Supreme Court dismisses appeal against lower court ruling rejecting land acquisition claim due to lack of clarity and public property status.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the appeal filed by two individuals against a regional court decision rejecting their claim to acquire agricultural land. The appellants argued for ownership through specific legal mechanisms, but the lower court correctly found their claims inadmissible due to vague legal bases and the nature of the property as public land. Consequently, the court upheld the lower court's rejection of the appeal and ordered the appellants to pay the state's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticle 25 of Law 5496/1933; Article 559 of the Code of Civil Procedure: The Supreme Court rejects an appeal when the lower court correctly dismisses a claim for acquisition of agricultural land due to lack of clarity and the impossibility of acquiring public property through specific legal means.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 627 / 2014 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 627/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Οκτωβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσείοντες: 1) Χ. Σ. του Θ., κατοίκου ..., και 2) Γ. Σ. του Θ., κατοίκου ... Ο πρώτος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γρηγόριο - Ευάγγελο Καλαβρό και ο δεύτερος εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Βασίλειο Κορκίζογλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12/3/2007 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καβάλας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 16/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 311/2012 του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 20/10/2012 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Ρουμπής ανέγνωσε την από 4/10/2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη αμφοτέρων των λόγων της από 20/10/2012 αίτησης για αναίρεση της υπ' αρ. 311/2012 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θράκης και την εισαγωγή του προκαταβληθέντος παραβόλου για την άσκηση αυτής στο δημόσιο ταμείο.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη τους.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με τη διάταξη του άρθρου 25 του νόμου 5496/1933, με την οποία τροποποιήθηκε και αντικαταστάθηκε το άρθρο 91 του Αγροτικού Κώδικα - π.δ/μα της 15/22-10-1926, ορίζεται: "1) Μετά το πέρας της οριστικής διανομής ο Υπουργός της Γεωργίας εκδίδει προσωρινούς τίτλους κληρουχίας, ους παραδίδει εις τους κληρούχους, 2) Πας κληρούχος κεκτημένος προσωρινού τίτλου προσωρινού τίτλου κληρουχίας δύναται να ζητήσει την προεξόφλησιν του υπολοίπου χρέους αυτού, οπότε ισχύουν αι διατάξεις του εδαφίου 2 του άρθρου 89 του αγροτικού νόμου, 3) Μετά την αποπληρωμήν του χρέους του ο κληρούχος απαλλάσσεται της κατά το άρθρο 88 αλληλεγγύης, τα δε τεμάχια του κλήρου του θεωρούνται αυτοδικαίως απαλλαγέντα της κατά το αυτό άρθρον (εδ. 3 εγγεγραμμένης υποθήκης υπέρ του Δημοσίου. _ "Υπέρ του αποπληρώσαντος κληρούχου εκδίδεται οριστικόν παραχωρητήριον, μεταβιβαστικόν της κυριότητος, μεταγραφόμενου, επιμελεία του ενδιαφερομένου εις τα οικεία βιβλία μεταγραφών", 4) Δια την έκδοσιν των κατά το άρθρον 88 του αγροτικού νόμου συνολικών παραχωρητηρίων και των δια του παρόντος άρθρου προβλεπομένων προσωρινών τίτλων κληρουχίας και οριστικών παραχωρητηρίων αρμοδία είναι η Διεύθυνσις Εποικισμού, 5) Δια Διατάγματος ορισθήσεται ο τύπος του τε προσωρινού τίτλου κληρουχίας και του οριστικού παραχωρητηρίου".
Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών σαφώς συνάγεται ότι μέχρι της εκδόσεως και μεταγραφής του παραχωρητηρίου η κυριότητα του κλήρου ανήκει στο Δημόσιο, μη επιτρεπομένης της κτήσεως της κυριότητας με χρησικτησία από τον κληρούχο ή οιονδήποτε τρίτο, δοθέντος ότι με το άρθρο 4 του αν. ν. 1539/1938, που επανέλαβε τη διάταξη του άρθρου 21 του ν.δ/τος της 22-4/16-5-1926, που διατηρήθηκαν σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ με το άρθρο 53 του Εισαγωγικού Νόμου αυτού, ανεστάλη κάθε παραγραφή ή δικαστική προθεσμία σε αστικές διαφορές και απαγορεύθηκε οποιαδήποτε παραγραφή των δικαιωμάτων του Δημοσίου στα κτήματά του, άρα και η χρησικτησία πάνω σ' αυτά.
Περαιτέρω από τα ανωτέρω συνάγεται ότι για να έχει κύρος η υπό του κληρούχου προς τρίτο υπό τους ως άνω περιορισμούς εκποίησης του κλήρου δεν αρκεί μόνο η προεξόφληση του χρέους, αλλά πρέπει συνάμα να εκδόθηκε πριν τη μεταβιβαστική της κυριότητας πράξη και παραχωρητήριο υπέρ του αρχικού κληρούχου και να μεταγράφηκε αυτό στα οικεία βιβλία των μεταγραφών.
Η τοιαύτη έννοια των ως άνω διατάξεων συνάγεται και εκ του ότι ενώ η αρχική διάταξη του άρθρου 25 παρ. 2 του ν.4946, με την οποία ορίζεται ότι "πας κληρούχος δύναται να ζητήσει την προεξόφλησιν του υπολοίπου χρόους αυτού, οπότε ισχύουν αι διατάξεις του εδ. 1 του άρθρου 89", τροποποιήθηκε δια του άρθρου 4 του ν. 5193, το οποίο συμπεριλήφθηκε στον αγροτικό κώδικα του έτους 1935.
Κατά τα ως άνω στο άρθρο 91 παρ. 2 αυτού, η διάταξη της παρ. 3 του αυτού άρθρου 25 του ν.4946, με την οποία επιτάσσεται η έκδοση του παραχωρητηρίου και η μεταγραφή αυτού παρέμεινε άθικτος, καίτοι αυτήν είχε υπόψη του ο νομοθέτης κατά την ως άνω τροποποίηση. Η τοιαύτη δε θέληση του νομοθέτη περί της εννοίας των ως άνω διατάξεων καταδεικνύεται και εκ των επακολουθησάντων νόμων, με τους οποίους τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε ο αγροτικός κώδιξ και ιδιαίτερα τόσο του αν.ν.1722/1939, με τον οποίο ενώ στο άρθρο 1 παρ. 1 αυτού ορίζεται ότι "άμα τη δημοσίευση εις την εφημερίδα της Κυβερνήσεως της αποφάσεως του Υπουργού Γεωργίας ή του αρμοδίου Γενικού Διοικητού περί κηρύξεως της οριστικής διανομής των γαιών εκάστου αγροκτήματος η κυριότης των ατομικών κλήρων περιέρχεται αυτοδικαίως εις τους εν τω κυρωθέντι κτηματολογίου ως δικαιούχους τούτων αναγραφομένους κληρούχους (φυσικά πρόσωπα), όμως στην παρ. 4 του άρθρου 5 του αυτού νόμου με το οποίο τίθενται περιορισμοί, ρητώς ορίζεται ότι πλην των άλλων και ότι οι κλήροι δύνανται να εκποιώνται ή όπωσδήποτε να διατίθεται δια πράξεων εν ζωή ή αιτία θανάτου, κατ' ακέραια τεμάχια μετά προηγουμένην μεταγραφήν της κατά το άρθρο 1 παρ. 11 του νόμου τούτου βεβαιώσεως ή του κατά το αυτό άρθρο παραχωρητηρίου και εξόφλησιν του προς το Δημόσιον ή την αγροτικήν τράπεζαν της Ελλάδος οφειλομένου βάσει της καθορισθείσης τιμής χρεώσεως του κλήρου και του τυχόν εξ άλλης αιτίας χρέους αποκαταστάσεως και υπό τον περιορισμόν του άρθρου 163α του Αγροτικού Κώδικος επί ποινή ακυρότητος της σχετικής δικαιοπραξίας όσο και του άρθρου 1 του ν.δ/τος 1182/1972, (ΑΠ 91/1957, σχ.
ΑΠ 561/1953, ΑΠ 1913/2011, 1504/2004 και 928/1988). Εξάλλου, η νομική αοριστία της αγωγής που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αν το δικαστήριο γα το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσης του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος ή αρκέσθηκε σε λιγότερα (Ολ.
ΑΠ 18/1998). Η δε ποιοτική αοριστία, δηλαδή η επίκληση των στοιχείων του νόμου χωρίς αναφορά περιστατικών και η ποσοτική αοριστία, δηλαδή η μη αναφορά όλων των στοιχείων που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχονται από τους αριθμ. 8 και 14 αντιστοίχως του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. (Ολ.
ΑΠ 15/2000), αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη την αγωγή λαμβάνοντας υπόψη γεγονότα που δεν αναφέρονται σ' αυτή ή αντιθέτως έκρινε αόριστη την αγωγή μη λαμβάνοντος υπόψη τέτοια γεγονότα. Ο ισχυρισμός περί ποσοτικής ή ποιοτικής αοριστίας της αγωγής, για να παραδεκτός, πρέπει να προτείνεται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τον κανόνα του άρθρου 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., όπως επίσης πρέπει να αναφέρεται στο ακροατήριο ότι προτάθηκε παραδεκτά και νόμιμα στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ακόμη και αν έπρεπε να ληφθεί υπόψη αυτεπαγγέλτως, διαφορετικά ο λόγος είναι αόριστος (ΑΠ 536/2011, 5521/1995 και 1316/1992).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ επισκόπηση της ένδικης από 16-3-2007 αναγνωριστικής της συγκυριότητος ακινήτου αγωγής των δύο εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων εξέθεσαν ότι στον Π. Σ. του Α., δυνάμει του υπ' αριθμ. 14250/1041/7-4-1933 παραχωρητηρίου του Υπουργού Γενικού Διευθυντού της Γενικής Διοικήσεως Θράκης, που δεν έχει μεταγραφεί, παραχωρήθηκε ένας αγρός 40 στρεμμάτων στη θέση "Άγιος Σύλλας της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου Καβάλας πλήρως περιγραφομένου κατά τα όρια του, αυτός δε (παραχωρησιούχος) πώλησε και μεταβίβασε κατά κυριότητα, νομή και κατοχή τον αγρό αυτό στον Μ.
Α., με το υπ'αριθμ..../1935 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Καβάλας Ιωάννη Τσαμαδού, που μεταγράφηκε νόμιμα στον τόμο … και αριθ. …στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Καβάλας. Ότι ο Σ. Α. με την υπ' αριθμ. .../1962 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου Καβάλας Αντωνίου Δημόπουλου, που μεταγράφηκε στα ίδια βιβλία μεταγραφών (τόμος … αριθμ.
…), αποδέχθηκε την κληρονομιά των γονέων του Μ. και Δ. Α. και στη συνέχεια διαμόρφωσε το αγροτεμάχιο αυτό σε διακεκριμένα -μικρότερα αγροτεμάχια, από τα οποία πώλησε και μεταβίβασε κατά κυριότητα, νομή και κατοχή ένα τεμάχιο, επιφάνειας 4.250,30 τ.μ., που επίσης περιγράφουν λεπτομερώς, στον Δ. Α., με το υπ' αριθμ. .../1 972 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Καβάλας Κωνσταντίνου Πούλια, που μεταγράφηκε νόμιμα στα ίδια βιβλία μεταγραφών (τόμος 18ος αριθμ. 1466).
Ότι ο τελευταίος με το υπ' αριθμ. ...1983 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Καβάλας Βασιλείου Χειλά, που μεταγράφηκε νόμιμα στα ίδια βιβλία μεταγραφών (τόμος …αριθ. …), πώλησε και μεταβίβασε κατά κυριότητα, νομή και κατοχή το τεμάχιο αυτό στην εδρεύουσα στην Αθήνα ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "…", Αυτή με το υπ'αριθμ…./1983 συμβόλαιο του πιο πάνω συμβολαιογράφου Βασιλείου Χειλά, που μεταγράφηκε νόμιμα (τόμος … αριθ.
…) αγόρασε από τον Σ. Α. και απέκτησε κατά κυριότητα, νομή και κατοχή και ένα άλλο αυτοτελές τμήμα αγρού, έκτασης 1.130 τ.μ., που επίσης περιγράφεται λεπτομερώς, το οποίο ενώθηκε με το προηγούμενο και αποτέλεσε ένα ενιαίο τεμάχιο, συνολικής έκτασης 5.380, 30 τ.μ., με τα όρια που περιγράφουν. Ότι το ενιαίο αυτό αγροτεμάχιο, δυνάμει του υπ' αριθμ. .../1986 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Πειραιώς Ανδρέα Χρονόπουλου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα ίδια βιβλία μεταγραφών (τόμος 450ς αριθμ. 1913), περιήλθε στην, κατά μετατροπή της ομόρρυθμης εταιρίας, συσταθείσα Ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "…", η οποία πώλησε και μεταβίβασε κατά κυριότητα, νομή και κατοχή στους ενάγοντες, κατ' ισομοιρία, το ενιαίο αυτό αγροτεμάχιο, εμβαδού 5.373,63 τ.μ.
κατά σημερινή καταμέτρηση, με το υπ'αριθμ..../2002 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Αικατερίνης Γλέζου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα ίδια βιβλία μεταγραφών (τόμος … αριθμ. …).Ότι μετά από αίτηση τους το ακίνητο αυτό καταχωρήθηκε στα βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Καβάλας με τους εξής ΚΑΕΚ: 1) σε τμήμα του ... ,που ταυτίζεται με το τμήμα του ενιαίου ακινήτου τους, εμβαδού 4.230,08 τ.μ., 2) στο ..., 3) στο ...
και 4) σε τμήμα του ..., που περιβάλλεται από τους τρεις προηγούμενους ΚΑΕΚ όχι στο ονοματεπώνυμο των τότε αιτούντων (και ήδη αναιρεσειόντων), άλλα ως ανήκον στο εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο. Ότι τόσο οι δικαιοπάροχοι τους όσο και οι ίδιοι, από το χρόνο που απέκτησαν καθένας το ακίνητο, άσκησαν σ' αυτό "όλα τα πηγάζοντα από την κυριότητα, νομή και κατοχή δικαιώματα που ταιριάζουν με νόμιμο τίτλο, με καλή πίστη και με διάνοια κυρίου, χωρίς να αμφισβητηθούν από κανένα τα δικαιώματα τους αυτά και ότι, επειδή ο Οργανισμός Κτηματολογίου και Χαρτογραφήσεων Ελλάδας έσφαλε κατά την αναγνώριση των δικαιωμάτων κυριότητας επί του επιδίκου ακινήτου και καταχώρησε αυτό στα κτηματολογικά φύλλα με τους πιο πάνω ΚΑΕΚ, (επ' ονόματι του Ελληνικού Δημοσίου), πρόδηλο είναι το έννομο συμφέρον τους για τη διόρθωση της αρχικής αυτής εγγραφής.
Με βάση τα εκτιθέμενα πραγματικά αυτά περιστατικά ζητούσαν οι ενάγοντες, να αναγνωριστεί ότι είναι συγκύριοι, κατ' ισομοιρία, του επιδίκου τεμαχίου που έχει επιφάνεια, κατά σημερινή καταμέτρηση, 5.373,63 τ.μ. και εκτείνεται στους πιο πάνω ΚΑΕΚ και να διαταχθεί η διόρθωση της αρχικής εγγραφής, κατά τρόπον ώστε το αναγραφέν σε αυτή ως ανήκον στο Ελληνικό Δημόσιο να αναγραφεί ότι ανήκει σ' αυτούς κατ' ισομοιρία, με αυτοτελή ΚΑΕΚ που να ταυτίζεται με αυτό, όπως αποτυπώνεται με το τοπογραφικό διάγραμμα και με τον τίτλο κτήσης αυτών (υπ' αρ. .../2002 συμβόλαιο αγοράς της συμβολαιογράφου Αθηνών Αικατερίνης Γλέζου).
Με βάση τα ως άνω εκτιθέμενα στην ένδικη αγωγή το Εφετείο δέχθηκε ότι αυτή ως προς τη βάση της που στηρίζει την κτήση της συγκυριότητος των εναγόντων επί του επιδίκου ακινήτου με την έκδοση του υπ' αριθμ. 14250/1933 παραχωρητηρίου, είναι αόριστη, διότι οι ενάγοντες δεν ισχυρίστηκαν ότι το παραχωρητήριο αυτό είχε μεταγραφεί, με συνέπεια το Ελληνικό Δημόσιο να μην έχει απωλέσει την κυριότητά του επ' αυτού.
Επομένως το Εφετείο που έκρινε με την προσβαλλόμενη απόφασή του ότι η ένδικη αγωγή κατά την κύρια βάση της είναι απορριπτέα λόγω της κατά τα ως άνω αοριστίας της δεν παραβίασε τους προαναφερόμενους κανόνες του ουσιαστικού δικαίου ως προς την κτήση και μεταβίβαση ακινήτου ως αγροτικού κλήρου, μη αξιώνοντας περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του ασκουμένου από τους ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες δικαιώματος και ορθά εφαρμόζοντας το νόμο του απέρριψε λόγω της τοιαύτης αοριστίας της ως απαράδεκτη.
Επομένως ο πρώτος λόγος της ένδικης αίτησης αναίρεσης με τον οποίο οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι το Εφετείο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στην από τον αριθμ. 14 περίπτωση τελευταία του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Περαιτέρω, όσο αφορά τη βάση της ένδικης αγωγής για κτήση της συγκυριότητας του επιδίκου ακινήτου από τους ενάγοντες ήδη αναιρεσείοντες με έκτακτη χρησικτησία το Εφετείο έκρινε με, έστω και με διαφορετική εν μέρει αιτιολογία, την αγωγή ως μη νόμιμη, με την παραδοχή ότι πρόκειται περί τμήματος δημοσίου κτήματος, ως προς το οποίο δεν ήταν δυνατή η κτήση της κυριότητος μόνο με έκτακτη χρησικτησία και δη δημοσίου κτήματος, το οποίο το έτος 1933 παραχωρήθηκε από το δημόσιο στον Π. Σ. με βάση το προαναφερόμενο και μη μεταγραφέν παραχωρητήριο. Έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθά το νόμο εφήρμοσε, κρίνοντας και μη νόμιμη την ένδικη αγωγή και ως προς τη βάση της κτήσης της συγκυριότητας επί του επιδίκου ακινήτου από τους ενάγοντες με χρησικτησία. Γι' αυτό και ο δεύτερος λόγος της ένδικης αίτησης αναίρεσης από τον αριθμ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. με τον οποίον οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα των προαναφερομένων είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Τέλος, οι αναιρεσείοντες προτείνουν το πρώτον με τις έγγραφες προτάσεις τους τον ισχυρισμό τους περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της κυριότητος του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου επί του επιδίκου ακινήτου (άρθρο 281 ΑΚ). Ο ισχυρισμός τους όμως αυτός που δεν προτάθηκε με το αναιρετήριο ή με πρόσθετο λόγο αναίρεσης είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος.
Μετά από όλα τα προεκτιθέμενα και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης για έρευνα πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η ένδικη αίτηση αναίρεσης. Τέλος πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του προκαταβληθέντος παραβόλου από τους αναιρεσείοντες στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες ως ηττώμενοι στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου (άρθρα 176 και 183 Κ.Πολ.Δ. και 22 παρ. 1 του ν.3693/1957), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20-10-2012 αίτηση των 1) Χ. Σ. και 2) Γ. Σ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 311/2012 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θράκης.
Διατάσσει την εισαγωγή του προκαταβληθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, που ορίζει σε τριακόσια (300) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 16 Δεκεμβρίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 19 Μαρτίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ