Legislator Case Law & Legislation
628/2013 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on traffic accident liability, upholding lower court's finding of causation and fault.

Case Number 628/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the Court of Appeal's decision regarding liability for a traffic accident. The lower court found the deceased cyclist solely responsible for the collision by violating traffic signals, while the car driver was not at fault. The Court of Appeal ruled that the facts were clear and the causal link between the cyclist's violation and the accident was established according to common sense, making the appeal inadmissible.

Legislator headnote

AI generated

Articles 297, 298, 330, 914 of the Civil Code; The court's finding on the causal link between the wrongful act and the damage is subject to appellate review only if the lower court's reasoning is unclear or contradictory, and if the facts support the conclusion that the act was capable of causing the damage according to common sense.

Keywords

AI generated
traffic accident liability causal link requirement common sense standard appellate review limits traffic signal violation fault attribution civil code provisions

Cited Legislation

AI generated
Articles 297, 298, 330, 914 of the Civil Code
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 19 of the Traffic Law 2696/1999
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 628 / 2013 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 628/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Δημητρούλα Υφαντή, Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Νοεμβρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Β. χήρας Σ.-Σ. Μ. το γένος Δ. Ψ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Δικαίου Χασανάκου, 2. Ι. - Β. Μ. του Σ.-Σ. και 3. Έ. θυγ. Σ.-Σ. Μ., αμφοτέρων κατοίκων προσωρινά ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Δίκαιο Χασανάκο και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Δ. Μ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Ηλία Κατσαβό και κατέθεσε προτάσεις και 2. Του Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΕΞ ΑΤΥΧΗΜΑΤΩΝ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ" που εδρεύει στην Αθήνα, νομίμως εκπροσωπούμενο, το οποίο εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Γεώργιο Μανουσακάκη και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8/3/1998 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και την από 14/12/1998 αγωγή του δεύτερου των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Αφού συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκαν οι αποφάσεις:74/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 9838/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν oι αναιρεσείοντες με την από 19-12-2008 αίτησή τους. Επί της αιτήσεως εκδόθηκε η 477/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου, που έκρινε την υπόθεση απαράδεκτη και την επανέφεραν προς συζήτηση οι αναιρεσείοντες με την από 13-10-2011 κλήση τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Παναγιώτης Χατζηπαναγιώτης, ανέγνωσε την από 23/11/2009 έκθεσή της κωλυομένης να συμμετάσχει στην σύνθεση Αρεοπαγίτου, Γεωργίας Λαλούση, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσείοντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 330 και 914 ΑΚ, προϋπόθεση της ευθύνης προς αποζημίωση είναι η ύπαρξη μεταξύ του ιδρυτικού λόγου της ευθύνης (ζημιογόνου γεγονότος) και της ζημίας, αιτιώδους συνάφειας, η οποία υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ήταν ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων το επιζήμιο αποτέλεσμα.

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε κυριαρχικά ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική. Εξάλλου, η παράβαση των διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί, όμως, στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης ή παράλειψης και του επελθόντος αποτελέσματος.

Περαιτέρω, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδάφ. α' του ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005), η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 8/2006).

Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ., λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ως προς τη συνδρομή των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης η οποία εφαρμόστηκε ή για τη μη συνδρομή τους που αποκλείει την εφαρμογή της καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς, ασαφείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί πραγμάτων κρίση του, τα ακόλουθα: "Την 8 Μαρτίου 1997 και ώρα 20.40' περίπου, ο πρώτος των εναγομένων, οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, που ανήκε στην ιδιοκτησία του και το οποίο δεν ήταν ασφαλισμένο για τις από τη λειτουργία του προς τρίτους προξενούμενες ζημίες, εκινείτο επί της δεξιάς λωρίδας κυκλοφορίας της οδού Πειραιώς, με κατεύθυνση από Πειραιά προς Αθήνα.

Κατά τον αυτό χρόνο, επί της κάθετης στην παραπάνω οδού Πέτρου Ράλλη και στην δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας αυτής, εκινείτο άνευ αριθμού κυκλοφορίας δίκυκλο όχημα (ποδήλατο), που οδηγούσε ο σύζυγος της πρώτης των εναγόντων και πατέρας των λοιπών Σ. - Σ. Μ., ο οποίος είχε μάλιστα καταναλώσει ποσότητα οινοπνεύματος (ευρέθη στο αίμα του οινόπνευμα σε ποσοστό 0,34), έχοντας κατεύθυνση από την περιοχή Ρούφ προς την οδό Εχελιδών.

Όταν ο εν λόγω οδηγός έφθασε στη συμβολή των προαναφερομένων οδών, όπου η κυκλοφορία των οχημάτων ρυθμίζεται με αυτόματους φωτεινούς σηματοδότες, δεν αντιλήφθηκε ότι ο σηματοδότης που είχε στην πορεία του έδειχνε ερυθρό απαγορευτικό της διελεύσεώς του σήμα, κι έτσι δεν ακινητοποίησε το όχημα που οδηγούσε, αλλά συνέχισε απερίσκεπτα την πορεία του και εισήλθε ανέλεγκτα εντός της διασταυρώσεως, αφού δε διήλθε το ένα ρεύμα πορείας της οδού Πειραιώς, επιχείρησε να διασχίσει και το έτερο ρεύμα πορείας αυτής, χωρίς όμως να αντιληφθεί το επερχόμενο ιδιωτικής χρήσεως επιβατικό αυτοκίνητο, ο οδηγός του οποίου ετοιμαζόταν να εισέλθει εντός της διασταυρώσεως, έχοντας πράσινη ένδειξη στον φωτεινό σηματοδότη της πορείας του.

Αποτέλεσμα της αμελούς αυτής συμπεριφοράς του, ήταν να επιπέσει με το εμπρόσθιο τμήμα του ποδηλάτου του στο εμπρόσθιο αριστερό τμήμα του αυτοκινήτου του πρώτου των εναγομένων και ακολούθως ο δικυκλιστής εκτινάχθηκε στο οδόστρωμα, παρά την ενστικτώδη τροχοπέδηση και τον αποφευκτικό προς τα δεξιά ελιγμό, που ο οδηγός του αυτοκινήτου πραγματοποίησε, χωρίς όμως να καταστεί δυνατόν να αποτραπεί το ένδικο ατύχημα, το οποίο, εκτός από τις υλικές ζημίες που προκλήθηκαν στα δύο οχήματα, είχε ως αποτέλεσμα τον σοβαρότατο τραυματισμό του δικυκλιστή, που υπέστη βαρειές κακώσεις κεφαλής και θώρακος, συνεπεία των οποίων, ως μόνης ενεργού αιτίας, επήλθε ακαριαίως ο θάνατος αυτού (βλ.

την υπ' αριθμ. 648/24.3.1997 ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας - νεκροτομίας του ιατροδικαστή Αθηνών Χ. Λ.). Να σημειωθεί ότι, ο οδηγός του αυτ/του δεν μπορούσε να αντιληφθεί προηγουμένως, παρά μόνο από ελάχιστη απόσταση, την αντικανονική κίνηση του ποδηλάτη, αφενός μεν γιατί του στερούσαν την ορατότητα τα σταματημένα στην αριστερή λωρίδα της οδού Πειραιώς αυτοκίνητα, αφετέρου δε γιατί το ποδήλατο εστερείτο φώτων και επικρατούσε σκοτάδι, με ανεπαρκή τεχνητό φωτισμό στην οδό.

Όπως ενήργησε ο οδηγός του αυτοκινήτου, θα ενεργούσε και κάθε άλλος μέσος συνετός οδηγός, ευρισκόμενος κάτω από τις ίδιες συνθήκες οδήγησης και κυκλοφορίας. Έτσι, δεν μπορεί να αποδοθεί καμία ευθύνη, ούτε υπαιτιότητα στον οδηγό του αυτοκινήτου, αφού οδηγούσε με σύνεση και προσοχή και με μικρή ταχύτητα, στο δεξιό της οδού, εισήλθε στην διασταύρωση με πράσινο και προσπάθησε να αποφύγει τη σύγκρουση.

Σημειωτέον ότι στην έκθεση αυτοψίας της Τροχαίας, βεβαιώνεται ότι την ώρα του ατυχήματος το οδόστρωμα ήταν υγρό, συνεπεία βροχοπτώσεως, γεγονός που δυσχέραινε την ικανότητα αποτελεσματικής τροχοπέδησης και ο φωτισμός ήταν ανεπαρκής, συνθήκες δηλαδή που προδιέγραφαν άμεσο κίνδυνο για τον οδηγό του ποδηλάτου, ο οποίος θα έπρεπε να επιδείξει ιδιαίτερη προσοχή, ώστε να ολοκληρώσει με επιτυχία το εγχείρημά του, διασχίζοντας κάθετα την οδό Πειραιώς, συνολικού πλάτους 14,80 μέτρων, χωρίς να θέσει σε κίνδυνο την ασφάλειά του, τέλος δε καταγράφονται και τα παραπάνω σημεία συγκρούσεως των οχημάτων.

Με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, το Δικαστήριο κρίνει ότι αποκλειστικά υπαίτιος του ενδίκου αυτοκινητικού ατυχήματος και των συνεπειών του, ήταν ο δικυκλιστής Σ. - Σ. Μ., ο οποίος δεν κατέβαλε την επιμέλεια και προσοχή, που όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να επιδείξει, ως μέσος συνετός οδηγός, της αμελείας του συνισταμένης στο ότι αυτός παραβίασε βασικό κανόνα της κυκλοφοριακής καλής πίστης και οδικής συμπεριφοράς (άρθρα 6 παρ. 1 εδ.

β' του Ν. 2696/1997) και ειδικότερα δεν συμμορφώθηκε με την ένδειξη του αυτόματου φωτεινού σηματοδότη ρυθμίσεως της κυκλοφορίας, που έδειχνε ερυθρό φως και επέβαλε διακοπή της πορείας του, αλλά παραβίασε αυτόν και εισήλθε απερίσκεπτα και ανέλεγκτα στη διασταύρωση των οδών Πέτρου Ράλλη και Πειραιώς, επιχειρώντας να διασχίσει αυτήν, με αποτέλεσμα να συγκρουσθεί με το επί της δεξιάς λωρίδας κυκλοφορίας της οδού Πειραιώς επερχόμενο αυτοκίνητο του πρώτου των εναγομένων, ο οποίος την στιγμή εκείνη εισήρχετο στη διασταύρωση των οδών αυτών, αφού ο φωτεινός σηματοδότης, που είχε στην πορεία του, παρείχε πράσινη ένδειξη, παρά την ενστικτώδη τροχοπέδηση και τον αποφευκτικό προς τα δεξιά ελιγμό, που ο τελευταίος αυτός οδηγός πραγματοποίησε, χωρίς όμως επιτυχία.

Στοιχεία που να μαρτυρούν οιασδήποτε μορφής συνυπαιτιότητα αυτού, στην πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος, ιδίως από την άποψη της ταχύτητας, με την οποία εκινείτο, ή της εκ μέρους του παραβίασης του ερυθρού φωτεινού σηματοδότη, δεν αποδείχθηκαν. Ο εν λόγω οδηγός εκινείτο με ταχύτητα 40 έως 50 χιλιομέτρων περίπου την ώρα, του ανωτάτου επιτρεπομένου ορίου ταχύτητας ανερχομένου σε 60 χιλιόμετρα την ώρα, και δικαιολογημένα αιφνιδιάστηκε από την απρόοπτη ενέργεια του δικυκλιστή, που βρέθηκε στην τροχιά του και σε απόσταση μόλις 3 έως 5 περίπου μέτρων, ενόψει του ότι δεν είχε τη δυνατότητα να αντιληφθεί αυτόν ενωρίτερα, καθόσον αριστερά κατά την πορεία του, βρίσκονταν σε διακοπή πορείας, έτερα αυτοκίνητα, δεδομένου ότι ο σηματοδότης για τα αριστερόστροφα οχήματα παρείχε ερυθρά ένδειξη.

Σημειώνεται ότι ο εν λόγω οδηγός κηρύχθηκε αθώος της εις βάρος του αποδιδομένης κατηγορίας, για την ανθρωποκτονία από αμέλεια του Σ. - Σ. Μ., με την υπ' αριθμ. 15224/1999 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, ως προς την διάταξη της παραβάσεως του άρθρου 17 παρ. 1 Ν. 2170/1993, κηρύχθηκε ένοχος της ανωτέρω αξιοποίνου πράξεως, με την υπ' αριθμ. 1996/2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και καταδικάστηκε σε ποινή φυλακίσεως 2 μηνών, ήδη δε η απόφαση έχει καταστεί αμετάκλητος.

Τα προαναφερόμενα πραγματικά περιστατικά συνάγονται από το σχεδιάγραμμα της αρμόδιας αστυνομικής αρχής, που επιλήφθηκε αμέσως μετά το ατύχημα, ο συντάκτης του οποίου αποτυπώνει την αρχική πορεία των δύο οχημάτων και απεικονίζει τα ευρήματα, ήτοι πλαστικά εξαρτήματα του αυτ/του και αίματα στο οδόστρωμα σε απόσταση 3,5 μέτρων και 9 μέτρων, αντίστοιχα, από τη συμβολή των οδών Πειραιώς και Εχελιδών.

Στη συνταχθείσα, εξάλλου, έκθεση αυτοψίας, σημειώνεται, μεταξύ άλλων, ότι την δεδομένη χρονική στιγμή, το οδόστρωμα ήταν υγρό, συνεπεία βροχοπτώσεως, γεγονός που δυσχέραινε την ικανότητα αποτελεσματικής πέδησης και ο φωτισμός ήταν ανεπαρκής, συνθήκες δηλαδή που προδιέγραφαν άμεσο κίνδυνο για τον οδηγό του ποδηλάτου, ο οποίος θα έπρεπε να επιδείξει ιδιαίτερη προσοχή, ώστε να ολοκληρώσει με επιτυχία το εγχείρημά του, διασχίζοντας κάθετα την οδό Πειραιώς, συνολικού πλάτους 14,8 μέτρων, χωρίς να θέσει σε κίνδυνο την ασφάλειά του, τέλος δε καταγράφονται τα σημεία συγκρούσεως των δύο οχημάτων".

Στη συνέχεια δε το Εφετείο, προς περαιτέρω αιτιολόγηση και ενίσχυση της κρίσης του περί των ανωτέρω δεκτών γενομένων υπ' αυτού ως αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών, προβαίνει σε παράθεση και αξιολόγηση α) τόσο της προανακριτικής κατάθεσης όσο και εκείνης ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου, που δίκασε την εις βάρος του πρώτου των αναιρεσιβλήτων κατηγορία για ανθρωποκτονία από αμέλεια του δικυκλιστή Σ. - Σ.

Μ., του αυτόπτη μάρτυρα του ενδίκου ατυχήματος Ν. Σ., ο οποίος οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, ακολουθούσε από απόσταση τριάντα (30) περίπου μέτρων το αυτοκίνητο του πρώτου αναιρεσίβλητου και ο οποίος αναφέρεται στις συνθήκες επέλευσης τούτου (ενδίκου ατυχήματος) και β) τόσο της προανακριτικής όσο και της ενώπιον του ιδίου ως άνω ποινικού δικαστηρίου κατάθεσης της πρώτης των ήδη αναιρεσειόντων - συζύγου του κατά τα άνω αποβιώσαντος ποδηλάτη Β.

χήρας Σ. - Σ. Μ., η οποία δεν ήταν αυτόπτης μάρτυρας του ατυχήματος και δεν γνωρίζει τις συνθήκες επέλευσης αυτού. Κατόπιν δε τούτων το Εφετείο απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων - εναγόντων κατά της πρωτόδικης υπ' αριθμ. 3209/2003 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε δεχθεί τα ίδια σχετικά με τις συνθήκες του ατυχήματος και την ύπαρξη ή όχι υπαιτιότητας στο πρόσωπο του πρώτου αναιρεσίβλητου - οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς τα κρίσιμα ζητήματα των συνθηκών επέλευσης του ατυχήματος, της έλλειψης υπαιτιότητας στο πρόσωπο του πρώτου των αναιρεσιβλήτων - οδηγού του φερομένου ως ζημιογόνου αυτοκινήτου και της κατάφασης αποκλειστικής υπαιτιότητας στο πρόσωπο του συγγενούς των αναιρεσειόντων, συνισταμένης της τελευταίας αυτής στη μη συμμόρφωση με την ένδειξη των φωτεινών σηματοδοτών, στην παραβίαση ερυθρού σηματοδότη και στην ανέλεγκτη είσοδο αυτού στη διασταύρωση, έτσι ώστε είναι δυνατός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής των διατάξεων που εφαρμόσθηκαν, τα δε αντιθέτως προβαλλόμενα με τον τείνοντα να θεμελιωθεί επί του αριθμού 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.

πρώτο λόγο της αναίρεσης είναι απορριπτέα προεχόντως ως απαράδεκτα, διότι με αυτά πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου, σε κάθε δε περίπτωση και ως αβάσιμα. Εξάλλου, απορριπτέος κρίνεται ως αβάσιμος και ο επί του άρθρου 559 αριθμ. 1 α' Κ.Πολ.Δ. στηριζόμενος δεύτερος λόγος της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην πληττόμενη απόφαση η πλημμέλεια της παραβίασης των διατάξεων των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 19 του Ν. 2696/1999 (ΚΟΚ).

Τούτο δε (απόρριψη του δεύτερου λόγου της αναίρεσης), διότι από τις προαναφερόμενες παραδοχές της πληττόμενης απόφασης προκύπτει, ότι η ταχύτητα του φερομένου ως ζημιογόνου και οδηγούμενου από τον πρώτο αναιρεσίβλητο αυτοκινήτου δεν υπερέβαινε αυτήν που επέβαλαν οι κατά τον χρόνο και στον τόπο του ατυχήματος κρατούσες κυκλοφοριακές και λοιπές συνθήκες, αλλά και ενόψει της παραδοχής του ότι στον ισόπεδο οδικό κόμβο που έγινε το ατύχημα η κυκλοφορία ρυθμιζόταν από φωτεινούς σηματοδότες που λειτουργούσαν κανονικά και τους οποίους παραβίασε ο αποβιώσας οδηγός του δικύκλου ποδηλάτου και όχι ο οδηγός του αυτοκινήτου.

Κατόπιν τούτων πρέπει να απορριφθεί η αναίρεση και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων εκάστου των αναιρεσιβλήτων (άρθρ. 176, 183 Κ.Πολ.Δ.), οι οποίοι παρέστησαν με διαφορετικό δικηγόρο ο καθένας και οι οποίοι κατέθεσαν και προτάσεις, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 19.12.2008 και με αριθμό κατάθεσης 1495/2008 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 9838/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.- Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων εκάστου των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει για έκαστο τούτων στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.-

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Φεβρουαρίου 2013.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Απριλίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ