Legislator Case Law & Legislation
627/2017 AI generated

Supreme Court dismisses appeal as inadmissible due to lack of jurisdiction over the estate's management authority.

Case Number 627/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Inadmissible

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court declared the appeal inadmissible because the estate's management fell under the Ministry of Finance, not the General Secretariat of the Aegean. The appellants challenged a final judgment rejecting their request to manage the bequest for local school construction, arguing they had a legal interest. The court ruled that since the bequest was already being executed by the competent authority, the Ministry of Finance had no jurisdiction to intervene.

Legislator headnote

AI generated

Articles 33 of Law 4182/2013; Article 577 of the Code of Civil Procedure: When a bequest for public benefit is being executed by a competent authority, the Ministry of Finance lacks jurisdiction to intervene, rendering the appeal inadmissible.

Keywords

AI generated
Ministry of Finance jurisdiction bequest public benefit inadmissible appeal competent authority execution Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 33 of Law 4182/2013
Article 576 paragraphs 1-3 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 561 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 627 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 627/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων - καλούντων: 1) Μ. Γ. του Α., … και 16) Δ. Μ. του Ι., κατοίκων ..., εκ των οποίων οι 1η, 3ος, 7ος, 10ος, 12η, 13ος και 16η εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ελένη Παπακωνσταντίνου, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι το επώνυμο του 13ου των αναιρεσειόντων είναι "Λ.", αντί του εσφαλμένου "Λ." που αναγράφτηκε εκ παραδρομής στο αναιρετήριο.

Οι 2η, 4ος, 5η, 6η, 8η, 9η, 11η, 14ος και 15ος των αναιρεσειόντων δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.

Των αναιρεσιβλήτων - καθ' ων η κλήση: 1) Κληροδοτήματος με την επωνυμία "...", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) αυτοτελώς προσθέτως παρεμβάντος Υπουργού Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, ως ασκούντος την εποπτεία των υπέρ του Κράτους και κοινωφελών σκοπών καταλειπομένων κληρονομιών, κληροδοσιών και δωρεών, εκ των οποίων το 1ο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Βασιλική Αναγνωστοπούλου και ο 2ος από την Ελένη Κωστάντη, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-8-1977 αίτηση του ήδη 1ου των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Εφετείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση του Υπουργού Οικονομικών.

Εκδόθηκε η 7565/1977 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την οποία τριτανέκοψαν με την από 21-6-2011 τριτανακοπή τους οι ήδη αναιρεσείοντες και άλλα πρόσωπα, μη διάδικοι στην παρούσα δίκη.

Εκδόθηκε η 6576/2013 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 21-10-2014 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Διονυσοπούλου διάβασε την από 9-9-2015 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού, τότε Αρεοπαγίτη και ήδη Αντιπροέδρου Αρείου Πάγου Γεωργίου Σακκά, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της από 21-10-2014 αιτήσεως για αναίρεση της 6576/2013 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, ως προς τον πρώτο λόγο αναιρέσεως κατά το πρώτο σκέλος του. Η πληρεξούσια των παραστάντων αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια του 1ου των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθεμία δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 576 παρ. 1-3 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης για αναίρεση κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί και δε λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται ως εάν ήταν παρόντες οι διάδικοι.

Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος που δεν εμφανίσθηκε ή αν και εμφανίσθηκε δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση.

Αν όμως κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως προχωράει στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. β', γ' Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατ' άρθρο 575 εδ. β' Κ.Πολ.Δ., αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως, μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε.

Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Προϋπόθεση όμως της εγκυρότητας της κλήτευσης αυτής λόγω αναβολής της υπόθεσης και της εγγραφής αυτής στο πινάκιο είναι ότι ο απολειπόμενος κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος είτε είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί για τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση είτε είχε παραστεί νομίμως κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο και επομένως με τη νόμιμη παράσταση και τη μη εναντίωσή του καλύφθηκε η ακυρότητα της κλήτευσής του κατά την αρχική δικάσιμο.

Στην προκειμένη περίπτωση κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου κατά την αναφερόμενη στην αρχή δικάσιμο (13-1-2017) δεν εμφανίσθηκαν οι δεύτερη, τέταρτος, πέμπτη, έκτη, όγδοη, ένατη, ενδέκατη, δέκατος τέταρτος και δέκατος πέμπτος των αναιρεσειόντων, ούτε κατέθεσαν δήλωση ότι δε θα παραστούν κατά την εκφώνησή της, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.

Από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει ότι δικάσιμος για τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, μετά από ματαίωση της αρχικώς ορισθείσας δικασίμου, ορίσθηκε η 15-4-2016, κατά την οποία όμως η συζήτηση αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης, με σχετική επισημείωση στο πινάκιο. Περαιτέρω από τα ίδια έγγραφα προκύπτει ότι τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης για την παραπάνω μετά τη ματαίωση αυτής δικάσιμο (της 15-4-2016) επισπεύδουν οι αναιρεσείοντες, μεταξύ των οποίων και οι απολειπόμενοι, δια της πληρεξουσίου δικηγόρου τους Ελ.

Παπακωνσταντίνου, με παραγγελία της οποίας κλητεύθηκαν οι αναιρεσίβλητοι για να παραστούν στην τελευταία αυτή δικάσιμο, όπως προκύπτει από την 1128Β/11-2-2016 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Σύρου Κ. Π. και την 7212Δ/8-2-2016 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Ε.

Λ.. Έτσι η εγγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο για την μετ' αναβολή δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της αποφάσεως, ισχύει ως κλήτευση γι αυτούς.

Συνεπώς πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία τους, ως εάν ήταν και αυτοί παρόντες.

Κατά τις διατάξεις του άρθρου 126 του Α.Ν. 2039/1939: "Ο Υπουργός των Οικονομικών δύναται να παρεμβαίνη κατά πάσαν στάσιν της δίκης και άνευ της κοινοποιήσεως δικογράφου παρεμβάσεως, αλλά δια των προτάσεων, εις δίκας αφορώσας διεκδίκησιν εν όλω ή εν μέρει της υπέρ του σκοπού ταχθείσης περιουσίας ή την ακύρωσιν των συστατικών πράξεων, ως και εν γένει εις πάσας τάς δίκας αίτινες ενδιαφέρουσιν οπωσδήποτε την υπέρ του σκοπού ή υπέρ κοινωφελούς ιδρύματος άνευ ειδικού σκοπού καταλειπομένην περιουσίαν.

Κατά των εκδιδομένων αποφάσεων ο υπουργός των Οικονομικών δύναται να ασκή αυτοτελώς μέσα "και όταν ακόμη δεν παρέστη κατά την συζήτησιν της προσβαλλομένης αποφάσεως". Τα εισαγωγικά τοιούτων δικών δικόγραφα, επί ποινή απαραδέκτου αυτών εξεταζομένου και αυτεπαγγέλτως, κοινοποιούνται και εις τον Υπουργόν των Οικονομικών, εφαρμοζομένων των περί δικών και προθεσμιών υπέρ του Δημοσίου".

Ο νόμος αυτός καταργήθηκε με την παρ. 8α του άρθρου 82 Ν. 4182/2013 "Κώδικας κοινωφελών περιουσιών, σχολαζουσών κληρονομιών και λοιπές διατάξεις", η ισχύς του οποίου άρχισε την 10-11-2013. "Σύμφωνα με την παρ. 9 του ίδιου άρθρου, με την επιφύλαξη των παραγράφων 3 και 4 του παρόντος άρθρου, κάθε παραπομπή στον α.ν. 2039/1939 ή γενικά στην νομοθεσία περί Εθνικών Κληροδοτημάτων, νοείται από την έναρξη ισχύος του παρόντος Κώδικα ότι γίνεται στις αντίστοιχες διατάξεις του".

Περαιτέρω κατά τις διατάξεις του άρθρου 2 §§ 1, 3α αυτού "Υποχρεώσεις Δημοσίου - Αρμοδιότητες": 1. Το Δημόσιο έχει την υποχρέωση να διασφαλίζει την πιστή και επακριβή εκτέλεση της βούλησης των διαθετών και δωρητών. Αρμοδιότητα του Γενικού Γραμματέα Αποκεντρωμένης Διοίκησης υφίσταται, με την επιφύλαξη της παραγράφου 4 και τυχόν ειδικών διατάξεων, στις ακόλουθες περιπτώσεις:

α) Όταν ο σκοπός της περιουσίας εκπληρώνεται κατά κύριο λόγο μέσα στα όρια μιας Αποκεντρωμένης Διοίκησης, ανεξαρτήτως του τόπου όπου βρίσκεται η περιουσία. Εξάλλου με τις διατάξεις του άρθρου 69 του ιδίου νόμου "Δίκες κοινωφελών περιουσιών": 1) Η αρμόδια αρχή νομιμοποιείται, πέραν των εκκαθαριστών, εκτελεστών διαθήκης και διοικητών κοινωφελών ιδρυμάτων:

α) Να ασκεί αιτήσεις και αγωγές σε δικαστήρια για την αναγνώριση ή τη διεκδίκηση δικαιώματος σε κάθε περιουσία, που έχει διατεθεί για κοινωφελή σκοπό ή σε κοινωφελές ίδρυμα, β) να επισπεύδει αναγκαστική εκτέλεση για την ικανοποίηση των δικαιωμάτων αυτών, γ) να ζητεί τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων για την εξασφάλιση κάθε περιουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 682 και επόμενα του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, δ) να ασκεί παρέμβαση σε κάθε στάση δίκης η οποία αφορά περιουσία υπέρ κοινωφελούς σκοπού ή κοινωφελών ιδρυμάτων ή αφορά το κύρος των πράξεών τους, με την υποβολή προτάσεων και χωρίς την κοινοποίηση δικογράφου παρέμβασης, ε) να ζητεί την επανάληψη της δίκης ή να καλείται για την επανάληψη της δίκης, αν επήλθε διακοπή δίκης με διάδικο ένα από τα πρόσωπα του πρώτου εδαφίου και για λόγους που αφορούν τα πρόσωπα αυτά. 2) Τα εισαγωγικά δικόγραφα των δικών, που αναφέρονται στην προηγούμενη παράγραφο, κοινοποιούνται στην αρμόδια αρχή, από οποιονδήποτε κι αν ασκούνται, εκτός αν ορίζεται ειδικά διαφορετικά στον παρόντα Κώδικα, επί ποινή απαραδέκτου της συζήτησης, που εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως.

Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται οι διατάξεις περί δικών και προθεσμιών του Δημοσίου. Τέλος στις διατάξεις του άρθρου 33 του ίδιου νόμου ορίζονται τα ακόλουθα: "Περιουσίες υπέρ του Δημοσίου προς εκτέλεση ορισμένου γενικού ή ειδικού σκοπού ή έργου, υπάγονται μετά την εκκαθάρισή τους στην άμεση διαχείριση του Υπουργείου Οικονομικών στις παρακάτω περιπτώσεις:

α) Αν η εκτέλεση του κοινωφελούς σκοπού έχει ανατεθεί με συστατική πράξη ρητά στο Δημόσιο ή αν δεν έχει ανατεθεί σε άλλα φυσικά ή νομικά πρόσωπα. Αν η εκτέλεση του σκοπού ή έργου έχει ανατεθεί σε συγκεκριμένο Υπουργό λόγω αρμοδιότητάς του, η περιουσία υπάγεται στην άμεση διαχείριση του Υπουργείου Οικονομικών με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και διατίθεται για τους σκοπούς που ορίζονται στη συστατική πράξη με τους όρους αυτής και όσους ορίζονται συμπληρωματικά στην απόφαση, β) αν η περιουσία καταλήφθηκε για κοινωφελείς σκοπούς υπέρ προσώπων που είναι άγνωστα ή δεν προσδιορίζονται επαρκώς και χωρίς να έχει ορισθεί εκτελεστής, οπότε θεωρείται ότι καταλήφθηκε υπέρ του Δημοσίου για την εκτέλεση του κοινωφελούς σκοπού που ορίζεται με τη συστατική πράξη, γ) αν καταλήφθηκε ή κατατέθηκε περιουσία σε πιστωτικά ιδρύματα για κοινωφελείς σκοπούς που δεν μπορεί να καθορισθούν επακριβώς ή να εκτελεστούν, οπότε θεωρείται ότι έχει καταληφθεί ή κατατεθεί υπέρ του Δημοσίου, δ) αν η διαχείριση περιουσίας ανατέθηκε σε πρόσωπα που εξέλιπαν χωρίς να προβλέπεται η αντικατάστασή τους από τη συστατική πράξη, ε) αν διαπιστωθεί μετά την αναγγελία της παρ. 1 του άρθρου 15 ότι περιουσίες της παρ. 2 του άρθρου 50 (κεφάλαια αυτοτελούς διαχείρισης) έχουν περιπέσει σε αδράνεια και ο σκοπός τους δεν εκτελείται. 2.

Υπάγονται στην άμεση διαχείριση του Υπουργείου Οικονομικών α) περιουσίες διαλυόμενων σωματείων..., β) περιουσίες νομικών προσώπων που συστάθηκαν στην αλλοδαπή..., γ) κληρονομίες και κληροδοσίες των άρθρων 40 έως 49 (αφορούν περιουσίες για την εκπλήρωση κοινωφελών σκοπών που εκτελούνται από πρόσωπα άλλα εκτός του Δημοσίου), που έχουν καταληφθεί υπέρ φυσικών ή νομικών προσώπων, με τον όρο της εκτέλεσης κοινωφελούς σκοπού ή έργου, οι οποίες δε γίνονται αποδεκτές για οποιονδήποτε λόγο και δεν ορίζεται υποκατάστατος".

Από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης προκύπτουν τα ακόλουθα: "Με την 7565/1977 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας, έγινε δεκτή αίτηση του πρώτου αναιρεσιβλήτου Κληροδοτήματος, καθώς και η παρέμβαση του δεύτερου τούτων, Υπουργού των Οικονομικών και βεβαιώθηκε ότι η θέληση του διαθέτη ..., όπως ορίζεται στην από 21-4-1928 δημόσια διαθήκη του, με την οποία κατέλειπε περιουσία για κοινωφελείς σκοπούς και ειδικότερα για την κατασκευή σχολείων αρρένων και θηλέων, στην τότε κοινότητα ..., δεν μπορεί απολύτως να πραγματοποιηθεί και ικανοποιείται πληρέστερα με τον ειδικό τρόπο που αναφέρεται σ' αυτήν.

Κατά της αποφάσεως αυτής άσκησαν την ένδικη τριτανακοπή οι ήδη αναιρεσείοντες και ζήτησαν 1) να ακυρωθεί, επικαλούμενοι ότι έχουν έννομο συμφέρον προς τούτο, καθ' όσον ως κάτοικοι του χωρίου ..., για το συμφέρον των οποίων κατέλειπε ο διαθέτης την περιουσία του, βλάπτονται από τις αιτιολογίες της και 2) να βεβαιωθεί ότι η βούληση του διαθέτη ικανοποιείται πληρέστερα με τη διάθεση των πλεοναζόντων εισοδημάτων της περιουσίας του για την κατασκευή κοινωφελών έργων στο προαναφερόμενο χωριό τους.

Η τριτανακοπή απορρίφθηκε με την 6576/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία προσβάλλεται με την ένδικη αίτηση αναίρεσης. Πλην όμως δεν προκύπτει ότι επιδόθηκε το δικόγραφο αυτής στη Γενική Γραμματέα Αποκεντρωμένης Διοίκησης Αιγαίου, εντός των ορίων της οποίας εκπληρώνεται ο σκοπός της περιουσίας που κατέλειπε ο παραπάνω διαθέτης, και στην αρμοδιότητα της οποίας υπάγεται η διαχείριση του ένδικου κληροδοτήματος, αφού δεν συντρέχει περίπτωση υπαγωγής του στο Υπουργείο Οικονομικών, με βάση όσα αναφέρονται στη νομική σκέψη που προηγήθηκε (άρθρο 33 του Ν. 4182/2013).

Συνεπώς πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα (άρθρο 577 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 21-10-2014 αίτησης περί αναιρέσεως της 6576/2013 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Απριλίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Απριλίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ