Legislator Case Law & Legislation
628/2008 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on abuse of power claim regarding employer's management rights in personnel decisions.

Case Number 628/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appellant's appeal against a labor tribunal decision denying his promotion to a supervisory position. The appellant argued the decision was an abuse of power due to his union activities, but the court found his arguments vague and lacking specific legal grounds. Consequently, the court ruled that the employer's management rights to organize the business were not abused based on the provided facts.

Legislator headnote

AI generated

Articles 281 of the Civil Code; Article 559(1)(b) of the Code of Civil Procedure: The employer's right to manage the enterprise and assign specific employees to supervisory roles is not considered an abuse of power merely because the assigned employee has superior qualifications compared to the rejected candidate, as this pertains to organizational decisions rather than merit-based promotion.

Keywords

AI generated
abuse of power management rights personnel decisions employment law labor tribunal supervisory position qualifications

Cited Legislation

AI generated
Article 281 of the Civil Code
Article 559(1)(b) of the Code of Civil Procedure
Article 22(1) Chapter VI and Article 29(1) Chapter 11 of the General Collective Agreement
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 628 / 2008 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 628/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη, Αντιπρόεδρο, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Ειρήνη Αθανασίου, Αλέξανδρο Νικάκη και Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Τζώνο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Τριανταφύλλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ..

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-7-2001 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8453/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 2102/2004 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 18-5-2005 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αλέξανδρος Νικάκης, διάβασε την από 8-1-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ο εργοδότης, ασκώντας το διευθυντικό του δικαίωμα, έχει την εξουσία να εξειδικεύει κάθε φορά την υποχρέωση του μισθωτού για εργασία, καθορίζοντας τους όρους της παροχής της (τόπο, χρόνο και τρόπο), εφόσον οι όροι αυτοί δεν έχουν προσδιορισθεί από κανόνες δικαίου ή από την εργασιακή σύμβαση. Παραλλήλως το δικαίωμα αυτό περιλαμβάνει και την εξουσία του εργοδότη, ως διευθυντή της εκμετάλλευσης, να οργανώνει και να διευθύνει την επιχείρησή του κατά τον προσφορότερο τρόπο.

Περιορισμός στην άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος τίθεται από την απαγορευτική διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ. Ειδικότερα στην περίπτωση που ο εργοδότης, ασκώντας αυτό το δικαίωμα, προβαίνει στην τοποθέτηση συγκεκριμένου εργαζομένου ως προϊσταμένου ενός τμήματος ή ενός καταστήματος της επιχειρήσεώς του και παραλείπει να τοποθετήσει στη θέση αυτή ένα άλλο μισθωτό, μόνη η υπεροχή του τελευταίου σε τυπικά και ουσιαστικά προσόντα έναντι του τοποθετηθέντος, ακόμη και αν είναι καταφανής, δεν καθιστά την άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος καταχρηστική, διότι δεν πρόκειται για βαθμολογική ή μισθολογική προαγωγή (για την οποία υφίσταται αντίστοιχο δικαίωμα του μισθωτού), αλλά για απόφαση που αφορά προεχόντως την οργάνωση και διεύθυνση της επιχειρήσεως.

Παρέπεται εκ τούτου ότι στην περίπτωση αυτή, για να είναι καταχρηστική η άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος, απαιτείται η συνδρομή και άλλων περιστάσεων (όπως ειδική γνώση του αντικειμένου, διοικητική ικανότητα, εξαιρετική κρίση και αντίληψη, ικανότητα αντιμετωπίσεως υπηρεσιακών προβλημάτων και μεθοδικότητα επίλυσης τους, μεγάλη εμπειρία και συντονιστικό πνεύμα συνεργασίας και επικοινωνίας), οι οποίες σε συνδυασμό με την καταφανή υπεροχή του παραλειφθέντος, να θεμελιώνουν προφανή, από μέρους του εργοδότη, υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη, ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος (Ολ.ΑΠ 25/2003).

Εξάλλου το άρθρο 12 παρ.1 και 2 εδ.β', δ και 69 του Γενικού Κανονισμού Προσωπικού του ΟΤΕ (ΓΚΠ-ΟΤΕ), που εκδόθηκε κατ'εξουσιοδότηση του άρθρου 7 του ΑΝ 301/1968 κυρώθηκε με το άρθρο 54 του ν.δ. 165/1973 και έχει ισχύ νόμου, ορίζεται ότι στο προσωπικό του κλάδου

ΙΙΙ (τεχνικό) με βαθμό Α4 και άνω (επομένως και τομεάρχη) είναι δυνατή η ανάθεση της διευθύνσεως υπηρεσιακής λειτουργίας στάθμης κατά ένα βαθμό ανώτερης ή κατώτερης του κατεχομένου βαθμού. Η ανάθεση στο προσωπικό ορισμένης υπηρεσιακής λειτουργίας ή ορισμένου υπηρεσιακού έργου είναι ανεξάρτητη της γενικής ή στο βαθμό αρχαιότητας αυτού και αποφασίζεται μετά από εκτίμηση του υπηρεσιακού συμφέροντος από το συμβούλιο προσωπικού ή τον προϊστάμενο της οικείας υποδιευθύνσεως ή του οικείου συγκροτήματος.

Εξ αυτών παρέπεται ότι ο ΟΤΕ δικαιούται με τα αρμόδια όργανά του να αναθέτει στο προσωπικό του, μετά από εκτίμηση του συμφέροντος της υπηρεσίας, τη διεύθυνση ορισμένης υπηρεσιακής λειτουργίας, ανεξάρτητα από τη γενική στο βαθμό αρχαιότητα του συγκεκριμένου υπαλλήλου, εφόσον κρίνει ότι ο υπάλληλος αυτός είναι ικανότερος και καταλληλότερος από τους άλλους συναδέλφους του, που έχουν τα απαιτούμενα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα.

Στη προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, δέχθηκε τα εξής: Ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσίβλητος Οργανισμός Τηλεπικοινωνιών Ελλάδος, την ..... προσέλαβε τον ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα, ως διοικητικό υπάλληλο, τον οποίο ενέταξε στο τακτικό του προσωπικό.

Την 10-4-1981 ο ενάγων μετατάχθηκε στην κατηγορία του ανωτέρω τεχνικού προσωπικού με την ειδικότητα του τηλεπικοινωνιακού προσωπικού, τοποθετήθηκε στο Συγκρότημα Κατασκευών Θεσσαλονίκης και την 23-1-1990 μετατέθηκε στην Υποδιεύθυνση Τεχνικών Θεμάτων της Τηλεπικοινωνίας Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας ως στέλεχος με κύριο αντικείμενο την εκπόνηση μελετών και την επίβλεψη παραλαβής έργων στα αστικά και υπεραστικά κέντρα Θεσσαλονίκης.

Προήχθη σε Υποτομεάρχη από 30-4-1986 και στο βαθμό του Τομεάρχη από 18-12-1991. Είναι πτυχιούχος του Φυσικού Τμήματος του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και κάτοχος μεταπτυχιακού διπλώματος ηλεκτρονικής φυσικής (ραδιοηλεκτρολογίας) και πτυχιούχος της Σχολής Προσωπικού του ΟΤΕ. Γνωρίζει την Αγγλική γλώσσα, συμμετείχε από 4/5/1982 -14/12/2000 σε 26 επιμορφωτικά σεμινάρια, σε συνέδρια και ημερίδες και το έτος 1992 του απονεμήθηκε ηθική αμοιβή.

Υπήρξε εκπαιδευτής στις σχολές προσωπικού του ΟΤΕ, κατά τα έτη 1985, 1986 και 1988, μέλος του πρωτοβαθμίου συμβουλίου προαγωγών τηλεπικοινωνιακών μηχανικών και μέλος, ως εκπρόσωπος των εργαζομένων, της Αντιπροσωπευτικής Συνέλευσης Κοινωνικού Ελέγχου του ΟΤΕ (ΑΣΚΕ-ΟΤΕ), κατά τα έτη 1989 έως 1991. Στις τοποθετήσεις προϊσταμένων σε υπηρεσιακές λειτουργίες στάθμης τομέα που έγιναν με τις αποφάσεις ......

του Περιφερειακού Συμβουλίου Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας, ....... της Τηλεπικοινωνιακής Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας και ......, ......, ......, ...... και ...... του ιδίου Περιφερειακού Συμβουλίου ο ενάγων παραλείφθηκε να τοποθετεί ως προϊστάμενος. Αντ' αυτού τοποθετήθηκαν αντιστοίχως οι Τομεάρχες :1) Γ1 που είναι πτυχιούχος Βιομηχανικής, ηλεκτρονικός μέσης Τεχνικής Σχολής, 2) Γ2, πτυχιούχος μέσης Τεχνικής Σχολής και Σχολής Προσωπικού του ΟΤΕ 3) Γ3, πτυχιούχος ηλετρονικός-ηλεκτρολόγος υπομηχανικός και Σχολής Προσωπικού ΟΤΕ 4)Γ4, πτυχιούχος μέσης τεχνικής σχολής 5) Γ5, πτυχιούχος ραδιοτηλεγραφής και Σχολής Προσωπικού ΟΤΕ.

Η τοποθέτηση τους ήταν προσωρινή, χωρίς να εφαρμοσθεί η από 17-4-1995 ΕΣΣΕ, καθόσον με την ........ απόφαση του ΔΣ του ΟΤΕ αποφασίστηκε νέα οργανωτική δομή στις Περιφερειακές Υπηρεσιακές Λειτουργίες και ανατέθηκε στους Προϊσταμένους των Τηλεπικοινωνιακών διαμερισμάτων η προσωρινή τοποθέτηση προϊσταμένων Τεχνικών Τμημάτων Υποστήριξης Εμπορικής Λειτουργίας και η επικύρωση της τοποθέτησης αυτής από το Περιφερειακό Συμβούλιο, έως την προκήρυξη των σχετικών θέσεων που δεν έγινε.

Στη συνέχεια το Εφετείο δέχθηκε ότι το ίδιο Συμβούλιο, λόγω συνταξιοδότησης των ανωτέρω, τοποθέτησε τους : 1) Γ6, πτυχιούχο ηλεκτρονικό και Σχολής Προσωπικού του ΟΤΕ 2) τον Υποτομεάρχη ........ πτυχιούχο μέσης τεχνικής σχολής και Σχολής Προσωπικού του ΟΤΕ, 3) τον Υποτομεάρχη ........, πτυχιούχο Σχολής Προσωπικού ΟΤΕ, τεχνολόγο -ηλεκτρολόγο μηχανικό ΚΑΤΕΕ, 4) τον Υποτομεάρχη ......., πτυχιούχο μέσης τεχνικής σχολής και Σχολής Προσωπικού ΟΤΕ, 5) τον Υποτομεάρχη ........, πτυχιούχο Σχολής Προσωπικού ΟΤΕ, τεχνολόγο -ηλεκτρολόγο μηχανικό ΚΑΤΕΕ.

Από τη σύγκριση των προσόντων των ανωτέρω τοποθετηθέντων σε θέσεις προϊσταμένων Τεχνικών Τμημάτων Υποστήριξης Εμπορικών Λειτουργιών με τα προσόντα του ενάγοντος ο τελευταίος υπερέχει έναντι όλων και προς τους τίτλους σπουδών, την παρακολούθηση επιμορφωτικών σεμιναρίων, επιστημονικών συνεδρίων και ημερίδων, τη λήψη της ηθικής αμοιβής, την αρχαιότητα στον κατεχόμενο βαθμό, τη γνώση ξένης γλώσσας και υστερεί έναντι όλων στη γενική υπηρεσιακή αρχαιότητα.

Ως προς το βαθμό αξιολόγησης, κατά το χρόνο τοποθετήσεως των συγκρινομένων ο ενάγων υπερείχε του Γ2 και ήταν ίσος με τους Γ3, Γ4 και Γ6, ενώ ως προς τους υπολοίπους δεν αποδείχθηκε ο βαθμός αξιολόγησης. Περαιτέρω το Εφετείο δέχεται ότι η υπεροχή του ενάγοντος ήταν καταφανής, όμως μόνο το στοιχείο αυτό δεν αρκεί για να κριθεί καταχρηστική ή παράλειψη του εναγομένου να του αναθέσει καθήκοντα προϊσταμένου στις προαναφερθείσες υπηρεσιακές λειτουργίες του, αλλά απαιτείται και η συνδρομή και άλλων περιστατικών, όπως ειδική γνώση του αντικειμένου, διοικητική ικανότητα, ειδική κρίση και αντίληψη, ικανότητα αντιμετώπισης υπηρεσιακών προβλημάτων και μεθοδικότητα επίλυσης τους, μεγάλη εμπειρία και συντονιστικό πνεύμα συνεργασίας και επικοινωνίας.

Τέτοια όμως πραγματικά περιστατικά δεν αποδείχθηκαν. Η συνδικαλιστική δράση του ενάγοντος, ο οποίος από το έτος 1983 είναι μέλος του ΔΣ του περιφερειακού παραρτήματος Βόρειας Ελλάδος του Συλλόγου Φυσικών Ηλεκτρονικών Μηχανικών ΟΤΕ, του οποίου διετέλεσε γενικός γραμματέας τα έτη 1989, 1991 και Πρόεδρος από το 1991 έως το 2000, εκπρόσωπος του ιδίου σωματείου στο Εργατοϋπαλληλικό Κέντρο Θεσσαλονίκης, ειδικός γραμματέας τα έτη 1990-1993, αναπληρωτής γραμματέας από 21-12-1995/10-4-1998, αντιπρόεδρος του ΔΣ της Ένωσης Μηχανικών Επιστημόνων Τηλεπικοινωνιών ΟΤΕ από 3-11-2000 και μέλος της περιφέρειας διοικούσας επιτροπής του περιφερειακού τμήματος Κεντρικής και Δυτικής Μακεδονίας της ως άνω Ένωσης, και η άσκηση έντονης κριτικής κατά της διοίκησης του ΟΤΕ, δεν αποδείχθηκε ότι συνετέλεσαν στη λήψη των αποφάσεων για την παράλειψη της τοποθέτησής του στις προαναφερθείσες θέσεις υπηρεσιακών λειτουργιών στάθμης τομέα ενώ στα όργανα που αποφάσισαν την παράλειψη της τοποθέτησης του δεν περιλαμβάνεται ο περιφερειακός Διευθυντής Ζ1, που υπήρξε συνδικαλιστικός του αντίπαλος.

Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε, ότι η παράλειψη των οργάνων του αναιρεσιβλήτου ΟΤΕ να τοποθετήσει τον αναιρεσείοντα ως προϊστάμενο σε υπηρεσιακές λειτουργίες στάθμης τομέα, δεν είναι καταχρηστική και αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που έκρινε αντίθετα, απέρριψε την αγωγή, του αναιρεσείοντος, περί επιδικάσεως αποζημιώσεως, λόγω στερήσεως του επιδόματος εξόδων κινήσεως και παραστάσεως προϊσταμένου υπηρεσιακών λειτουργικών στάθμης τομέα του χρονικού διαστήματος από 10-4-1996/10-7-2001 και χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω της ηθικής του βλάβης.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο δεν παραβίασε της προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του ΓΚΠ-ΟΤΕ και αυτή του άρθρου 281 ΑΚ, διέλαβε δε στην προσβαλλομένη απόφαση του επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ερμηνεία των προαναφερομένων διατάξεων.

Επομένως οι αντίθετοι από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 όλοι οι λόγοι του αναιρετηρίου είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Περαιτέρω οι ίδιοι λόγοι αναιρέσεως υπό τις αιτιάσεις, ότι η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε, ότι, οι τοποθετηθέντες ως προϊστάμενοι, είχαν διοικητική ικανότητα και εμπειρία λόγω ασκήσεως προηγούμενης διοικήσεως, δεν αποδείχθηκε για τον αναιρεσείοντα ειδική γνώση του αντικειμένου, δεν αποδείχθηκε ότι η συνδικαλιστική του δράση συνετέλεσε στη λήψη της αποφάσεως για τη μη τοποθέτησή του, ότι ο Περιφερειακός Διευθυντής δεν συμμετείχε στα όργανα που αποφάσισαν την παράλειψή του, και ερμήνευσε αρνητικά την κατάθεση του μάρτυρα αποδείξεως, ανάγονται στην αξιολόγηση και εκτίμηση των αποδείξεων και αφού το πόρισμα του δικαστηρίου εκτίθεται με σαφήνεια, πρέπει ν'απορριφθούν ως απαράδεκτοι, διότι η περί αυτών δικαστική κρίση είναι ανέλεγκτη (άρθρ. 561 παρ.1 ΚΠολΔ).

Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και για τη λήψη υπόψη πραγμάτων που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" θεωρούνται ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση ή κατάργηση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος. Δεν αποτελούν "πράγματα" οι αρνητικοί της αγωγής ή της ενστάσεως ισχυρισμοί, τα επιχειρήματα των διαδίκων και τα πραγματική περιστατικά που προκύπτουν από τις αποδείξεις και τείνουν σε ενίσχυση ή αποδυνάμωση της βάσεως της αγωγής ή της ένστασης.

Με τον με το στοιχείο Ι (Α) λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στο Εφετείο η αιτίαση από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, ότι έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και ειδικότερα οι τοποθετηθέντες ως προϊστάμενοι, αντί του αναιρεσείοντος, συνάδελφοί του, διέθεταν διοικητική ικανότητα και μεγάλη εμπειρία, λόγω άσκησης προηγούμενης διοίκησης, ενώ τέτοιος ισχυρισμός δεν προτάθηκε από τον αναιρεσίβλητο.

Η αιτίαση αυτή δεν αποτελεί "πράγμα", κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, αλλά άρνηση της αγωγής ότι ο αναιρεσείων δεν διέθετε τα επιπλέον προσόντα της διοικητικής ικανότητας και εμπειρίας να τοποθετηθεί ως προϊστάμενος και η παράλειψή του, κατά την επιλογή των προϊσταμένων, από τα αρμόδια όργανα της αναιρεσίβλητης δεν ήταν καταχρηστική.

Επομένως ο λόγος αυτός πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος. Οι ίδιες αιτιάσεις που προβάλλονται με τους με τα στοιχεία Ι (Β), (Γ),

ΙΙ (Δ) λόγους του αναιρετηρίου, χωρίς να αναφέρονται σ' αυτό ποιοι ήταν οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που δεν προτάθηκαν από την αναιρεσίβλητη και παρά το νόμο το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη είναι αόριστες και πρέπει ν' απορριφθούν. Περαιτέρω με το με στοιχείο

ΙΙΙ (Β) λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, ότι ο περιφερειακός Διευθυντής Ζ1, συνδικαλιστικός του αντίπαλος, ως Πρόεδρος του Περιφερειακού Συμβουλίου προσωπικού της Τηλεπικοινωνιακής Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας, αποφάσισε την παράλειψή του, κατά την επιλογή των προϊσταμένων. Όπως όμως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο έλαβε υπόψη και απέρριψε τον παραπάνω ισχυρισμό, αφού δέχθηκε ότι από τις αποδείξεις προέκυψε, ότι ο Ζ1 δεν περιλαμβάνονταν στα όργανα της αναιρεσίβλητης, τα οποία αποφάσισαν τη μη επιλογή του αναιρεσείοντος ως προϊσταμένου. Επομένως ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Με τους με τα στοιχεία Ι (Α), (Β), (Γ),

ΙΙΙ (Β) λόγους αναιρέσεως αποδίδεται στο Εφετείο η από το άρθρο 559 αριθμ. 10 ΚΠολΔ αιτίαση. Από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, ότι το Εφετείο κατέληξε στις ανωτέρω παραδοχές του από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων και όλα τα έγγραφα, τα οποία προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι από τα οποία άντλησε την κρίση του, ότι αποδείχθηκαν και είναι αληθινά όλα τα παρατιθέμενα στην απόφαση του και έχοντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης πραγματικά περιστατικά. Επομένως, οι περί του αντιθέτου ανωτέρω λόγοι της αναιρέσεως είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθμός 11 περ.γ' ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι προσκόμισαν, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Εξάλλου κατά την έννοια του πιο πάνω εδαφίου για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για την λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 341 και 346 ΑΚ.

Στην προκειμένη περίπτωση από τη διαβεβαίωση που περιέχεται στην προσβαλλομένη απόφαση, ότι λήφθηκαν υπόψη και όλα τα έγγραφα που προσκόμισαν οι διάδικοι, και όλο το περιεχόμενο της επί δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του όλα τα έγγραφα που προσκομίστηκαν, ανάμεσα στα οποία περιλαμβάνονται η απονομή στον αναιρεσείοντα το έτος 1992 ηθικής αμοιβής, η .....

απόφαση της Τηλεπικοινωνιακής Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας, οι με αριθμούς ...., ....., ...., ....., ....., ..... αποφάσεις του Περιφερειακού Συμβουλίου Προσωπικού της Τηλεπικοινωνιακής Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας και το ........ έγγραφο της Τηλεπικοινωνιακής Περιφέρειας Μακεδονίας, και γι'αυτά γίνεται ειδική αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφαση, Επίσης έλαβε υπόψη τα έγγραφα περί της συμμετοχής του αναιρεσείοντος σε σεμινάρια, συνέδρια, ημερίδες και επιλογής ως εκπαιδευτή στις Σχολές Προσωπικού του ΟΤΕ.

Επομένως οι από το άρθρο 559 αριθμ.11 με τα στοιχεία Ι (Γ), (Β),

ΙΙΙ (Γ) και (Δ) λόγοι της αναιρέσεως είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Ο ίδιος λόγος με τα στοιχεία

ΙΙ (Γ) με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ως προς την αξιολόγηση της καταθέσεως του μάρτυρα αποδείξεως είναι απαράδεκτος, ενώ με τα στοιχεία Ι Γ,

ΙΙΑ είναι αόριστος και εντεύθεν απαράδεκτος, καθόσον στο αναιρετήριο δεν εξειδικεύονται τα αποδεικτικά μέσα που δεν λήφθηκαν υπόψη. Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 20 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Ο ανωτέρω λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο μόρφωσε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το περιεχόμενο του εγγράφου και όχι όταν το συνεκτίμησε μαζί με τις άλλες αποδείξεις, χωρίς να εξαιρείται το έγγραφο ως προς το πόρισμα περί υπάρξεως ή μη του αποδεικτέου γεγονότος. Εξάλλου ο λόγος αυτός είναι αόριστος, αν δεν παρατίθεται κατά λέξη στο αναιρετήριο το ακριβές περιεχόμενο που δέχθηκε το δικαστήριο. Στην προκειμένη περίπτωση με τους με τα στοιχεία

ΙΙΙ (Γ) και (Δ) λόγους της αναιρέσεως αποδίδεται στο Εφετείο η από το άρθρο 559 αριθμ. 20 ΚΠολΔ πλημμέλεια της παραμορφώσεως των ακολούθων εγγράφων 1) της ..... απόφαση της Τηλεπικοινωνιακής Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας και 2) των ......, ......., ......., ......., ........, ......... αποφάσεων του Περιφερειακού Συμβουλίου Προσωπικού της Τηλεπικοινωνιακής Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας. Στο αναιρετήριο όμως, πλην της αναφοράς του άρθρου, που φέρεται ότι παραβιάστηκε, δεν παρατίθεται το ακριβές περιεχόμενο των άνω εγγράφων, ούτε αναφέρεται ότι το δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από τα έγγραφα αυτά. Επομένως οι λόγοι αυτοί της αναιρέσεως είναι αόριστοι και ως εκ τούτου απαράδεκτοι.

Ως διδάγματα κοινής πείρας θεωρούνται γενικές αρχές, που συνάγονται επαγωγικώς από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αορίστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρισίμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων. Η παραβίαση δε των διδαγμάτων αυτών ιδρύει, κατά τη σαφή έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ, λόγο αναιρέσεως μόνο αν αυτά χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένως από το δικαστήριο κατά την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σε αυτούς των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών και όχι προς έμμεση απόδειξη ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων. Στην προκειμένη περίπτωση με τον υπό στοιχείο

ΙΙ (Δ) λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στο Εφετείο η αιτίαση από το άρθρο 559 αριθμ. 1 β ΚΠολΔ, επειδή εσφαλμένα δεν χρησιμοποίησε τα διδάγματα της κοινής πείρας, ότι η μη τοποθέτηση του αναιρεσείοντος ως προϊσταμένου οφείλονταν στην συνδικαλιστική του δράση στην παράταξη της ΔΑΚΕ, που αποτελεί τη συνδικαλιστική παράταξη της Νέας Δημοκρατίας, ενώ ο συνδικαλιστικός του αντίπαλος Ζ1, προϊστάμενος της Τηλεπικοινωνιακής Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας, δραστηριοποιούνταν στην συνδικαλιστική παράταξη της ΠΑΣΚΕ. Ο λόγος αυτός της αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον η αιτίαση αυτή δεν έχει τον χαρακτήρα διδάγματα κοινής πείρας, κατά την προεκτεθείσα έννοια, ούτε αφορά την ερμηνεία κανόνων δικαίου.

Με τον υπό στοιχείο

ΙΙΙ (Α) λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ, διότι παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 22 παρ.1 κεφ. VI και παρ.3 του προϊσχύσαντος μέχρι 10.6.1999 και του άρθρου 29 παρ.1 κεφ.11 παρ.5 και 6 του ισχύοντος ΓΚΠ-ΟΤΕ, που καθορίζουν τη σύνθεση και τις αρμοδιότητες των περιφερειακών Συμβουλίων, το οποίο αποφάσισε τη μη τοποθέτηση του αναιρεσείοντος, ως προϊσταμένου, στο οποίο συμμετείχε και ο προϊστάμενος της Τηλεπικοινωνιακής Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας Ζ1, συνδικαλιστικός αντίπαλος. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον από τις ανωτέρω διατάξεις του ΓΚΠ-ΟΤΕ δεν προκύπτει ότι απαγορεύεται η συμμετοχή στο Περιφερειακό Συμβούλιο του Ζ1, λόγω της ιδιότητάς του ως συνδικαλιστή, περαιτέρω δε κατά τις παραδοχές του Εφετείου εκείνος δεν συμμετείχε στις συνθέσεις των ως άνω Συμβουλίων της αναιρεσίβλητης εταιρείας, τα οποία αποφάσισαν τη μη τοποθέτηση του αναιρεσείοντος ως προϊσταμένου.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 18.5.2005 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της 2102/2004 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία καθορίζει σε χίλια διακόσια (1.200) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Φεβρουαρίου 2008.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, την 1 Απριλίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ