Legislator Case Law & Legislation
628/2007 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on forced expropriation compensation, ruling errors were evidentiary assessments not legal violations.

Case Number 628/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the appellants' appeal against the First Instance Court's determination of compensation for forced expropriation. The appellants argued the court failed to consider the true market value and provided insufficient reasoning for its valuation compared to expert reports. The court held that these complaints concerned the evaluation of evidence rather than a violation of substantive law, as the final decision clearly stated the determined value.

Legislator headnote

AI generated

Art. 281 A.C.; Art. 559 para. 1 C.P.C.; Art. 559 para. 19 C.P.C.: An appeal based on the evaluation of evidence or the reasoning derived from it does not constitute a violation of substantive law and must be rejected.

Keywords

AI generated
forced expropriation compensation valuation appeal admissibility evidence assessment substantive law violation

Cited Legislation

AI generated
Art. 281 A.C.
ac
Art. 559 para. 1 C.P.C.
Art. 559 para. 19 C.P.C.
Art. 176 C.P.C.
Art. 183 C.P.C.

Cited Case Law

AI generated
OL. AP 17/1995
OL. AP 19/1988

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 628 / 2007 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 628/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Αχιλλέα Νταφούλη, Ελένη Μαραμαθά, Πλαστήρα Αναστασάκη και Δημήτριο Πατινίδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. .... και 2. ....., οι οποίοι παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Μητρογιάννη, χωρίς να καταθέσει προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τους Υπουργούς Οικονομίας και Οικονομικών, ΠΕΧΩΔΕ και Πολιτισμού, που κατοικοεδρεύουν στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια Ν. Πολιτικού, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ., χωρίς να καταθέσει προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις 20-12-2003, 22-12-2003, 30-12-2003, 5-1-2004, 15-2-2004, 15-3-2004, 19-3-2004, 22-3-2004, αιτήσεις προσδιορισμού οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης επί αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, που κατατέθηκαν ενώπιον του Εφετείου Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν.

Εκδόθηκε η 3456/2005 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 30 Αυγούστου 2005 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Πατινίδης, ανέγνωσε την από 6 Δεκεμβρίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος ως καταχρηστική, θα πρέπει η προφανής υπέρβαση των θεσπιζόμενων μ' αυτή αντικειμενικών κριτηρίων να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου ή από την πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε ή τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκηση του (Ολ.

ΑΠ 17/1995, 19/1988). Εξάλλου, η παραβίαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, που προβλέπεται ως λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, είναι δυνατό να έχει ως περιεχόμενο: α) την αιτίαση ότι η αγωγή επί της οποίας έκρινε σε πρώτο ή σε δεύτερο βαθμό το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ενώ συνέβαινε το αντίθετο σύμφωνα με συγκεκριμένο κανόνα δικαίου, β) αλλά και στην αιτίαση ότι παραβιάσθηκε ορισμένος κανόνας του ουσιαστικού δικαίου με αποτέλεσμα η ένδικη αγωγή να γίνει δεκτή και ως κατ' ουσίαν βάσιμη ή να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσίαν.

Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης και συνεπώς, για να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος πρέπει να αναφέρονται με πληρότητα: α) στην πρώτη περίπτωση η ιστορική βάση της αγωγής που απορρίφθηκε ως νόμω αβάσιμη και β) στις υπόλοιπες περιπτώσεις, οι επί της ουσίας κρίσιμες παραδοχές του δικάσαντος δικαστηρίου με βάση τις οποίες εκείνο κατάληξε στην αποδοχή ή στην απόρριψη της αγωγής ως κατ' ουσίαν βάσιμης ή αβάσιμης (ΑΠ 1037/1992).

Σύμφωνα με τα ανωτέρω, αν ο αναιρεσείων με σχετικό λόγο αναιρέσεως ισχυρίζεται ότι το εφετείο εσφαλμένα απέρριψε την ένστασή του για κατάχρηση του δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου - ενάγοντος, ενώ έπρεπε να δεχθεί ότι η όλη συμπεριφορά του ήταν αντίθετη προς τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, πρέπει, για το ορισμένο του λόγου αυτού, να εκθέτει ποιες είναι οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης και σε τι συνίσταται το σφάλμα της.

Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες, με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως και κατά το πρώτο μέρος του, προβάλλουν την αιτίαση από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ για το λόγο ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν εφάρμοσε ορθά την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, "μη λαμβάνοντας υπόψη τις επικληθείσες από αυτούς δικαστικές αποφάσεις που καθόριζαν τις οριστικές τιμές μονάδος παρακειμένων οικοπέδων της αυτής περιοχής, σε προγενέστερο μάλιστα χρόνο, κατά πολύ ανώτερες των επιδικασθεισών ως άνω".

Με το περιεχόμενο αυτό ο πρώτος λόγος αναιρέσεως και κατά το ως άνω μέρος του, πρέπει να απορριφθεί ως αόριστος, καθόσον δεν διαλαμβάνεται στην αίτηση αναιρέσεως, ποια είναι η συμπεριφορά του αιτούντος Ελληνικού Δημοσίου που υπερβαίνει προφανώς τα όρια που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, όπως και ποιες είναι οι σχετικές με τη συμπεριφορά αυτή παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης.

Ο ίδιος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ και κατά το δεύτερο μέρος του, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη της τα διδάγματα της κοινής πείρας, μη λαμβάνοντας υπόψη τις πιο πάνω αναφερθείσες δικαστικές αποφάσεις, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, καθόσον πλήσσει την ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο εκτίμηση των αποδείξεων.

II.- Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να σχηματισθεί η κρίση, ότι στην συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι και οι προϋποθέσεις της διάταξης που εφαρμόσθηκε, ή δεν συντρέχουν και συνεπώς αποκλείεται η εφαρμογή τους, καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες για το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, που δέχεται, και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Αντίθετα, έλλειψη νόμιμης βάσης δεν υπάρχει, όταν υφίστανται μεν ελλείψεις, αλλά αυτές ανάγονται ή στην εκτίμηση των αποδείξεων ή στην αιτιολόγηση του πορίσματος, που συνάγεται από αυτές, και εκτίθεται σαφώς στην απόφαση. Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παρότι έλαβε υπόψη τις επικληθείσες και προσκομισθείσες από 12-11-04 έκθεση του μηχανικού .....

και από 16-9-2003 έκθεση του μηχανικού ...., α) παράβλεψε την πραγματική εμπορική αξία του απαλλοτριουμένου ακινήτου των αναιρεσειόντων, χωρίς να λάβει υπόψη ότι οι αντικειμενικές αξίες των ακινήτων υπολείπονται κατά πολύ εκείνες των πραγματικών αξιών, και β) χωρίς να αιτιολογεί επαρκώς την προκύπτουσα διαφορά μεταξύ των εκτιμήσεων των ως άνω μηχανικών και εκείνων των εξετασθέντων μαρτύρων του αναιρεσίβλητου, όπως, επίσης, γ) δεν περιλαμβάνει σχετική αιτιολογία για το κόστος της μεταφοράς των πραγμάτων της επιχείρησης προς μετεγκατάσταση, ενώ δ) προέβη στην εκτίμηση της αξίας των απαλλοτριουμένων, με την παράθεση των επικληθεισών δικαστικών αποφάσεων και των σχετικών συμβολαίων αγοραπωλησιών της περιοχής (όπου το απαλλοτριούμενο) κατά τρόπο ασαφή και μη αντικειμενικό αλλά κατά το λόγο της τοπικής και χρονικής προσφορότητάς τους.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος για τις υπό στοιχεία (α), (β) και (δ) αιτιάσεις, καθόσον οι πλημμέλειες αυτές αναφέρονται στην αιτιολόγηση της εκτίμησης των αποδείξεων, της οποίας όμως το πόρισμα για την προσδιορισθείσα οριστική τιμή μονάδας του απαλλοτριουμένου εκτίθεται με σαφήνεια στην προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ ο ίδιος λόγος και για την ως άνω υπό στοιχεία (γ) αιτίαση πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι για τα έξοδα μεταφοράς και μετεγκατάστασης του λοιπού εξοπλισμού της επιχείρησης (που βρίσκεται στο συναπαλλοτριούμενο κτίσμα) αυτά προσδιορίσθηκαν, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, στην καθορισθείσα πρόσθετη αποζημίωση μαζί με τα έξοδα μεταφοράς και μετεγκατάστασης της σιδερένιας γερανογέφυρας.

Ακολούθως τούτων, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 30.8.2005 αίτηση των .... και ..... για αναίρεση της 3456/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, που ορίζει στο ποσό των εξακοσίων πενήντα (650) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Φεβρουαρίου 2007.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 23 Μαρτίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ