Supreme Court dismisses appeal in labor dispute over accountant collective agreement application. Appeal rejected due to lack of legal grounds.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the company's appeal against the First Instance Court's decision awarding back pay to the accountant. The court found the appellant's arguments regarding the application of collective agreements and professional definitions to be legally unfounded and irrelevant. Consequently, the appeal was rejected, and the company was ordered to pay the employee's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1) and 559(3) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court rejects an appeal where the appellant fails to demonstrate that the lower court erred in applying mandatory collective agreements or misinterpreted the definition of professional status under labor law.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 627 / 2020 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 627/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο - Εισηγητή και Πελαγία Ακάσογλου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 14 Ιανουαρίου 2020, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Χ., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Παπαϊωάννου, που δεν κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Ν. Π., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ευαγγελία - Κωνσταντίνα Αποστολοπούλου, που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/7/2013 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 305/2016 του ίδιου Δικαστηρίου και 3980/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 10/10/2018 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 10-10-2018 και με αριθ. κατάθεσης 8918/746/2018 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών υπ' αριθ. 3980/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Με την απόφαση αυτή, το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσία την από 10-6-2016 έφεση της αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθ. 305/2016 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή η από 15-7-2013 αγωγή επιδικάσεως μισθολογικών διαφορών του αναιρεσίβλητου κατ' αυτής (αναιρεσείουσας), εκ της μη κατατάξεως αυτού στο προσήκον μ.κ. της ΔΑ 146/1984 των λογιστών και βοηθών λογιστών όλης της Χώρας. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (ΚΠολΔ 552, 553, 556, 558, 564 § 3, 566 § 1, 144). Είναι συνεπώς παραδεκτή (ΚΠολΔ 577 § 1) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων της (ΚΠολΔ 577 § 3).
Κατά τις διατάξεις των άρθρων 2 & 3 εδ. β' της υπ' αριθ. 146/1984 απόφασης του ΔΔΔΔ Αθηνών, που αφορά τους όρους αμοιβής και εργασίας των λογιστών και βοηθών λογιστών όλης της χώρας, η οποία κηρύχθηκε εκτελεστή με την υπ' αριθ. 10262/1985 Απόφαση του Υπουργού Εργασίας (ΦΕΚ Β' 17/15.1.1985) και γενικώς υποχρεωτική με την υπ' αριθ. 13225/1985 Απόφαση του Υπουργού Εργασίας (ΦΕΚ Β' 171/1.4.1985), ως λογιστές θεωρούνται α) αυτοί που υπεύθυνα κατευθύνουν και παρακολουθούν την εφαρμογή του όλου λογιστικού συστήματος σε κάθε ιδιωτική επιχείρηση, εκμετάλλευση, ίδρυμα ή σωματείο ή β) αυτοί που τηρούν τα κατά τον Εμπορικό Νόμο και τον Κώδικα φορολογικών Στοιχείων προβλεπόμενα λογιστικά βιβλία και αν αυτά τηρούνται σε κινητά φύλλα.
Τέτοια βιβλία θεωρούνται αυτά που παριστάνουν από μέρα σε μέρα τις λαμβάνουσες χώρα οικονομικές εν γένει πράξεις σε κάθε επιχείρηση, εκμετάλλευση, ίδρυμα ή σωματείο, έστω και κατά κατηγορίες βιβλίων (ταμειακών, δηλαδή ημερολόγιο ταμείου, μη ταμειακών, δηλαδή ημερολόγιο διαφόρων πράξεων, ημερολόγιο εμπορευμάτων, ημερολόγιο αξιών κλπ) ως και αυτά στα οποία καταχωρούνται τα αναγραφόμενα περιουσιακά στοιχεία και Ισολογισμοί.
Τήρηση δε αυτών των λογιστικών βιβλίων δεν αποτελεί η απλή κατ' αντιγραφή καταχώριση των εγγραφών, αλλά η ανάλυση της οικονομικής πράξης, η λογιστική διατύπωση αυτής και η καταχώριση της ανάλογης εγγραφής στο ανάλογο ημερολόγιο ή και μία από τις ενέργειες αυτές, όπου υπάρχει κατανομή εργασίας (άρθ. 2).
Ως βοηθοί λογιστές θεωρούνται οι απασχολούμενοι με τις κατευθύνσεις και οδηγίες των υπευθύνων λογιστών στα λογιστήρια (συμπεριλαμβανομένης και της εργασίας σε τμήματα ή χώρο άλλο, ο οποίος έχει οργανική σχέση με το λογιστήριο) για την τήρηση και ενημέρωση των λογιστικών βιβλίων, όπως και οι απασχολούμενοι με τη σύνταξη καταστάσεων ή άλλων εγγράφων που έχουν ανάλυση και λογιστική διατύπωση οικονομικών πράξεων στενά συνδεομένων με λογιστικά βιβλία, στα οποία, κατά πλήρη αντιγραφή ή περιληπτικά, αυτά καταχωρούνται κατόπιν, ασχέτως του χρησιμοποιουμένου μέσου (χειρόγραφο, χρήση ηλεκτρικής μηχανής) με τις οδηγίες υπεύθυνου λογιστού, είτε τηρούντες διάφορα στοιχεία χρησιμεύοντα στο λογιστήριο (τιμολόγια, διπλότυπα εισπράξεων, εξωλογιστικό ημερολόγιο, ημερήσιες καταστάσεις συναλλακτικών πράξεων κ.λπ.), είτε απασχολούνται με την ενημέρωση καρτελών ή καταμέτρηση εμπορευμάτων, μη αποκλειόμενης και της ανάθεσης από τον εργοδότη και άλλων υπαλληλικών εργασιών για συμπλήρωση του νόμιμου ωραρίου.
Η απλή και μόνο καταμέτρηση εμπορευμάτων, όπως και η απλή και μόνο ενημέρωση των καρτελών περί των εισαγομένων και εξαγομένων ειδών, κατά την ποσότητα και το είδος αυτών, δεν προσδίδει στον εκτελούντα τις εργασίες αυτές εργαζόμενο την ιδιότητα του βοηθού λογιστού (άρθ. 3 εδ. β'). Ο ορισμός του λογιστή και του βοηθού λογιστή που περιέχεται στην ανωτέρω ΔΑ, δεν μεταβλήθηκε από τις μεταγενέστερες ρυθμίσεις ΣΣΕ ή ΔΑ περί των όρων εργασίας των λογιστών και βοηθών λογιστών όλης της χώρας και ειδικότερα από τις κατά το από 1-1-2008 έως 30-4-2013 κρίσιμο χρονικό διάστημα ισχύσασες ΣΣΕ & ΔΑ (ΔΑ 54/2008 και ΔΑ 54/2009) που αφορούν τους όρους αμοιβής και εργασίας των λογιστών και βοηθών λογιστών όλης της χώρας.
Επίσης κατά τη διάταξη του άρθρου 4 της ίδιας ως άνω ΔΑ (146/1984) που δεν μεταβλήθηκε από τις μεταγενέστερες ρυθμίσεις ΣΣΕ & ΔΑ περί των όρων εργασίας των λογιστών και βοηθών λογιστών όλης της χώρας, ορίζεται ότι "Σαν προϋπηρεσία των λογιστών λογίζεται η σε οποιονδήποτε εργοδότη, φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή και σε λογιστικό γραφείο, άσκηση του επαγγέλματος (λογιστή και βοηθού λογιστή ως ενιαίο λογιζόμενο).
Για τους βοηθούς λογιστές προσμετράται κάθε προϋπηρεσία που έχει διανυθεί σε συναφή και ομότιμα καθήκοντα. Προϋπηρεσία βοηθού λογιστή και υπαλλήλου γραφείου, που έχει προσμετρηθεί για τον υπολογισμό του μισθού βοηθού λογιστή, θα προσμετράται και για τον υπολογισμό του μισθού του λογιστή, εάν ο μισθωτός αποκτήσει την ιδιότητα του λογιστή".
Κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, σαν προϋπηρεσία των βοηθών λογιστών για τον καθορισμό του μισθού τους δεν λογίζεται κάθε προηγούμενος χρόνος υπηρεσίας των υπαλλήλων γραφείου, αλλά μόνο ο χρόνος εκείνος που έχει διανυθεί σε "συναφή και ομότιμα" καθήκοντα, δηλαδή σε καθήκοντα ανάλογα και παρεμφερή της κατεχόμενης ήδη υπό του μισθωτού θέσεως του βοηθού λογιστού, ως τα καθήκοντα της εν λόγω θέσεως ρητώς προσδιορίζονται υπό του άρθρου 3 εδ.
β' της ως άνω ΔΑ.
Όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρ. 561 § 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, του περιεχομένου της προσβαλλομένης αποφάσεώς του, το Εφετείο, δέχθηκε επί λέξει τα εξής: "...Ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος, Ν. Π. προσελήφθη στις …, από την εναγόμενη και ήδη εκκαλούσα ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Χ." με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να εργαστεί στο εργοστάσιο παραγωγής τσιμέντου (Τ.) που αυτή διατηρεί στην Π..
Κατά την πρόσληψή του, τοποθετήθηκε στο γραφείο κινήσεως του εργοστασίου, για να εργαστεί ως υπάλληλος γραφείου. Κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του ως υπάλληλος γραφείου, πέρα από την επικοινωνία του με τους πελάτες για την παραλαβή, τον προγραμματισμό και την τέλεση των παραγγελιών που συνδέονταν κυρίως με το Εμπορικό Τμήμα του εργοστασίου, εκτελούσε και καθήκοντα που συνδέονταν με το λογιστήριο του εργοστασίου, τα οποία, συγκεκριμένα, ήταν η έκδοση χειρόγραφων αρχικά δελτίων αποστολής και εν συνεχεία μηχανογραφημένων τιμολογίων δελτίων αποστολής, η είσπραξη μετρητών και επιταγών με έκδοση των αντίστοιχων παραστατικών, η τήρηση βιβλίου ταμείου για όλες τις συναλλακτικές πράξεις, δηλαδή για εισπράξεις μετρητών και επιταγών, αλλά και για έκτακτες πληρωμές κατά τα χρονικά διαστήματα που δεν λειτουργούσε το κεντρικό ταμείο, ο υπολογισμός σε ημερήσια βάση όλων των εισαγόμενων πρώτων και καύσιμων υλών και η έκδοση διπλοτύπων εισαγωγής και η συμπλήρωση σε ημερήσια βάση του φύλλου λειτουργίας.
Ειδικά, η τελευταία αυτή εργασία (συμπλήρωση σε ημερήσια βάση του φύλλου λειτουργίας) αφορούσε, ουσιαστικά, τη λογιστική απεικόνιση όλης της λειτουργίας του εργοστασίου, αφού συνίστατο στην καταγραφή της εισαγωγής ή παραγωγής πρώτων ή καύσιμων υλών, ημικατεργασμένων ή τελικών προϊόντων, όπως επίσης και στην κατανάλωση ή πώληση όλων αυτών, ώστε να προκύπτει για κάθε είδος στο τέλος της εικοσιτετράωρης λειτουργίας του εργοστασίου το τελικό διαθέσιμο υπόλοιπο.
Όλα αυτά τα οικονομικά στοιχεία συντάσσονταν από τον ενάγοντα, υπό τις οδηγίες του λογιστηρίου της εναγόμενης, και εν συνεχεία τα παραλάμβανε έτοιμα το λογιστήριο. Δηλαδή, το λογιστήριο βρισκόταν σε διαρκή και άμεση συνεργασία με το γραφείο κίνησης, στο οποίο απασχολήθηκε ο εναγών μέχρι το έτος 1997. Ακολούθως, το έτος 1997, η εναγόμενη του ανέθεσε, επιπροσθέτως, και τη διαχείριση του ταμείου του εργοστασίου, την οποία έχει μέχρι σήμερα, και συγκεκριμένα στα προαναφερόμενα καθήκοντά του προστέθηκαν, από το έτος 1997 και εντεύθεν, η καταχώρηση όλων των συναλλακτικών πράξεων του ταμείου και ο υπολογισμός με καταχώρηση στο σύστημα των εισαγόμενων πρώτων υλών του εργοστασίου.
Στις 21-4-2010, η εναγομένη αναγνώρισε στον ενάγοντα ότι το χρονικό διάστημα από το έτος 1997 και εντεύθεν, που είχε αναλάβει τη διαχείριση του ταμείου της, ήταν χρόνος που είχε διανυθεί με την ειδικότητα του βοηθού λογιστή, καθώς, βάσει της 146/84 απόφασης του ΔΔΔΔ Αθηνών, αναγνώρισε ότι τα καθήκοντα που ασκούσε ήταν ομότιμα και συναφή με αυτά του βοηθού λογιστή.
Μετά από αυτό, ο ενάγων διαμαρτυρήθηκε προς την εναγόμενη και ζήτησε να του αναγνωριστεί ολόκληρη η προϋπηρεσία του, δηλαδή και το χρονικό διάστημα πριν το έτος 1997, ως χρόνος διανυθείς με την ειδικότητα του βοηθού λογιστή, διότι και τότε εκτελούσε καθήκοντα ομότιμα και συναφή με τα καθήκοντα του βοηθού λογιστή.
Η εναγόμενη αρνήθηκε... Από όλα τα παραπάνω αποδεδειγμένα πραγματικά περιστατικά συνάγεται ότι ο ενάγων, κατά το χρονικό διάστημα των ετών 1985 έως 1997, που εργαζόταν στο γραφείο κίνησης της εναγόμενης, εκτελούσε πράγματι καθήκοντα ομότιμα και συναφή με τα καθήκοντα του βοηθού λογιστή, ως τα καθήκοντα της εν λόγω θέσεως ρητώς προσδιορίζονται υπό του άρθ. 3 εδ.
β' της αναφερόμενης... διαιτητικής αποφάσεως... Επομένως, πρέπει να αναγνωριστεί ότι ο ενάγων, και κατά το χρονικό διάστημα των ετών 1985 έως 1997, που εργαζόταν στο γραφείο κίνησης της εναγόμενης, εκτελούσε καθήκοντα ομότιμα και συναφή με τα καθήκοντα του βοηθού λογιστή... Το γεγονός ότι η εναγόμενη αμφισβήτησε την προϋπηρεσία του ενάγοντος ως βοηθού λογιστή από το έτος 1985, είχε ως αποτέλεσμα πρώτον 1) να του στερεί την ένταξή του, μετά τη συμπλήρωση 17 χρόνων προϋπηρεσίας του ως βοηθού λογιστή, στην αντίστοιχη μισθολογική κλίμακα των Λογιστών, σύμφωνα με την ΣΣΕ Λογιστών και Βοηθών Λογιστών όλης της χώρας, η οποία προβλέπει (άρθρο 3 ΔΑ 48/2004 Λογιστών και Βοηθών Λογιστών όλης της χώρας -όρος που εξακολουθεί να ισχύει εφόσον δεν τροποποιήθηκε με την μεταγενέστερη ΔΑ 54/2009) ότι "μετά τη συμπλήρωση 17 χρόνων προϋπηρεσίας βοηθού λογιστή, οι βοηθοί λογιστή εντάσσονται στο κλιμάκιο 16-18 των λογιστών και λαμβάνουν αντίστοιχες αποδοχές" και δεύτερον 2) κατ' επέκταση να του καταβάλει αποδοχές χαμηλότερες από εκείνες που όφειλε να του καταβάλει βάσει της ειδικότητας και της προϋπηρεσίας του ως βοηθός λογιστή, δεδομένου ότι προσμετρουμένου του συνόλου της διανυθείσας στην εναγόμενη προϋπηρεσίας του ως βοηθού λογιστή που υπερβαίνει τα 17 έτη, θα έπρεπε να τον αμείβει, με τη μισθολογική κλίμακα των Λογιστών (μισθολογικό κλιμάκιο 22-23 για το έτος 2008, μισθολογικό κλιμάκιο 23-24 και 24-25 για τα έτη 2009 και εντεύθεν), σύμφωνα με την εκάστοτε ΣΣΕ Λογιστών και Βοηθών Λογιστών όλης της χώρας (ΔΑ 54/2008 και ΔΑ 45/2009), η οποία προβλέπει αποδοχές υψηλότερες από εκείνες που του κατέβαλε η εναγόμενη βάσει της ΣΣΕ "για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργατών και υπαλλήλων τσιμεντοβιομηχανίας ολόκληρης της χώρας".
Ως εκ τούτου, πρέπει να επιδικαστούν στον ενάγοντα οι διαφορές των αποδοχών συμπεριλαμβανομένων των διαφορών επιδομάτων εορτών Πάσχα και Χριστουγέννων, επιδομάτων αδείας και διαφορών αμοιβής εργασίας κατά τις εορτές και αργίες και διαφορών αμοιβής υπερωριακής εργασίας, που προκύπτουν για την τελευταία πενταετία (των 2008 έως 2013) από τον μη συνυπολογισμό εκ μέρους της εναγόμενης της προϋπηρεσίας αυτής και την συνακόλουθη παράλειψη ένταξής του στην ευνοϊκότερη, σε σχέση με τον καταβαλλόμενο βάσει της ΣΣΕ εργατών και υπαλλήλων Τσιμεντοβιομηχανίας μισθό του, μισθολογική κλίμακα των Λογιστών της εκάστοτε ΣΣΕ/ΔΑ Λογιστών και Βοηθών Λογιστών όλης της χώρας (ΔΑ 54/2008 και ΔΑ 45/2009) που είναι εφαρμοστέες και για τους λογιστές και βοηθούς λογιστών της εναγόμενης επιχείρησης, δεδομένου ότι το άρθρο 12 της κλαδικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας "για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργατών και υπαλλήλων τσιμεντοβιομηχανίας ολόκληρης της χώρας", προβλέπει εξαίρεση από το γενικό περί υπερίσχυσης της κλαδικής ΣΣΕ σε περίπτωση συρροής της με ομοιοεπαγγελματική κανόνα, δίνοντας τη δυνατότητα στον εργαζόμενο στη τσιμεντοβιομηχανία να επιλέξει ελεύθερα επί συρροής την ευνοϊκότερη γι' αυτόν ΣΣΕ, δυνατότητα που επέλεγαν στην πράξη και οι λογιστές της επιχείρησης της εναγόμενης.
Εξάλλου, οι διάδικοι ήταν μέλη των συνδικαλιστικών οργανώσεων που συμμετείχαν στη σύναψη της επίμαχης ΣΣΕ λογιστών και βοηθών λογιστών όλης της χώρας, έτσι ώστε να δύναται αυτή να τύχει εφαρμογής στην επίδικη εργασιακή σχέση... Άλλωστε στην εναγόμενη, η εφαρμογή της ευνοϊκότερης ΣΣΕ γινόταν οίκοθεν, γι' αυτό και στις αποδείξεις μισθοδοσίας ως εφαρμοστέα σύμβαση αναφέρεται "ΣΣΕ Τσιμεντοβιομηχανίας ή άλλη σύμβαση", η επιλογή δε και εφαρμογή της ευνοϊκότερης για τον ενάγοντα ΣΣΕ Λογιστών και Βοηθών Λογιστών προϋποθέτει την προηγούμενη αναγνώριση της προϋπηρεσίας του ως βοηθού λογιστή από το έτος 1985, σημειουμένου συναφώς ότι η εναγόμενη είχε αναγνωρίσει στον ενάγοντα την ειδικότητα του λογιστή όπως προκύπτει από την προσκομισθείσα μετ' επικλήσεως από τον ενάγοντα απόδειξη μισθοδοσίας του μηνός Ιανουαρίου 2015, υπολογίζοντας όμως την προϋπηρεσία του ως βοηθού λογιστή μόνο από το έτος 1997, οπότε με τη συμπλήρωση 17 ετών κατά το έτος 2015, χωρίς την προϋπόθεση πτυχίου λογιστικής (όπως κατά τα άνω προβλέπεται), τον χαρακτήρισε και η ίδια λογιστή...".
Αν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο ή περισσότερες ισοδύναμες επάλληλες αιτιολογίες, εφόσον η μία αιτιολογία από αυτές δεν πλήττεται καθόλου ή δεν πλήττεται αποτελεσματικά με ειδικό λόγο αναίρεσης, η αναίρεση θα απορριφθεί ως αλυσιτελής, κατ' άρθρ. 566 § 1 και 577 § 3 ΚΠολΔ, καθόσον απευθύνεται κατά μίας από τις δύο κ.λπ.
αιτιολογίες, δεδομένου ότι η μη πληττόμενη αποτελεσματικά αιτιολογία στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της απόφασης. Δηλαδή, σε περίπτωση διαδοχικής αιτιολογίας, χρειάζεται η προσβολή με επιτυχία όλων των αιτιολογιών που στηρίζουν το διατακτικό (καθεμίας αυτοτελώς) της προσβαλλόμενης απόφασης για την αναίρεση της τελευταίας (ΟλομΑΠ 25/2003, ΑΠ 755/2018, ΑΠ 1207/2017, ΑΠ 675/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τους πρώτο και δεύτερο α' σκέλος λόγους αναίρεσης εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα αποδίδει πλημμέλεια στην Εφετειακή απόφαση, διότι (1ος λόγος) καθ' υπέρβαση του άρθρου 22 § 2 του Συντάγματος και της υφιστάμενης νομοθετικής εξουσιοδότησης του Ν. 1876/1990 δέχθηκε την ισχύ της ρήτρας του άρθρου 12 της κλαδικής ΣΣΕ για την Τσιμεντοβιομηχανία, η οποία προέβλεπε την παραπομπή και εφαρμογή στην εργασιακή σχέση των εργαζομένων, που υπάγονται στο πεδίο ισχύος της, τυχόν ευνοϊκότερου όρου οποιασδήποτε άλλης ΣΣΕ και (2ος λόγος α' σκέλος επικουρικός για την περίπτωση που απορριφθεί ο 1ος) εσφαλμένα εφάρμοσε το άρθρο 12 της άνω κλαδικής ΣΣΕ, ελλείψει υποβολής από τον αναιρεσίβλητο της προβλεπόμενης σχετικής δήλωσης επιλογής εντός δύο μηνών μετά την υπογραφή της ΣΣΕ της Τσιμεντοβιομηχανίας.
Ωστόσο το Εφετείο, δεχόμενο ότι εφαρμοστέες στην περίπτωση του αναιρεσιβλήτου είναι οι εκάστοτε ισχύουσες ΣΣΕ/ΔΑ των λογιστών και βοηθών λογιστών όλης της Χώρας, στηρίχθηκε σε ισοδύναμες επάλληλες αιτιολογίες, εκάστη των οποίων στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό του. Συγκεκριμένα, όπως προκύπτει από τις προπαρατεθείσες παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης, ο αναιρεσίβλητος δικαιούτο να ενταχθεί στην ευνοϊκότερη ΣΣΕ/ΔΑ των λογιστών και βοηθών λογιστών αυτοτελώς:
α) δυνάμει του άρθρου 12 της κλαδικής ΣΣΕ για την Τσιμεντοβιομηχανία, δυνατότητα που επέλεγαν στην πράξη και οι λογιστές της επιχείρησης της αναιρεσείουσας, β) γιατί οι διάδικοι ήταν μέλη των συνδικαλιστικών οργανώσεων που συμμετείχαν στη σύναψη της επίμαχης ΣΣΕ λογιστών και βοηθών λογιστών, έτσι ώστε να δύναται αυτή να τύχει εφαρμογής στην επίδικη εργασιακή σχέση, γ) γιατί στην αναιρεσείουσα η εφαρμογή της ευνοϊκότερης ΣΣΕ γινόταν οίκοθεν, όπως έγινε και στον αναιρεσίβλητο το 2015 που η αναιρεσείουσα τον έκανε λογιστή.
Επομένως, οι λόγοι αυτοί αναίρεσης πρέπει να απορριφθούν ως αλυσιτελείς, καθόσον απευθύνονται κατά μιας από τις πλείονες αιτιολογίες, δυνάμει των οποίων ο αναιρεσίβλητος δικαιούται τις κατά το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης μισθολογικές κλπ διαφορές σύμφωνα με τις ΣΣΕ/ΔΑ των λογιστών και βοηθών λογιστών όλης της Χώρας, δεδομένου ότι οι μη πληττόμενες εξ αυτών (αιτιολογίες) στηρίζουν αυτοτελώς το διατακτικό της απόφασης.
Περαιτέρω, ουδεμία αντίφαση και ασάφεια υπάρχει μεταξύ των ως άνω ισοδύναμων επάλληλων αιτιολογιών και ο περί του αντιθέτου 2ος λόγος αναίρεσης κατά το β' σκέλος αυτού εκ του αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα πλήττει την Εφετειακή απόφαση για πλημμέλεια εκ του αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι εσφαλμένα εφάρμοσε τις ΣΣΕ/ΔΑ των λογιστών και βοηθών λογιστών πριν την 21η-4-2010, γιατί μέχρι τότε ο αναιρεσίβλητος δεν είχε την ειδικότητα του λογιστή ή βοηθού λογιστή αλλά αυτή του υπαλλήλου γραφείου. Ο λόγος αυτός απορριπτέος τυγχάνει ως επί εσφαλμένης προϋποθέσεως ερειδόμενος, αφού, σύμφωνα με τις ως άνω ΣΣΕ/ΔΑ, ο ορισμός του λογιστή και βοηθού λογιστή συνάγεται εκ των ασκουμένων καθηκόντων σε συνάρτηση με τη χρονική διάρκεια ασκήσεώς τους και όχι από την ειδικότητα που του αποδίδει ο εργοδότης.
Τέλος, με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, εκ του αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα βάλλει κατά της αναιρεσιβαλλομένης, ισχυριζόμενη ότι εσφαλμένα εφάρμοσε τη ΔΑ 45/2009 για τους λογιστές και βοηθούς λογιστές μετά την 30η-6-2010 που έληξε η ισχύς της κατά το άρθρο 5 αυτής. Ωστόσο, το Εφετείο, σύμφωνα με τις παραπάνω παραδοχές του, δέχεται ότι η εν λόγω ΔΑ εφαρμοζόταν οίκοθεν και μάλιστα η αναιρεσείουσα την εφάρμοσε και στον αναιρεσίβλητο από τον Ιανουάριο 2015, είχε καταστεί δηλ. ενοχικός όρος της ατομικής σύμβασης εργασίας του. Επομένως, και ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί.
Μετά από όλα αυτά και μη προβαλλομένου ετέρου λόγου αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα λόγω της ήττας της στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις και αιτείται την καταδίκη αυτή (ΚΠολΔ 176, 183, 189 § 1, 191 § 2), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10-10-2018 και με αριθ. κατάθεσης 8918/746/2018 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3980/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Απριλίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Ιουνίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ