Supreme Court dismisses appeal against tort judgment for failure to consider specific documents due to vagueness.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Athens Court of Appeal's judgment regarding a tort claim. The appellant argued the lower court erred in law and failed to consider specific documents, but the court found these grounds legally insufficient. The court ruled that the lower court correctly applied tort liability principles and that the appeal arguments regarding omitted evidence were too vague to be substantiated.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1) and 19 of the Code of Civil Procedure; Article 914 of the Civil Code: An appeal based on the lower court's failure to consider specific documents is inadmissible if the documents are not identified with sufficient precision.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 627 / 2009 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 627/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Χ, κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Αθανάσιο Βαρλάμη και Βασίλειο Αντωνόπουλο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ψ1, κατοίκου ..., 2. Ψ2, κατοίκου ..., 3. Ψ3, κατοίκου ... και 4. Ψ4, κατοίκου ... . Οι 1η, 2ος και 4η παραστάθηκαν με τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Βασίλειο Τσατσάνη και Παναγιώτη Πανόπουλο και η 3η εκπροσωπήθηκε από τους ίδιους πληρεξούσιους δικηγόρους.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-5-1998 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8325/1999 μη οριστική, 6680/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 895/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 27-6-2007 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Κουτρομάνος ανέγνωσε την από 13-11-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι αναιρετικοί λόγοι του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ, ιδρύονται ο μεν πρώτος όταν το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε εσφαλμένη ερμηνεία των προϋποθέσεων εφαρμογής του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή σε εσφαλμένη υπαγωγή ή μη υπαγωγή των πραγματικών διαπιστώσεων του στο εννοιολογικό περιεχόμενο του εν λόγω κανόνα, ο δε δεύτερος όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή ενδοιαστικές διατυπώσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 914 ΑΚ: "Όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει". Κατά το άρθρο 71 ΑΚ: "Το νομικό πρόσωπο ευθύνεται για τις πράξεις ή τις παραλείψεις των οργάνων που το αντιπροσωπεύουν, εφόσον η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά την εκτέλεση των καθηκόντων που τους είχαν ανατεθεί και δημιουργεί υποχρέωση αποζημίωσης.
Το υπαίτιο πρόσωπο ευθύνεται επιπλέον εις ολόκληρον". Κατά το άρθρο 63 παρ. 1 ΑΚ: "Το νομικό πρόσωπο διοικείται από ένα ή περισσότερα πρόσωπα". Κατά το άρθρο 67 ΑΚ: "Όποιος έχει τη διοίκηση νομικού προσώπου φροντίζει τις υποθέσεις του και το αντιπροσωπεύει δικαστικά και εξώδικα. Υποκατάσταση απαγορεύεται εφόσον η συστατική πράξη ή το καταστατικό δεν ορίζει διαφορετικά".
Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγεται α) ότι οι νόμιμες υποχρεώσεις γενικώς των νομικών προσώπων για πράξη ή παράλειψη ουσιαστικώς αφορούν τα διοικούντα και εκπροσωπούντα αυτά όργανα, ήτοι τα φυσικά πρόσωπα δια των οποίων διεξάγονται οι υποθέσεις τους και ενσαρκώνεται η βούλησή τους, β) ότι, σε περίπτωση αδικοπρακτικής ευθύνης του νομικού προσώπου, δεν απαιτείται εξειδίκευση των επιμέρους αρμοδιοτήτων και της προσωπικής στάσης εκάστου μέλους της διοικήσεως για την κατ' αρχήν θεμελίωση της δικής του υποχρέωσης προς αποζημίωση του βλαβέντος εκ του αδικήματος και γ) ότι δύναται το μέλος της διοικήσεως να επικαλεσθεί με ένσταση (την οποία και βαρύνεται να αποδείξει) ότι για ειδικούς λόγους δεν είναι προσωπικώς υπαίτιο για την διάπραξη του αδικήματος και την εντεύθεν ζημία του παθόντος, για την οποία ευθύνεται το νομικό πρόσωπο.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του τα ακόλουθα: "Στις 24.7.1993 και περί ώρα 10.00' ο ΑΑ και ο πατέρας του ΒΒ επιχείρησαν να επισκευάσουν την αντλία του πηγαδιού, που βρίσκεται στον κήπο της οικίας τους, διότι παρουσίαζε βλάβη. Το πηγάδι αυτό έχει διάμετρο 3 μέτρων, είναι κτιστό και η κάθοδος γίνεται με σιδερένια σκάλα, η οποία φθάνει μέχρι βάθους 8 μέτρων, όπου βρίσκεται μόνιμη εξέδρα σε ύψος περίπου 1-1,5 μέτρων πάνω από τον πυθμένα του πηγαδιού, στην οποία είναι τοποθετημένη η αντλία άντλησης των υδάτων.
Με σκοπό την επισκευή της αντλίας ο ΑΑ κατέβηκε στο πηγάδι αλλά λίγο πριν φθάσει στο ύψος της εξέδρας, όπου βρισκόταν η αντλία, είπε στον πατέρα του ότι ζαλίζεται και σχεδόν αμέσως έχασε τις αισθήσεις του και έπεσε στη σιδερένια εξέδρα. Αμέσως ο ΒΒ, αφού κάλεσε σε βοήθεια, έσπευσε να βοηθήσει το παιδί του και κατέβηκε και ο ίδιος στο πηγάδι, όταν όμως έφθασε στην εξέδρα, έχασε και αυτός τις αισθήσεις του και έπεσε δίπλα στο γιο του.
Σε βοήθεια τους έσπευσε ο φίλος και γείτονας τους ΔΔ, ο οποίος έχοντας μαζί του σχοινί για να τους δέσει και να τους ανεβάσει επάνω, άρχισε να κατεβαίνει στο πηγάδι. Όταν έφθασε στην εξέδρα άρχισε να ζαλίζεται, γι' αυτό και προσπάθησε να εξέλθει του πηγαδιού ανεβαίνοντας τα σκαλοπάτια, όμως δεν πρόλαβε, διότι έχασε τις αισθήσεις του και έπεσε αναίσθητος στον πυθμένα του πηγαδιού.
Έτσι μέσα σε λίγα λεπτά και οι τρεις βρήκαν τραγικό θάνατο, όπως διαπίστωσε η πυροσβεστική που κατέφθασε στο επίμαχο σημείο. Οι συνθήκες, του δυστυχήματος προκύπτουν κυρίως από την κατάθεση του μάρτυρα των εναγόντων ΔΔ, δεν αμφισβητούνται όμως και από τους εναγομένους, συναγόμενης έτσι ως προς αυτό ομολογίας τους, κατ' άρθρο 261 Κ.Πολ.Δ .
Ο θάνατος των ΑΑ, υιού της 1ης ενάγουσας και αδελφού των 2ου και 3ης των εναγόντων, του ΒΒ συζύγου της 1ης ενάγουσας και πατέρα των 2ου και 3ης των εναγόντων και του ΔΔ, συζύγου της 4ης ενάγουσας ήταν ακαριαίος και επήλθε από ασφυξία ... η οποία προκλήθηκε από έλλειψη οξυγόνου λόγω της εκτόπισης του ατμοσφαιρικού αέρα του πηγαδιού από προπάνιο του εμπορίου, το οποίο ως βαρύτερο του αέρα συγκεντρώθηκε στη βάση του πηγαδιού ...
Το επίμαχο πηγάδι βρίσκεται εκτός ... , σε απόσταση ενός περίπου χιλιομέτρου από το κέντρο της, σε περιοχή καθαρά αγροτική, στην οποία κατά διαστήματα υπάρχουν μικρές αγροτικές κατοικίες και πηγάδια με αντλητικά συγκροτήματα. Πλησίον του πηγαδιού λειτουργούσε η πτηνοτροφική μονάδα ΒΟΚΤΑΣ, η οποία αποτελείτο δε από 20 κτηριακά συγκροτήματα εκτροφής κοτόπουλων και συγκροτούσε παραγωγική μονάδα δυναμικότητας άνω των 5 τόνων ημερησίως ζώντος βάρους.
Η εν λόγω πτηνοτροφική μονάδα ήταν εφοδιασμένη με τις απαραίτητες εγκαταστάσεις, μεταξύ των οποίων και δύο χαλύβδινες κυλινδρικές δεξαμενές, χωρητικότητας 3,5 τόνων η κάθε μία, όπου αποθηκεύονταν προπάνιο. Η πλήρωση των δεξαμενών με προπάνιο γινόταν μία φορά την εβδομάδα από την εταιρεία ΒΡ και από εκεί διοχετεύονταν μέσω εν μέρει υπέργειων και εν μέρει υπόγειων σωληνώσεων σε εγκαταστάσεις της άνω πτηνοτροφικής μονάδας, προκειμένου να χρησιμεύσει για τη θέρμανση 12 τουλάχιστον εκ των κτηρίων της.
Η συγκέντρωση προπανίου στο βάθος του πηγαδιού, η οποία λόγω της εκτόπισης του οξυγόνου δημιουργεί ασφυκτικές συνθήκες και είχε ως συνέπεια το θάνατο των τριών προσώπων, οφείλονταν σε διαρροή του προπανίου στο υπόγειο δίκτυο διανομής, που χρησιμοποιείτο στην προαναφερόμενη πτηνοτροφική μονάδα ΒΟΚΤΑΣ.
Στην κρίση αυτή το Δικαστήριο καταλήγει αφού λαμβάνει κυρίως υπόψη του: Α) Το πόρισμα της προαναφερόμενης επιτροπής, σύμφωνα με το οποίο: α) το αέριο που βρέθηκε στο επίμαχο πηγάδι όπως και σε άλλα επτά, που βρίσκονταν σε μικρή απόσταση από αυτό (100 με 200 μ.), είχε την ίδια σύσταση με εκείνο που χρησιμοποιούσε η εταιρεία ΒΟΚΤΑΣ για τη θέρμανση των θαλάμων, δηλαδή ήταν ένα αέριο που φέρεται στο εμπόριο με το όνομα "προπάνιο εμπορίου", παράγεται βιομηχανικά σε διϋλιστήρια πετρελαίου και δεν είναι φυσικό προϊόν που αναδύεται από ρωγμές του εδάφους, διότι περιέχει μεγάλο ποσοστό ακόρεστων υδρογονανθράκων, το οποίο δεν παρατηρείται στα φυσικά αέρια, β) άλλες βιομηχανίες ή βιοτεχνίες δεν υπήρχαν στην περιοχή που να χρησιμοποιούν προπάνιο, στα δε δύο θερμοκήπια που υπήρχαν το ένα χρησιμοποιούσε καύσιμο μαζούτ ενώ το άλλο δεν χρησιμοποιούσε θέρμανση, γ) αποκλείστηκε ο θάνατος από το νερό του πηγαδιού, διότι αυτό δεν ήταν μεν πόσιμο, διότι περιείχε κολοβακτηρίδια, ο θάνατος όμως επήλθε ακαριαία και πριν οι θανόντες φθάσουν στη βάση τού πηγαδιού και δ) το προπάνιο μπορούσε να φθάσει στο βάθος του επίδικου πηγαδιού με το νερό, με το οποίο τροφοδοτείτο, λόγω της ύπαρξης στο υπέδαφος και σε σημείο από το οποίο τροφοδοτείται το επίμαχο πηγάδι καθώς και τα άλλα πηγάδια που περιέχουν προπάνιο παγιδευμένης ποσότητας προπανίου σε καρστικές κοιλότητες του ασβεστολιθικού υπόβαθρου, προερχόμενη προφανώς από κάποια διαρροή οπότε το προπάνιο παρασυρόμενο λίγο-λίγο με το νερό φθάνει στο χώρο του πηγαδιού και απελευθερώνεται από αυτό (νερό) κατά τη λειτουργία του αντλητικού συγκροτήματος, παραμένοντας στη βάση του πηγαδιού ως βαρύτερο του αέρα και εκτοπίζοντάς τον δημιουργώντας ασφυκτικές συνθήκες και Β) Την από 22-9-1993 έκθεση του καθηγητή γεωργικής μικροβιολογίας ..., την οποία αυτός συνέταξε μετά από δειγματοληψία της αερίου φάσεως στο βάθος της στάθμης 4 πηγαδιών (και του επιδίκου) αλλά και από τις δεξαμενές καυσίμων της ΒΟΚΤΑΣ.
Σύμφωνα με αυτή, από το γεγονός ότι το δείγμα της δεξαμενής καυσίμων της ΒΟΚΤΑΣ εμφανίζει τις χαρακτηριστικές κορυφές μίγματος υδρογονανθράκων της σειράς προπανίου-βουτανίου όπως και στα δείγματα, αέρος από τα παραπάνω πηγάδια που εξετάστηκαν και ότι τα αέρια που ανιχνεύτηκαν στο επίδικο αλλά και στα άλλα πηγάδια δεν είναι βιογενούς προέλευσης αλλά είναι τυπικό μίγμα αερίων αλκανίων (προπανίου-βουτανίου) βιομηχανικής προέλευσης, συνάγεται ότι υπήρξε κάποια διαρροή στο υπόγειο δίκτυο διανομής της ΒΟΚΤΑΣ.
Βέβαια, σύμφωνα με το πόρισμα της επιτροπής, στις δοκιμές που έγιναν για πολλές ημέρες από τους αποτελούντες την επιτροπή πραγματογνώμονες το δίκτυο δεν παρουσίασε διαρροή, ενώ από δοκιμές που έκανε την 22-9-1993 η εταιρεία ΒΡ Σουπεργκάζ Α.Ε.Γ.Ε.Β.Α. στο υπόγειο δίκτυο της ΒΟΚΤΑΣ δεν διαπιστώθηκε πτώση πίεσης, ενδεικτικό διαρροής (βλ.
ως προς αυτό από 20-10-1993 επιστολή του δ/ντή του μηχανολογικού της "ΒΡ Σουπεργκάζ Α.Ε.Γ.Ε.Β.Α." προς "ΒΟΚΤΑΣ ΑΕ"). Επίσης, ο μάρτυρας των εναγομένων ΓΓ, ο οποίος εργαζόταν στη ΒΟΚΤΑΣ (στην παραγωγή) επί 14 χρόνια, ως ειδικός επιστήμονας, καταθέτει ότι γινόταν έλεγχος κατά το διάστημα των εκτροφών από τα μανόμετρα και από τις θερμομητέρες και ότι τα μεν μανόμετρα παρουσίαζαν την ίδια πίεση, οπότε δεν υπήρχε διαρροή, διότι, αν παρουσιάζονταν μικρότερη πίεση, τότε θα γινόταν αμέσως αντιληπτό ότι θα υπήρχε στο σημείο εκείνο διαρροή, ενώ οι θερμομητέρες, αν υπήρχε διαρροή, θα έσβηναν και θα ψοφούσαν τα πουλάκια.
Το ότι όμως δεν διαπιστώθηκε κάποια διαρροή στο υπόγειο δίκτυο διανομής προπανίου της ΒΟΚΤΑΣ κατά το διάστημα των δοκιμών από τους διορισθέντες πραγματογνώμονες ή δεν παρατηρήθηκε κατά το διάστημα των εκτροφών διαφορά της πίεσης στα μανόμετρα και προβλήματα στις θερμομητέρες, ανεξαρτήτως του ότι ως προς το τελευταίο δεν προκύπτει η συχνότητα των γενομένων ελέγχων, δε σημαίνει και ότι δεν υπήρξε διαρροή έστω μικρή.
Αυτό ενισχύεται και από το κατατιθέμενο στην ποινική δίκη από τους μάρτυρες 1) ..., μεταλλειολόγο και μέλος της παραπάνω επιτροπής, ότι "αν είναι υπόγεια η διαρροή ... μπορεί να διαπιστωθεί από την κατανάλωση του αερίου και στη συνέχεια να γίνει υπόγεια έρευνα", ότι "θα μπορούσε να υπάρχει συνεχής υπόγεια διαρροή σε μικρή έκταση και να συσωρεύεται στο έδαφος", ότι αυτό "είναι σύνηθες φαινόμενο" και ότι "το υπόγειο δίκτυο θα πρέπει να ελέγχεται συνέχεια για διαρροές" και 2) ..., καθηγητή γεωπονικής σχολής, ότι "πρέπει να γίνεται έλεγχος σε τέτοιες εγκαταστάσεις κάθε 6 μήνες ή 1 το χρόνο" και ότι "οι διαρροές τέτοιων αερίων δεν είναι σπάνιο φαινόμενο". 'Αλλωστε, αν δεν υπήρξε διαρροή δεν μπορεί λογικά να εξηγηθεί η συγκέντρωση στο βάθος του επίδικου πηγαδιού όπως και άλλων γειτονικών πηγαδιών, προπανίου της ίδιας σύστασης με εκείνο που χρησιμοποιούσε η πτηνοτροφική μονάδα ΒΟΚΤΑΣ.
Η ύπαρξη διαρροής ενισχύεται επίσης και από το γεγονός ότι από το χρόνο της εγκατάστασης του υπόγειου δικτύου (δηλαδή πολύ πριν το έτος 1981 που εκδόθηκε η με αρ. ... άδεια λειτουργίας της πτηνοτροφικής μονάδας με πενταετή ισχύ) μέχρι την 24-7-1993 δεν είχε γίνει έλεγχος ή επισκευή των σωληνώσεων του υπόγειου δικτύου.
Σχετικά, κατέθεσε ο προαναφερόμενος μάρτυρας των εναγομένων ΓΓ και Χ, ΕΕ, ο οποίος, μεταξύ άλλων, αναφέρει ότι οι σωληνώσεις "για πολλά πολλά χρόνια από τότε που φτιάχθηκαν ανθρώπινο χέρι δεν τις άγγιξε από εκεί που ήταν χωμένες και καμία παρέμβαση στο έδαφος δεν έγινε ποτέ", ότι από το 1975 μέχρι το 1993 οι σωληνώσεις ήταν οι ίδιες και ότι κανένα Διοικητικό Συμβούλιο της ΒΟΚΤΑΣ συζήτησε ή έλαβε απόφαση για θέματα που αφορούσαν το δίκτυο υγραερίου της ..., διότι το ΔΣ δεν ασχολιόταν με τέτοια θέματα αλλά και διότι δεν υπήρξε ποτέ κανένα ειδικό πρόβλημα στις εγκαταστάσεις του υγραερίου.
Το ότι δεν έγινε καμία επισκευή στο υπόγειο δίκτυο το δέχεται και η εταιρεία ΒΟΚΤΑΣ σε επιστολή της προς την Επιτροπή Διερεύνησης Ατυχήματος, ενώ η επιτροπή πραγματογνωμόνων στο πόρισμα της αναφέρει ότι από μακροσκοπικό έλεγχο που έγινε σε πολλά σημεία του δικτύου και κυρίως στα υπόγεια μέρη αυτού δεν διαπιστώθηκε η ύπαρξη σημείων ή θέσεων του δικτύου στα οποία να έχουν γίνει επισκευές.
Το αναφερόμενο δε από τον ..., στην από 19-6-1995 γνωμάτευση του, ότι η κατάσταση των σωληνώσεων παρά την μακροσκοπική μόνο εξέταση τους (μετά την εξόρυξη τους) είναι τέτοια που αποκλείεται να υπήρξε από αυτούς διαρροή υγραερίου στο υπόγειο περιβάλλον που αυτοί λειτούργησαν επί 25ετία, δεν μπορεί να αποτελέσει ασφαλές κριτήριο για το Δικαστήριο, δεδομένου ότι την κρίση του αυτή, όπωςο ίδιος δέχεται, τη στηρίζει μόνο στην εμπειρία του μεβάση την μακροσκοπική εξέταση των σωληνώσεων.
Ακολούθως, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδεικνύονται τα εξής: Με το από 24-7-1992 πρακτικό της Ανωνύμου Εταιρείας "ΒΟΚΤΑΣ ΑΕ Βιομηχανία Ορνίθων και Τροφών Αδαμαντίου Συρίγου", που καταχωρήθηκε την 17-8-1992 στο Μητρώο ΑΕ και δημοσιεύτηκε στο τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ (ΦΕΚ 4158/26-8-1992), μέλη του ΔΣ αυτής με θητεία μέχρι 1-9-1994 ορίστηκαν οι ΓΓ (1ος εναγόμενος και ήδη εκκαλών), ΣΤ (2ος εναγόμενος), ΖΖ (3ος εναγόμενος και ήδη εκκαλών), ΗΗ (4ος εναγόμενος και ήδη εκκαλών), Χ (5η εναγομένη και ήδη εκκαλούσα), ΘΘ (6η εναγομένη) και ΚΚ (7ος εναγόμενος).
Το Διοικητικό Συμβούλιο συγκροτήθηκε σε σώμα με πρόεδρο και διευθύνοντα σύμβουλο τον ΓΓ. Για τον θάνατο των τριών ατόμων την 24-7-1993 υπάρχει αμέλεια των παραπάνω έξη πρώτων εναγομένων (ως προς τον 7° εναγόμενο παραιτήθηκαν οι ενάγοντες του δικογράφου της αγωγή), διότι αυτοί αν και ως μέλη του ΔΣ της εταιρείας "ΒΟΚΤΑΣ ΑΕ Βιομηχανία Ορνίθων και Τροφών Αδαμαντίου Συρίγου" είχαν ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να λάβουν τα αναγκαία μέτρα για την ασφαλή ροή του επικίνδυνου αερίου προπανίου στις εγκαταστάσεις της λειτουργούσης πτηνοτροφικής ομάδας παρέλειψαν να λάβουν αυτά για την αποτροπή οποιασδήποτε διαρροής με συνέπεια το θάνατο των τριών προσώπων.
Ειδικότερα, αυτοί παρέλειψαν να προβούν, όπως όφειλαν, σύμφωνα και με την ΥΑ Δ3/14858 των Υπουργών Δημόσιας Τάξης και Βιομηχανίας Ενέργειας και Τεχνολογίας, προς αποφυγή οποιασδήποτε διαρροής προπανίου ενόψει και της επικινδυνότητας αυτού, σε συνεχή έλεγχο του υπόγειου δικτύου διανομής του προπανίου όπως και σε έλεγχο και συντήρηση των εγκαταστάσεων (σωληνώσεων) ροής.
Συνεπεία μάλιστα της αμελούς συμπεριφοράς αποδόθηκαν ποινικές ευθύνες στους ΓΓ, πρόεδρο και διευθύνοντα σύμβουλο και ΖΖ, μηχανολόγο της εταιρείας, οι οποίοι καταδικάστηκαν για ανθρωποκτονία από αμέλεια κατά συρροή με την 45642/1997 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών και μετά από άσκηση έφεσης με την 5874/1999 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημ/των Αθηνών, η οποία κατέστη αμετάκλητη μετά την απόρριψη της ασκηθείσης κατ' αυτής αναίρεσης με την 91/2001 απόφαση του Αρείου Πάγου ...
Η 5η εναγομένη - εκκαλούσα ισχυρίζεται, με λόγο έφεσης, ότι δεν ευθύνεται για το θανατηφόρο ατύχημα, διότι δεν συμμετείχε εν τοις πράγμασι στη λήψη αποφάσεων αλλά η παρουσία της στις συνεδριάσεις του ΔΣ ήταν τυπική. Από τα προσκομιζόμενα όμως αποδεικτικά στοιχεία δεν αποδεικνύεται η βασιμότητα του παραπάνω ισχυρισμού της.
Ο προαναφερόμενος μάρτυρας ΕΕ, ο οποίος αναφέρει ότι ο ίδιος παρευρισκόταν σε όλα τα ΔΣ, περιορίζεται απλώς να καταθέσει ότι τα περισσότερα ΔΣ ήταν τυπικά και λάμβανε αποφάσεις για γενικά θέματα και ότι ουδέποτε το ΔΣ συζήτησε ή πήρε απόφαση για θέματα που αφορούσαν το δίκτυο υγραερίου της ... . Με βάση όσα προεκτέθηκαν, το Δικαστήριο κρίνει ότι για την ψυχική οδύνη που υπέστησαν οι ενάγοντες από τον θάνατο προσφιλών στενών συγγενικών τους προσώπων και συγκεκριμένα η 1η από τον θάνατο του υιού και του συζύγου της, οι 2ος και 3η από τον θάνατο του αδελφού και του πατέρα τους και η 4η από τον θάνατο του συζύγου της δικαιούνται χρηματικής ικανοποίησης.
Αφού δε ληφθούν κυρίως υπόψη οι ασυνήθιστες συνθήκες υπό τις οποίες προήλθε ο θάνατος των παραπάνω προσώπων και η ηλικία αυτών, ο ψυχικός πόνος που δοκίμασαν οι ενάγοντες, ο βαθμός υπαιτιότητας (αμέλεια) των εναγομένων - εκκαλούντων και η κοινωνική και οικονομική κατάσταση των διαδίκων μερών, το Δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να επιδικαστεί ως χρηματική ικανοποίηση α) στην 1η ενάγουσα το ποσό των 20.000.000 δρχ.
ή 58.694,06 ευρώ για το θάνατο του υιού της και το ποσό των 16.000.000 δρχ. ή 46.955,25 ευρώ για το θάνατο του συζύγου της, β) στον 2° ενάγοντα το ποσό των 10.000.000 δρχ. ή 29.347,03 ευρώ για το θάνατο του αδελφού του και το ποσό των 15.000.000 δρχ. ή 44.020,54 ευρώ για το θάνατο του πατέρα του, γ) στην 3η ενάγουσα το ποσό των 10.000.000 δρχ. ή 29.347,03 ευρώ για το θάνατο του αδελφού της και το ποσό των 15.000.000 δρχ.
ή 44.020,54 ευρώ για το θάνατο του πατέρα της και δ) στην 4η ενάγουσα το ποσό των 16.000.000 δρχ. ή 46.955,25 ευρώ για το θάνατο του συζύγου της. Κατ', ακολουθίαν, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που δέχθηκε τα ίδια και επιδίκασε στους ενάγοντες τα παραπάνω ποσά ως χρηματική ικανοποίηση ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις, γι' αυτό και πρέπει οι σχετικοί λόγοι των εφέσεων να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Περαιτέρω, αποδεικνύονται τα εξής: Ο ΒΒ κατά το χρόνο του θανάτου του ήταν ηλικίας 47 ετών και ασκούσε το επάγγελμα του κηπουρού - καλλιεργητή, δηλαδή περιποιούνταν κήπους διάφορων κατοικιών αλλά και καλλιεργούσε και δικά του οπωροκηπευτικά, κέρδιζε δε περί τα 1.600 ευρώ το μήνα. Ο ΔΔ κατά το χρόνο του θανάτου του ήταν ηλικίας 48 ετών και εργαζόταν ως οδηγός φορτηγού σε εταιρεία με την επωνυμία "ΜΑΧΑΙΡΑΣ" (είχε απολυθεί από οδηγός στην ΕΑΣ), κέρδιζε δε περί τα 880 ευρώ το μήνα.
Όπως αυτά προκύπτουν κυρίως από την κατάθεση του μάρτυρα των εναγόντων ΔΔ, η οποία ως προς αυτό το θέμα δεν αντικρούεται από άλλα αποδεικτικό στοιχεία. Από αυτούς ο ΒΒ, αν δεν ελάμβανε χώρα το ατύχημα, ενόψει της μέχρι τότε καλής κατάστασης της υγείας του, της ηλικίας του και του είδους της εργασίας του, θα ζούσε με πιθανότητα κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων καθ' όλη την επίδικη περίοδο, δηλαδή από 24-7-1993 μέχρι 23-7-1998 και θα ασκούσε το ίδιο ως άνω επάγγελμα κερδίζοντας το ποσόν των 1.600 ευρώ περίπου το μήνα.
Θα διέθετε δε για διατροφή της 1ης ενάγουσας συζύγου του, με βάση τις οικογενειακές τους ανάγκες και τις συνθήκες της ζωής τους, η οποία μέχρι το θάνατο του συζύγου της δεν εργαζόταν αλλά προσέφερε τις υπηρεσίες της στο συζυγικό οίκο και δεν προκύπτει να έχει εισοδήματα από περιουσία, ποσό 300 ευρώ το μήνα, το οποίο αυτή στερήθηκε και θα στερείται κατά το επίδικο χρονικό διάστημα.
Ο ΔΔαν δεν ελάμβανε χώρα το ατύχημα, ενόψει της μέχρι τότε καλής κατάστασης της υγείας του, της ηλικίας του και του είδους της εργασίας του, θα ζούσε με πιθανότητα κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων καθ' όλη την επίδικη περίοδο, δηλαδή από 24-7-1993 μέχρι 23-7-1998 και θα ασκούσε το ίδιο ως άνω επάγγελμα κερδίζοντας το ποσόν των 880 ευρώ περίπου το μήνα.
Θα διέθετε δε για διατροφή της 1ης ενάγουσας συζύγου του, με βάση της οικογενειακές τους ανάγκες και τις συνθήκες της ζωής τους, η οποία μέχρι το θάνατο του συζύγου της δεν εργαζόταν αλλά. προσέφερε τις υπηρεσίες της στο συζυγικό οίκο και δεν προκύπτει να έχει εισοδήματα από περιουσία, ποσό 235 ευρώ το μήνα, το οποίο αυτή στερήθηκε και θα στερείται κατά το επίδικο χρονικό διάστημα.
Το Πρωτοβάθμιο, επομένως, Δικαστήριο, που δέχθηκε τα ίδια και επιδίκασε στην 1η και στην 4η των εναγόντων τα παραπάνω ποσά για το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα, ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις, γι' αυτό και πρέπει οι σχετικοί λόγοι των εφέσεων να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Ο ισχυρισμός του 1ου εναγομένου - εκκαλούντος ΓΓ, που επικαλείται και με λόγο έφεσης, περί αοριστίας της αγωγής, διότι δεν αναφέρεται αν η 1η και η 4η ενάγουσα τυχόν εισέπραξαν οποιαδήποτε παροχή και κυρίως σύνταξη από αρμόδιο ασφαλιστικό φορέα, ώστε το ποσό αυτό να αφαιρεθεί είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Και αυτό διότι τα ως άνω περιστατικά δεν αποτελούν απαραίτητα στοιχεία της αγωγής, αλλά ισχυρισμό που θα έπρεπε κατ' ένσταση να προβάλλει ο 1ος εναγόμενος προσδιορίζοντας και τον ασφαλιστικό φορέα που κατ' εξαίρεση της παρ. 3 του άρθρου 930 Κ.Πολ.Δ., η οποία προβλέπει την αθροιστική απόληψη της αποζημίωσης, επέρχεται ισόποση απαλλαγή του υπόχρεου ...
Τέλος ο λόγος έφεσης με τον οποίο οι εκκαλούντες, επικαλούμενοι την παρ. 3 του άρθρου 1047 Κ.Πολ.Δ., παραπονούνται για την απαγγελία σε βάρος τους προσωπικής κράτησης, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Και αυτό διότι, στην υπό κρίση περίπτωση, αυτοί ενάγονται προς αποζημίωση από αδικοπραξία (914 Α.Κ.), δηλαδή διότι, ως καταστατικά όργανα του νομικού προσώπου της Α.Ε., παρέβησαν κατά την εκτέλεση των ανατεθειμένων καθηκόντων τους υπαιτίως νόμιμη υποχρέωσή τους, οπότε δεν υφίσταται κώλυμα της παραγράφου 3 του άρθρου 1047 Κ.Πολ.Δ.
και νομίμως μπορεί να ζητηθεί και να διαταχθεί η προσωπική τους κράτηση βάσει της παραγράφου του ιδίου άρθρου 1047, αφού στην περίπτωση αυτή θεμελιώνεται κατά το προαναφερόμενο εδάφιο β' του άρθρου 71 του Α.Κ. αυτοτελής λόγος αδικοπρακτικής τους ευθύνης, πρόσθετος προς την ευθύνη του νομικού προσώπου της Ανώνυμης Εταιρίας.
Κατ' ακολουθίαν όσων προεκτέθηκαν και απορριπτόμενου ως αβασίμου και του λόγου έφεσης περί αοριστίας της αγωγής, διότι αυτή, κατ' ορθή εκτίμηση της, περιέχει τα κατά νόμον απαιτούμενα στοιχεία, πρέπει οι υπό κρίση εφέσεις να απορριφθούν ως αβάσιμες κατ' ουσίαν". Με τις εκτεθείσες παραδοχές του, το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις αναφερόμενες ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, διέλαβε δε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις ή ενδιαστικές κρίσεις αιτιολογίες σχετικώς με όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμον για τη γέννηση αδικοπρακτικής ευθύνης (και) της αναιρεσείουσας, έτσι ώστε να καθίσταται εφικτό ο αναιρετικός έλεγχος περί της ορθής ή μη εφαρμογής των ανωτέρω διατάξεων, αφού στην εν λόγω απόφαση προσδιορίζονται:
α) η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά (παράλειψη οφειλομένης ενεργείας) της αναιρεσείουσας ως μέλους της διοικήσεως του νομικού προσώπου της εταιρίας που ήταν υποκείμενο της οικείας υποχρέωσης, β) η περιουσιακή ζημία και η ψυχική οδύνη των εναγόντων με τα επιμέρους στοιχεία που δικαιολογούν τα επιδικασθέντα ως χρηματική ικανοποίηση ποσά, γ) ο αντικειμενικός αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς και του επελθόντος αποτελέσματος και δ) τα στοιχεία που καταφάσκουν την βασιμότητα του αιτήματος για προσωποκράτηση της αναιρεσείουσας, ως μέσο εκτέλεσης της αποφάσεως.
Έτσι, τα αντιθέτως υποστηριζόμενα με τους δεύτερο και τρίτο αναιρετικούς λόγους (εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ) είναι αβάσιμα. Στο αγωγικό δικόγραφο των αναιρεσιβλήτων, όπως προκύπτει από την επισκόπησή του, περιέχονται αναλυτικώς όλα τα προαναφερόμενα περιστατικά, που κρίθηκαν αληθή με την απόφαση και, επομένως, είναι αβάσιμος ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο, υπαγόμενο στη ρύθμιση του αριθμού 14 (όχι του αριθμού 1) του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., ψέγεται το Εφετείο ότι παρά τον νόμο δεν απέρριψε την αγωγή ως αόριστη.
Ειδικώς πρέπει να σημειωθεί ότι: (α) δεν ήταν αναγκαίο κατά νόμο, για τη διαδικαστική πληρότητα του αγωγικού κονδυλίου περί αποζημιώσεως λόγω στερήσεως διατροφής, να αναφέρονται η ασφάλιση ή μη του δικαιούχου και η ύπαρξη αξίωσης για συνταξιοδότηση από τον οικείο ασφαλιστικό φορέα και β) τα επιμέρους στοιχεία, που απαιτείται να αναφέρονται στην αγωγή για την δικαιολόγηση του αιτούμενου, ως χρηματικής ικανοποιήσεως, ποσού, δεν διαλαμβάνονται μεν συγκεντρωτικώς σε ένα ενιαίο κεφάλαιο του εισαγωγικού δικογράφου, προκύπτουν όμως σαφώς από το όλο περιεχόμενο αυτού.
Ο τέταρτος αναιρετικός λόγος (εκ του άρθρου 559 αριθμ. 11 Κ.Πολ.Δ.), με τον οποίο προσάπτεται στο Εφετείο ότι δεν έλαβε υπόψη "συγκεκριμένα έγγραφα" τα οποία η αναιρεσείουσα είχε προσκομίσει και επικαλεσθεί στην έκκλητη δίκη, ενέχει αοριστία και είναι, ως εκ τούτου, απαράδεκτος, διότι δεν προσδιορίζονται καθόλου τα εν λόγω έγγραφα. Πρέπει, συνεπώς να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27-6-2007 αίτηση της Χ για αναίρεση της 895/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα την δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Φεβρουαρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Μαρτίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ