Legislator Case Law & Legislation
627/2025 AI generated

Supreme Court dismisses State's appeal against lower court ruling on property ownership dispute.

Case Number 627/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding a property ownership dispute. The State argued it held title as a successor to Turkish state property, but the lower court found the property was not acquired through war succession or declared ownerless before 1833. The Court upheld the lower court's finding that the State failed to prove its claim, noting the property was registered under an unknown owner due to historical survey errors.

Legislator headnote

AI generated

Articles 576 para. 2 and 242 para. 2 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may proceed to a hearing despite the absence of a summoned party if legal summons was properly served, and it dismisses appeals where the appellant fails to substantiate claims of state succession or ownerless status.

Keywords

AI generated
state property succession ownerless land status civil appeal dismissal property registration error war succession rights procedural absence hearing historical land title

Cited Legislation

AI generated
Article 576 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 242 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 242 paragraph 5 of the Code of Civil Procedure
Article 25 of Law 1539/1938
Law 3127/2003
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 627 / 2025 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 627/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιφιγένεια Ματσούκα - Εισηγήτρια, Φωτεινή Μηλιώνη, Ευαγγελία Στεργίου, Ευγενία Μπιτσακάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 19 Φεβρουαρίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Κωνσταντίνα Μαρίνου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Δ. Λ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-6-2008 αίτηση του ήδη αναιρεσιβλήτου και την από 9-9-2008 κύρια παρέμβαση του Ελληνικού Δημοσίου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 23/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 191/2010 του Εφετείου Αθηνών (Μεταβατική Έδρα Χαλκίδας). Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον με την από 9-12-2013 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ιφιγένεια Ματσούκα ανέγνωσε την από 5-2-2025 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκείμενη περίπτωση, από την υπ' αριθ. ... έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών, Π. Π., που προσκομίζει νομίμως το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, προκύπτει ότι, με επιμέλεια του τελευταίου, ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με την κάτω απ' αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου, καθώς και κλήση για συζήτηση της υπόθεσης κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στον αναιρεσίβλητο, ο οποίος δεν εμφανίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, όταν εκφωνήθηκε η υπόθεση με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε κατέθεσε έγγραφη δήλωση σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 του ΚΠολΔ. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).

Με την κρινόμενη από 09-12-2013 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 191/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας. Με αυτήν επικυρώθηκε η 23/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, με την οποία είχε γίνει δεκτή η από 13-06-2008 αίτηση διόρθωσης πρώτης εγγραφής του αιτούντος ήδη αναιρεσιβλήτου και είχε απορριφθεί η συνεκδικασθείσα με την αίτηση από 09-09-2008 κύρια παρέμβαση του αναιρεσείοντος.

Η αίτηση αναίρεσης, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (έχει ασκηθεί εντός της κατά το άρθρο 564 παρ.2 του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε, τριετούς καταχρηστικής προθεσμίας, αφού η προσβαλλομένη απόφαση δημοσιεύθηκε στις 09-12-2010 και η αίτηση αναίρεσης κατατέθηκε στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση στις 09-12-2013 με αριθμό 874/2013).

Είναι κατά συνέπεια παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω. Α. 1. Κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ.2 Κ.Πολ.Δ. είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δε μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί νομίμως στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.

Συνεπώς αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και αναιρεσείων είναι ο εκκαλών, που έχει ηττηθεί πρωτοδίκως, για την πληρότητα του σχετικού λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται ότι ο ισχυρισμός στον οποίο αυτός στηρίζεται, είχε προταθεί από τον αναιρεσείοντα στο Εφετείο με λόγο της έφεσής του ή ότι συντρέχει κάποια εξαιρετική περίπτωση από τις προβλεπόμενες στην παραπάνω διάταξη του άρθρου 562 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.

Το γεγονός εξάλλου ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, γιατί στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο παραβιάζει μεν το νόμο, όμως λόγος αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί αν ο ισχυρισμός αυτός δεν έχει προταθεί νόμιμα από το διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562§ 2 Κ.Πολ.Δ. 2.

Η νομική αοριστία της αγωγής στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ) και συντρέχει, αν το δικαστήριο, για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αρκέσθηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας, αντίστοιχα, ορισμένη ή αόριστη την αγωγή.

Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στο δικόγραφό της όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά το νόμο για τη στήριξη του αιτήματός της, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 του ΚΠολΔ (ΑΠ1442/2019, ΑΠ45/2016).

Η νομική, ποσοτική και ποιοτική αοριστία της αγωγής, που εξετάζονται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας και ελέγχονται αναιρετικώς η πρώτη από τον αρ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. και οι λοιπές από τους αρ. 14 ή 8 του ίδιου άρθρου, για να στηρίξουν επαρκώς τους προβλεπόμενους από τις διατάξεις αυτές λόγους αναίρεσης πρέπει να έχουν προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας και μάλιστα νομίμως σύμφωνα με τις διατάξεις του Κ.Πολ.Δ.. 3.

Επί αναγνωριστικής της κυριότητας αγωγής που στηρίζεται σε παράγωγο τρόπο κτήσης κυριότητας και ειδικότερα σε σύμβαση (άρθρ 1033 ΑΚ) για το ορισμένο αυτής αρκεί κατ'αρχήν να γίνει επίκληση της σύμβασης, που καταρτίσθηκε μεταξύ του ενάγοντος και του άμεσου δικαιοπαρόχου του, κυρίου του μεταβιβαζόμενου ακινήτου, με συμβολαιογραφικό έγγραφο που μεταγράφηκε νόμιμα, χωρίς να είναι αναγκαίο να καθορίζεται στο δικόγραφο της αγωγής και ο τρόπος με τον οποίο κατέστη κύριος ο πιο πάνω δικαιοπάροχος του ενάγοντα, διότι μόνο σε περίπτωση αμφισβήτησης από τον εναγόμενο και της κυριότητας του τελευταίου υποχρεούται ο ενάγων να καθορίσει με τις προτάσεις της συζήτησης τον τρόπο απόκτησης αυτής (ΑΠ 1203/2012).

Αν ο εναγόμενος με τις προτάσεις του της πρωτοβάθμιας δίκης αμφισβητήσει όχι μόνο την κυριότητα του ενάγοντος, αλλά ειδικά και την κυριότητα των δικαιοπαρόχων του (άμεσου ή και απωτέρων) επί του επιδίκου, τότε ο ενάγων, αν δεν το έχει κάνει καθ' υποφοράν με το δικόγραφο της αγωγής είναι υποχρεωμένος, με τις προτάσεις της ίδιας πρωτοβάθμιας δίκης, να καθορίσει, με σαφή έκθεση γεγονότων, τον τρόπο κτήσης κυριότητας από τον άμεσο δικαιοπάροχο του και, αν είναι ανάγκη και των απώτερων δικαιοπαρόχων του, κατ' επιτρεπτή συμπλήρωση της αγωγής, σύμφωνα με το άρθρο 224 ΚΠολΔ, φθάνοντας μέχρι πρωτότυπου τρόπου κτήσης κυριότητας, όπως είναι η τακτική ή η έκτακτη χρησικτησία.

Η παράλειψη του ενάγοντος να συμπληρώσει την αγωγή με τον άνω τρόπο ή καθ' υποφορά στην αγωγή των άνω στοιχείων, επιφέρει την απόρριψη της αγωγής ως αόριστης (ΑΠ 1103/2018, ΑΠ 147/2015). Τα ίδια ισχύουν και επί αναγνωριστικής αγωγής κυριότητας ακινήτου μεταξύ ιδιώτη (ως ενάγοντα) και Ελληνικού δημοσίου (ως εναγομένου).

Στη σχετική δίκη ο ιδιώτης έχει υποχρέωση για το ορισμένο της αγωγής του να επικαλεστεί ότι απέκτησε το επίδικο ακίνητο με κάποιο νόμιμο τρόπο. Σε περίπτωση που ο τίτλος κτήσης του είναι παράγωγος (π.χ. αγορά), εάν το Δημόσιο αμφισβητήσει την κυριότητα του δικαιοπαρόχου του, τότε ο ιδιώτης θα πρέπει, συμπληρώνοντας με τις προτάσεις του την αγωγή στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, να επικαλεστεί τον τρόπο κτήσης κυριότητας των δικαιοπαρόχων του μέχρι να αναχθεί σε πρωτότυπο τρόπο, που κατά κανόνα θα είναι η έκτακτη χρησικτησία.

Όμως, ο ιδιώτης δεν είναι υποχρεωμένος να επικαλεστεί και ότι το επίδικο ακίνητο είναι δεκτικό χρησικτησίας (επειδή π.χ. δεν είναι δημόσιο, μετά τη συμπλήρωση έκτακτης χρησικτησίας κατά το βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο σε βάρος του Δημοσίου, μέχρι τις 11/9/1915) ή ότι εξαιρείται από αυτή, ως δημόσιο κτήμα (άρθρα 21 του ν.δ. 22.4/16.5.1926 και 4 του ν.δ. 1539/1938), καθόσον ο ισχυρισμός ότι το ακίνητο δεν είναι δεκτικό ή εξαιρείται της χρησικτησίας δεν αποτελεί στοιχείο του ορισμένου της πιο πάνω αγωγής, αλλά ένσταση , η οποία πρέπει να προταθεί και να αποδειχθεί από το Δημόσιο (ΑΠ 1125/2018).

Εξάλλου, η επίκληση κυριότητας επί του επιδίκου ακινήτου από το Ελληνικό Δημόσιο ως διάδοχο του Οθωμανικού Κράτους προϋποθέτει δημόσιο κτήμα, πράγμα το οποίο δεν αποτελεί στοιχείο της αγωγής αλλά περιεχόμενο ισχυρισμού, η απόδειξη του οποίου βαρύνει το ίδιο (Δημόσιο). 4. Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) της προσβαλλόμενης 191/2020 απόφασης του Εφετείου Αθηνών και των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα ακόλουθα:

Ο αιτών και ήδη αναιρεσίβλητος με την από 13-06-2008 αίτησή του προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας, την οποία κοινοποίησε προς το ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, εξέθετε, ότι είχε καταστεί κύριος με παράγωγο τρόπο του περιγραφομένου σε αυτήν ακινήτου (αγροτεμαχίου) που βρίσκεται στην Εύβοια και συγκεκριμένα με αγορά δυνάμει του ...

συμβολαίου του Συμβ/φου Χαλκίδας Α. Κ. νόμιμα μεταγεγραμμένου. Επικαλούμενος δε ότι, κατά την κτηματογράφηση της περιοχής και κατά τον κρίσιμο χρόνο των πρώτων εγγραφών για τα ακίνητα, που βρίσκονται στην περιοχή του Δ.Δ. ... του Δήμου ... Νομού Ευβοίας, όπου και ο επίδικο, η εγγραφή του παραπάνω ακινήτου έχει καταχωρηθεί εσφαλμένα στο αντίγραφο του κτηματολογικού φύλλου και ειδικότερα, ότι τούτο φέρεται στα εν λόγω κτηματολογικά φύλλα ως "ιδιοκτησία αγνώστου", καθώς ο ίδιος δεν προέβη από άγνοια στις δέουσες ενέργειες προκειμένου να δηλώσει στο Κτηματολόγιο την ιδιοκτησία του, με αποτέλεσμα την ανωτέρω εσφαλμένη εγγραφή της, ζήτησε να διαταχθεί η διόρθωση της εν λόγω ανακριβούς πρώτης εγγραφής ώστε στο οικείο κτηματολογικό φύλλο από το εσφαλμένο "αγνώστου ιδιοκτήτη" να αναγραφεί το ορθό δηλαδή το σχετικό δικαίωμα κυριότητάς του επί του συγκεκριμένου ακινήτου.

Στα πλαίσια της δίκης που ανοίχθηκε με την παραπάνω αίτηση το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο άσκησε την από 09-09-2008 κύρια παρέμβασή του, την οποία απηύθυνε κατά του αιτούντος, ισχυριζόμενο ότι το ανωτέρω ακίνητο (αγρός) αποτελεί δημόσια έκταση, η οποία περιήλθε κατά κυριότητα σε αυτό "δικαιώματι πολέμου", ως διάδοχο του Τουρκικού Δημοσίου, σύμφωνα με την από 06-07-1827 Συνθήκη του Λονδίνου, τα από 03-01-1830, 06-06-1830 και 07-07-1827 πρωτόκολλα του Λονδίνου και την από 09-07-1832 Συνθήκη της Κων/πολης, άλλως με κατάληψη αυτού ως εγκαταλελειμμένου κατά τη διάρκεια του αγώνα της ανεξαρτησίας και σε κάθε περίπτωση πριν από την 02-02-1830, άλλως με την κατάληψη αυτού ως αδέσποτου κατά την απελευθέρωση, σύμφωνα με το άρθρο 16 του νόμου περί διακρίσεως κτημάτων του έτους 1837, άλλως ως λιβάδι ή βοσκότοπος, σύμφωνα με το άρθρο 1 του από 3.15-12-1833 Β.δ/τος.

Το Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας, δικάζοντας κατά τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας επί της αίτησης και της κύριας παρέμβασης, με την 23/2009 απόφασή του δέχθηκε την αίτηση ως κατ' ουσίαν βάσιμη και διέταξε τη διόρθωση ώστε αντί της εσφαλμένης καταχώρισης "άγνωστος ιδιοκτήτης" να καταχωριστεί ο αιτών ως κύριος του επιδίκου ενώ απέρριψε την κύρια παρέμβαση του Ελληνικού Δημοσίου.

Η απόφαση αυτή επικυρώθηκε με την προσβαλλομένη 191/2010 απόφαση του Εφετείου Αθήνας. 5. Το αναιρεσείον με τον πρώτο αναιρετικό λόγο αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο για τον σχηματισμό της κρίσης του, σχετικά με την νομική επάρκεια της ένδικης αίτησης, αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος προς τούτο, καθόσον δεν εκτίθενται στην αίτηση τα πραγματικά περιστατικά που ήταν αναγκαία για την νομική θεμελίωσή της αφού αφορά δημόσιο κτήμα, μετά την αμφισβήτηση από μέρους του Ελληνικού Δημοσίου, της κυριότητας των δικαιοπαρόχων του αιτούντος.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο δεν επικαλείται ότι τον ισχυρισμό (ένσταση) περί αοριστίας της αίτησης, που στηρίζει τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο, είχε προτείνει ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και ότι, ως εκκαλούν, είχε επαναφέρει αυτόν, με τους επικαλούμενους ειδικότερα λόγους αοριστίας, κατά νόμιμο τρόπο ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και μάλιστα με λόγο έφεσης, ώστε να κριθεί αν μπορεί να θεμελιώσει λόγο αναίρεσης, δεδομένου ότι δεν εμπίπτει ο λόγος αυτός περί αοριστίας σε κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔ.

Εξάλλου, σε κάθε περίπτωση ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος είναι και αβάσιμος, διότι στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι το επίδικο ακίνητο, κατά τα εκτιθέμενα στην αίτηση αποτελούσε δημόσιο κτήμα, ενώ με την ένδικη αίτηση, όπως αναφέρθηκε, ο αιτών δεν επικαλείται τέτοια ιδιότητα για το επίδικο ακίνητο, αλλά ότι πρόκειται για αγροτεμάχιο.

Οι ισχυρισμοί δε περί ιδίας κυριότητας του ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, πρέπει να προβληθούν και αποδειχθούν από αυτό, οπότε για την κατάλυσή τους ο αιτών πρέπει να επικαλεστεί τις προϋποθέσεις της έκτακτης χρησικτησίας του β.ρ.δ.. Β. 1. Κατά τα άρθρα 1, 2 και 3 του οθωμανικού νόμου της 7 Ραμαζάν 1274 και το προϊσχύσαν αυτού μουσουλμανικό δίκαιο, οι γαίες διακρίνονταν στις εξής πέντε κατηγορίες: (α) τις γαίες καθαρής ιδιοκτησίας (μούλκια), όπως οικοδομήματα, εργαστήρια, αμπελώνες κλπ., των οποίων την κυριότητα είχε αυτός που τις εξουσίαζε και μπορούσε να τις διαθέτει ελεύθερα προς τρίτους με άτυπη συμφωνία περί μεταβίβασης, (β) τις δημόσιες γαίες (μιριγιέ), όπως τα καλλιεργήσιμα χωράφια, βοσκοτόπια, δάση κλπ., των οποίων η κυριότητα ανήκε στο Οθωμανικό Δημόσιο και επί των οποίων οι ιδιώτες μπορούσαν να αποκτήσουν μόνο δικαίωμα εξουσίασης (τεσσαρούφ), (γ) τις αφιερωμένες γαίες (βακούφια), των οποίων η χρήση και εκμετάλλευση γινόταν υπέρ κάποιου αγαθοεργού σκοπού και οι οποίες θεωρούνταν ως πράγματα εκτός συναλλαγής, (δ) τις εγκαταλελειμμένες σε κοινότητες γαίες (μετρουκέ), όπως οι δημόσιοι δρόμοι, οι πλατείες κλπ., οι οποίες ήταν προορισμένες για την κοινή χρήση και ανήκαν στο Δημόσιο και (ε) τις νεκρές γαίες (μεβάτ), όπως τα βουνά, τα ορεινά και πετρώδη μέρη, τα αδέσποτα δάση κλπ., οι οποίες αποτελούσαν γαίες που κανείς δεν κατείχε, δεν εξουσίαζε και δεν καλλιεργούσε και ανήκαν στο Δημόσιο.

Μετά την απελευθέρωση και δυνάμει του από 01.02.1830 Πρωτοκόλλου "περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος", των από 3/22.02.1830, 4/16.06.1830 και 19.06/01.07.1830 Πρωτοκόλλων του Λονδίνου, της από 26.06/09.07.1832 Συνθήκης της Κωνσταντινούπολης "περί οριστικού διακανονισμού των ορίων της Ελλάδος" μεταξύ των Μεγάλων Δυνάμεων και της Υψηλής Οθωμανικής Πύλης, και του άρθρου 16 του ν.

της 21.06/10.07.1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων" περιήλθαν στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, ως διαδόχου του Οθωμανικού Δημοσίου: (1) οι δημόσιες γαίες (μιριγιέ), η κυριότητα των οποίων πριν από την απελευθέρωση ανήκε στο Σουλτάνο και επί των οποίων οι ιδιώτες μπορούσαν να αποκτήσουν μόνο δικαίωμα εξουσίασης (τεσσαρούφ) και όσες άλλες γαίες ανήκαν στο Οθωμανικό Δημόσιο, (2) με "πολεμικό δικαίωμα", τα ακίνητα καθαρής ιδιοκτησίας (μούλκια) των Οθωμανών ιδιωτών, τα οποία κατά τη διάρκεια του Απελευθερωτικού Αγώνα (δηλαδή έως τις 03.02.1830) είτε εγκαταλείφθηκαν από τους απελθόντες στο εξωτερικό Οθωμανούς κυρίους τους και καταλήφθηκαν από το Δημόσιο είτε δεσμεύθηκαν από τις ελληνικές στρατιωτικές δυνάμεις και (3) οι μη κατειλημμένες μέχρι 21-7-1837 εκτάσεις, ως αδέσποτες, δυνάμει του άρθρου 15 του νόμου περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων.

Η διαδοχή, όμως, αυτή δεν έθιξε τα εμπράγματα δικαιώματα των ιδιωτών, τα οποία είχαν ήδη αποκτηθεί επί των ακινήτων καθαρής ιδιοκτησίας (μούλκια) και τα δικαιώματα εξουσίασης (τεσσαρούφ), τα οποία είχαν αποκτηθεί επί των δημοσίων γαιών κατά το οθωμανικό δίκαιο. Περαιτέρω, εξαιτίας της προαναφερθείσας γενικής διαδοχής του Ελληνικού Δημοσίου στα δικαιώματα επί των δημοσίων γαιών, αλλά και της απόκτησης κυριότητας επί των γαιών καθαρής ιδιοκτησίας "δικαιώματι πολέμου", θεσπίσθηκε τεκμήριο κυριότητας υπέρ αυτού, σύμφωνα με το οποίο το Ελληνικό Δημόσιο τεκμαίρεται ότι έχει αποκτήσει δικαίωμα κυριότητας επί των ανωτέρω κτημάτων με πρωτότυπο τρόπο, αρκεί να επικαλεστεί και να αποδείξει, επί μεν των δημοσίων γαιών της Ηπειρωτικής Ελλάδος και της Πελοποννήσου ότι αυτές περιήλθαν στην κυριότητά του ως διαδόχου του Οθωμανικού Δημοσίου, επί δε των γαιών καθαρής ιδιοκτησίας, ότι τις απέκτησε λόγω της κατάληψης ή της δήμευσής τους.

Ο τρόπος όμως αυτός της απόκτησης κυριότητας, θα πρέπει να στηρίζεται στη θετική επίκληση και απόδειξη από το Δημόσιο των γεγονότων που το θεμελιώνουν, και όχι στην αρνητική επίκληση της όποιας έλλειψης παρουσιάζουν οι τίτλοι που επικαλείται ο ιδιώτης για τη θεμελίωση της δικής του κυριότητας, διότι από την ύπαρξη μίας τέτοιας έλλειψης δεν τεκμαίρεται η ύπαρξη κυριότητας του Δημοσίου.

Περαιτέρω όσον αφορά τα Οθωμανικά κτήματα τα ευρισκόμενα, κατά τον χρόνο διακήρυξης της ανεξαρτησίας του νέου ελληνικού κράτους, (03.02.1830), εντός εδαφών τελούντων υπό τουρκική στρατιωτική κατοχή, αλλά παραχωρηθέντων, εν συνεχεία, βάσει της Συνθήκης της Κωνσταντινούπολης στην ελληνική κυριαρχία, όπως ειδικότερα η Αττική, η Εύβοια και τμήματα της Βοιωτίας και της Φθιώτιδας, όσα μεν εξ αυτών ανήκαν στο Οθωμανικό Δημόσιο περιήλθαν βάσει της ίδιας συνθήκης στο Ελληνικό Δημόσιο, ενώ όσα ανήκαν σε Οθωμανούς ιδιώτες παρέμειναν στην ιδιοκτησία τους με δικαίωμα πωλήσεώς τους εντός προθεσμίας σε Έλληνες.

Ειδικότερα όσον αφορά τα ευρισκόμενα στην Εύβοια κτήματα αυτά δεν περιήλθαν στο Ελληνικό Κράτος ως διάδοχο του Τουρκικού Δημοσίου "δικαιώματι πολέμου" διότι κατά την εποχή της τουρκοκρατίας η Εύβοια αποτελούνταν από ιδιωτικές γαίες καθαρής ιδιοκτησίας. Εξάλλου η Εύβοια δεν καταλήφθηκε από τον ελληνικό απελευθερωτικό στρατό, αλλά παραδόθηκε από τις τουρκικές αρχές του νησιού στην ελληνική κυβέρνηση, με την υποχρέωση όμως, που περιλήφθηκε στο από 03.02.1830 πρωτόκολλο του Λονδίνου, ως όρος, να αγορασθούν τα τουρκικά κτήματα από το Ελληνικό Κράτος, δυνατότητα, ωστόσο, την οποία δεν είχε το τελευταίο, με αποτέλεσμα να τα αγοράσουν, ύστερα από υπόδειξη της Κυβέρνησης, Έλληνες και ξένοι κεφαλαιούχοι, ώστε να περιληφθεί η Εύβοια στα σύνορα του νεοσύστατου Ελληνικού κράτους (ΑΠ 368/2015).

Ανάλογο τεκμήριο κυριότητας υπέρ του Δημοσίου θέσπιζε και το άρθρο 1 του β.δ. της 3/15-12-1833 "περί διορισμού του φόρου βοσκής και του δια τα εθνικοϊδιόκτητα λειβάδια εγγείου φόρου κατά τα έτη 1833-1834" που αφορά όμως τη συντήρηση των δικαιωμάτων του Δημοσίου, τα οποία προϋπήρχαν, και δεν καθιστά ανεπίδεκτα νομής και ιδιωτικής κτήσης στο μέλλον τα ακίνητα αυτά (ΑΠ 1919/2014, ΑΠ 1810/2009).

Περαιτέρω, στα δημόσια κτήματα, ήταν επιτρεπτή η κτήση κυριότητας από ιδιώτη με έκτακτη χρησικτησία, σύμφωνα με τις διατάξεις των ν. 8 παρ. 1 Κωδ. (7.39), ν. 9 παρ. 1 Πανδ. (50.14), ν. 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4), ν. 6 Πανδ. (44.3), ν. 7 6 παρ. 1 Πανδ. (18.1) και ν. 7 παρ. 3 Πανδ. (23.3) του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου που έχουν εφαρμογή, κατά το άρθρο 51 ΕισΝΑΚ.

για το χρόνο πριν από την έναρξη ισχύος του ΑΚ, δηλαδή μετά από άσκηση νομής πάνω στο δημόσιο κτήμα με καλή πίστη για χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας, με τη δυνατότητα αυτού που χρησιδέσποζε να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού, ενώ, κατά το ίδιο δίκαιο, τα δημόσια κτήματα είχαν εξαιρεθεί από την τακτική χρησικτησία.

Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών με εκείνες των άρθρων 18 και 21 του ν. της 21- 6/10-7-1837 "περί διακρίσεως κτημάτων" (άρθρο 51 EισNAK) συνάγεται ότι η έκτακτη χρησικτησία χωρεί, με τις προϋποθέσεις που προεκτέθηκαν, επί δημοσίων κτημάτων, εφόσον όμως η τριακονταετής νομή επ' αυτών, κατά τις διατάξεις των ν. 8 παρ. 1 Κωδ. (7.39), Βασ. 9 παρ. 1 (50.14), είχε συμπληρωθεί μέχρι και της 11ης Σεπτεμβρίου 1915, όπως τούτο προκύπτει από τις διατάξεις αφενός του ν.

ΔΞΗ'/1912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου" που εκδόθηκαν με βάση αυτόν από 19-9-1915 μέχρι και της 16ης-5-1926 και αφετέρου του άρθρου 21 του ν.δ. της 22- 4/16-5-1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης", που επαναλήφθηκε στο άρθρο 4 του αν.ν. 1539/1938 "Περί προστασίας δημοσίων κτημάτων". Με βάση τις διατάξεις αυτές, οι οποίες διατηρήθηκαν σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα (άρθρο 53 Εισ.Ν.ΑΚ), έχει ανασταλεί κάθε παραγραφή ή δικαστική προθεσμία σε αστικές διαφορές και απαγορεύθηκε οποιαδήποτε παραγραφή δικαιωμάτων του Δημοσίου επί των κτημάτων αυτού, άρα και η χρησικτησία πάνω σε αυτά (ΑΠ Ολομ. 75/1987, ΑΠ 719/2015, ΑΠ 479/2015, ΑΠ 1919/2014). 2.

Εξάλλου, ο προβλεπόμενος από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, στοιχειοθετείται όταν δεν προκύπτουν από το αιτιολογικό της τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία, για να κριθεί στη συγκεκριμένη περίπτωση αν συντρέχουν οι όροι και οι προϋποθέσεις εφαρμογής της διάταξης που εφαρμόστηκε ή αν δεν συντρέχουν οι όροι και οι προϋποθέσεις, που αποκλείουν την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ιδρύεται δηλαδή ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. 3. Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι με αυτήν το Εφετείο δέχθηκε, μετά από εκτίμηση των αποδείξεων, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Το επίδικο ακίνητο (αγροτεμάχιο) βρίσκεται στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας του Δημοτικού Διαμερίσματος ...

του Δήμου ... Εύβοιας, εκτός σχεδίου πόλης, εκτός περιμετρικής ζώνης και ζώνης οικιστικού ελέγχου και

έχει έκταση, κατά τον τίτλο κτήσης, 800 τ.μ. Συνορεύει περιμετρικά με ιδιοκτησίες με ΚΑΕΚ ... και με κατάληξη αγροτικού δρόμου με ΚΑΕΚ .... Το αγροτεμάχιο αυτό με βάση τη διενεργηθείσα κτηματογράφηση στο Δημοτικό Διαμέρισμα ... έχει αριθμό ΚΑΕΚ ... και έχει περιήλθε κατά κυριότητα στον αιτούντα από αγορά από τον Α.

Δ. με το ... συμβόλαιο αγοράς του Συμβολαιογράφου Χαλκίδας Α. Κ., που έχει μεταγραφεί νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Χαλκίδας στον τόμο .... Στον πιο πάνω δικαιοπάροχο του έχει περιέλθει από αγορά με το ... συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Χαλκίδας Κ. Σ., που έχει μεταγραφεί νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του οικείου υποθηκοφυλακείου.

Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω στοιχεία αποδείχθηκε ότι με την με αριθμό 24414/4876/08.09.1997 απόφαση του Υπουργού ΠΕΧΩΔΕ, που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ 836/Β717.09.1997), η περιοχή του Δημοτικού Διαμερίσματος ... του Δήμου ... Εύβοιας, εντός του οποίου βρίσκεται το επίδικο ακίνητο, κηρύχθηκε υπό κτηματογράφηση, στα πλαίσια εργασιών για τη δημιουργία του Εθνικού Κτηματολογίου, σύμφωνα με το Ν. 2308/1995.

Κατά τα άρθρα 2 και 14 του ανωτέρω νόμου και της απόφασης 85187/4605/22.08.1996 (ΦΕΚ Β 814/04.09.1996), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση της τελευταίας ως άνω διάταξης, κλήθηκαν όσοι έχουν εμπράγματο ή άλλο εγγραπτέο στα κτηματολογικά βιβλία δικαίωμα σε ακίνητα της υπό κτηματογράφηση περιοχής, να υποβάλλουν δήλωση με περιγραφή του δικαιώματος και αναφορά στην αιτία κτήσης του.

Με την 378/3/14.06.2006 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του Οργανισμού Κτηματογράφησης και Χαρτογραφήσεων Ελλάδος (Ο.Κ.Χ.Ε.), που δημοσιεύθηκε στο Φ.Ε.Κ./Β7760/26.6.2006, διαπιστώθηκε η ολοκλήρωση της διαδικασίας καταχώρησης των πρώτων εγγραφών στα κτηματολογικά βιβλία για τα ακίνητα που βρίσκονται εντός των ορίων του Δ.Δ. ...

του Δήμου ... του νομού Εύβοιας και ορίσθηκε, με τη με αριθμό 379/3/16.06.2006 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του Οργανισμού Κτηματογράφησης και Χαρτογραφήσεων Ελλάδος (Ο.Κ.Χ.Ε.), που δημοσιεύθηκε στο Φ.Ε.Κ./Β7760/26.6.2006, η 26η Ιουνίου 2006, ως ημερομηνία έναρξης του κτηματολογίου στην ως άνω περιοχή. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο από τον ενάγοντα με ημερομηνία εκτύπωσης 1-10-2008 κτηματολογικό διάγραμμα του Κτηματολογικού Γραφείου Χαλκίδος, λόγω του ότι ο ενάγων παρέλειψε να δηλώσει στα πλαίσια των δηλώσεων των κτηματολογικών εγγραφών, εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας, το δικαίωμα της κυριότητάς του στην πιο πάνω ιδιοκτησία, που έχει λάβει ΚΑΕΚ .../0/0, έκτασης, σύμφωνα με το κτηματολογικό φύλλο, 702 τ.μ., δεν καταχωρήθηκε το προαναφερόμενο δικαίωμα κυριότητας του αιτούντος, με αποτέλεσμα αυτό να εμφαίνεται ως "αγνώστου ιδιοκτήτη".

Περαιτέρω από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία δεν αποδείχθηκε ότι το Ελληνικό Δημόσιο έχει αποκτήσει εμπράγματο δικαίωμα, με τους επικαλούμενους στην κύρια παρέμβαση του τρόπους, επί των ακινήτων αυτών. Συγκεκριμένα τα ευρισκόμενα ακίνητα στην Εύβοια δεν περιήλθαν στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου ως διαδόχου του Τουρκικού Δημοσίου "δικαιώματι πολέμου", όπως αβάσιμα ισχυρίζεται το εκκαλούν, αλλά εξακολούθησε, με βάση τα προαναφερόμενα και μετά την απελευθέρωση να ανήκει στους Οθωμανούς ιδιοκτήτες της καθώς η Εύβοια παραχωρήθηκε στο νεοσύστατο Ελληνικό κράτος με την συνθήκη του Λονδίνου του 1829.

Επίσης δεν αποδείχθηκε ότι το εν λόγω επίδικο ακίνητο είχε καταστεί αδέσποτο και ανήκει στο Ελληνικό Δημόσιο, σύμφωνα με το άρθρο 16 του Ν. της 21.6/10-7-1837, ούτε ότι αποτελούσε ανέκαθεν λιβάδι ή βοσκότοπο πριν από το 1833, ώστε να ανήκει σ' αυτό σύμφωνα με το άρθρο 1 του από 3/15-12- 1833 β.δ. Εξάλλου το κυρίως παρεμβαίνον δεν προσκομίζει κάποιο άλλο αποδεικτικό στοιχείο, πλην του με αριθμό πρωτ.

ΦΙ 11/1832/2.9.2008 εγγράφου του Προϊσταμένου της Κτηματικής Υπηρεσίας Ν. Εύβοιας, στο οποίο δεν γίνεται κάποια αναφορά για κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου επί του επιδίκου ακινήτου, αλλά αναφέρεται σ'αυτό ότι "...αναφορικά με το αγροτεμάχιο, που βρίσκεται εκτός σχεδίου, στη θέση "..." στην κτηματική περιφέρεια του δημοτικού διαμερίσματος ...

του Δήμου ..., έκτασης 800 τ.μ. με ποσοστό συν/σίας 100% και με ΚΑΕΚ ... το οποίο φέρεται ως αγνώστου ιδιοκτήτου και υποβάλλεται αίτηση (διαδικασία εκούσιας δικαιοδοσίας), δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 4 του Ν 3127/2003, δεδομένου ότι το εξεταζόμενο ακίνητο βρίσκεται εκτός σχεδίου πόλης και επομένως προκειμένου να θεμελιωθεί δικαίωμα κυριότητας σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου θα πρέπει να τηρηθεί η διαδικασία του άρθρου 25 του Α.Ν. 1539/1938.

Το εν λόγω ακίνητο δεν φέρεται καταγεγραμμένο ως δημόσιο κτήμα στα γενικά βιβλία καταγραφής της Υπηρεσίας μας πλην όμως δεν γνωρίζομε αν ανήκει σε δημόσιες δασικές εκτάσεις αρμοδιότητας Δασαρχείου ή σε Δημόσιες εποικιστικές εκτάσεις οι οποίες υπάγονται στη διαχείριση του Υπουργείου Γεωργίας. Επομένως, για τη διασφάλιση των συμφερόντων του Δημοσίου κρίνουμε σκόπιμη την άσκηση παρέμβασης στη δίκη αυτή, ενώ κατά τα λοιπά απαιτείται η τήρηση της νόμιμης διοικητικής διαδικασίας ενώπιον του αρμόδιου Γνωμοδοτικού Συμβουλίου Δημοσίων Κτημάτων".

Σχετικά με το αναφερόμενο στο πιο πάνω έγγραφο άρθρο 25 του ν. 1539/1938, που αναφέρεται σε ακίνητα που είναι γνωστά στο Υπουργείο των Οικονομικών (Δ/νσιν Δημοσίων Κτημάτων) ως δημόσια κατεχόμενα υπό τρίτων ή καταγγέλλονται παρά ιδιωτών ως τέτοια, δεν εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση, λαμβανομένου υπόψη ότι το επίδικο ακίνητο κατά τα αναφερόμενα στην κύρια παρέμβαση δεν φέρεται καταγεγραμμένο ως δημόσιο κτήμα στα βιβλία καταγραφής της Κτηματικής Υπηρεσίας, ενώ εξάλλου δεν αναφέρεται ότι καταγγέλλεται ως τέτοιο από ιδιώτες.

Επίσης αναφορικά με το ν. 3127/2003, που επικαλείται και το εκκαλούν στην έφεση του, το επίδικο ακίνητο δεν υπάγεται στις προβλεπόμενες από τον πιο πάνω νόμο περιπτώσεις. Αντίθετα, αποδείχθηκε ότι ο εφεσίβλητος -καθ' ού η κύρια παρέμβαση από το έτος 1990 νέμεται και κατέχει το επίδικο ακίνητο, που περιήλθε στον πιο πάνω δικαιοπάροχο από το 1942. 0 εφεσίβλητος παρέλειψε να δηλώσει κατά τη διαδικασία της κτηματογράφησης το πιο πάνω ακίνητο με αποτέλεσμα αυτό να εμφαίνεται ως "αγνώστου ιδιοκτήτη" και η αρχική εγγραφή στο οικείο κτηματολογικό φύλλο του κτηματολογικού βιβλίου που τηρείται στο Κτηματολογικό Γραφείο Χαλκίδας να είναι ανακριβής ως προς το ιδιοκτησιακό καθεστώς του επ' αυτού.

Μετά τα παραπάνω η υπό κρίση κύρια παρέμβαση πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη"........Κατόπιν τούτου, το Εφετείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, η οποία είχε απορρίψει την κυρία παρέμβαση ως αβάσιμη κατ'ουσίαν και είχε δεχθεί την αίτηση του αναιρεσιβλήτου.

Υπό τα δεδομένα αυτά το Εφετείο που δέχθηκε ότι το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο δεν απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου διότι, ως ευρισκόμενο στην Εύβοια, το επίδικο δεν περιήλθε στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου ως διαδόχου του Τουρκικού Δημοσίου "δικαιώματι πολέμου", ενώ επίσης δεν αποδείχθηκε ότι αυτό είχε καταστεί αδέσποτο ή ότι αποτελούσε λιβάδι ή βοσκότοπο πριν από το 1833, δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις ως άνω ουσιαστικές διατάξεις, τις οποίες εφάρμοσε και δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ` αυτήν σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ερμηνεία των παραπάνω διατάξεων, απορριπτομένου του δεύτερου λόγου αναίρεσης για παραβίαση της διάταξης 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ.

Συνακόλουθα με τα παραπάνω, μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ' αριθμ. 191/2010 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Διάταξη περί επιβολής δικαστικών εξόδων σε βάρος του ηττηθέντος αναιρεσείοντος και υπέρ του αναιρεσίβλητου δεν θα περιληφθεί στην απόφαση αυτή εφόσον ο τελευταίος δεν παραστάθηκε κατά τη συζήτηση της υπόθεσης και δεν υπέβαλε αντίστοιχο αίτημα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 09-12-2013 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ' αριθμ. 191/2010 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Απριλίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Απριλίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ