Legislator Case Law & Legislation
627/2016 AI generated

Supreme Court dismisses insurance company's appeal on procedural grounds regarding evidence admissibility and weight.

Case Number 627/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the insurance company's appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's decision awarding compensation to the insured for a traffic accident. The insurer argued that the lower court relied exclusively on an autopsy report and a witness examination without proper legal basis. The court rejected this, noting the insurer had previously cited these documents in its own submissions and that the lower court correctly evaluated the entire evidentiary record rather than relying on a single document.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559(1), Art. 559(1)(b), Art. 559(10) C.Pol.D.; An appeal is inadmissible if the appellant fails to specify the grounds for the alleged violation of substantive law, and the lower court's assessment of evidence constitutes a matter of fact rather than a legal error.

Keywords

AI generated
appeal admissibility substantive law violation evidence assessment traffic accident compensation procedural defect

Cited Legislation

AI generated
Art. 559(1) C.Pol.D.
Art. 559(1)(b) C.Pol.D.
Art. 559(10) C.Pol.D.
Art. 562(2) C.Pol.D.
Art. 346 C.Pol.D.
Art. 495(4) C.Pol.D.
Art. 176 C.Pol.D.
Art. 183 C.Pol.D.

Cited Case Law

AI generated
OLAP 4/2005
OLAP 58/1978
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 627 / 2016 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 627/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κράνη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Αντώνιο Ζευγώλη, Γεράσιμο Φουρλάνο, Γεώργιο Λέκκα και Πηνελόπη Ζωντανού, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Οκτωβρίου 2015, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ Α.Ε.", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Παπαχρονόπουλο και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Δ. Μ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Ευστρατιάδη με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8/6/2009 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Γιαννιτσών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 82/815/2010 και 74/1329/2011 μη οριστικές και η 142/226/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και η 173/2015 του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 6/3/2015 αίτησή της και τους από 4/11/2014 πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεράσιμος Φουρλάνος ανέγνωσε την από 25/9/2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο πρώτος με αριθμό 1 κύριος λόγος αναίρεσης και ο δεύτερος πρόσθετος λόγος αυτής και να απορριφθούν οι λοιποί κύριοι λόγοι αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Εισάγονται προς κρίση αίτηση αναίρεσης και πρόσθετοι αυτής λόγοι για τα αυτά κεφάλαια της προσβαλλόμενης υπ’ αριθ.173/2015 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία κρίθηκε απαίτηση του ήδη αναιρεσίβλητου κατά της αντιδίκου του ασφαλιστικής εταιρείας (αναιρεσείουσας) για καταβολή σ’ αυτόν αποζημίωσης, λόγω επέλευσης της ασφαλιστικής περίπτωσης (ανικανότητας από τροχαίο ατύχημα).

ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρ. 559 αριθμ.1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, ο δε κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ολΑΠ4/2005) Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθμ.1 εδ.β ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποίησε ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας για την ανεύρεση, με βάση αυτά, της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου ή την υπαγωγή στον κανόνα αυτόν των πραγματικών περιστατικών που απετέλεσαν τις παραδοχές του και όχι όταν χρησιμεύουν προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων ή εκτίμηση αποδείξεων (ΑΠ 679/2013, 747/2001).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ’ αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (ΟλΑΠ 1/1999).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές, αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Το κατά νόμο δε αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 861/1984). Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 467/2013, 495/2013, 179/2013).

Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, ως εκ τούτου, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του αριθμ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαίτερα και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.

Από τη διάταξη, εξάλλου, του άρθρου 561παρ.1 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτή κανόνες ουσιαστικού δικαίου ή εφόσον η εκτίμησή του δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμ.19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη, διότι έτσι πλήττεται η ουσία της υπόθεσης (ΑΠ 679/2013).

Περαιτέρω o λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δίδεται, όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, άρα, στηρίζουν αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντέστασης ή λόγου έφεσης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 1933/2006).

Επίσης, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε, τυπικό ή ουσιαστικό, λόγο (ολ.ΑΠ 12/1997), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά τον συγκροτούν.

Τέλος με το άρθρο 3 παρ.1 εδάφιο α’ του νόμου 2496/1997 ορίζεται, ότι "κατά τη σύναψη της σύμβασης ο λήπτης της ασφάλισης υποχρεούται να δηλώσει στον ασφαλιστή κάθε στοιχείο ή περιστατικό που γνωρίζει, το οποίο είναι αντικειμενικά ουσιώδες για την εκτίμηση του κινδύνου, καθώς επίσης να απαντήσει σε κάθε σχετική ερώτηση του ασφαλιστή".

Με τη διάταξη αυτή επιβάλλεται ως ασφαλιστικό βάρος η δήλωση προς τον ασφαλιστή κάθε στοιχείου ή περιστατικού, που είναι γνωστό στον λήπτη της ασφάλισης και ουσιώδες για την εκτίμηση του κινδύνου. Το αν ένα περιστατικό είναι ουσιώδες από την άποψη αυτή, κρίνεται όχι κατά τις αντιλήψεις του συγκεκριμένου ασφαλιστή, αλλά σύμφωνα με τις αρχές της ενδεδειγμένης ασφαλιστικής τεχνικής, δηλαδή αντικειμενικά.

Είναι δε ουσιώδες το περιστατικό αυτό, όταν συμβάλλει στην ορθή εκτίμηση του ασφαλιστικού κινδύνου, δηλαδή της δυνατότητας να επέλθει η οικονομική ανάγκη που καλύπτει η ασφάλιση, πράγμα το οποίο, στη συνέχεια, είναι αναγκαίο για τον καθορισμό ενός δίκαιου ασφαλίστρου ή για τον περιορισμό της ζημίας. Στην παρ.6 του ίδιου άρθρου, που εφαρμόζεται και στην ασφάλιση ασθενειών, όπως συνάγεται από τη διάταξη της παραγρ.δ., ορίζεται, ότι "αν ο λήπτης της ασφάλισης παραβεί από δόλο την υποχρέωση που προβλέπεται στην παρ.1, ο ασφαλιστής έχει δικαίωμα να καταγγείλει τη σύμβαση μέσα σε προθεσμία ενός μηνός από τότε που έλαβε γνώση της παράβασης.

Αν η ασφαλιστική περίπτωση επέλθει εντός της παραπάνω προθεσμίας, ο ασφαλιστής απαλλάσσεται της υποχρέωσής του προς καταβολή του ασφαλίσματος. Ο λήπτης της ασφάλισης υποχρεούται σε αποκατάσταση κάθε ζημίας του ασφαλιστή". Από τη σαφή διατύπωση της διάταξης αυτής προκύπτει, ότι, με τη συνδρομή και των λοιπών όρων, η εκ δόλου παράβαση του συγκεκριμένου ασφαλιστικού βάρους έχει τις συνέπειες που ορίζει ο νόμος, άσχετα αν επέδρασε ή όχι στην επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης, η σύνδεση με την οποία δεν ανάγεται σε προϋπόθεση για την απαλλαγή του ασφαλιστή.

Σε περίπτωση, εξάλλου, που η ασφαλιστική περίπτωση επέλθει πριν από την εκ μέρους του ασφαλιστή γνώση της παράβασης, πρέπει, κατ’ αναλογική εφαρμογή των άνω διατάξεων (διότι δεν προβλέπεται ρητώς), να γίνει δεκτό, ότι ο τελευταίος απαλλάσσεται, μάλιστα δε αμέσως μετά την επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης, από την υποχρέωση του προς καταβολή του ασφαλίσματος (ΑΠ 170/2015, 1450/2006, 1119/2003).

Στην προκειμένη περίπτωση, προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ) των διαδικαστικών εγγράφων της δικογραφίας, ότι η αναιρεσείουσα αμυνόμενη κατά της αγωγής του αναιρεσίβλητου, με την οποία, επικαλούμενος ο τελευταίος σύναψη ασφαλιστικής σύμβασης με αυτή έναντι του κινδύνου μόνιμης ολικής ανικανότητας και επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης, ζήτησε την καταψήφιση του ασφαλίσματος, ύψους 360000 ευρώ, είχε προβάλει πρωτοδίκως και επανέφερε με ειδικό λόγο έφεσης την εκ του άρθρου 3 παρ.6 του νόμου 2496/1997 ένσταση και συγκεκριμένα, ότι ο αναιρεσίβλητος, κατά τη σύναψη της σύμβασης, δολίως της είχε αποκρύψει αντικειμενικά ουσιώδη περιστατικά για την εκτίμηση του κινδύνου και συγκεκριμένα την νοσηλεία του στο νοσοκομείο της ...

για κρανιοεγκεφαλική κάκωση: α)στις 6-12-1996, β)στις 8-11-2003 και γ)στις 7-5-2004. Σχετικά η προσβαλλόμενη απόφαση, που απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, η οποία είχε δεχθεί εξ ολοκλήρου την αγωγή του αναιρεσιβλήτου, δέχθηκε, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: "Ο ενάγων με την υπ’ αριθμ..../15-9-2003 σύμβαση ασφάλισης, που άρχισε να ισχύει από 15-9-2003, όπως αυτή τροποποιήθηκε με τις υπ’ αριθμ.... /15-3-2006, ... /15-7-2006 και ... /15-9-2006 πρόσθετες πράξεις, ασφαλίστηκε στην εναγομένη κατά των κινδύνων απώλειας ζωής και μόνιμης ολικής ανικανότητας.

Ειδικότερα, με το παραπάνω ασφαλιστήριο (αριθμ. .../2003) ο ενάγων ασφαλίστηκε για τον κίνδυνο μόνιμης ολικής ανικανότητας, με ασφαλισμένο κεφάλαιο 6.000 ευρώ και για μόνιμη ανικανότητα από ατύχημα με ασφαλισμένο κεφάλαιο 6.000 ευρώ. Την 15-7-2005 το παραπάνω ασφαλιστήριο ακυρώθηκε λόγω μη πληρωμής των ασφαλίστρων από τον ενάγοντα και επαναφέρθηκε σε ισχύ μετά από αίτηση του ενάγοντος με την υπ’ αριθμ. .../15-3-2006 πρόσθετη πράξη και ίσχυσε από την 15-3-2006 με τις ίδιες ως άνω ασφαλιστικές καλύψεις.

Στη συνέχεια, μετά από αίτημα του ενάγοντος περί αυξήσεως των ασφαλιστικών του καλύψεων, εκδόθηκαν οι υπ’ αριθμ. .../15-7-2006 και .../15-9-2006 πρόσθετες πράξεις, με τις οποίες αυξήθηκαν οι ως άνω παροχές στο ποσό των 120.000 ευρώ για τον κίνδυνο της μόνιμης ολικής ανικανότητας, και αυτής από ατύχημα στο ποσό των 120.000 ευρώ, το οποίο θα διπλασιαζόταν, σε περίπτωση που ο ενάγων θα υφίστατο ατύχημα ως οδηγός (με νόμιμη άδεια ικανότητας οδήγησης) επιβατηγού αυτοκινήτου, ήτοι συνολικά το ασφάλισμα για τους παραπάνω κινδύνους μόνιμης ολικής ανικανότητας ανερχόταν στο ποσό των 360.000 ευρώ, καταβλητέου τμηματικά κατά 30% αυτού (108.000 ευρώ) κατά την ημερομηνία αναγνώρισης από την εναγομένη, κατά 30% (108.000 ευρώ) ένα έτος μετά από την καταβολή της πρώτης δόσης και κατά 40% (144.000 ευρώ) ένα έτος μετά την καταβολή της δεύτερης δόσης.

Σύμφωνα δε με τη σύμβαση (άρθρο 1 των γενικών όρων της συμπληρωματικής ασφάλισης μόνιμης ολικής ανικανότητας), ο ενάγων - ασφαλισμένος θεωρείται ότι είναι μόνιμα και ολικά ανίκανος, όταν λόγω πάθησης ή βλάβης της υγείας του ή εξασθένησης σωματικής και πνευματικής δεν έχει την ικανότητα να εξασκήσει το επάγγελμά του η άλλη ανάλογη εργασία που ανταποκρίνεται στις δυνάμεις, τη μόρφωση, την εξειδίκευση και τη συνήθη επαγγελματική του απασχόληση και εφόσον, σύμφωνα με ιατρική εκτίμηση, αποκλείεται οριστικά η περίπτωση αποκατάστασης ή η αλλαγή του ποσοστού αναπηρίας, ενώ, κατά το άρθρο 3 της ίδιας σύμβασης, ορίζεται ότι σε περίπτωση αγκύλωσης μέρους της σπονδυλικής στήλης με παραμόρφωση η εναγομένη καταβάλλει στον ασφαλισμένο 70% του ασφαλισμένου κεφαλαίου.

Επιπροσθέτως, κατά το άρθρο 5περ. στ’ της συγκεκριμένης συμπληρωματικής ασφάλισης, "εξαιρούνται και δεν καλύπτονται οι περιπτώσεις ανικανότητας που οφείλονται ή σχετίζονται ολικά ή μερικά, άμεσα ή έμμεσα, με προγενέστερη της ασφάλισης - έστω και αν δηλώθηκε στην εταιρία - πάθηση ή σωματική βλάβη, καθώς και τα επακόλουθα και τις επιπλοκές τους, εκτός αν έχει προστεθεί ειδικός όρος".

Περαιτέρω, αποδείχθηκε, ότι την 30-11-2006, ο ενάγων, οδηγώντας το υπ’ αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητό του (κατέχων επαγγελματική άδεια οδήγησης με αρ. .../15-6-1984 που περιλαμβάνει μεταξύ άλλων και ιδιωτικά αυτοκίνητα) στην επαρχιακή οδό ..., υπέστη τροχαίο ατύχημα, όταν άλλος οδηγός αγνώστων στοιχείων επιχείρησε να τον προσπεράσει από αριστερά με υπερβολική ταχύτητα και επανερχόμενος στην πορεία του απέκλεισε την πορεία του ενάγοντος και τον εξέτρεψε προς το δεξιό χωμάτινο έρεισμα του δρόμου, με αποτέλεσμα το όχημά του τελικά να εξέλθει κατά το ήμισυ εκ του οδοστρώματος στο χωμάτινο έρεισμα (βλ.

την από 30-11-2006 έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος του Α.Τ. ..., στην οποία προφανώς εκ παραδρομής αναγράφεται ως χρονολογία του ατυχήματος το έτος 2007, όπως αποδεικνύεται από την υποβολή της δικογραφίας που σχηματίστηκε από το Α.Τ. ... προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών ... και από την από 5-12-2006 έκθεση ένορκης εξέτασης μάρτυρα, όπου ο ενάγων κατέθεσε στον αρμόδιο προανακριτικό υπάλληλο περί των συνθηκών του ατυχήματος).

Για το ατύχημα αυτό, ο ενάγων ενημέρωσε εντός του μηνός Δεκεμβρίου 2006 εγγράφως την εναγομένη. Εξαιτίας του ατυχήματος ο ενάγων υπέστη κρανιοεγκεφαλική κάκωση, θλάση αυχενικής μοίρας σπονδυλικής στήλης και νοσηλεύθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο ... από 30-11-2006 έως 4-12-2006.... Η εξέλιξη της υγείας του δεν ήταν όμως ομαλή, με συνέπεια να νοσηλευθεί εκ νέου στο Γενικό Νοσοκομείο ...

από την 8-12-2006 μέχρι την 12-12-2006, ενώ εξετασθείς την 21-12-2006 στα εξωτερικά ιατρεία της Β’ Ορθοπεδικής Κλινικής του άνω νοσοκομείου, βρέθηκε πάσχων από μετατραυματική αδυναμία των άνω άκρων.... Την 4-12-2006 ο ενάγων υποβληθείς σε μαγνητική τομογραφία για εξέταση MRI ΑΜΣΣ στο ιδιωτικό διαγνωστικό κέντρο ..., βρέθηκε να πάσχει από κεντρικοπλάγια δεξιά κήλη του μεσοσπονδυλίου δίσκου με ελαφρά πίεση του νωτιαίου μυελού....., ενώ την 22-12-2006 υποβλήθηκε σε νέα μαγνητική τομογραφία στο ιδιωτικό διαγνωστικό εργαστήριο "..." στη … για εξέταση ΑΜΜΣ και βρέθηκε ευθειασμός της ΑΜΜΣ, ο νωτιαίος μυελός υφίστατο πίεση και παραμόρφωση στο διάστημα Α4-Α5 κεντρικά και στα διαστήματα Α5-Α6 και Α6-Α7 αριστερά της μέσης γραμμής, ενώ απεικονιστικά ευρήματα μυελοπάθειας από πίεση παρατηρήθηκαν στο επίπεδο του διαστήματος Α5-Α6 (βλ.

την από 22-12-2006 εξέταση του ενάγοντος στο άνω διαγνωστικό κέντρο). Στη συνέχεια, εξεταζόμενος στο Γενικό Περιφερειακό Νοσοκομείο "...", αποδείχθηκε ότι υπέστη μετατραυματική αυχενική μυελοπάθεια από ύψος Α5-Α6 με συνέπεια τετραπάρεση (βλ. την από 7-3-2007 ιατρική γνωμάτευση του νευροχειρουργού Σ. Μ.). Περαιτέρω, εξεταζόμενος στα εξωτερικά ιατρεία του ως άνω νοσοκομείου, βρέθηκε πάσχων από μετατραυματική αυχενική μυελοπάθεια και έκπτωση μυϊκής ισχύος (βλ.

την από 9-5-2007 ιατρική γνωμάτευση του ίδιου ως άνω νευροχειρουργού, στην οποία εκ παραδρομής αναγράφεται ως ημερομηνία η 9-5-2006...). Την 27-10-2007 εισήχθη στο Ιατρικό Διαβαλκανικό Κέντρο Θεσσαλονίκης, όπου νοσηλεύθηκε μέχρι την 31-10-2007 λόγω αυχενικής μυελοπάθειας και υποβλήθηκε σε χειρουργική δισεκτομή και σπονδυλοδεσία σε τρία επίπεδα, Α4/5-Α5/6-Α6/7, ενώ στην από 31-10-2007 γνωμάτευση του νευροχειρουργού Χ.

Α. αναφέρεται ειδικότερα, ότι η νέα MRI ΑΜΣΣ 22-12-2006 ανέδειξε εστία μυελοπάθειας στον Α5/6 σπόνδυλο, η οποία προφανώς είναι απότοκος της κάκωσης 22 ημέρες πριν, σε έδαφος σπονδύλωσης. Την 9-4-2009, όταν ο ενάγων εξετάσθηκε εκ νέου στα εξωτερικά ιατρεία του Γενικού Νοσοκομείου Θεσσαλονίκης "...", βρέθηκε πάσχων από σπαστική τετραπάρεση και υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση αυχενικής σπονδυλοδεσίας σε τρία επίπεδα, παρουσίαζε δε μυελοπάθεια.....

Επιπλέον, με την υπ’ αριθμ....-7-2007 απόφαση της Δευτεροβάθμιας Υγειονομικής Επιτροπής του Τ.Σ.Α., όπου ήταν ασφαλισμένος ως εκπαιδευτής οδηγός, κρίθηκε αυτός ανάπηρος με ποσοστό αναπηρίας 67% και δικαιούχος σύνταξης αναπηρίας, ενώ και με την υπ’ αριθμ. ...-9-2007 απόφαση της Πρωτοβάθμιας Επιτροπής του ΙΚΑ (ΟΓΑ) ..., όπου ήταν ασφαλισμένος λόγω της ενασχόλησης του με τη γεωργία και η οποία (απόφαση) επικυρώθηκε με την υπ’ αριθμ. ...-11-2007 απόφαση της β’ βάθμιας Επιτροπής του ΙΚΑ, κρίθηκε αυτός ανάπηρος κατά ποσοστό 80%.

Άλλωστε, μετά το ατύχημα, αφαιρέθηκε η επαγγελματική άδεια οδήγησης του ενάγοντος και κατατέθηκε στη Δ/νση Συγκοινωνιών Ν. ... με το υπ’ αριθμ. ...2-8-2007 έγγραφο η άδεια λειτουργίας της σχολής οδηγών, την οποία αυτός διατηρούσε στη ..., με αποτέλεσμα να υποβάλλει αίτηση οριστικής διακοπής των εργασιών του στην αρμόδια Δ.Ο.Υ.

Μετά το ατύχημα και αφού ενημερώθηκε εγγράφως από τον ενάγοντα, η εναγομένη κατέβαλε σ’ αυτόν το ποσό των 15.500 ευρώ ως αποζημίωση για την απώλεια των εισοδημάτων του από 30-11-2006 μέχρι 31-5-2007, το ποσό των 2.730 ευρώ ως νοσοκομειακό επίδομα και επίδομα ανάρρωσης για τη νοσηλεία του στο νοσοκομείο ... από 31-11-2006 μέχρι 4-12-2006 και στο νοσοκομείο ...

από 8-12-2006 μέχρι 12-12-2006, το ποσό των 1450 ευρώ ως νοσοκομειακό επίδομα λόγω της χειρουργικής του επέμβασης στο Ιατρικό Διαβαλκανικό Κέντρο Θεσσαλονίκης από την ημέρα της επέμβασης (28-10-2007) μέχρι τη λήξη της νοσηλείας του (2-11-2007), το ποσό των 1.087,50 ευρώ ως επίδομα ανάρρωσης για 15 ημέρες, το ποσό των 145 ευρώ ως νοσοκομειακό επίδομα για τη νοσηλεία του στο νοσοκομείο ...

την 31-12-2007 για μια ημέρα και το ποσό των 217,50 ευρώ ως επίδομα ανάρρωσης για τρείς ημέρες. Εξάλλου, όπως προκύπτει από το από 10-9-2007 έγγραφο της διοικητικής διευθύντριας του νοσοκομείου ... Σ. Μ., ο ενάγων εισήλθε στο άνω νοσοκομείο την 6-12-1996 για πιθανή κρανιοεγκεφαλική κάκωση, εξήλθε την 7-12-1996, επανήλθε την 8-11-2003 για παρακολούθηση για πιθανή κρανιοεγκεφαλική κάκωση και την 8-5-2004 επανεισήχθη για παρακολούθηση πιθανής θλάσης ΑΜΣΣ.

Επίσης, την 7-5-2004, ο ενάγων, επικαλούμενος ότι υπέστη τροχαίο ατύχημα ως συνοδηγός σε αυτοκίνητο που κινούνταν στην επαρχιακή οδό ... - ..., όταν ο οδηγός έχασε τον έλεγχο του αυτοκινήτου σε μια στροφή και ο ίδιος χτύπησε στον αυχένα, νοσηλεύθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο ... για πιθανή κρανιοεγκεφαλική κάκωση και εξήλθε την 10-5-2004 με διάγνωση θλάση ΑΜΣΣ και κατάσταση της νόσου σε βελτίωση (βλ.

την από 10-5-2004 υπεύθυνη δήλωση ατυχήματος του ενάγοντος προς την εναγομένη, το από 7-5-2004 εισιτήριο του Γενικού Νοσοκομείου ... και το από 10-5-2004 εξιτήριο του ίδιου νοσοκομείου). Σύμφωνα δε με την από 4-6-2004 απόδειξη πληρωμής της εναγομένης, η τελευταία κατέβαλε στον ενάγοντα το ποσό των 435 ευρώ, προκειμένου να τον αποζημιώσει για το ατύχημα που αυτός υπέστη την 7-5-2004 και επομένως η εναγομένη, ήδη κατά τις ημερομηνίες κατάρτισης των προσθέτων πράξεων του ασφαλιστηρίου και της αύξησης του ποσού του ασφαλίσματος το έτος 2006, γνώριζε περί του επισυμβάντος τροχαίου ατυχήματος του ενάγοντος την 7-5-2004 και των σωματικών βλαβών που αυτός υπέστη εξαιτίας αυτού και επομένως ο ισχυρισμός της περί δόλιας απόκρυψης από τον ενάγοντα των συγκεκριμένων σωματικών του βλαβών, τον οποίο επαναφέρει εν προκειμένω με τον δεύτερο λόγο της έφεσης, είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος.....

Περαιτέρω, με τους συναφείς μεταξύ τους τρίτο και τέταρτο λόγους έφεσής της η εναγομένη ισχυρίζεται ότι ο ενάγων έπασχε από μετατραυματική αυχενική μυελοπάθεια ήδη ενάμισυ μήνα πριν από την σύναψη της ασφαλιστικής σύμβασης, γεγονός που γνώριζε ο ίδιος και το απέκρυψε δολίως από την εναγομένη και επομένως σύμφωνα με τα άρθρα 3 και 4 της ασφαλιστικής σύμβασης, δεν καλύπτεται ασφαλιστικά ο κίνδυνος αυτός.

Επί του ισχυρισμού αυτού πρέπει να αναφερθούν τα εξής: Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο (Πολυμελές Πρωτοδικείο Γιαννιτσών) με την υπ’ αριθμ. 82/815/2010 απόφασή του διέταξε τη διενέργεια ιατρικής πραγματογνωμοσύνης για να εξακριβωθεί, εάν η αυχενική μυελοπάθεια και η σπαστική τετραπάρεση από τις οποίες πάσχει ο ενάγων, προήλθαν από το προαναφερόμενο τροχαίο ατύχημα την 30-11-2006, ώστε να δικαιούται της αιτούμενης με την αγωγή του αποζημίωσης από την εναγομένη, ή ήταν προγενέστερες αυτού και οφειλόμενες σε παλαιότερους τραυματισμούς του.

Στην από 1-11-2010 ιατρική πραγματογνωμοσύνη του διορισθέντος με την προαναφερόμενη απόφαση νευροχειρουργού Ι. Α., ο τελευταίος είχε αναφερθεί στο ιατρικό ιστορικό του ενάγοντος από την 30-11-2006 και εντεύθεν, ήτοι μετά την ημερομηνία επέλευσης του προαναφερόμενου τροχαίου ατυχήματος, χωρίς να γίνεται καμία αναφορά στις προγενέστερες κακώσεις που είχε υποστεί ο ενάγων πριν την 30-11-2006 και εν συνεχεία ο εν λόγω πραγματογνώμονας, απαντώντας στα ερωτήματα που του τέθηκαν από το Δικαστήριο, συμπερασματικά ανέφερε, ότι δεν υπάρχει καμία αμφιβολία για το ότι η σημερινή κατάσταση του ενάγοντος οφείλεται στο επίδικο τροχαίο ατύχημα που έγινε στις 30-11-2006, ότι υπάρχει αιτιώδης συνάφεια συνεχούς νοσηλείας και επιδείνωσης της νευρολογικής εικόνας μετά το τραύμα και ότι η κατάστασή του είναι μόνιμη, με αμυδρές ελπίδες για κάποια βελτίωση.

Ως εκ τούτου, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έκρινε, ότι ο ανωτέρω πραγματογνώμονας δεν είχε λάβει υπόψη του τα ιατρικά έγγραφα που αφορούσαν τις σωματικές κακώσεις που είχε υποστεί ο ενάγων πριν από το επίσυμβάν την 30-11-2006 τροχαίο ατύχημα και ακολούθως με την υπ’ αριθμ. 74/1329/2011 απόφασή του διέταξε την επανάληψη της συζήτησης προκειμένου να διενεργηθεί νέα πραγματογνωμοσύνη ως προς τα ίδια θέματα, για τα οποία είχε διαταχθεί η αρχική, αλλά από άλλους πραγματογνώμονες, σύμφωνα με τα άρθρα 254 και 388 ΚΠολΔ.

Περαιτέρω, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της από 9-2-2012 ιατρικής πραγματογνωμοσύνης του ιατρού Κ. Π., καθηγητή νευροχειρουργικής ... και του ιατρού Ν. Φ., επίκουρου καθηγητή νευροχειρουργικής …., ο ενάγων εξετάσθηκε την 8-11-2011 στο ιατρείο του πρώτου εξ αυτών με παρόντα και τον τεχνικό σύμβουλο της εναγομένης, νευροχειρουργό Ι.

Τ. και αφού αυτός (ενάγων) τους παρείχε τις σχετικές διευκρινήσεις και τα έγγραφα που του ζήτησαν, οι διορισθέντες από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο πραγματογνώμονες προέβησαν στον ενδελεχή έλεγχο του φακέλου του προκειμένου να τεκμηριώσουν τις κρίσεις τους για τα ερωτηθέντα ιατρικά ζητήματα. Συγκεκριμένα, οι άνω πραγματογνώμονες, αφού έλαβαν υπόψη όλα τα ιατρικά έγγραφα που αφορούσαν τις κακώσεις που είχε υποστεί ο ενάγων πριν από την ημερομηνία επέλευσης του επισυμβάντος τροχαίου ατυχήματος (30-11-2006), καθώς και εκείνα που αναφέρονταν στο ιατρικό ιστορικό του ενάγοντος από το χρόνο του ατυχήματος και εντεύθεν, καταλήγουν κατηγορηματικά στο συμπέρασμα, ότι η τετραπάρεση και η σπαστικότητα από τις οποίες πάσχει ο ενάγων, οφείλονται στο τροχαίο ατύχημα που υπέστη την 30-11-2006.

Όπως δε εκθέτουν αναλυτικά, μεταξύ άλλων, στην κοινή ιατρική τους έκθεση, οι παλαιότερες κακώσεις που είχε υποστεί ο ενάγων στις …/7-12-1996, στις …/9-11-2003 και στις …/10-5-2004 στο Νοσοκομείο ..., ήταν ήσσονος σημασίας με προφανείς προληπτικούς λόγους νοσηλείας και κλινικά ασήμαντες, χωρίς να μπορούν να δημιουργήσουν ή να συντελέσουν στην κλινική ή ακτινολογική εικόνα αυχενικής μυελοπάθειας, η αρχική μαγνητική τομογραφία αυχενικής μοίρας σπονδυλικής στήλης (4-12-2006) δεν δείχνει βλάβες που θα μπορούσαν να αποδοθούν σε προηγούμενο τραυματισμό του και οι διάσπαρτες εκφυλιστικές αλλοιώσεις των δίσκων και τα επιχείλια οστεόφυτα των σπονδυλικών σωμάτων που αναφέρονται στη δεύτερη μαγνητική τομογραφία (22-12-2006) προφανώς δεν οφείλονται στους παλαιότερους μικροτραυματισμούς του.

Αντιθέτως, ο τεχνικός σύμβουλος της εναγομένης νευροχειρουργός Ι. Τ., λαμβάνοντας υπόψη τα ίδια ιατρικά έγγραφα σχετικά με τις παλαιότερες κακώσεις που είχε υποστεί ο ενάγων, καθώς και εκείνα που αναφέρονται στις κακώσεις του μετά από το τροχαίο ατύχημα, κρίνει με τις από 31-1-2011 και 6-12-2011 ιατρικές εκθέσεις του, ότι η σημερινή κλινική νευρολογική κατάσταση της σπαστικής διπληγίας του ενάγοντος δεν έχει σχέση με οποιαδήποτε τραυματική βλάβη της αυχενικής του σπονδυλικής στήλης, αλλά είναι απότοκη μιας διάχυτης εγκεφαλομυελικής βλάβης παθολογικής αιτιολογίας.

Επιπλέον, ο παραπάνω τεχνικός σύμβουλος της εναγομένης, στην από 7-5-2012 έκθεση σχολιασμού του, όσον αφορά την ιατρική πραγματογνωμοσύνη που κατέθεσαν στο Δικαστήριο οι δύο ανωτέρω συνάδελφοί του, αμφισβητεί τις κρίσεις τους και ισχυρίζεται, μεταξύ άλλων, ότι κατά την από κοινού εξέταση του ενάγοντος ζήτησαν απ’ αυτόν να προσκομίσει επιπλέον πέντε ιατρικές εξετάσεις και βεβαιώσεις, ότι προσκόμισε μόνο δύο εξ αυτών και ότι κυρίως αρνήθηκε να προσκομίσει υπολογιστική τομογραφία του εγκεφάλου του, από την οποία θα διαπιστωνόταν η συνύπαρξη μιας χρόνιας συστηματικής πάθησης του νευρικού του ιστού...

Ο ενάγων προσκομίζει στο παρόν Δικαστήριο την 5-2-2013 γνωμάτευση του διαγνωστικού κέντρου, όπου υπεβλήθη οικειοθελώς σε υπολογιστική τομογραφία εγκεφάλου, από την οποία προκύπτει, ότι δεν υφίσταται χρόνια συστηματική πάθηση και η οποία ως αποδεικτικό μέσο εκτιμάται ελεύθερα από το Δικαστήριο.

Συνεπώς αποδείχθηκε, ότι η τετραπάρεση και η σπαστικότητα, από τις οποίες πάσχει ο ενάγων οφείλονται στο τροχαίο ατύχημα που αυτός υπέστη στις 30-11-2006.....". Με το πρώτο σκέλος του πρώτου των κύριων λόγων της αίτησης αναίρεσης προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες ότι με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων του άρθρ. 3§§ 1, 6 & 7 του ν. 2496/1997, αλλιώς με ελλιπείς αιτιολογίες, απέρριψε την ένσταση απαλλαγής της αναιρεσείουσας από την καταβολή ασφαλίσματος στον αναιρεσίβλητο, σύμφωνα με την οποία ένσταση αυτός δεν δήλωσε, αλλά δολίως απέκρυψε τις νοσηλείες του κατά τα διαστήματα …/7.12.1996, 8/9.11.2003 και 7/10.5.2004, αφού τις μεν δυο πρώτες νοσηλείες του δεν τις αξιολόγησε στο πλαίσιο των ως άνω διατάξεων, ως προς δε την τρίτη το γεγονός ότι η ίδια η αναιρεσείουσα κατέβαλε στον αναιρεσίβλητο αποζημίωση 435 ευρώ για το αυτοκινητικό ατύχημα, που υπέστη στις 7.5.2004, σημαίνει μεν γνώση του ατυχήματος από την αναιρεσείουσα, όχι όμως και γνώση επακριβώς των σωματικών βλαβών που υπέστη εξ αυτού ο αναιρεσίβλητος, όπως αναιτιολόγητα δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση.

Οι αυτές πλημμέλειες προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση και με τον δεύτερο των πρόσθετων λόγων της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην αυτή απόφαση και η περαιτέρω πλημμέλεια ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τους σχετικούς με τις δυο πρώτες νοσηλείες του αναιρεσιβλήτου ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας περί απαλλαγής της από την καταβολή σ’ αυτόν ασφαλίσματος ούτε έλαβε υπόψη ότι για την ασφάλιση του ίδιου κινδύνου αυτός ασφαλίστηκε και σε άλλες εννέα ασφαλιστικές εταιρείες εκτός της ασφάλισής του στην αναιρεσείουσα.

Ωστόσο και οι τρεις ως άνω νοσηλείες του αναιρεσιβλήτου έγιναν, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, για προληπτικούς καθαρά λόγους αναφορικά με κακώσεις "ήσσονος σημασίας και κλινικά ασήμαντες που δεν μπορούν να δημιουργήσουν ή να συντελέσουν στην κλινική ή ακτινολογική εικόνα αυχενικής μυελοπάθειας" και άρα δεν υπήρχε υποχρέωση δήλωσής τους από μέρους του αναιρεσιβλήτου, αφού δεν πρόκειται για αντικειμενικά ουσιώδη περιστατικά, όπως το άρθρ. 3§1 του ν. 2496/1997 απαιτεί, ενώ ως προς την τρίτη νοσηλεία του αναιρεσιβλήτου, η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε, επιπλέον, ότι ήταν σε γνώση της αναιρεσείουσας οι συνδεόμενες με αυτή σωματικές βλάβες του από το ατύχημα της 30.11.2006.

Η παραδοχή αυτή της προσβαλλόμενης απόφασης είναι σαφής και αναιρετικά ανέλεγκτη, δικαιολογείται δε επαρκώς η σχετική γνώση της αναιρεσείουσας από το γεγονός της καταβολής από αυτή στον αναιρεσίβλητο αποζημίωσης συνεπεία του ως άνω ατυχήματός του. Το γεγονός, εξ άλλου, ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν γίνεται ειδική αναφορά στις επικαλούμενες από την αναιρεσείουσα περαιτέρω ασφαλίσεις του αναιρεσιβλήτου για τον αυτό ασφαλιστικό κίνδυνο, που αφορά και η μεταξύ τους ασφαλιστική σχέση, δεν σημαίνει, όπως η αναιρεσείουσα υπολαμβάνει, ότι αγνοήθηκε από το Εφετείο ο σχετικός ισχυρισμός της, αλλά ότι δεν αξιολογήθηκε ως σημαντικός για την ουσία της υπόθεσης.

Συνεπώς, ως αβάσιμοι πρέπει να απορριφθούν τόσο ο πρώτος των κύριων λόγων της αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, όσο και ο δεύτερος των πρόσθετων λόγων από τους αριθμούς 1, 19 και 8(β) του άρθρ. 559 ΚΠολΔ. Πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση και με το δεύτερο σκέλος του πρώτου των κύριων λόγων της αίτησης αναίρεσης και ειδικότερα ότι με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άρθρ. 1§1, 27§1 του ν. 2496/1997 και 361 του ΑΚ, αλλιώς με ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες, έκρινε η προσβαλλόμενη απόφαση: (α) ότι το οφειλόμενο στον αναιρεσίβλητο ασφάλισμα ανέρχεται σε 360.000 ευρώ, συνυπολογίζοντας προς το σκοπό αυτό το ασφάλισμα των 120.000 ευρώ που συμφωνήθηκε για μόνιμη ολική ανικανότητα συνεπεία ασθένειας με το ισόποσο ασφάλισμα που συμφωνήθηκε για μόνιμη ολική ανικανότητα συνεπεία ατυχήματος, ενώ έπρεπε να δεχθεί, ότι οφείλεται μόνο το δεύτερο ασφάλισμα των 120.000 ευρώ και μάλιστα εις διπλούν, αφού κατά το ατύχημα ο αναιρεσίβλητος ήταν οδηγός ΙΧΕ αυτοκινήτου με νόμιμη άδεια οδήγησης και (β) ότι μόνιμη ολική ανικανότητα, που καλύπτεται ασφαλιστικά από τη σύμβαση των διαδίκων, υφίσταται και σε περίπτωση ατυχήματος, παρόλο που κατά την εν λόγω σύμβαση μόνιμη ολική ανικανότητα υφίσταται, όταν ο ασφαλισμένος (αναιρεσίβλητος) λόγω πάθησης ή βλάβης της υγείας του ή εξασθένησης σωματικής ή πνευματικής δεν έχει την ικανότητα να εξασκήσει το επάγγελμά του ή άλλη ανάλογη εργασία που να ανταποκρίνεται στις δυνάμεις, τη μόρφωση, την εξειδίκευση και τη συνήθη επαγγελματική του απασχόληση και εφόσον, σύμφωνα με την ιατρική εκτίμηση, αποκλείεται οριστικά η περίπτωση αποκατάστασης ή αλλαγής του ποσοστού αναπηρίας του.

Ωστόσο, κατά τις παραδοχές τις προσβαλλόμενης απόφασης δεν γίνεται διάκριση μεταξύ ασφαλίσματος για μόνιμη ολική ανικανότητα συνεπεία ασθένειας και ασφαλίσματος για μόνιμη ολική ανικανότητα συνεπεία ατυχήματος, αλλά προβλέπεται η καταβολή ασφαλίσματος για μόνιμη ολική ανικανότητα χωρίς περαιτέρω εξειδίκευση και ασφαλίσματος για μόνιμη ολική ανικανότητα συνεπεία ατυχήματος, τα οποία η απόφαση, ερμηνεύοντας εμμέσως αλλά σαφώς τη σύμβαση των διαδίκων, έκρινε ότι οφείλονται αθροιστικά, ενώ κατά την ίδια ερμηνευτική προσέγγιση έκρινε ακόμη ότι η μόνιμη ολική ανικανότητα συνεπεία ατυχήματος του αναιρεσιβλήτου καλύπτεται από το άρθρο 1 των γενικών όρων της πρόσθετης πράξης ασφάλισής του.

Η αναιρεσείουσα δεν καταλογίζει ευθέως ερμηνευτικό σφάλμα στην προσβαλλόμενη απόφαση, σε κάθε όμως περίπτωση οι αιτιάσεις της ως προς το ύψος του επιδικασθέντος στον αναιρεσίβλητο ασφαλίσματος και ως προς την αξιολόγηση του ατυχήματος ως καλυπτόμενης ασφαλιστικά αιτίας μόνιμης ολικής ανικανότητάς του, είναι απαράδεκτες, αφού προηγουμένως δεν προτάθηκαν στο Εφετείο, όπως η διάταξη του άρθρ. 562§2(α) ΚΠολΔ απαιτεί.

Κατά την ίδια έννοια, είναι απαράδεκτες και οι αιτιάσεις της ως προς το ύψος του επιδικασθέντος στον αναιρεσίβλητο ασφαλίσματος που προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση και με τον πρώτο των πρόσθετων αναιρετικών λόγων, με τον οποίο προσάπτονται στην απόφαση αυτή και οι περαιτέρω αιτιάσεις, ότι παρά το νόμο, αλλιώς με ελλιπείς αιτιολογίες, έκρινε ότι επήλθε ο ασφαλιστικός κίνδυνος, αρκούμενη απλώς στο ότι ο αναιρεσίβλητος κατέστη μόνιμα και ολικά ανίκανος να ασκήσει το επάγγελμά του, όχι όμως και άλλη ανάλογη προς τις δυνάμεις, τη μόρφωση, την εξειδίκευσή του και τη συνήθη επαγγελματική του απασχόληση εργασία ούτε διαλαμβάνεται στην απόφαση ότι σύμφωνα με την ιατρική επιστήμη αποκλείεται οριστικά η περίπτωση αποκατάστασης ή αλλαγής του ποσοστού ανικανότητάς του, ενώ επίσης δεν αναφέρεται στην απόφαση πότε η αναιρεσείουσα αναγνώρισε την προκληθείσα στον αναιρεσίβλητο ανικανότητα, από την οποία αναγνώριση εξαρτάται το ληξιπρόθεσμο της υποχρέωσής της για καταβολή ασφαλίσματος στον αναιρεσίβλητο, αφού, κατά τους όρους της σύμβασής τους, σε περίπτωση επέλευσης του ασφαλιστικού κινδύνου το ασφάλισμα ορίστηκε καταβλητέο στον αναιρεσίβλητο κατά 30% την ημερομηνία αναγνώρισης της ανικανότητάς του από την αναιρεσείουσα, κατά 30% ένα έτος μετά την ημερομηνία της πρώτης καταβολής και κατά το υπόλοιπο 40% ένα έτος μετά την καταβολή της πρώτης δόσης.

Αντίθετα όμως με όσα η αναιρεσείουσα υποστηρίζει, σαφώς στην προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση διαλαμβάνεται, ότι ο αναιρεσίβλητος συνεπεία του τραυματισμού του κατά το ατύχημα της 30.11.2006 κατέστη ολικά και μόνιμα ανίκανος για την άσκηση των, μέχρι τότε, επαγγελματικών δραστηριοτήτων του και κατ’ επέκταση και κάθε ανάλογης με αυτές εργασίας που θα μπορούσε διαφορετικά να μετέλθει, όπως αυτό προκύπτει από τη συνεκτίμηση των ιατρικών εκθέσεων και γνωμοδοτήσεων που τέθηκαν υπόψη του Εφετείου.

Εξ άλλου, ναι μεν κατά τη σύμβαση των διαδίκων μέρος του ασφαλίσματος ορίστηκε καταβλητέο κατά την ημερομηνία αναγνώρισης από την αναιρεσείουσα της ανικανότητας του αναιρεσιβλήτου, υπό την αυτονόητη όμως προϋπόθεση, ότι υπήρξε τέτοια αναγνώριση, διαφορετικά, δηλαδή σε περίπτωση άρνησης της αναιρεσείουσας, το ασφάλισμα καθίσταται ληξιπρόθεσμο και απαιτητό και χωρίς την από μέρους της αναγνώριση της ανικανότητας του αναιρεσιβλήτου, αρκεί αυτή να επήλθε και να καλύπτεται πράγματι από τη μεταξύ τους ασφαλιστική σύμβαση.

Συνεπώς τόσο ο πρώτος των κύριων λόγων της αίτησης αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος του, όσο και ο πρώτος των πρόσθετων αναιρετικών λόγων από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ είναι απορριπτέοι, ενώ απορριπτέος είναι ο πρώτος των πρόσθετων αναιρετικών λόγων και κατά την αιτίαση από τον αριθμό 8(β) του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, αφού οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ως προς την επέλευση του ασφαλιστικού κινδύνου, είναι σύμφωνες με τους αγωγικούς ισχυρισμούς του αναιρεσιβλήτου, τους οποίους επομένως το Εφετείο δεν αγνόησε, όπως η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται, αλλά τους έλαβε υπόψη και αυτό ανεξάρτητα από το γεγονός, ότι παραδοχές αντίθετες προς τους αγωγικούς ισχυρισμούς δεν θεμελιώνουν λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 8(β), αλλά ενδεχομένως από τους αριθμούς 1 ή 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ.

Κατά την ίδια έννοια, απορριπτέος είναι και ο τέταρτος των πρόσθετων αναιρετικών λόγων, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση η πλημμέλεια, ότι επιδίκασε στον αναιρεσίβλητο συνολικό ασφάλισμα 360.000 ευρώ, μολονότι, κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς του, το οφειλόμενο ασφάλισμα συνεπεία ατυχήματός του κατά την οδήγηση επιβατηγού αυτοκινήτου δεν υπερέβαινε συνολικά τις 240.000 ευρώ, αφού η σχετική παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης, αντίθετα με όσα η αναιρεσείουσα υποστηρίζει, είναι, κατά τα προεκτεθέντα, σύμφωνη με τους αγωγικούς ισχυρισμούς του αναιρεσιβλήτου και αυτό ανεξάρτητα και πάλι από το ότι η σχετική αιτίαση δεν θεμελιώνει λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 8(β) του άρθρ. 559 ΚΠολΔ.

III. Με τον δεύτερο των κύριων λόγων της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ και, ειδικότερα, ότι η παραδοχή της απόφασης, κατά την οποία η αυχενική μυελοπάθεια και η συνεπεία αυτής τετραπάρεση και σπαστικότητα του αναιρεσιβλήτου είναι απότοκη του τραυματισμού του κατά το ατύχημα της 30.11.2006 και δεν έχει αντίθετα παθολογική αιτία προϋπάρχουσα του τραυματισμού του, όπως η αναιρεσείουσα υποστηρίζει, είναι αναιτιολόγητη και δεν καλύπτεται, ούτε από την περαιτέρω παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι η μεν αρχική, από 4.12.2006, μαγνητική τομογραφία της αυχενικής μοίρας της σπονδυλικής στήλης του αναιρεσιβλήτου δεν δείχνει βλάβες που θα μπορούσαν να αποδοθούν σε προηγούμενο τραυματισμό του, ενώ οι αναφερόμενες στη δεύτερη, από 22.12.2006, μαγνητική τομογραφία του διάσπαρτες εκφυλιστικές αλλοιώσεις των δίσκων και τα επιχείλια οστεόφυτα των σπονδυλικών σωμάτων προφανώς δεν οφείλονται στους παλαιότερους μικροτραυματισμούς του.

Με την τελευταία αυτή παραδοχή η προσβαλλόμενη απόφαση, ναι μεν δεν συνδέει τις αναφερόμενες στη δεύτερη μαγνητική τομογραφία του αναιρεσιβλήτου εκφυλιστικές αλλοιώσεις και γενικότερα βλάβες στην σπονδυλική του στήλη με τους παλαιότερους μικροτραυματισμούς του, αλλά ούτε και με τον τραυματισμό του στις 30.11.2006, το γεγονός όμως αυτό και ειδικότερα το ενδεχόμενο να είχαν παθολογική αιτία και να προϋπήρχαν του τραυματισμού του, αφού δεν ήταν δυνατόν να δημιουργηθούν στο διάστημα μεταξύ των δυο τομογραφιών του, δεν είναι τελικά καθοριστικής σημασίας, αφού η τετραπάρεση και η σπαστικότητα δεν συνδέονται υποχρεωτικά με εκφυλιστικές αλλοιώσεις και επιχείλια οστεόφυτα των σπονδυλικών σωμάτων, ούτε τα ευρήματα αυτά οδηγούν υποχρεωτικά σε τετραπάρεση και σπαστικότητα, αλλά μπορεί αυτές να είναι καθαρά τραυματικής αιτιολογίας, όπως δέχθηκε και η προσβαλλόμενη απόφαση.

Συνεπώς, η ειδικότερη αυτή παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης δεν αντιφάσκει με το τελικό αποδεικτικό της πόρισμα, δηλαδή ότι ο αναιρεσίβλητος κατέστη μόνιμα και ολικά ανίκανος εξ αιτίας του τραυματισμού του στις 30.11.2006, οπότε και πραγματώθηκε ο καλυπτόμενος από τη σύμβαση των διαδίκων ασφαλιστικός κίνδυνος και είναι έτσι αβάσιμος και απορριπτέος ο αντίθετος δεύτερος των κύριων λόγων της αίτησης αναίρεσης.

IV. Κατά το άρθρ. 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν ή δεν έγινε παραδεκτή επίκλησή τους. Για να είναι δε ορισμένος ο λόγος με τον οποίο ο αναιρεσείων αιτιάται, ότι το δικαστήριο της ουσίας απαραδέκτως έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο, διότι δεν έγινε παραδεκτή επίκλησή του, πρέπει να ισχυρίζεται με το αναιρετήριο ότι το εν λόγω απαράδεκτο προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας (άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ), εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις των περιπτώσεων α έως γ της παραγράφου 2 του ίδιου άρθρου (ΑΠ 1419/2007).

Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον τρίτο πρόσθετο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθμ. 11 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ισχυριζόμενη, ότι η παραδοχή της απόφασης, ότι έλαβε χώρα το τροχαίο ατύχημα της 30.11.2006, κατά το οποίο τραυματίστηκε ο αναιρεσίβλητος στηρίχθηκε αποκλειστικά σε δύο έγγραφα, ήτοι στην από 30.11.2006 έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος του AT ...

και στην από 5.12.2006 ένορκη εξέταση μάρτυρα, τα οποία όμως ο τελευταίος δεν είχε ειδικά επικαλεσθεί. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, εφόσον η αναιρεσείουσα δεν εκθέτει, ότι είχε προβάλει την μη ειδική επίκληση των εν λόγω εγγράφων στο εφετείο, ενώ δεν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔ αφού θα μπορούσε να προβάλει τη σχετική παράλειψη με την προσθήκη έστω των προτάσεών της.

Σε κάθε περίπτωση, όμως, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των από 21.10.2014 προτάσεων ενώπιον του Εφετείου Θεσσαλονίκης (σελίδα 6 αυτών) της ίδιας της αναιρεσείουσας, την άνω από 30.11.2006 έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος, μαζί με το σχεδιάγραμμα, που συντάχθηκε από το αρμόδιο όργανο για το ένδικο ατύχημα, την είχε επικαλεσθεί η τελευταία.

Συνεπώς, κατέστη κοινό αποδεικτικό μέσο (άρθρο 346 ΚΠολΔ), παραδεκτώς λαμβανόμενο υπόψη για την απόδειξη των ισχυρισμών και άλλου διαδίκου (ΟλΑΠ 58/1978). Όσον δε αφορά στην από 5.12.2006 ένορκη εξέταση μάρτυρα, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης σαφώς προκύπτει, ότι το αποδεικτικό της πόρισμα για την παραδοχή του τροχαίου ατυχήματος της 30.11.2006, δεν το στήριξε αποκλειστικά στο εν λόγω έγγραφο, αλλά στην συνεκτίμηση του συνόλου των σ’ αυτή αναφερόμενων αποδεικτικών στοιχείων. Επομένως και αυτός ο πρόσθετος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος, με την επισήμανση, ότι οι αιτιάσεις της αναιρεσείουσας για τον τρόπο αξιολόγησης των άνω αποδεικτικών μέσων από το Εφετείο άπτονται της ουσίας της υπόθεσης, δεν αποτελούν δηλαδή "πράγματα" και δεν συνιστούν τον από το άρθρο 559 αριθ.10 αναιρετικό λόγο, όπως αβάσιμα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα. Μετά απ’ αυτά πρέπει: Α)Να απορριφθεί, στο σύνολό της η από 6.3.2015 αίτηση αναίρεσης τόσο κατά τους κύριους (αρχικούς) λόγους της όσο και κατά τους από 14.5.2015 πρόσθετους λόγους της Β)Να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (αρθρ.495 παρ.4 ΚΠολΔ όπως προστέθηκε με το αρθρ.11 παρ.2 Ν.4055/2012) και Γ)να επιβληθεί η δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις σε βάρος της αναιρεσείουσας λόγω της ήττας της (αρθρ.176, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 6.3.2015 αίτηση και τους από 14.5.2015 πρόσθετους λόγους της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας "... ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ Α.Ε." για αναίρεση της 173/2015 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Επιβάλλει σε βάρος της αναιρεσείουσας τη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, από δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Φεβρουαρίου 2016.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Νοεμβρίου 2016.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ