Supreme Court dismisses appeal on admissibility grounds regarding a media freedom case involving a magazine and public broadcaster.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by the publisher of 'DAVLOS' magazine against a lower court decision ordering the cessation of a specific advertisement. The publisher argued that the ad promoted significant archaeological findings and that the public broadcaster's refusal constituted censorship and a violation of his reputation. The court rejected these claims as inadmissible because they were merely arguments supporting the original lawsuit rather than independent grounds for appeal, and the substantive issues were already thoroughly examined by the appellate court.
Legislator headnote
AI generatedArticles 14(1) and 5(1) of the Constitution; Article 10(1)(a) and (b) of the Rome Convention: Arguments supporting the main claim do not constitute independent grounds for appeal and are inadmissible if the substantive issues were already fully examined by the appellate court.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 627 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός: 627/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη και Αντώνιο Ζευγώλη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 14 Μαρτίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Δ. Λ., εκδότη και Διευθυντή του Περιοδικού Πρωτοποριακής Έρευνας, με την επωνυμία "ΔΑΥΛΟΣ", κατοίκου Αθηνών, ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Παπαδέλλη.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΡΑΔΙΟΦΩΝΙΑ - ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ Α.Ε", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο της Αδριανή Παπαδριανού.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12 Μαρτίου 2001 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος η οποία κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4724/2004 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 3181/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 9 Νοεμβρίου 2007 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Ζευγώλης, ανέγνωσε την από 4 Μαρτίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξουσία της αναιρεσιβλήτου την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 14 παρ.1 του Συντάγματος, καθένας μπορεί να εκφράζει και να διαδίδει προφορικά, γραπτά και δια του τύπου τους στοχασμούς του, τηρώντας τους νόμους του Κράτους, ενώ κατά το άρθρο 5 παρ. 1 αυτού, καθένας έχει δικαίωμα να αναπτύσσει ελεύθερα την προσωπικότητά του και να συμμετέχει στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική ζωή της χώρας, εφόσον δεν προσβάλει τα δικαιώματα των άλλων και δεν παραβιάζει το Σύνταγμα ή τα χρηστά ήθη.
Με την τελευταία αυτή διάταξη προστατεύεται, μεταξύ άλλων, και η οικονομική ελευθερία στο πλαίσιο της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας και συνακόλουθα η ελευθερία της διαφήμισης, δεδομένου ότι η διαφήμιση είναι αναγκαία για την άσκηση οποιασδήποτε οικονομικής δραστηριότητος και αποτελεί ουσιώδες συστατικό της ελεύθερης αγοράς.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 10 παρ.1 εδ.α' και β' της Διεθνούς Σύμβασης της Ρώμης για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (κυρ. ν.53/1974), "Παν πρόσωπον έχει δικαίωμα εις την ελευθερίαν εκφράσεως. Το δικαίωμα τούτο περιλαμβάνει την ελευθερίαν γνώμης ως και την ελευθερίαν λήψεως ή μεταδόσεως πληροφοριών ή ιδεών, άνευ επεμβάσεως των δημοσίων αρχών και ασχέτως συνόρων".
Με τις διατάξεις αυτές κατοχυρώνεται η ελευθερία της έκφρασης, όχι μόνο ως ελευθερία της γνώμης ή του στοχασμού, όπως στην προρρηθείσα διάταξη του άρθρου 14 παρ. 1 του Συντάγματος ορίζεται, αλλά και ως ελευθερία της λήψης ή μετάδοσης πληροφοριών. Έτσι η διαφήμιση υπό ευρεία έννοια, ως μετάδοση ή λήψη εμπορικών πληροφοριών, εντάσσεται στο πεδίο προστασίας του άρθρου 10 παρ. 1 της ΕΣΔΑ.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 3 παρ. 7 του ν. 2328/1995 "ο τηλεοπτικός σταθμός δεν μπορεί να αρνηθεί τη μετάδοση διαφημιστικών μηνυμάτων, που αφορούν ομοειδή προϊόντα με ίσους όρους, εκτός και αν η επίμαχη διαφήμιση αντιβαίνει στις διατάξεις του άρθρου αυτού ή στις σχετικές διατάξεις στις οποίες γίνεται παραπομπή".
Όμοιου ακριβώς περιεχομένου είναι και η διάταξη του άρθρου 5 παρ. 5 του π.δ/τος 100/2000, με το οποίο εναρμονίσθηκε η ελληνική ραδιοτηλεοπτική νομοθεσία στις διατάξεις της Οδηγίας 97/36/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 30ης Ιουνίου 1997 (ΕΕ αριθ. L202 της 30-7-1997) και με την οποία τροποποιήθηκαν οι διατάξεις της Οδηγίας 89/552/ΕΟΚ του Συμβουλίου (ΕΕ αριθ.
L 298 της 17-10-1989) σχετικά με την παροχή τηλεοπτικών υπηρεσιών. Εκτός από τις αναφερόμενες στα παραπάνω άρθρα 3 του ν. 2328/1995 και 5 του π.δ/τος 100/2000 απαγορεύσεις τηλεοπτικής διαφήμισης, για την αναιρεσίβλητη ΕΡΤ Α.Ε. ισχύει και το άρθρο 3 παρ. 8 του ν. 1730/1987, το οποίο ορίζει ότι: "Η ΕΡΤ ΑΕ μπορεί ν' αρνηθεί τη μετάδοση οποιασδήποτε διαφήμισης και οφείλει να μη μεταδίδει διαφημίσεις οι οποίες :
α) είναι αντίθετες με το σκοπό και τις γενικές αρχές της και ιδίως με τις αρχές του σεβασμού της προσωπικότητας της γυναίκας, της προστασίας των εύλογων συμφερόντων και της ευαισθησίας της νέας γενιάς, καθώς και του σεβασμού της πολιτιστικής κληρονομιάς και παράδοσης της χώρας, β) περιέχουν στοιχεία βίας που μπορούν να επιδράσουν βλαπτικά στην προσωπικότητα του ατόμου, γ) είναι παραπλανητικές.
Παραπλανητική είναι κάθε διαφήμιση που με οποιοδήποτε τρόπο, ακόμη και με την παρουσίασή της, δημιουργεί ή μπορεί να δημιουργήσει απατηλές εντυπώσεις και να επηρεάσει με τον τρόπο αυτόν την οικονομική συμπεριφορά των τηλεθεατών ή των ακροατών ή να βλάψει τους ανταγωνιστές, δ) είναι κακότεχνες ή αντιαισθητικές κατά την κρίση της Επιτροπής της παραγράφου 14 του ίδιου άρθρου".
Περαιτέρω, κατά μεν το άρθρο 57 ΑΚ, "όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον... Αξίωση αποζημίωσης σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες δεν αποκλείεται", κατά δε το άρθρο 59 του ίδιου Κώδικα "στις περιπτώσεις των δύο προηγούμενων άρθρων το δικαστήριο με την απόφασή του, ύστερα από αίτηση αυτού που έχει προσβληθεί και αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, μπορεί επιπλέον να καταδικάσει τον υπαίτιο να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη αυτού που έχει προσβληθεί.
Η ικανοποίηση συνίσταται σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα, ή σε οτιδήποτε επιβάλλεται από τις περιστάσεις". Εξάλλου, κατά το άρθρο 914 ΑΚ, "όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει", ενώ κατά το άρθρο 932 του ίδιου Κώδικα, "σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του". Από το συνδυασμό των πιο πάνω διατάξεων προκύπτει ότι, επί προσβολής της προσωπικότητας και εφόσον αυτή είναι παράνομη, ο νόμος καθιερώνει αντικειμενική ευθύνη του προσβάλλοντος μόνο ως προς την αξίωση για την άρση της προσβολής, ενώ για την αξίωση αποζημίωσης, καθώς και για τη χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, εκείνου που έχει προσβληθεί, ο νόμος απαιτεί η προσβολή να είναι παράνομη και υπαίτια.
Έτσι, για την εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 57 παρ. 1 εδαφ. α' ΑΚ απαιτείται: α) προσβολή του δικαιώματος της προσωπικότητας, η οποία προκαλείται με οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη τρίτου με την οποία διαταράσσεται η κατάσταση που υπάρχει σε μία ή περισσότερες εκδηλώσεις της σωματικής, ψυχικής, πνευματικής και κοινωνικής ατομικότητας του βλαπτομένου κατά τη στιγμή της προσβολής και β) η προσβολή να είναι παράνομη, πράγμα που συμβαίνει όταν η προσβολή γίνεται χωρίς δικαίωμα ή κατ' ενάσκηση μεν δικαιώματος, το οποίο όμως είναι από άποψη έννομης τάξης μικρότερης σπουδαιότητας, είτε ασκείται υπό περιστάσεις που καθιστούν την άσκηση αυτού καταχρηστική, σύμφωνα με το άρθρο 281 ΑΚ ή το άρθρο 25 παρ. 3 του Συντάγματος.
Προκειμένου όμως να τύχουν εφαρμογής οι διατάξεις των άρθρων 57 παρ. 2 και 59 ΑΚ, απαιτείται, εκτός από τις παραπάνω προϋποθέσεις και πταίσμα του προσβολέα (ΑΠ 1599/2009, ΑΠ 1904/2008, ΑΠ 1599/2000). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 4/2005).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 622/1983). Το κατά νόμο δε αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 413/1993).
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/1997).
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 465/1988).
Ακόμη, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1987/2007).
Τέλος, ο λόγος αναίρεσης του αριθ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δίδεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ.ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1933/2006).
Δεν στοιχειοθετείται, όμως ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 12/1997), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.ΑΠ 11/1996).
Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 3181/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών έγιναν δεκτά τα ακόλουθα, κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων: "Ο ενάγων είναι ιδρυτής, ιδιοκτήτης, εκδότης και διευθυντής του μηνιαίου επιστημονικού περιοδικού με τον τίτλο "ΔΑΥΛΟΣ". Στο τεύχος Ιανουαρίου 2001 του περιοδικού αυτού δημοσιεύθηκε άρθρο του συνεργάτη του εν λόγω περιοδικού Ν.
Σ. Α. με τον τίτλο "Οι Έλληνες συνέχισαν τις Ολυμπιάδες για τρεις αιώνες μετά την απαγόρευσή τους. Απροσδόκητα ευρήματα στις ανασκαφές Γερμανών". Το άρθρο αυτό αναφερόταν στην έρευνα Γερμανών αρχαιολόγων, οι οποίοι κατά τις πρόσφατες ανασκαφές στην αρχαία Ολυμπία είχαν ανακαλύψει ευρήματα που αποδείκνυαν ότι οι αρχαίοι Έλληνες συνέχισαν την τέλεση των Ολυμπιακών Αγώνων για τρεις αιώνες μετά την απαγόρευσή τους από τον Βυζαντινό αυτοκράτορα Θεοδόσιο Α' με το γνωστό διάταγμα του 392 μ.Χ.
και την καταστροφή της Ολυμπίας από το Γότθο Αλάριχο το 396 μ.Χ. Αμέσως μετά την κυκλοφορία του τεύχους Ιανουαρίου του περιοδικού αυτού, ύστερα από σχετική σύμβαση έργου που καταρτίσθηκε μεταξύ ενάγοντος και της εναγομένης ΕΡΤ ΑΕ, η τελευταία ανέλαβε την υποχρέωση να μεταδώσει το παρακάτω διαφημιστικό μήνυμα που απέστειλε ο πρώτος κατά το χρονικό διάστημα από 15-1-2001 έως 20-1-2001 και στο οποίο γινόταν προβολή του τεύχους Ιανουαρίου του εν λόγω περιοδικού: "Στο Δαυλό που κυκλοφορεί: - Έλληνες συνέχισαν την "εκτός νόμου" τέλεση των Ολυμπιακών Αγώνων για 300 χρόνια μετά την απαγόρευσή τους και την ισοπέδωση της αρχαίας Ολυμπίας από τους Βυζαντινούς - Τα πρόσφατα ευρήματα των Γερμανών αρχαιολόγων στην Ολυμπία που ανατρέπουν την ιστορία.- Στο Δαυλό που κυκλοφορεί, το περιοδικό της πρωτοποριακής ιστορικής έρευνας".
Το διαφημιστικό αυτό μήνυμα δεν μεταδόθηκε από τους διαύλους της ΕΤ-1 και της NET, ενώ μεταδόθηκε δύο μόνο φορές από το δίαυλο της ΕΤ-3 και στη συνέχεια με απόφαση της διοίκησης απαγορεύτηκε η μετάδοση και προβολή του, διότι κατά την κρίση της τελευταίας ήταν δυνατόν να προκληθεί σύγχυση στο τηλεοπτικό κοινό ότι η οργάνωση και διεξαγωγή των Ολυμπιακών αγώνων εκινούντο σε πλαίσιο εκτός νόμου.
Επειδή δε η διοίκηση της εναγομένης ανέμενε αντιδράσεις από τον ενάγοντα εκδότη του παραπάνω περιοδικού από την απαγόρευση μετάδοσης του διαφημιστικού μηνύματος, ανέθεσε στον ειδικό σύμβουλο αυτής Λ. Π. και στον προϊστάμενο της νομικής υπηρεσίας της Β. Κ. τη σύνταξη ενός κειμένου που θα περιείχε τους λόγους της απαγόρευσης αυτής.
Το κείμενο αυτό αποφασίσθηκε να μην αποσταλεί στον ενάγοντα, αλλά με βάση το κείμενο αυτό οι αρμόδιοι υπάλληλοι της εναγομένης να έδιναν προφορικές εξηγήσεις στον ενάγοντα, σε περίπτωση που ο τελευταίος διαμαρτυρόταν για την απαγόρευση μετάδοσης του διαφημιστικού μηνύματος. Πράγματι οι δύο τελευταίοι αυτοί υπάλληλοι της εναγομένης συνέταξαν το ακόλουθο κείμενο: "Σύμφωνα με το νόμο (άρθρο 3 παρ. 2 του ν. 1730/1987), οι ραδιοτηλεοπτικές εκπομπές της ΕΡΤ ΑΕ διέπονται - μεταξύ άλλων -από την αρχή της διαφύλαξης, προαγωγής και διάδοσης του Ελληνικού Πολιτισμού και της Ελληνικής παράδοσης.
Με βάση τον ίδιο νόμο η ΕΡΤ μπορεί να αρνηθεί την μετάδοση οποιασδήποτε διαφήμισης και οφείλει να μην μεταδίδει διαφημίσεις, οι οποίες είναι αντίθετες με τις αρχές που διέπουν τις εκπομπές της. Με την προτεινόμενη διαφήμιση μπορεί εύλογα να δημιουργηθούν εντυπώσεις στο τηλεοπτικό κοινό ότι η οργάνωση και διεξαγωγή των Ολυμπιακών Αγώνων κινούνται σε πλαίσια εκτός νόμου και τούτο σε μία περίοδο που η χώρα μας έχει αναλάβει διεθνείς δεσμεύσεις για τη διοργάνωση της επόμενης Ολυμπιάδας του 2004.
Και μάλιστα σε συνδυασμό και με την πρωτοβουλία της χώρας μας να διοργανώσει παράλληλα με το αγωνιστικό μέρος των Ολυμπιακών Αγώνων και Πολιτιστική Ολυμπιάδα με σκοπό ακριβώς την προαγωγή και διάδοση του Ελληνικού πολιτισμού και της Ελληνικής παράδοσης. Η προτεινόμενη διαφήμιση μπορεί να θεωρηθεί ότι έρχεται σε αντίθεση με τις αρχές που διέπουν τις ραδιοτηλεοπτικές εκπομπές της ΕΡΤ ΑΕ και ειδικότερα την αρχή της διαφύλαξης, προαγωγής και διάδοσης του Ελληνικού Πολιτισμού και της Ελληνικής παράδοσης, όπως παραπάνω αναφέρθηκε.
Κατά συνέπεια συντρέχει νόμιμη περίπτωση άρνησης της μετάδοσης της παραπάνω διαφήμισης". Το κείμενο αυτό, το οποίο δεν υπογράφηκε από κάποιον υπάλληλο της εναγομένης, αφού αποτελούσε εσωτερικό έγγραφο για να χρησιμοποιηθεί αποκλειστικά από την αρμόδια υπηρεσία της εναγομένης, αποστάλθηκε τελικά στον ενάγοντα, κατόπιν αιτήματος του τελευταίου, από τον προϊστάμενο του διαφημιστικού τμήματος της ΕΤ-3 Σ.
Χ., ο οποίος εσφαλμένως εκτίμησε ότι το εν λόγω κείμενο αποτελούσε γνωμοδότηση της νομικής υπηρεσίας της εναγομένης και προφανώς αγνοούσε ότι τούτο αποτελούσε εσωτερικό έγγραφο της τελευταίας. Στη συνέχεια ο ίδιος ο ενάγων απέστειλε το κείμενο αυτό στον ημερήσιο τύπο προκειμένου να εκφράσει τις διαμαρτυρίες του για την απαγόρευση της μετάδοσης του παραπάνω διαφημιστικού μηνύματος.
Με βάση τα παραπάνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, (δέχεται το Εφετείο) ότι το επίμαχο διαφημιστικό μήνυμα σε καμία περίπτωση, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι ήταν αντίθετο προς τις αρχές που διέπουν τις ραδιοτηλεοπτικές εκπομπές της εναγομένης ΕΡΤ ΑΕ και ειδικότερα προς την αρχή της διαφύλαξης προαγωγής και διάδοσης του ελληνικού πολιτισμού και της ελληνικής παράδοσης, καθόσον με αυτό γινόταν προβολή άρθρου που είχε δημοσιευθεί στο τεύχος Ιανουαρίου του παραπάνω περιοδικού και αναφερόταν σε μία έγκυρη επιστημονική έρευνα Γερμανών αρχαιολόγων, με βάση την οποία ενισχυόταν η ιστορική άποψη ότι οι αρχαίοι Έλληνες συνέχισαν την τέλεση Ολυμπιακών Αγώνων για 300 χρόνια μετά την απαγόρευσή τους από τους Βυζαντινούς.
Συνεπώς η επίμαχη απαγόρευση δεν υπαγόταν σε κάποια από τις αναφερόμενες στο νόμο περιπτώσεις επιτρεπτής απαγόρευσης διαφημιστικών μηνυμάτων. Από τον τρόπο όμως που διατυπώθηκε το επίμαχο διαφημιστικό μήνυμα και συγκεκριμένα από την αναφορά των λέξεων "εκτός νόμου" στο κείμενο αυτού δημιουργήθηκε εύλογα η πεποίθηση στη διοίκηση της εναγομένης ότι το εν λόγω διαφημιστικό μήνυμα μπορούσε να προκαλέσει σύγχυση στο τηλεοπτικό κοινό ως προς το ότι η οργάνωση και διεξαγωγή των σύγχρονων Ολυμπιακών Αγώνων εκινούντο σε πλαίσιο εκτός νομιμότητας και μάλιστα σε μία χρονική περίοδο που η Ελλάδα είχε αναλάβει τη διοργάνωση της επόμενης Ολυμπιάδας του 2004.
Ο φόβος αυτός των διοικούντων την εναγομένη ΕΡΤ ΑΕ ότι το επίμαχο διαφημιστικό μήνυμα μπορούσε να προκαλέσει σύγχυση ως προς τη νομιμότητα ή μη των σύγχρονων Ολυμπιακών Αγώνων, έστω και αν ήταν κάπως υπερβολικός, δεν ήταν εντελώς αβάσιμος, ιδιαίτερα αν ληφθεί υπόψη ότι οι τηλεοπτικές εκπομπές της εναγομένης προβάλλονται και στο εξωτερικό και συνεπώς μέρος του τηλεοπτικού κοινού (Έλληνες και αλλοδαποί), που δεν γνωρίζει την αρχαία ελληνική ιστορία και με όχι ιδιαίτερα υψηλό μορφωτικό επίπεδο ήταν δυνατόν να θεωρήσει ότι η "εκτός νόμου" τέλεση των Ολυμπιακών Αγώνων αφορούσε τους σύγχρονους Ολυμπιακούς Αγώνες.
Άλλωστε και ο ίδιος ο συντάκτης του παραπάνω διαφημιστικού μηνύματος είχε θέσει τις δύο λέξεις "εκτός νόμου" μέσα σε παρένθεση για να αρθεί οποιαδήποτε σύγχυση μπορούσε να προκληθεί στον τηλεθεατή ή ακροατή από τη χρήση των λέξεων αυτών μεταξύ των σύγχρονων και των αρχαίων Ολυμπιακών Αγώνων, η οποία όμως σύγχυση δεν μπορούσε να αρθεί κατά την προφορική μετάδοση του διαφημιστικού αυτού μηνύματος.
Με τα δεδομένα αυτά δεν αποδείχθηκε η απαραίτητη για τη θεμελίωση της ουσιαστικής βασιμότητας της αγωγής υπαιτιότητα των προστηθέντων υπαλλήλων της εναγομένης κατά την απαγόρευση του παραπάνω διαφημιστικού μηνύματος, οι οποίοι με την απαγόρευση αυτή σε καμία περίπτωση δεν θέλησαν να θίξουν το κύρος και τη φήμη του πιο πάνω περιοδικού, ούτε να προσβάλλουν την προσωπικότητα του ενάγοντος, αλλά θέλησαν απλώς να διαφυλάξουν το τηλεοπτικό κοινό από τη σύγχυση που μπορούσε να προκαλέσει σ' αυτό η φράση "εκτός νόμου τέλεση των Ολυμπιακών Αγώνων", δηλαδή ότι η τέλεση και διεξαγωγή των σύγχρονων Ολυμπιακών Αγώνων εκινούντο εκτός πλαισίου νομιμότητος.
Άλλωστε και ο ίδιος ο ενάγων αποδίδει στους προστηθέντες υπαλλήλους της εναγομένης παρανόηση του κειμένου του διαφημιστικού μηνύματος, η οποία όμως παρανόηση αποτελεί στοιχείο που αίρει την υπαιτιότητα της εναγομένης. Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία δεν αποδείχθηκε ότι με το προαναφερόμενο κείμενο που συνέταξαν οι δύο παραπάνω υπάλληλοι της εναγομένης εθίγη το κύρος και η φήμη του περιοδικού "ΔΑΥΛΟΣ", καθόσον δεν γίνεται καμία αναφορά στο περιοδικό αυτό, ούτε κατά συνέπεια προσεβλήθη η προσωπικότητα του ενάγοντος.
Στο κείμενο αυτό αναφέρεται ότι η επίμαχη διαφήμιση υπονομεύει τον ελληνικό πολιτισμό, η δε αναφορά ότι η επίμαχη διαφήμιση έρχεται σε αντίθεση προς την αρχή της διαφύλαξης προαγωγής και διάδοσης του ελληνικού πολιτισμού είχε την έννοια της σύγχυσης που μπορούσε να προκληθεί στο τηλεοπτικό κοινό από τη διαφήμιση αυτή, ότι δηλαδή η τέλεση και διεξαγωγή των σύγχρονων Ολυμπιακών Αγώνων εκινούντο εκτός πλαισίου νομιμότητος.
Άλλωστε οι αρμόδιοι υπάλληλοι της εναγομένης προέβησαν στη σύνταξη του κειμένου αυτού όχι για να το αποστείλουν στον ενάγοντα ή στα μέσα μαζικής επικοινωνίας, αλλά για να αποτελέσει αυτό εσωτερικό έγγραφο, με βάση το οποίο θα εδίδοντο στον ενάγοντα προφορικές εξηγήσεις για την απαγόρευση της επίμαχης διαφήμισης, η δε αποστολή του στον ημερήσιο τύπο και η σύνδεσή του με το περιοδικό "ΔΑΥΛΟΣ" έγινε από τον ίδιο τον ενάγοντα, προκειμένου ο τελευταίος να διαμαρτυρηθεί για την απαγόρευση της επίμαχης διαφήμισης.
Σε κάθε περίπτωση δεν αποδείχθηκε υπαιτιότητα των προστηθέντων υπαλλήλων της εναγομένης να θίξουν το κύρος και τη φήμη του περιοδικού "ΔΑΥΛΟΣ" με τη σύνταξη του κειμένου αυτού, στο οποίο απλώς θέλησαν να διατυπώσουν τους λόγους για τους οποίους η επίμαχη διαφήμιση δεν έπρεπε να μεταδοθεί κατά τη γνώμη της διοίκησης της ΕΡΤ ΑΕ".
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές του το Εφετείο έκρινε απορριπτέα ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την αγωγή, με την οποία επιδιωκόταν να αρθεί η προσβολή της προσωπικότητας του ενάγοντος, που επήλθε διά των προαναφερόμενων ενεργειών της εναγομένης και των προστηθέντων απ' αυτήν οργάνων, να παραλειφθεί τέτοια προσβολή στο μέλλον και να του επιδικασθεί χρηματική ικανοποίηση για την εκ της προσβολής ηθική βλάβη.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε τις εφαρμοσθείσες ως άνω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914, 932 ΑΚ, 3 παρ. 7 του ν. 2328/1995, 5 παρ. 5 του π.δ. 100/2000, 3 παρ. 8 του ν. 1730/1980, καθώς και αυτές των άρθρων 10 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και 5 παρ. 1 του Συντάγματος, καθόσον τα πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, δεν πληρούν το πραγματικό της παράνομης και υπαίτιας προσβολής της προσωπικότητας του ενάγοντος, προϋποθέσεις οι οποίες απαιτούνται, κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, τόσον για την άρση της προσβολής και της παράλειψης αυτής στο μέλλον, όσον και για την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης για την εκ της προσβολής ηθική βλάβη.
Εξάλλου, από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, προκύπτει ότι αυτή έχει νόμιμη βάση, και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειάζεται οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ πιο πάνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου, τις οποίες η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ενώ δεν ήταν αναγκαία και η παράθεση άλλων.
Δεν συνιστά δε αντίφαση το επιχείρημα της προσβαλλόμενης απόφασης ότι το επίμαχο διαφημιστικό μήνυμα, σύμφωνα με το πραγματικό περιεχόμενό του, δεν ενέπιπτε στις απαγορεύσεις του άρθρου 3 παρ. 8 του ν. 1730/1987, αφού παράλληλα δέχεται ότι ο τρόπος με τον οποίο είχε διατυπωθεί αυτό, και ειδικότερα η φράση "εκτός νόμου τέλεση των Ολυμπιακών Αγώνων" έστω και αν αναφέρετο στους Ολυμπιακούς αγώνες στην αρχαία Ελλάδα, ευλόγως δημιούργησε την πεποίθηση στους αρμόδιους υπαλλήλους της εναγομένης, ότι το διαφημιστικό αυτό μήνυμα μπορούσε να προκαλέσει σύγχυση στο τηλεοπτικό κοινό, και να θεωρήσει ότι αναφέρεται στη νομιμότητα των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004, τη διεξαγωγή των οποίων είχε αναλάβει η χώρα μας, σε τρόπον ώστε να δικαιολογείται η προβλεπόμενη από την άνω διάταξη απαγόρευση, η οποία εναρμονίζεται προς το άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος και το άρθρο 10 παρ. 1 της ΕΣΔΑ.
Τούτο δε δεν καθιστά την προσβαλλόμενη απόφαση ασαφή, ώστε να στερείται η τελευταία νόμιμης βάσης, αφού ακολούθως δέχεται το Εφετείο με σαφήνεια και πληρότητα, ότι καμιά υπαιτιότητα δεν βαρύνει τους αρμόδιους υπαλλήλους της εναγομένης, ούτε ως προς την απαγόρευση προβολής του άνω μηνύματος, ούτε ως προς το ανυπόγραφο υπηρεσιακό έγγραφο, το οποίο ο ίδιος ο ενάγων δημοσιοποίησε, ενώ δεν εθίγη το κύρος και η φήμη του άνω περιοδικού του, ούτε υπήρξε προσβολή της προσωπικότητας του τελευταίου, ως φορέα αυτού, προϋποθέσεις που είναι αναγκαίες για να επέλθουν οι συνέπειες που προβλέπονται, στις άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 57 παρ. 1, 59, 914 και 932 ΑΚ.
Επομένως, ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος που προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια, από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, παρά τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, με τον ίδιο λόγο αναιρέσεως, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η προβλεπόμενη από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ειδικότερα δε υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι το Εφετείο έκρινε παραδεκτό μή προταθέντα παραδεκτά ισχυρισμό της αναιρεσίβλητης, ο οποίος αίρει τον άδικο χαρακτήρα της πράξεώς της, και συγκεκριμένα την αιτίαση της τελευταίας ότι το επίμαχο διαφημιστικό μήνυμα προσέκρουε στο σεβασμό της πολιτιστικής κληρονομιάς και τις παραδόσεις της χώρας.
Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απαράδεκτος, καθόσον η παραπάνω αιτίαση δεν αποτελεί "πράγμα" υπό την προεκτεθείσα έννοια του αυτοτελούς ισχυρισμού, αλλά άρνηση των αγωγικών ισχυρισμών, χρησιμοποιήθηκε δε από το Εφετείο ως επιχείρημα, προς απόδειξη της έλλειψης υπαιτιότητας των προστηθέντων από τη εναγομένη υπαλλήλων της, στην απαγόρευση προβολής του μηνύματος αυτού.
Τέλος, με τον ίδιο λόγο αναιρέσεως, υπό την επίκληση, της από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ πλημμέλειας, αποδίδεται από τον αναιρεσείοντα στην προσβαλλόμενη απόφαση μομφή, διότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τους ακόλουθους ισχυρισμούς του: 1) Ότι το επίμαχο διαφημιστικό μήνυμα αναφερόταν σε μια σημαντικότατη επιστημονική είδηση, και συγκεκριμένα στα όσα έφεραν στο φως οι ανασκαφές Γερμανών αρχαιολόγων στην Ολυμπία αναφορικά με τη συνέχιση των Ολυμπιακών αγώνων για 300 χρόνια και μετά την απαγόρευσή τους από τους Βυζαντινούς, οι ανακαλύψεις δε αυτές παρουσιάσθηκαν από τη γερμανική τηλεόραση, κατά τη διάρκεια των Ολυμπιακών Αγώνων στην Αυστραλία, 2) ότι δεν ειδοποιήθηκε από τους αρμόδιους της ΕΡΤ ΑΕ για την μη προβολή της άνω διαφήμισης, ούτε και επεδίωξαν οι τελευταίοι να συνεργασθούν μαζί του προς άρση της όποιας αμφιβολίας και σύγχυσης που μπορούσε να προκληθεί από το διαφημιστικό μήνυμα, σε τρόπον ώστε η συμπεριφορά αυτή να προδίδει πρωτόγνωρο "ύφος" και "ήθος" και ενέργεια αυταρχική και να συνιστά προσβολή της προσωπικότητάς του και 3) ότι η απαγόρευση από την κρατική τηλεόραση της μετάδοσης του άνω διαφημιστικού μηνύματος προκαλεί ηθική προσβολή του κύρους του και βάναυση λογοκρισία, ενώ παράλληλα η άνω συμπεριφορά συνιστά κακόβουλη, προσβλητική, αήθη και αντιδημοσιογραφική ενέργεια, όταν μάλιστα εμφανίζεται ύποπτος για αντεθνική συμπεριφορά και ως άνθρωπος που δεν σέβεται τον ελληνικό πολιτισμό και τις παραδόσεις.
Όμως, οι παραπάνω ισχυρισμοί δεν συνιστούν "πράγματα" υπό την προεκτεθείσα έννοια των αυτοτελών ισχυρισμών, αλλά επιχειρήματα του αναιρεσείοντος προς ενίσχυση των αγωγικών ισχυρισμών του και αντίκρουση των αντίθετων επιχειρημάτων της αναιρεσίβλητης και τα οποία, κατά τα αναφερόμενα στην μείζονα σκέψη, δεν ιδρύουν τον προβαλλόμενο λόγο αναιρέσεως, ο οποίος είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος.
Και τούτο ανεξάρτητα από το γεγονός, ότι όλα τα παραπάνω επιχειρήματα του αναιρεσείοντος, τα οποία υπό την ίδια ή διαφορετική διατύπωση, αποτέλεσαν και αγωγικούς ισχυρισμούς, αντιμετωπίσθηκαν διεξοδικά από την προσβαλλόμενη απόφαση, όπως προκύπτει από τις προεκτεθείσες παραδοχές της τελευταίας, βάσει των οποίων, κατέληξε στο αποδεικτικό της πόρισμα, το οποίο εκτίθεται, κατά τα προεκτεθέντα, με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο, με τον προκείμενο δε λόγο, από το περιεχόμενο του οποίου δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, πλήττεται πλέον, απαραδέκτως, μέσω των προαναφερόμενων επιχειρημάτων, η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 09-11-2007 αίτηση του Δ. Λ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3181/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 12 Απριλίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 2 Μαΐου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ