αυτός την ουσία της υποθέσεως, όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ'αριθ.3092/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Διακρατεί την υπόθεση προς περαιτέρω συζήτηση ενώπιόν του, σε δικάσιμο η οποία θα ορισθεί με κλήση του επιμελεστέρου των διαδίκων.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Νοεμβρίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Μαρτίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ