Legislator Case Law & Legislation
627/2008 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on evidence review grounds, ruling lower court considered all submitted proof.

Case Number 627/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding a labor contract termination. The appellant argued the lower court failed to consider specific evidence proving the termination lacked a serious cause, citing a court ruling and witness testimonies. The court rejected this claim, holding that the lower court's explicit statement regarding the examination of all documents and its reasoning demonstrated that the evidence was duly taken into account.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 para. 11 of the Code of Civil Procedure; An appeal based on the failure to consider evidence is inadmissible if the appealed decision explicitly states that the evidence was examined and weighed in forming the substantive judgment.

Keywords

AI generated
appeal admissibility evidence consideration serious cause termination labor contract validity lower court review

Cited Legislation

AI generated
Art. 559 para. 11 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 627 / 2008 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 627/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Ειρήνη Αθανασίου, Αλέξανδρο Νικάκη και Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας - καλούσας - υπέρ ης οι πρόσθετες παρεμβάσεις: χ1, η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Άρι Καζάκο. Της αναιρεσίβλητης - καθ' ης η κλήση - καθ' ης οι πρόσθετες παρεμβάσεις: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Χαρούλα Απαλαγάκη. Των προσθέτως παρεμβαινουσών: 1) Τριτοβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΗ ΣΥΝΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ ΕΡΓΑΤΩΝ ΕΛΛΑΔΑΣ - ΓΣΕΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) Πρωτοβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης με την επωνυμία "ΕΝΩΤΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Σοφία Καζάκου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-6-2002 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με τις δια των προτάσεων ασκηθείσες πρόσθετες παρεμβάσεις α) της με υπό στοιχείο 2 προσθέτως παρεμβαίνουσας και β) της Ομοσπονδίας Τραπεζοϋπαλληλικών Οργανώσεων Ελλάδος (Ο.Τ.Ο.Ε.), που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 607/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 7486/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 15-6-2005 αίτησή της, η υπό στοιχείο 1 προσθέτως παρεμβαίνουσα με την από 2-5-2006 πρόσθετη παρέμβασή της και η υπό στοιχείο 2 προσθέτως παρεμβαίνουσα με τις από 16-5-2006 προτάσεις της.

Εκδόθηκε η 1534/2006 απόφαση του Β1' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, που παρέπεμψε την υπόθεση στην Τακτική Ολομέλεια του Δικαστηρίου τούτου.

Εκδόθηκε η 8/2007 απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, η οποία απέρριψε τον παραπεμφθέντα σ' αυτή πρώτο λόγο της από 15-6-2005 αίτησης της χ1 για αναίρεση της 7486/2004 απόφασης του Εφετείου Αθηνών και ανέπεμψε την υπόθεση στο Β1' Πολιτικό Τμήμα για ν' αποφασίσει για τους λοιπούς λόγους της άνω αίτησης. Η υπόθεση επανέρχεται για συζήτηση με την από 21-5-2007 κλήση της καλούσας και με την από 24-10-2007 πρόσθετη παρέμβαση της υπό στοιχείο 2 προσθέτως παρεμβαίνουσας.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βαρβάρα Κριτσωτάκη, διάβασε την από 3-4-2006 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Εμμανουήλ Καλούδη, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας και των προσθέτως παρεμβαινουσών ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων παρεμβάσεων, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 21-5-2007 κλήση της αναιρεσείουσας, νόμιμα εισάγονται στο τμήμα αυτό, οι δεύτερος, τρίτος και τέταρτος, από το άρθρο 559 αρ. 1, 19, 8 και 11 του Κ.Πολ.Δ., λόγοι της από 15-6-2005 αιτήσεως αναιρέσεως καλούσας, κατά της υπ' αριθμ. 7486/2004 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, μετά την έκδοση της υπ' αριθμ. 8/2007 απόφαση της Ολομέλειας του Aρείου Πάγου, η οποία απέρριψε ως αβάσιμο τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως και παρέπεμψε την υπόθεση στο Β1 Πολιτικό τμήμα για να αποφασίσει επί των πιο πάνω λόγων αναιρέσεως.

Επίσης με την ίδια κλήση παραδεκτά εισάγεται ενώπιον του ίδιου τμήματος, η από 2-5-2006 πρόσθετη παρέμβαση της τριτοβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης με την επωνυμία "Γενική Συνομοσπονδία Εργατών Ελλάδος", υπέρ της αναιρεσείουσας, η οποία ασκήθηκε παραδεκτά με αυτοτελές δικόγραφο το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου, ενώ η παραπάνω κλήση, κατά το μέρος της που επαναφέρεται με αυτήν για συζήτηση η πρόσθετη υπέρ της αναιρεσείουσας παρέμβαση της συνδικαλιστικής οργάνωσης "Ενωτικός Σύλλογος Εργαζομένων Τράπεζας Πειραιώς" είναι απαράδεκτη αφού η εν λόγω πρόσθετη παρέμβαση ως ασκηθείσα με τις προτάσεις της προσθέτως παρεμβαίνουσας ενώπιον του Αρείου Πάγου έχει ήδη απορριφθεί ως απαράδεκτη με την υπ' αριθμ. 1534/2006 απόφαση του δικαστηρίου τούτου.

Επειδή σπουδαίο λόγο δικαιολογούντα την καταγγελία της συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου αποτελεί κυρίως η ουσιώδης παράβαση των συμβατικών υποχρεώσεων, αλλά και άλλα περιστατικά που κατ' αντικειμενική κρίση καθιστούν στη συγκεκριμένη περίπτωση μη ανεκτή για τον εργοδότη την περαιτέρω συνέχιση της συμβάσεως, για την εκτίμηση δε της συνδρομής τέτοιων περιστατικών λαμβάνονται υπόψη η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, καθώς και οι ιδιαίτερες περιστάσεις που συνοδεύουν τη συγκεκριμένη περίπτωση (Ολ.

ΑΠ 10/1995). Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 26 παρ. 1 του κανονισμού εργασίας του προσωπικού της αναιρεσίβλητης Τράπεζας (ΣΣΕ από 18-5-1982 - Φ.Ε.Κ. Β' 344/4-6-1982) η σύμβαση εργασίας μεταξύ της Τράπεζας και του προσωπικού είναι ορισμένου χρόνου και λύεται αυτοδικαίως, με τη συμπλήρωση του 60ου έτους της ηλικίας. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 28 του ως άνω κανονισμού, οι πειθαρχικές ποινές που ορίζονται σ' αυτόν κατά τρόπο περιοριστικό είναι α) η προφορική παρατήρηση, β) η έγγραφη επίπληξη, γ) το πρόστιμο και δ) η προσωρινή παύση.

Πειθαρχική ποινή απολύσεως δεν προβλέπεται. Αντίθετα, σύμφωνα με το άρθρο 26 παρ. 2 περ. γ' του κανονισμού αυτού, προβλέπεται η καταγγελία για σπουδαίο λόγο, ως ένας από τους λόγους λύσεως της συμβάσεως εργασίας. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η εργασιακή σύμβαση, η οποία συνδέει τον υπάλληλό της με την αναιρεσίβλητη Τράπεζα είναι ορισμένου χρόνου, αφού προβλέπεται η λύση της με τη συμπλήρωση του οριζομένου ορίου ηλικίας, προβλέπεται δε η λύση της και για σπουδαίο λόγο, που συνδέεται με το χαρακτήρα της ως ορισμένου χρόνου, κατ' εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 672 ΑΚ, η οποία, αποκλείοντας αντίθετη συμφωνία, έχει εφαρμογή και στους μισθωτούς της αναιρεσίβλητης Τράπεζας.

Συνεπώς στη σύμβαση εργασίας του μισθωτού της αναιρεσίβλητης Τράπεζας, ως τοιαύτη ορισμένου χρόνου, εφαρμόζεται, χωρίς περιορισμούς, η διάταξη του άρθρου 672 ΑΚ για λύση της συμβάσεως με καταγγελία για σπουδαίο λόγο. Σε κάθε περίπτωση η άσκηση του δικαιώματος καταγγελίας από την τράπεζα υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 ΑΚ και κατά συνέπεια, όταν αυτή υπερβαίνει προφανώς τα από την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος επιβαλλόμενα όρια, η καταγγελία είναι κατά τη διάταξη του άρθρου 174 ΑΚ, άκυρη.

Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε κατά την ανέλεγκτη κρίση τα ακόλουθα: Στις 2-3-1984 μεταξύ της ενάγουσας και της τράπεζας με την επωνυμία "Τράπεζα Μακεδονίας-Θράκης Α.Ε.", η οποία στις 16-6-2000 συγχωνεύθηκε με απορρόφηση με την εναγομένη τράπεζα, με την επωνυμία "Τράπεζα Πειραιώς Α.Ε.", με αποτέλεσμα η τελευταία να καταστεί καθολική διάδοχος της πρώτης, κατ' άρθρο 75 ν. 2190/1920, καταρτίσθηκε σύμβαση εργασίας, δυνάμει της οποίας η ενάγουσα προσελήφθη από την τράπεζα για να προσφέρει τις υπηρεσίες της ως υπάλληλος.

Η σύμβαση αυτή εργασίας ήταν ορισμένου χρόνου, αφού στον Κανονισμό Εργασίας του προσωπικού της Τράπεζας Μακεδονίας-Θράκης προβλέπεται η αυτοδίκαιη λύση της συμβάσεως εργασίας της ενάγουσας με τη συμπλήρωση του 60ου έτους της ηλικίας της. Από την πρόσληψή της η ενάγουσα, η οποία είναι πτυχιούχος της Νομικής Σχολής Αθηνών, γνωρίζει τρεις ξένες γλώσσες (αγγλική, γαλλική, γερμανική) και στις υπηρεσιακές της εκθέσεις είχε χαρακτηρισθεί ως εξαίρετη, υπηρέτησε σε διάφορα τμήματα στο κατάστημα Αγίου Νικολάου Πειραιώς και τον Οκτώβριο του 1993 τοποθετήθηκε ως εισηγήτρια στο Κέντρο Διαχείρισης Παρακολουθήσεων Οριστικών Καθυστερήσεων Αττικής, ενώ εξελίχθηκε κανονικά στην υπαλληλική ιεραρχία προαχθείσα από την 1-1-1998 στο βαθμό του Τμηματάρχη Β'.

Τον Απρίλιο του έτους 1998, μετά την κατάργηση της ως άνω υπηρεσίας, η ενάγουσα τοποθετήθηκε στη Διεύθυνση Διαχείρισης Εμπλοκών αρχικά ως απλή υπάλληλος και στη συνέχεια, το Σεπτέμβριο του 2000 της ανατέθηκαν καθήκοντα Προϊσταμένης Τμήματος της ίδιας Διεύθυνσης, ύστερα από σχετική πρόταση του Διευθυντή της Διεύθυνσης αυτής Ζ1.

Στις 28-1-2002 η ενάγουσα τοποθετήθηκε ως Αccount Οfficer στον τομέα Εμπλοκών της Νοτίου Ελλάδος. Η Διεύθυνση Διαχείρισης Εμπλοκών της εναγομένης έχει ως αρμοδιότητα την είσπραξη των μη εξυπηρετουμένων από τους δανειολήπτες χρηματοδοτήσεων. Από τις αρχές του Φεβρουαρίου του 2002 δημιουργήθηκαν στα αρμόδια όργανα της εναγομένης και ιδίως στο Διευθυντή της Διεύθυνσης Διαχείρισης Εμπλοκών Ζ1 υποψίες σε βάρος της ενάγουσας ότι η τελευταία κατά παραβίαση της υποχρέωσης πίστης και εχεμύθειας έναντι της τράπεζας διοχέτευε σε οφειλέτες της τράπεζας, διαμέσου του αποχωρήσαντος από την τράπεζα στις αρχές του 2001 τραπεζικού υπαλλήλου και πρώην Διευθυντή της ίδιας Διεύθυνσης Εμπλοκών Ζ2, απόρρητες πληροφορίες και έγγραφα, τα οποία στο πλαίσιο της δικαστικής ή εξώδικης διαφοράς που είχαν με την εναγομένη τράπεζα ενίσχυαν τη δικαστική, αλλά και γενικότερα τη διαπραγματευτική θέση τους έναντι της εναγομένης.

Οι σε βάρος της ενάγουσας υποψίες δημιουργήθηκαν αφ' ενός μεν από τη συμπεριφορά της ίδιας της ενάγουσας, η οποία αρκετά συχνά μελετούσε φακέλους υποθέσεων, το χειρισμό των οποίων είχαν άλλοι συνάδελφοι της, χωρίς η ίδια να έχει λάβει σχετική εντολή από το διευθυντή της ή από κάποιον άλλον προϊστάμενο της, αφ' ετέρου δε από το γεγονός ότι διατηρούσε άριστες φιλικές σχέσεις με τον αποχωρήσαντα από την τράπεζα ως άνω υπάλληλο Ζ2, ο οποίος μετά την αποχώρηση του προσέφερε τις υπηρεσίες του ως σύμβουλος επιχειρήσεων σε οφειλέτες τραπεζών, μεταξύ των οποίων και σε οφειλέτες της εναγομένης, προκειμένου οι τελευταίοι να διαχειριστούν με τον επωφελέστερο γι' αυτούς τρόπο τις οφειλές τους προς τις τράπεζες, πράγμα που γνώριζε η ενάγουσα.

Περαιτέρω δέχθηκε το Εφετείο ότι οι υποψίες αυτές των οργάνων της εναγομένης σε βάρος της ενάγουσας ήταν βάσιμες, διότι η τελευταία είχε διοχετεύσει απόρρητες πληροφορίες και έγγραφα στις ακόλουθες περιπτώσεις οφειλετών της εναγομένης τράπεζας : 1) Στην περίπτωση της εταιρείας "Ναυπη-γοεπισκευαστική Σαλαμίνας Α.Ε.", η οποία όφειλε στην εναγομένη το ποσό των 1.942.840.866 δραχμών και, μολονότι είχε αναγνωρίσει επανειλημμένως την οφειλή της, είχε σταματήσει τις πληρωμές από την 18-9-1998, η ενάγουσα έγινε αντιληπτή να αναζητά συστηματικά αποφάσεις της Επιτροπής Εμπλοκών και τυχόν άλλα στοιχεία που τηρούνταν στη Διεύθυνση Εμπλοκών για την υπόθεση αυτή.

Στις αρχές Μαρτίου 2002 ο διευθυντής της Διεύθυνσης Εμπλοκών Ζ1 άκουσε την ενάγουσα να επικοινωνεί τηλεφωνικά από το γραφείο της με τρίτο πρόσωπο και να αναφέρει τα εξής: "Είχες δίκιο, το υπολόγισα και το ύψος της οφειλής ανέρχεται σε 1,2 δισεκατομμύρια... Δεν πίστευα στα μάτια μου... Είσαι πολύ μεγάλος". Μετά την πάροδο λίγων ημερών ο νόμιμος εκπρόσωπος της ως άνω οφειλέτριας εταιρείας σε συνάντηση που πραγματοποιήθηκε στα γραφεία της τράπεζας με στελέχη της τελευταίας αμφισβήτησε για πρώτη φορά το ύψος της οφειλής της εταιρείας του, ισχυριζόμενος ότι αυτή ανερχόταν στο ποσό των 1.294.850.00 δραχμών, ενώ ο ίδιος σε άλλη συνάντηση που είχε με στελέχη της εναγομένης παραδέχθηκε, ότι για το θέμα της οφειλής της εταιρείας του συμβουλευόταν το πρώην στέλεχος της τράπεζας και αποχωρήσαντα Διευθυντή αυτής Ζ2. 2) Στην περίπτωση της εταιρείας "Αχιλλεύς Α.Ε.", η οποία όφειλε στην ενάγουσα το ποσό των 734.285.000 δραχμών και ενώ το Σεπτέμβριο του 2001 είχε επέλθει συμφωνία μεταξύ αυτής και της εναγομένης για δωδεκαετή εξόφληση της οφειλής, μετά από περιορισμό της, η εν λόγω εταιρεία όχι μόνο δεν τήρησε τη σχετική συμφωνία, αλλά αντίθετα άσκησε κατά της εναγομένης τράπεζας την από 21-5-2002 ανακοπή της, ισχυριζόμενη με αυτήν ότι ποσό 92.000.000 δραχμών είχε πιστωθεί στο λογαριασμό της σε χρόνο μεταγενέστερο από εκείνο της πραγματικής καταβολής, πράγμα που ήταν αληθές.

Το στοιχείο όμως αυτό προέκυπτε από βιβλία της τράπεζας, αντίγραφα των οποίων ουδέποτε είχε ζητήσει η ως άνω οφειλέτρια εταιρεία, η οποία επιπλέον κατά τη συζήτηση της αιτήσεώς της για αναστολή εκτελέσεως ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, στις 24-5-2002, προσκόμισε το από 7-12-2000 ανυπόγραφο έγγραφο περί διακανονισμού της οφειλής της, που είχε συνταχθεί στη Διεύθυνση Διαχείρισης Εμπλοκών της τράπεζας και το οποίο όμως ουδέποτε είχε παραδοθεί σ' αυτήν. 3) Στην περίπτωση της εταιρείας "Αφίσα-Κάρτα-Κορνίζα ΑΕ", η οποία όφειλε στην εναγομένη το ποσό των 71.720.037 δραχμών και η οφειλή της περιήλθε σε οριστική καθυστέρηση την 1-12-2000, η Μονάδα Μεγάλων Εμπλοκών της εναγομένης τράπεζας εισηγήθηκε με το από 1-2-2002 τηλετυπικό μήνυμά της, που απέστειλε στο Διευθυντή Διαχείρισης Εμπλοκών Ζ1 την άμεση κατάσχεση των μηχανημάτων της οφειλέτριας, τα οποία από την 31-1-2002 είχαν περιέλθει στην κυριότητα της, μετά την αποπληρωμή της οφειλής της στη θυγατρική εταιρεία της εναγομένης "Πειραιώς Leasing Α.Ε.".

Λίγες ημέρες μετά ο διευθυντής Διαχείρισης Εμπλοκών Ζ1 άκουσε την ενάγουσα να επικοινωνεί τηλεφωνικά από το γραφείο της με τρίτο πρόσωπο και να του διαβιβάζει το ανωτέρω μήνυμα αναφέροντας κατά λέξη τα εξής : "..εγκρίνεται η κατάσχεση των μηχανημάτων κατά τηλεφωνική επικοινωνία Κτενίδη και Λαλιώτη (δικηγόρων της τράπεζας που εχειρίζοντο τη συγκεκριμένη υπόθεση), διότι εξοφλήθηκε η Leasing".

Η απόφαση αυτή της εναγομένης τράπεζας περιήλθε σε γνώση της οφειλέτριας ως άνω εταιρείας, αφού όταν επιχειρήθηκε η επιβολή κατάσχεσης τα μηχανήματα δεν βρέθηκαν στο χώρο του εργοστασίου αυτής.4) Στην περίπτωση της οφειλέτριας Β1, η οποία όφειλε στην εναγομένη το ποσό των 71.240.170 δραχμών, η εν λόγω Β1 στην από 20-3-2002 ανακοπή της κατά της επισπευδομένης σε βάρος της εκτελέσεως, περιέλαβε πίνακα επιτοκίων της πρώην Τράπεζας Μακεδονίας-Θράκης από το 1987 έως την 24-9-2001, τον οποίο πίνακα είχε ζητήσει η ενάγουσα το Μάιο του 2001 από υπαλλήλους της Διεύθυνσης Εμπλοκών στη Θεσσαλονίκη και τον οποίο παρέδωσε σ' αυτήν η υπάλληλος της τράπεζας .......

Ο ίδιος αυτός πίνακας συμπληρωμένος με τις μεταβολές επιτοκίων που είχαν επέλθει στο μεταγενέστερο χρονικό διάστημα περιείχετο στην ανακοπή της ως άνω οφειλέτριας, χωρίς να έχει ζητηθεί από την τελευταία και χωρίς να έχει δημοσιευθεί στον τύπο, ενώ στην ίδια ανακοπή περιλαμβάνονταν στοιχεία για τον υπολογισμό των τόκων και συμψηφιστική εγγραφή ποσού 1.650 δραχμών, τα οποία μόνο ένα εξειδικευμένο στέλεχος της Διεύθυνσης Εμπλοκών της τράπεζας ήταν σε θέση να γνωρίζει. 5) Στην περίπτωση της εταιρείας "Αίθριο Α.Ε.", η οποία όφειλε στην εναγομένη το ποσό των 785.819.000 δραχμών, ο μέτοχος της εν λόγω εταιρείας και εγγυητής της σύμβασης δανείου ......

σε συνάντηση που είχε την 7-6-2002 με στελέχη της Διεύθυνσης Εμπλοκών για τη ρύθμιση της εν λόγω οφειλής, προσκόμισε το από .... ανυπόγραφο έγγραφο, που περιείχε αναλυτική και ακριβή περιγραφή των θέσεων και επιδιώξεων της τράπεζας ως προς τη συγκεκριμένη οφειλή καθώς και το πλαίσιο της διαπραγματευτικής θέσης της ως άνω οφειλέτριας αναφορικά με τα ελαττώματα προηγούμενης εκτέλεσης που είχε γίνει σε βάρος της από την εναγομένη τράπεζα.

Αντιθέτως, δεν αποδείχθηκε ότι έγινε οποιαδήποτε διαρροή εγγράφων ή πληροφοριών προς την εταιρεία "Ι.Τσαγκαλίδης και Σία Α.Ε.". Περαιτέρω δέχθηκε ότι στις 15-5-2002 η ενάγουσα, μετά τη λήξη του ωραρίου εργασίας της συναντήθηκε με τον αποχωρήσαντα υπάλληλο και πρώην διευθυντή της Διεύθυνσης Εμπλοκών Ζ2 σε καφετέρια επί της οδού .....

Κατά τη συνάντηση αυτή η ενάγουσα επιχείρησε να παραδώσει κάποια έγγραφα στον Ζ2, πράγμα όμως που τελικά δεν έπραξε, αφού αντιλήφθηκε την παρουσία στον ίδιο χώρο του συναδέλφου της και στελέχους της Διεύθυνσης Εμπλοκών της τράπεζας Γ1. Την επόμενη ημέρα η ενάγουσα κλήθηκε να δώσει εξηγήσεις στα αρμόδια όργανα της εναγομένης για τις αποδιδόμενες σ' αυτήν διαβιβάσεις εγγράφων και πληροφοριών σε οφειλέτες της τράπεζας και για το είδος και τη φύση των σχέσεων της με τον αποχωρήσαντα υπάλληλο Ζ2.

Η ενάγουσα αρνήθηκε τις αποδιδόμενες σ' αυτήν πράξεις, παραδέχθηκε όμως ότι επικοινωνούσε με τον Ζ2, προκειμένου να τον συμβουλεύεται για το χειρισμό υποθέσεων αναφορικά με την είσπραξη των απαιτήσεων από οφειλέτες της τράπεζας, λόγω της μεγάλης εμπειρίας του. Οι εξηγήσεις όμως αυτές της ενάγουσας δεν κρίθηκαν ικανοποιητικές, διότι η τελευταία δεν δικαιολόγησε την παραπάνω τακτική της, παρότι γνώριζε ότι ο Ζ2 εργαζόταν για λογαριασμό οφειλετών της τράπεζας, αντί να ζητεί συμβουλές από τους άμεσους προϊσταμένους της, και μάλιστα για υποθέσεις που η ίδια δεν είχε καμία αρμοδιότητα να ασχοληθεί και για τις οποίες δεν είχε ενημερωθεί ο Ζ2, λόγω της αποχωρήσεως του.

Αμέσως μετά το πέρας της συνάντησης αυτής σε κατ' ιδίαν συνομιλία που είχε η ενάγουσα με τον προϊστάμενό της και διευθυντή της Διεύθυνσης Εμπλοκών Ζ1, σε ερώτηση του τελευταίου αν αναλογίζεται τις συνέπειες των πράξεών της, η ενάγουσα απάντησε "εντάξει έφταιξα αλλά δεν χωρεί μεταμέλεια ή συγγνώμη". Στις 17-5-2002 η εναγομένη τράπεζα, προέβη στην καταγγελία της συμβάσεως εργασίας της ενάγουσας επιδίδοντας στην τελευταία την από 17-5-2002 εξώδικη δήλωση με το ακόλουθο περιεχόμενο: "Με την παρούσα σας δηλώνουμε ότι καταγγέλλουμε την μεταξύ μας υφιστάμενη σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου για σπουδαίο λόγο συνιστάμενο σε υπαίτιες και σοβαρές παραβάσεις των συμβατικών σας υποχρεώσεων και καθηκόντων, τις οποίες διαπράξετε κατά το χρονικό διάστημα της υπηρεσίας σας ως στέλεχος της Διεύθυνσης Εμπλοκών.

Οι παραβάσεις αυτές κλόνισαν ανεπανόρθωτα τη σχέση εμπιστοσύνης που πρέπει να υπάρχει μεταξύ υπαλλήλου και τράπεζας, έβλαψαν σοβαρά τη φήμη και το κύρος της τράπεζας και προκάλεσαν σ' αυτή σημαντική οικονομική ζημιά για την οποία η τράπεζα επιφυλάσσεται να ασκήσει σε βάρος σας αγωγή αποζημίωσης". Μετά ένα μήνα περίπου από την απόλυση της ενάγουσας, η εναγομένη υπέβαλε κατ' αυτής την από 14-6-2002 μήνυση, συνεπεία της οποίας ασκήθηκε από τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών ποινική δίωξη κατά της ενάγουσας για παράβαση καθήκοντος κατ' εξακολούθηση, παραβίαση υπηρεσιακού απορρήτου κατ' εξακολούθηση και απόπειρα υπεξαγωγής εγγράφων, αλλά επί της ως άνω ποινικής διώξεως εκδόθηκε το υπ' αριθ. 2191/2004 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, το οποίο αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία κατ' αυτής.

Από τα παραπάνω περιστατικά αποδείχθηκε, συνεχίζει το Εφετείο, ότι η ενάγουσα, παραβιάζοντας την υποχρέωση πίστης και εχεμύθειας που είχε έναντι της εναγομένης εργοδότριάς της, διοχέτευε σε οφειλέτες της τελευταίας, διαμέσου του αποχωρήσαντος από την τράπεζα Διευθυντή της Διεύθυνσης Διαχείρισης Εμπλοκών αυτής Ζ2, απόρρητες πληροφορίες και έγγραφα, τα οποία ενίσχυαν τη δικαστική και διαπραγματευτική θέση των οφειλετών έναντι της εναγομένης.

Το γεγονός ότι ορισμένα έγγραφα και ορισμένες πληροφορίες που διοχέτευε ήταν δυνατόν να δοθούν επίσημα από την εναγομένη, ύστερα από την υποβολή σχετικής αίτησης των ενδιαφερομένων οφειλετών, δεν αναιρεί την εκ μέρους της ενάγουσας αντισυμβατική συμπεριφορά της, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται, αφού αυτή ούτε αρμοδιότητα είχε για τη χορήγηση των εν λόγω εγγράφων και πληροφοριών, ούτε είχε ζητηθεί η χορήγηση τους εκ μέρους των ενδιαφερομένων οφειλετών.

Οι ως άνω ενέργειες της ενάγουσας συνιστούν αναμφιβόλως σοβαρό λόγο πρόωρης λύσης της ορισμένου χρόνου συμβάσεως εργασίας της, και επέφεραν σοβαρό κλονισμό της εμπιστοσύνης των αρμοδίων οργάνων της εναγομένης προς το πρόσωπο της ενάγουσας με αποτέλεσμα να μη δικαιολογείται κατ' αντικειμενική κρίση, σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, αλλά και όλες τις πιο πάνω αναφερόμενες περιστάσεις, η συνέχιση της συμβάσεως εργασίας της.

Ενόψει αυτών το Εφετείο έκρινε ότι συνέτρεχε σπουδαίος για την καταγγελία της συμβάσεως εργασίας της ενάγουσας, καθώς και ότι η προαναφερόμενη καταγγελία δεν είναι καταχρηστική, εξαιτίας του ότι η εναγομένη τράπεζα μπορούσε και έπρεπε να επιβάλλει άλλες ηπιότερες κυρώσεις, που προβλέπονται στον Κανονισμό Εργασίας της, ή να θέσει την ενάγουσα σε διαθεσιμότητα ή να προβεί στη μετάθεση της και την αλλαγή του είδους της εργασίας της, διότι από τον Κανονισμό Εργασίας της δεν προβλέπεται η δυνατότητα επιβολής οριστικής απολύσεως ως πειθαρχικής ποινής, και αρμόζει στην προκείμενη περίπτωση, λόγω της βαρύτητας των παραπάνω παραβάσεων της ενάγουσας, η καταγγελία της συμβάσεώς της, ενώ η επιλογή της πειθαρχικής διαδικασίας ή της καταγγελίας της συμβάσεως εναπόκειται στην κρίση του εργοδότη.

Εξάλλου, ούτε η ευδόκιμη μέχρι της τελέσεως των παραπάνω πράξεων υπηρεσία της ενάγουσας στην εναγομένη, ούτε η εκ μέρους της τελευταίας τήρηση της πειθαρχικής διαδικασίας σε περιπτώσεις άλλων υπαλλήλων της μπορούν να καταστήσουν καταχρηστική την ένδικη καταγγελία. Διότι από την τέλεση τόσο πολλών και τόσο σοβαρών παραβάσεων από μία έμπειρη, ικανή, εργατική και αποδοτική υπάλληλο, η οποία κατείχε θέση ευθύνης και λόγω των ιδιαίτερα σοβαρών καθηκόντων της είχε πρόσβαση σε μεγάλο αριθμό απόρρητων εγγράφων και πληροφοριών, κλονίστηκε ανεπανόρθωτα η εμπιστοσύνη της εναγομένης τράπεζας, ώστε να μην είναι ανεκτή γι' αυτήν η συνέχιση της εργασιακής σύμβασης της ενάγουσας, είτε στην ίδια, είτε σε άλλη θέση με τη μετάθεσή της ή την αλλαγή του είδους της εργασίας της.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω το Εφετείο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή της για αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας της ενάγουσας και καταβολή σ' αυτήν αποδοχών υπερημερίας και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, διότι, υπό τα γενόμενα δεκτά περιστατικά, που εκτίθενται με πληρότητα και σαφήνεια στην προσβαλλόμενη απόφαση, η επίδικη καταγγελία της συμβάσεως εργασίας της αναιρεσείουσας, έγινε για σπουδαίο λόγο, συνιστάμενο στην υπαίτια παράβαση των εργασιακών υποχρεώσεών της και δεν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλονται από το άρθρο 281 του ΑΚ.

Επομένως οι περί του αντιθέτου, από το άρθρ. 559 αριθμ. 1 και 19 του ΚΠολΔ δεύτερος, κατά το πρώτο και δεύτερο μέρος του και τρίτος κατά τα δύο μέρη του, λόγοι της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Επειδή πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ είναι οι πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης προτάσεως τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής ενστάσεως ή αντενστάσεως, ως και οι λόγοι εφέσεως που περιέχουν παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης (Ολ.ΑΠ 11/1996).

Στην προκείμενη περίπτωση με το δεύτερο, κατά το τρίτο μέρος του, λόγο της αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη κρίσιμους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας για την έλλειψη σπουδαίου λόγου καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας της, τους οποίους προέβαλε αυτή στο Πρωτοδικείο και στο Εφετείο.

Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, οι προαναφερόμενοι αρνητικοί της ενστάσεως ισχυρισμοί που προέβαλε η αναιρεσίβλητη κατά της αγωγής, ισχυριζόμενη ότι η καταγγελία της ένδικης συμβάσεως οφείλεται σε σπουδαίο λόγο και τους οποίους επανέφερε με το δικόγραφο της εφέσεως ως παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας κρίσης, ερευνήθηκαν εκ του πράγματος.

Επειδή κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι για την απόδειξη ή ανταπόδειξη ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τα πιο πάνω αποδεικτικά μέσα, ενώ μόνο το γεγονός ότι δεν έγινε ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάποιου αποδεικτικού μέσου δεν στοιχειοθετεί τον ανωτέρω λόγο αναιρέσεως, εφόσον από το περιεχόμενο της αποφάσεως συνάγεται ότι έχει ληφθεί τούτο υπόψη από το δικαστήριο.

Με τον τέταρτο λόγο της αναιρέσεως, από την παραπάνω διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 του ΚΠολΔ, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, διότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που η αναιρεσείουσα επικαλέσθηκε και προσκόμισε νομίμως και συγκεκριμένα α) το 2191/2004 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, που εκδόθηκε μετά την υποβολή μηνύσεως από την αναιρεσίβλητη κατά της αναιρεσείουσας και απήλλαξε την τελευταία από κάθε κατηγορία, β) τις ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων της αναιρεσείουσας με αριθ. .....

ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών και ...... και ........ ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Ιουλίας Παπαδοπούλου, γ) τις προανακριτικές καταθέσεις των μαρτύρων της αναιρεσίβλητης Γ1 και Γ2 και δ) την 2559/2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, από τα οποία αποδεικνυόταν ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας της αναιρεσείουσας από την αναιρεσίβλητη τράπεζα, έγινε χωρίς να συντρέχει σπουδαίος λόγος και συνεπώς ήταν άκυρη.

Από το περιεχόμενο όμως της προσβαλλόμενης αποφάσεως, και ιδίως την υπάρχουσα σ' αυτή βεβαίωση ότι λήφθηκαν υπόψη οι προαναφερόμενες ένορκες βεβαιώσεις και "όλα τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα έγγραφα", και τις αιτιολογίες της αποφάσεως για την ύπαρξη σπουδαίου λόγου καταγγελίας της εν λόγω συμβάσεως, προκύπτει σαφώς ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη για το σχηματισμό της ουσιαστικής του κρίσεως και τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα, τα οποία και συνεκτίμησε με τα υπόλοιπα αποδεικτικά στοιχεία.

Επομένως και ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 15-6-2005 αίτηση αναιρέσεως της χ1 κατά της υπ' αριθμ. 7486/2004 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων διακοσίων (1.200) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 23 Ιανουαρίου 2008.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του την 1η Απριλίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ