Supreme Court dismisses public prosecution appeal for lack of admissibility and failure to challenge substantive facts.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the Greek State's appeal against a lower court's property ownership ruling. The State argued procedural flaws regarding evidence and public land prescription, but the Court found these claims inadmissible as they attacked the court of first instance's evaluation of facts. Consequently, the appeal was dismissed because the substantive issues raised do not permit review under the relevant civil procedure articles.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559 and 561 of the Code of Civil Procedure; An appeal challenging the evaluation of facts by the court of first instance is inadmissible as it violates the principle that substantive facts are not subject to annulment review.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 626 / 2025 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 626/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιφιγένεια Ματσούκα-Εισηγήτρια, Φωτεινή Μηλιώνη, Ευαγγελία Στεργίου, Ευγενία Μπιτσακάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 19 Φεβρουαρίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Κωνσταντίνα Μαρίνου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) ….. 11) Θ. συζ. Γ. Ρ., το γένος Ά. Β., κατοίκου ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-7-2006 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σύρου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 71ΤΜ/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 110/2009 του Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον με την από 26-3-2012 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ιφιγένεια Ματσούκα ανέγνωσε την από 10-2-2025 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σε αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Εξ άλλου, κατά το άρθρο 6Α του διατάγματος της 26 Ιουνίου - 10 Ιουλίου 1944 "Περί κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου", που προστέθηκε με το άρθρο 46 παρ. 3 του ν. 4305/2014 "Η επίδοση από το Ελληνικό Δημόσιο ή οποιοδήποτε Ν.Π.Δ.Δ. ενδίκου βοηθήματος και ενδίκου μέσου, οποιασδήποτε κλήσης προς συζήτηση υπόθεσης, οποιασδήποτε δικαστικής απόφασης, προσωρινής διαταγής, για οποιαδήποτε υπόθεση σε οποιονδήποτε βαθμό ή στο πλαίσιο της αναιρετικής δίκης, ενώπιον οποιουδήποτε πολιτικού ή διοικητικού δικαστηρίου, δύναται να γίνει:
α) στους αντιδίκους του ή τον αντίκλητό τους, β) στον δικηγόρο, ο οποίος τους εκπροσώπησε κατά την τελευταία συζήτηση της υπόθεσης ή έχει υπογράψει το τελευταίο δικόγραφο που αφορά την υπόθεση, στην τελευταία δηλωθείσα, κατά τις κείμενες διατάξεις, διεύθυνσή τους. Ο δικηγόρος στην περίπτωση του προηγούμενου εδαφίου θεωρείται αντίκλητος και για κάθε μεταγενέστερη επίδοση, εκτός εάν ο διάδικος, κατά περίπτωση, γνωστοποίησε με δήλωση στην Κεντρική Υπηρεσία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους ή την έδρα του Ν.Π.Δ.Δ., το διορισμό νέου πληρεξουσίου ή αντικλήτου.
Ο δικηγόρος ή ο αντίκλητος οφείλει να παραδίδει αμελλητί το επιδιδόμενο έγγραφο. Επιδόσεις που έχουν διενεργηθεί κατά τα αναφερόμενα στα προηγούμενα εδάφια θεωρούνται νόμιμες και για εκκρεμείς σε οποιοδήποτε στάδιο υποθέσεις". Στην προκειμένη περίπτωση από την προσκομιζόμενη από το αναιρεσείον με αριθμό ...
έκθεση επίδοσης της Δικαστικής Επιμελήτριας του Εφετείου Αιγαίου, Α. Δ., αποδεικνύεται ότι, με επιμέλεια του τελευταίου, ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με την κάτω απ' αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου, καθώς και κλήση για συζήτηση της υπόθεσης κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (19-02-2025), επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως (άρθρο 129 παρ. 1 ΚΠολΔ) στη δικηγόρο Σύρου, Α.
Σ., η οποία είχε εκπροσωπήσει τους ήδη αναιρεσιβλήτους (ως εφεσιβλήτους) κατά τη συζήτηση στο Εφετείο Αιγαίου, που εκδίκασε σε δεύτερο βαθμό την ένδικη υπόθεση, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση (110/2009) του ως άνω Δικαστηρίου, με συνέπεια να θεωρείται αντίκλητος των ως άνω διαδίκων κατά τα εκτιθέμενα στην αμέσως προηγούμενη νομική σκέψη.
Η προαναφερόμενη δικηγόρος δεν προκύπτει ότι αντικαταστάθηκε με οποιονδήποτε τρόπο. Σημειωτέον ότι η παραπάνω επίδοση θεωρείται νόμιμη παρά την επιφύλαξη που διατύπωσε η ίδια κατά την παραλαβή των δικογράφων δηλώνοντας ότι δεν έχει πλέον καμία επαφή με τους αναιρεσιβλήτους, εφόσον η δικηγόρος αυτή δεν έχει αντικατασταθεί κατά τον αναφερόμενο στην προαναφερθείσα διάταξη τρόπο (ΑΠ 697/2021, ΑΠ 207/2020, ΑΠ 620/2017, ΑΠ 405/2016).
Επομένως, αφού οι αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, όταν εκφωνήθηκε η υπόθεση με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε κατέθεσαν έγγραφη δήλωση σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 του ΚΠολΔ, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).
Με την κρινόμενη από 26-03-2012 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 110/2009 απόφαση του Εφετείου Αιγαίου, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία. Με αυτήν επικυρώθηκε η 71/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σύρου, με την οποία είχε γίνει δεκτή η από 03-07-2006 αναγνωριστική κυριότητας αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου.
Η αίτηση αναίρεσης, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (έχει ασκηθεί εντός της κατά το άρθρο 564 παρ.2 του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε, τριετούς καταχρηστικής προθεσμίας, αφού η προσβαλλομένη απόφαση δημοσιεύθηκε στις 15-05-2009 και η αίτηση αναίρεσης κατατέθηκε στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση στις 12-04-2012 με αριθμό 19/2012).
Είναι κατά συνέπεια παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω. A.1. Κατά τα άρθρα 1-3 του Οθωμανικού νόμου της 7ης Ραμαζάν έτους 1274 οι γαίες διακρίνονται στις ακόλουθες πέντε κατηγορίες (α) τις γαίες καθαρής ιδιοκτησίας (μούλκια) (οικόπεδα, οικοδομήματα, εργαστήρια, αμπελώνες κλπ), των οποίων την κυριότητα είχε αυτός που τις εξουσίαζε και μπορούσε να τις διαθέτει ελεύθερα προς τρίτους με άτυπη συμφωνία περί μεταβίβασης, (β) τις δημόσιες γαίες (μιριγιέ), (τα καλλιεργήσιμα χωράφια, βοσκοτόπια, δάση), των οποίων η κυριότητα ανήκε στο Οθωμανικό Δημόσιο και επί των οποίων οι ιδιώτες μπορούσαν να αποκτήσουν μόνο δικαίωμα εξουσίασης (τεσσαρούφ), (γ) τις αφιερωμένες γαίες (βακούφια), των οποίων η χρήση και εκμετάλλευση γινόταν υπέρ κάποιου αγαθοεργού σκοπού και οι οποίες θεωρούνταν ως πράγματα εκτός συναλλαγής, (δ) τις εγκαταλελειμμένες σε κοινότητες γαίες (μετρουκέ) (οι δημόσιοι δρόμοι, οι πλατείες), οι οποίες ήταν προορισμένες για την κοινή χρήση και ανήκαν στο Δημόσιο και (ε) τις νεκρές γαίες (μεβάτ) (τα βουνά, τα ορεινά και πετρώδη μέρη, τα αδέσποτα δάση), οι οποίες αποτελούσαν γαίες που κανείς δεν κατείχε, δεν εξουσίαζε και δεν καλλιεργούσε και ανήκαν στο Δημόσιο.
Επακολούθησαν τα πρωτόκολλα του Λονδίνου της 3.2.1830, 4/16.6.1830 και 19.6/1-7-1830, με τα οποία κυρώθηκε η Ανεξαρτησία της Ελλάδος και ρυθμίσθηκαν οι σχέσεις του Ελληνικού Δημοσίου ως προς τις άλλοτε ιδιοκτησίες των Οθωμανών στην Ελλάδα, ορίζοντας, σε συνδυασμό με την από 9.7.1832 Συνθήκη της Κωνσταντινούπολης "Περί διαρρυθμίσεως των Ελληνικών συνόρων", ότι το Ελληνικό Δημόσιο αποκτά την κυριότητα στα κτήματα των Οθωμανών, τα οποία είχε καταλάβει κατά τη διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα (έως τις 3.2.1830) και είχε δημεύσει κατά τη διάρκεια του πολέμου, καθώς και σε εκείνα, τα οποία, κατά το χρόνο της υπογραφής των άνω τριών πρωτοκόλλων είχαν εγκαταλειφθεί από τους αναχωρήσαντες από την απελευθερωθείσα Ελλάδα Ωθωμανούς, πρώην κυρίους τους, οι οποίοι αποχώρησαν και δεν εξουσιάζονταν πλέον από αυτούς, χωρίς παράλληλα να έχουν καταληφθεί από τρίτους μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου της 21-6/3-7-1837 "περί διακρίσεως δημόσιων κτημάτων", περιερχόμενα κατά το άρθρο 16 αυτού στην κυριότητα του Δημοσίου ως αδέσποτα.
Με τις ρυθμίσεις αυτές το Ελληνικό Δημόσιο δεν κλήθηκε ως καθολικός διάδοχος των Οθωμανών, αλλά διαδέχθηκε το Τουρκικό Δημόσιο in globo με τη γενόμενη δήμευση "δικαιώματι πολέμου", ως ειδικού τίτλου, στο δικαίωμα κυριότητας των κτημάτων, τα οποία κατείχοντο μόνο από τους Οθωμανούς κατά την έναρξη της Ελληνικής Επαναστάσης και τα κατέλαβε είτε διαρκούντος του πολέμου, είτε ως εγκαταλελειμμένα από τους πρώην κυρίους τους.
Η διαδοχή του Ελληνικού Δημοσίου στο Τουρκικό Δημόσιο "δικαιώματι πολέμου" αφορά και τις νήσους του Αιγαίου, με ρητή αναφορά τους στο σχετικό κείμενο του πρακτικού (αρ.3) και στο προηγούμενο πρωτόκολλο της 10/22-3-1829 με τον παράτιτλο "Οριοθεσία της Στερεάς και των νήσων", διαλαμβάνοντας "Αι παρακείμεναι εις την Πελοπόννησον νήσοι, η Εύβοια και αι κοινώς καλούμεναι Κυκλάδες θέλουν αποτελεί ωσαύτως μέρος τούτου του Κράτους".
Η διαδοχή, όμως, αυτή δεν έθιξε τα εμπράγματα δικαιώματα των ιδιωτών, τα οποία είχαν αποκτηθεί επί των ακινήτων καθαρής ιδιοκτησίας (μούλκια) και τα δικαιώματα εξουσίασης "τεσσαρούφ", τα οποία είχαν αποκτηθεί επί των δημοσίων γαιών σύμφωνα με το Οθωμανικό δίκαιο. Λόγοι ιστορικής ιδιαιτερότητας διαμόρφωσαν ιδιαίτερο νομικό και ιδιοκτησιακό καθεστώς στις Κυκλάδες.
Ειδικότερα, οι γαίες των νησιών αυτών χαρακτηρίσθηκαν κατά τον ιερό μουσουλμανικό νόμο ως ιδιωτικές ανήκουσες στην, κατά τα άρθρα 1 και 2 του από 7ης Ραμαζάν έτους 1274 Οθωμανικού νόμου "περί γαιών", κατηγορία των καθαράς ιδιοκτησίας ακινήτων, τα οποία εξακολούθησαν εξουσιαζόμενα υπό των μέχρι τότε κυρίων αυτών και δη κατά πλήρη κυριότητα, υπό τον όρο όμως καταβολής εγγείου φόρου.
Κατά συνέπεια, τα ακίνητα των νήσων αυτών, μη εξουσιαζόμενα πριν από την επανάσταση από το Σουλτάνο, ουδέ κατεχόμενα από Οθωμανούς ιδιώτες, δεν περιήλθαν στο Ελληνικό Δημόσιο, κατά διαδοχή του Τουρκικού Δημοσίου, δικαιώματι πολέμου και δυνάμει των περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος πρωτοκόλλων του Λονδίνου και της από 7.7.1832 συνθήκης της Κωνσταντινούπολης (ΑΠ 34/2019).
Τούτο, όμως, συμβαίνει εφόσον πρόκειται περί γαιών καθαρής ιδιοκτησίας (μούλκια), ενώ στα νησιά των Κυκλάδων, μεταξύ των οποίων και η Σύρος, σύμφωνα με τα ως άνω Πρωτόκολλα του Λονδίνου και τη Συνθήκη της Κωνσταντινούπολης, για εκτάσεις που αφορούσαν τα δάση, τους αιγιαλούς, τα κοινόχρηστα, τις βοσκές και τις εκτάσεις που λόγω της μορφής τους δεν εξουσιάζονταν από κανένα, μετά τον Αγώνα της Ανεξαρτησίας, κατέστη κύριος αυτών το Ελληνικό Δημόσιο ως διάδοχο του Οθωμανικού Κράτους δικαιώματι πολέμου.
Και τούτο διότι οι εκτάσεις αυτές παρέμειναν προσδιορισμένες κατά την ταυτότητά τους ως τμήμα της χώρας του Οθωμανικού Κράτους και οι οποίες ουδέποτε εξουσιάστηκαν από ορισμένο πρόσωπο, αλλά υπάγονταν υπό την απόλυτη εξουσία του κράτους αυτού. Μετά δε την Επανάσταση του 1821 και τη σύσταση του Ελληνικού Κράτους διά των προαναφερομένων Πρωτοκόλλων και Συνθήκης, οπότε προσδιορίστηκε η χώρα του Ελληνικού Κράτους, των ακινήτων αυτών κατέστη κύριο το νέο ελληνικό κράτος χωρίς καμιά αποζημίωση.
Η νομική αυτή παραδοχή επιβεβαιώνεται από το Πρωτόκολλο της 4/16 Ιουνίου 1830, στο κείμενο του οποίου ορίζεται τα κτήματα υπό το όνομα "Βακούφια" και όσα δεν είναι ιδιωτικά, αλλά εκκλησιαστικά ή δημόσια υπό το Οθωμανικό σύστημα θα ανήκουν αυτοδικαίως στην Κυβέρνηση της Ελλάδος (OλΑΠ 1/2013). 2.Σύμφωνα με το άρθρο 1 του ΒΔ της 15.12.1833 "περί διορισμού και φόρου βοσκής και του δια τα εθνικοϊδιόκτητα λιβάδια εγγείου φόρου κατά τα έτη 1833-1834", που έχει ισχύ νόμου, όλα τα λιβάδια για την επικαρπία των οποίων δεν υπάρχει έγγραφο (ταπί) που έχει εκδοθεί επί τουρκοκρατίας, θεωρούνται δημόσια και η νομή τους παραμένει στο Δημόσιο.
Η διάταξη αυτή αφορά τη συντήρηση των δικαιωμάτων του Δημοσίου, τα οποία προϋπήρχαν επί των ως άνω γαιών σε όλη την Ελληνική Επικράτεια και επομένως και σε αυτές στις Κυκλάδες που δεν ανήκαν σε ιδιώτες και είχε, κατά τα προαναφερθέντα, καταστεί κύριός τους το Ελληνικό Δημόσιο (ΑΠ 783/2016). Τούτο προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 2 του ν.
ΚΘ της 31.1./18.2.1864 "περί βοσκησίμων γαιών", με την οποία ορίζεται ότι το Δημόσιο, ως και οι Κοινότητες, διατηρούν ανέπαφα τα δικαιώματα όσα προ της εποχής ταύτης είχαν επί των αμφισβητουμένων λιβαδιών άνευ βλάβης των παρά τρίτων αποκτηθέντων δικαιωμάτων, αλλά και από τη διάταξη του άρθρου 3 του ν. ΨΝΖ της 27.3./1.4.1880 "περί κοινοτικών και εθνικών λιβαδιών" κατά την οποία το Δημόσιο, ως προς τα εθνικά και οι Κοινότητες ως προς τα κοινοτικά λιβάδια διατηρούν απέναντι των ιδιωτών τη νομική κατοχή επί των βοσκησίμων τόπων, επί των οποίων γίνονταν μέχρι το έτος 1864 τοποθετήσεις ποιμνίων (ΑΠ 987/2017).
Επομένως, η ανωτέρω διάταξη του Β.Δ/τος του 1833 εισήγαγε για τα λιβάδια, που υπήρχαν πριν την ισχύ του διατάγματος αυτού στα όρια του Ελληνικού Κράτους, τα οποία δεν αναγνωρίσθηκαν νομίμως ότι ανήκουν σε ιδιώτες, μαχητό τεκμήριο υπέρ του Δημοσίου. Δηλαδή, προϋπόθεση εφαρμογής του ως άνω τεκμηρίου είναι το διεκδικούμενο να ήταν λιβάδι κατά το χρόνο έναρξης ισχύος του παραπάνω διατάγματος (ΑΠ 34/2019).
3.Με τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 και 3 του Β.Δ. της 17.11./1.12.1836 "περί ιδιωτικών δασών", που έχει ισχύ νόμου, αναγνωρίστηκε η κυριότητα του Δημοσίου επί των εκτάσεων που αποτελούσαν δάση, εκτός από εκείνες, οι οποίες πριν από την έναρξη του περί ανεξαρτησίας απελευθερωτικού αγώνα ανήκαν σε ιδιώτες. Για την αναγνώριση των τελευταίων ως ιδιωτικών δασών, όφειλαν οι ιδιοκτήτες των δασικών εκτάσεων, μέσα σε αποκλειστική προθεσμία ενός έτους από τη δημοσίευση του διατάγματος αυτού, να παρουσιάσουν στη Γραμματεία του Υπουργείου Οικονομικών τους τίτλους ιδιοκτησίας, διαφορετικά θεωρούνται δημόσια δάση.
Έτσι με τις διατάξεις αυτές του πιο πάνω Β.Δ/τος θεσπίσθηκε υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου τεκμήριο κυριότητας σε όλα τα δάση, που υπήρχαν πριν την ισχύ του διατάγματος αυτού στα όρια του Ελληνικού Κράτους, τα οποία δεν αναγνωρίσθηκαν νομίμως ότι ανήκουν σε ιδιώτες. Προϋπόθεση, όμως, εφαρμογής του τεκμηρίου αυτού είναι η ιδιότητα του διεκδικουμένου ακινήτου ως δάσους κατά το χρόνο έναρξης ισχύος του παραπάνω διατάγματος.
Κατά το άρθρο 62§1 εδ. β' του ν. 998/1979 "περί των δασών και των δασικών εν γένει εκτάσεων της χώρας" , όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 37§1 ν. 4280/2014) το κατά την §1 εδ. α' του ίδιου άρθρου τεκμήριο κυριότητας υπέρ του δημοσίου επί των δασών και εν γένει δασικών εκτάσεων "δεν ισχύει στις περιφέρειες των Πρωτοδικείων των Ιονίων Νήσων, της Κρήτης και των Νομών Λέσβου, Σάμου, Χίου και Κυκλάδων, των νήσων Κυθήρων, Αντικυθήρων καθώς και της περιοχής της Μάνης, όπως αυτή ορίζεται από τα διοικητικά όρια των Καλλικρατικών Δήμων Ανατολικής και Δυτικής Μάνης ".
Με τη διάταξη αυτή καθιερώθηκε νομοθετικώς η μόνη και ορθή (ΑΠ 340/1985) ερμηνευτική άποψη για τη νομική θέση δασών στις άνω περιοχές, κατά την οποία το Ελληνικό δημόσιο δεν έχει δικαίωμα στα δάση αυτών των περιοχών και δεν ισχύει στην περίπτωση αυτή το τεκμήριο κυριότητας του δημοσίου επί των δασών που προβλέπεται στο από 16-11-1836 β.δ. "περί ιδιωτικών δασών", με αποτέλεσμα, προκειμένου περί δασών που βρίσκονται στις εν λόγω περιοχές, μόνη η επίκληση από το δημόσιο και απόδειξη της δασικής μορφής της διεκδικούμενης έκτασης να μην αρκεί για τη θεμελίωση του δικαιώματος κυριότητάς του σ' αυτήν, αλλά (να) πρέπει το δημόσιο σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση να επικαλείται και να αποδεικνύει ότι έγινε κύριο με οποιονδήποτε από τους τρόπους που προβλέπονται από τον Αστικό Κώδικα, μετά την 23-2-1946, ή τυχόν ειδικούς νόμους (ΑΠ 984/2017).
4. Τα αδέσποτα ακίνητα καθιερώθηκε, το πρώτον το έτος 1837, ότι ανήκουν στο Δημόσιο με το άρθρο 16 του νόμου της 21-6/10-7-1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", με το οποίο ορίστηκε "ότι όλα τα παρ' ιδιωτών ή μόνο τούτων μη δεσποζόμενα, δηλαδή όλα τα αδέσποτα καθώς και τα των ακλήρων αποθανόντων κτήματα, επί των οποίων δεν υπάρχουν άλλων αποδεδειγμένοι απαιτήσεις, ανήκουν στο Δημόσιο".
Στη συνέχεια, η αρχή αυτή επαναλήφθηκε με το άρθρο 2 του ν. 1539/1938 και μετά την ισχύ του ΑΚ με το άρθρο 972 αυτού. Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις του προϊσχύσαντος Βυζαντινορρωμαϊκού δικαίου των ν. 1, 23 Πανδ. (47,1), Εισ. 47 (2. 1), προϋπόθεση για την περιέλευση κάποιου πράγματος στην κατηγορία των αδέσποτων, δηλαδή των πραγμάτων, τα οποία είναι μεν ικανά να τεθούν υπό την ανθρώπινη εξουσίαση, αλλά δεν υπάρχει κύριος τούτων, και τα οποία, σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 16 του ν. 21.6/03-07-1837, ανήκουν κατά κυριότητα στο Δημόσιο, είναι όχι μόνο η εγκατάλειψη της νομής του πράγματος (κινητού ή ακινήτου), αλλά και η βούληση εγκατάλειψής του, δηλαδή απόφαση του κυρίου περί παραίτησης αυτού από την κυριότητα, χωρίς πρόθεση περαιτέρω μεταβίβασης του πράγματος σε συγκεκριμένο τρίτο πρόσωπο.
Η βούληση του κυρίου πρέπει να εκδηλώνεται υπό συνθήκες που δεν καθιστούν αυτήν αμφίβολη και υπό την αυτονόητη προϋπόθεση ότι ο παραιτούμενος ήταν κύριος του πράγματος. Για την εγκατάλειψη του ακινήτου με σκοπό παραίτησης από την κυριότητα, κατά το προϊσχύσαν ΒΡΔ, δεν απαιτείτο ο τύπος του συμβολαιογραφικού εγγράφου και μεταγραφή, όπως ήδη απαιτείται υπό την ισχύ του ΑΚ.
Ο νόμος αυτός "περί διακρίσεως κτημάτων" τροποποίησε τον προϊσχύσαντα αυτού κανόνα του βυζαντινορρωμαϊκού δικαίου, κατά τον οποίο όποιος καταλάμβανε αδέσποτο αποκτούσε την κυριότητά του (Πανδ. 41.1), έτσι ώστε να μην απαιτείται πλέον η πραγματική κατάληψη των αδέσποτων ακινήτων, προκειμένου να επέλθει κτήση της κυριότητας.
Η τροποποίηση αυτή υπαγορεύτηκε από την ανάγκη να καταστεί ευχερής η κτήση από το Ελληνικό Δημόσιο της κυριότητας των κτημάτων, τα οποία είχαν εγκαταλειφθεί από τους Οθωμανούς ιδιοκτήτες τους, οι οποίοι αποχώρησαν από την Ελλάδα λόγω του απελευθερωτικού αγώνα. Έτσι, τα κτήματα αυτά αποκτήθηκαν "δικαιώματι πολέμου", ανεξαρτήτως της κατάληψής τους κατά τη διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα από το Δημόσιο ή τις ελληνικές στρατιωτικές δυνάμεις (ΑΠ 1840/2017).
5. Κατά τις διατάξεις των νόμων 8 παρ.1 κωδ. (7.39), 9 παρ.1 Πανδ (50.14), 2 παρ.20 Πανδ (41.4) 6 Πανδ. (44.3), 76 παρ.1 Πανδ.(18.1) και 7 παρ.3 Πανδ (23.3) του προϊσχύσαντος Βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, οι οποίες, σύμφωνα με το άρθρο 51 ΕισΝΑΚ, έχουν εφαρμογή για την απόκτηση κυριότητας όταν τα δικαιογόνα γεγονότα έγιναν κατά το χρόνο που αυτές ίσχυαν, μπορούσε να αποκτηθεί η κυριότητα ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, κατόπιν άσκησης νομής επ' αυτού με καλή πίστη και διάνοια κυρίου για χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας, με τη δυνατότητα αυτού που χρησιδέσποζε, να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και εκείνον του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού, ενώ κατά το ίδιο δίκαιο, που ίσχυε πριν από τον Αστικό Κώδικα, τα δημόσια κτήματα είχαν εξαιρεθεί από την τακτική χρησικτησία.
Από το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων προς εκείνες των άρθρων 18 και 21 του νόμου της 21/8/3.7.1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", του ν. ΔΞΗ' /1912 και των διαταγμάτων περί δικαιοστασίου, που εκδόθηκαν βάσει αυτού και του άρθρου 21 του ν.δ. της 22.4/16.5.1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης" συνάγεται ότι, προκειμένου περί δημοσίων κτημάτων, για την κτήση επ' αυτών κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία έπρεπε η τριακονταετής νομή να είχε συμπληρωθεί μέχρι και την 11.9.1915 (Ολ.Α.Π. 75/1987).
Σύμφωνα δε με τις διατάξεις των ν.20, 12 πανδ. (5.8) ν.27 πανδ. (18.1), 10, 15 παρ.3, 17 και 48 πανδ.(41.3), 3 και 5 παρ.1 πανδ. (41.10), 109 πανδ.(50.16) και 2 παρ.7 και 1 πανδ. (51.4) καλή πίστη εθεωρείτο η ειλικρινής πεποίθηση του χρησιδεσπόζοντος, ότι με την κτήση της νομής του πράγματος δεν προσβάλλεται κατ' ουσίαν το δικαίωμα κυριότητας άλλου, ενώ προϋπόθεση της συμπλήρωσης της τριακονταετούς νομής στο πρόσωπο του χρησιδεσπόζοντος ή των δικαιοπαρόχων του μέχρι τις 11.9.1915, για την κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, είναι ότι το ακίνητο είναι δημόσιο κτήμα (δάσος, χορτολιβαδική έκταση).
Εφόσον δεν πρόκειται για δημόσιο κτήμα, είναι δυνατή η κτήση κυριότητας με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία και μετά τις 11.9.1915, εφόσον συντρέχουν οι λοιπές προϋποθέσεις (ΑΠ 1840/2017).
6. Κατά το άρθρο 1041 Α.Κ., εκείνος που έχει στη νομή του με καλή πίστη και με νόμιμο τίτλο πράγμα κινητό για μια τριετία και ακίνητο για μια δεκαετία, γίνεται κύριος του πράγματος (τακτική χρησικτησία). Κατά δε το άρθρο 1045 Α.Κ., εκείνος που έχει στη νομή του για μια εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο, γίνεται κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία, ενώ κατά το άρθρο 974 Α.Κ., όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας του, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου.
Β. Περαιτέρω, ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Κατά δε το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου και αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος, ενώ δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.
Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (ΟλΑΠ 24/1992).
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.10 του ΚΠολΔ, που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι' αυτά (ΑΠ1443/2015, ΑΠ 78/2015).
Για να είναι ορισμένος και παραδεκτός ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ο πραγματικός ισχυρισμός που έλαβε υπόψη το δικαστήριο χωρίς απόδειξη και ποία ήταν η ουσιώδης επίδρασή του στο διατακτικό της απόφασης. Ο ίδιος λόγος δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο, ύστερα από εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν με επίκληση, καταλήξει σε έστω και εσφαλμένη για τα "πράγματα" κρίση, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (ΑΠ115/2022, ΑΠ31/2019).
Ειδικότερα δεν απαιτείται να αξιολογείται στην απόφαση κάθε αποδεικτικό μέσο ειδικά και χωριστά ή να εξειδικεύονται τα έγγραφα ή να γίνεται διάκριση ποια από αυτά λαμβάνονται υπόψη για άμεση και ποια για έμμεση απόδειξη (ΑΠ255/2020, ΑΠ1078/2019, ΑΠ232/2017, ΑΠ309/ 2015). Γ. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, μετ' ανέλεγκτη αναιρετικώς εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Τα δύο επίδικα ακίνητα, έκτασης 3.754 τμ το ένα και 4.400 το άλλο, βρίσκονται στη θέση "..." του ήδη Δημοτικού Διαμερίσματος Κινίου της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου Άνω Σύρου και απεικονίζονται με τα στοιχεία Ζ-Ε-Ε'-Δ'-Ζ"-Ζ" και Α-Β-Γ-Δ-Ε'-Δ'-Γ-Κ'-Κ-Α, αντίστοιχα, στο προσαγόμενο από Νοέμβριο 2005 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Ι.
Ρ.. Το πρώτο επίδικο έκτασης 3.754 τ.μ. συνορεύει βορειοανατολικά επί πλευράς διαγράμματος Ε-Ε' μήκους 68 μ., με ιδιοκτησία Μ. Ρ., ανατολικά επί πλευρών διαγράμματος Ε-Δ' μήκους 9,80 μ. με το κατωτέρω περιγραφόμενο δεύτερο επίδικο νοτιοανατολικά επί πλευρών διαγράμματος Δ'-Ζ" μήκους 51,80 μ. και Ζ'"-Ζ' μήκους 11,50 μ. με την υπόλοιπη ιδιοκτησία των εναγόντων, νοτιοδυτικά επί πλευρών διαγράμματος Ζ"- Ζ" μήκους 23 μ.
και Ζ'-Ζ μήκους 31 μ. με την υπόλοιπη ιδιοκτησία/ των εναγόντων και βορειοδυτικά επί πλευράς διαγράμματος Ζ-Ε μήκους 66,40 μ. με ιδιοκτησία Α. Ρ.. Το δεύτερο επίδικο ακίνητο εκτάσεως 4.400 τ.μ. συνορεύει ανατολικά επί πλευρών διαγράμματος Α-Β μήκους 55 μ., Β-Γ μήκους 11,70 μ. και Γ-Δ μήκους 43,50 μ. με ιδιοκτησία κληρονόμων Α.
Τ. Β., βορειοανατολικά επί πλευράς διαγράμματος Δ-Ε' μήκους 51,60 μ. με ιδιοκτησία Μ. Ρ., δυτικά επί πλευράς διαγράμματος Ε'- Δ' μήκους 9,80 μ. με το πρώτο επίδικο και επί πλευρών διαγράμματος Δ'- I μήκους 142,50 μ. και Κ' - I μήκους 11,80 μ. με την υπόλοιπη ιδιοκτησία των εναγόντων και νότια επί πλευρών διαγράμματος Κ'- Κ μήκους 32,50 μ.
και Κ- Α μήκους 61,00 μ. με αγροτικό δρόμο. Τα ακίνητα αυτά αποτελούν τμήματα μεγαλυτέρου ενιαίου ακινήτου εκτάσεως 20.164 τ.μ. περιφραγμένου με ξερολιθιές, όπως αυτό απεικονίζεται στο ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα. Το μεγαλύτερο αυτό ακίνητο, συμπεριλαμβανομένων των επιδίκων, μεταβιβάστηκε κατά κυριότητα στον Τ.
Ρ. από τον πατέρα του Μαρίνο δυνάμει του ... προικοσυμφώνου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Ερμούπολης Σ. Α., το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στον τόμο ... των βιβλίων μεταγραφών του τέως Δήμου Σύρου. Μετά το θάνατο του Τ. Ρ.υ στις 16-2-1966, το ανωτέρω ακίνητο περιήλθε με κληρονομική διαδοχή δυνάμει της ... δημόσιας διαθήκης του ενώπιον του συμβολαιογράφου Ερμούπολης Γ.
Α. και δημοσιεύτηκε με τα ... πρακτικά δημοσίευσης του Δικαστηρίου των εν Σύρω Πρωτοδικών, στα τέκνα του Ι. (Ζ.) συζ. Ι. Ξ., Κ. συζ. Ι. Β., Μ. Ρ. και Ρ. κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου στον καθένα. Στη συνέχεια η Ι. (Ζ.) συζ. Ι. Ξ., η οποία αποδέχθηκε την ανωτέρω κληρονομία δυνάμει της ... πράξης αποδοχής κληρονομίας του συμβολαιογράφου Ερμούπολης Γ.
Α., η οποία μεταγράφηκε νόμιμα στον τόμο ... των βιβλίων μεταγραφών του τέως Δήμου Σύρου, πώλησε στον πρώτο ενάγοντα το ιδανικό της μερίδιο δυνάμει του ... συμβολαίου του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου, το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στον τόμο ... των βιβλίων μεταγραφών του τέως Δήμου Σύρου και έτσι αυτός κατέστη κύριος του όλου ακινήτου κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου ή 16/64.
Μετά το θάνατο της Κ. συζ. Ι. Β. το γένος Ρ. στις 19-5-1994, το ιδανικό της μερίδιο περιήλθε με κληρονομική διαδοχή εξ αδιαθέτου στα τέκνα της Ν. Ι. Β., Μ. σύζ. Α. Β. (δεύτερη ενάγουσα) και Ι. συζ. Α. Π. (τρίτη ενάγουσα). Την κληρονομιά αυτή αποδέχθηκαν οι εν λόγω κληρονόμοι δυνάμει της ... δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Ερμούπολης Ε.
Σ., η οποία μεταγράφηκε νόμιμα στον τόμο ... των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σύρου. Με την ίδια ως άνω δήλωση αποδοχής κληρονομιάς αποδέχθηκαν για λογαριασμό της κληρονομούμενης μητέρας τους την επαχθείσα σ' αυτή κληρονομιά του πατέρα της Τ. Ρ.υ, όπως αυτή ανωτέρω αναφέρεται, Στη συνέχεια, ο Ν.
Β. του Ι. δώρισε το μερίδιό του επί της κληρονομίας της μητέρας του στις δεύτερη και τρίτη των εναγόντων δυνάμει του ... συμβολαίου της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου, το οποίο έχει μεταγράφει στον τόμο ... των ίδιων ως άνω βιβλίων μεταγραφών, και με τον τρόπο αυτό οι δεύτερη και τρίτη των εναγόντων απέκτησαν την κυριότητα του εν λόγω ενιαίου ακινήτου κατά ποσοστό 3/24 ή 8/64 (2/24 εκ κληρονομιάς της μητέρας τους και 1/24 εκ δωρεάς του αδελφού τους) εξ αδιαιρέτου η κάθε μία.
Μετά το θάνατο του Μ. Ρ. του Τ. στις 24-2-1985 το ιδανικό του μερίδιο περιήλθε με κληρονομική διαδοχή εξ αδιαθέτου στη σύζυγό του Ε.-Σ. Ρ. και στα μετ' αυτής αποκτηθέντα τέσσερα τέκνα του Μ. συζ. Ν. Κ., Β. συζ. Μ. Δ., (τέταρτη ενάγουσα), Α. σύζυγο Α. Ρ. και Ι.-Α. συζ. Α. Β.. Κατά ποσοστό 4/64 η πρώτη (σύζυγος) και 3/64 η κάθε μία από τις προαναφερόμενες κόρες του.
Οι τελευταίες αποδέχθηκαν την κληρονομιά αυτή με την ... δήλωση αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Ερμούπολης Ε. Α., η οποία μεταγράφηκε νόμιμα στον τόμο 668 και με αριθμούς ... των ως άνω βιβλίων μεταγραφών. Με την ίδια ως άνω δήλωση αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Ερμούπολης αποδέχθηκαν για λογαριασμό του κληρονομουμένου πατέρα τους την επαχθείσα σ' αυτόν κληρονομιά του πατέρα του, Τ.
Ρ.υ, όπως αυτή ανωτέρω αναφέρεται (1/4 εξ αδιαιρέτου). Στη συνέχεια η Ι. - Α. συζ. Α. Β. μεταβίβασε στην τέταρτη ενάγουσα (Β. Δ.) το μερίδιό της επί του εν λόγω ακινήτου δυνάμει του ... συμβολαίου δωρεάς εν ζωή της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου, το οποίο έχει μεταγράφει νόμιμα στον τόμο ... των ιδίων ως άνω βιβλίων μεταγραφών, η Ε. - Σ.
το γένος Α. Ρ. μεταβίβασε στην τέταρτη ενάγουσα το μερίδιό της επί του εν λόγω ακινήτου δυνάμει του ... συμβολαίου γονικής παροχής της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στον τόμο ... των ίδιων βιβλίων μεταγραφών και τέλος οι Μ. Κ. και Α. Ρ. μεταβίβασαν στην τέταρτη ενάγουσα το μερίδιό τους επί του εν λόγω ακινήτου δυνάμει του ...
συμβολαίου δωρεάς εν ζωή της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου, το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στον τόνο ... των ίδιων βιβλίων μεταγραφών. Με τον τρόπο αυτό η τέταρτη ενάγουσα κατέστη κυρία του εν λόγω ακινήτου κατά ποσοστό 1/4 ή 16/64 εξ αδιαιρέτου. Περαιτέρω μετά το θάνατο του Α. Ρ. του Τ. στις 5-11-1982, το ιδανικό του μερίδιο (1/4 εξ αδιαιρέτου) περιήλθε με κληρονομική διαδοχή εξ αδιαθέτου στα τέκνα του Α.
Ρ. (πέμπτο ενάγοντα) Ι. Ρ. (έβδομο ενάγοντα) και Μ. συζ. Α. Β. σε ποσό 1/16 ή 4/64 εξ αδιαιρέτου στον καθένα. Την κληρονομιά αυτή αποδέχθηκαν ο πέμπτος ενάγων δυνάμει της ... δηλώσεως αποδοχής κληρονομιάς ενώπιον του συμβολαιογράφου Ερμούπολης Ι. Π., η οποία μεταγράφηκε νόμιμα στον τόμο ... των ως άνω βιβλίων μεταγραφών, ο έκτος ενάγων δυνάμει της ...
δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς του ιδίου ως άνω συμβολαιογράφου, η οποία μεταγράφηκε νόμιμα στον τόμο ... στα ως άνω βιβλία μεταγραφών, ο έβδομος ενάγων δυνάμει της ... δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου, η οποία μεταγράφηκε νόμιμα στον τόμο ... των ως άνω βιβλίων μεταγραφών και τέλος η Μ.
Β. δυνάμει της ... δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου, η οποία μεταγράφηκε νόμιμα στον τόμο .... Ακολούθως μετά το θάνατο της Μ. Β. στις 12-5-2003 το ιδανικό της μερίδιο περιήλθε με κληρονομική διαδοχή εξ αδιαθέτου στους όγδοο, ένατο, δέκατο και ενδέκατη των εναγόντων σε ποσοστό 1/64 στον καθένα.
Την κληρονομιά αυτή αποδέχθηκαν οι εν λόγω διάδικοι δυνάμει της ... δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου, η οποία μεταγράφηκε νόμιμα στον τόμο ... των ως άνω βιβλίων μεταγραφών. Στον τίτλο κτήσης του απώτερου δικαιοπαρόχου των εναγόντων Τ. Ρ.υ, το εν λόγω ακίνητο περιγράφεται ως "μία σκληρή περιτοιχισμένη εις θέσιν ..." της περιφέρειας του Δήμου Σύρου κειμένης, εκτάσεως δέκα ημερών ζευγαριάς, πλησιάζουσας με κτήματα Τ.
Η. Ξ., Μ. Ρ. και δρόμον. Στη διαθήκη του το έτος 1961 το ακίνητο αυτό περιγράφεται ως "μία σκληρή κείμενη στη θέση "..." του χωρίου ... της Σύρου της περιφερείας του Δήμου Άνω Σύρου, περιτοιχισμένη, εκτάσεως δέκα πέντε (15) στρεμμάτων ως έγγιστα, εκ της οποίας εκτάσεως, τα οκτώ στρέμματα καλλιεργούνται ως χωράφιον και τα υπόλοιπα επτά στρέμματα είναι σκληρή ακαλλιέργητος, πλησιάζει δε η σκληρή μου αυτή τα κτήματα των υιών μου Α.
Τ. Ρ., Μ. Τ. Ρ. και με κτήματα Γ. Μ. Ρ., Ι. Μ. Ρ. και με δημόσιον δρόμον. Όταν όμως καταμετρήθηκε ακριβώς κατά το έτος 1983 διαπιστώθηκε ότι η έκταση του εν λόγω ακινήτου είναι 20.164 τ.μ., στην οποία συμπεριλαμβάνονται και τα επίδικα συνολικής έκτασης 8.154 τ.μ. (4.400 + 3.754 τ.μ.), όπως αυτό προκύπτει και από το ανωτέρω αναφερόμενο από Νοέμβριο 2005 τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού Ι.
Ρ., την έκταση δε αυτή εμφανίζεται να έχει στους τίτλους κτήσης όλων των εναγόντων και των δικαιοπαρόχων τους. Ειδικότερα δε η έκταση των 12.010 τ.μ. αφορά το καλλιεργήσιμο τμήμα αυτού και η έκταση των 8.154 τ.μ. το ακαλλιέργητο τμήμα αυτού. Παρά τη μη ακριβή αναφορά της μείζονος εκτάσεως στο αρχικό συμβόλαιο (...) και στην ...
διαθήκη δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι τα επίδικα περιλαμβάνονται στους τίτλους αυτούς αφού κατά την περιγραφή σ' αυτά ο ενιαίος αγρός (μείζονα έκταση) αναφέρεται περίφρακτος. Η περίφραξη δε αυτή διαχωρίζει τη μείζονα έκταση από τις παρακείμενες ιδιοκτησίες, που ανήκουν πλέον στους καθολικούς ή ειδικούς διαδόχους των ομόρων ιδιοκτητών, οι οποίοι μνημονεύονται στους παλαιότερους τίτλους (Κ.
Κ., Ι. Ρ., Ρ. κλπ). Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου ενισχύεται και από την κατάθεση του μάρτυρος των εναγόντων, ο οποίος είναι ήδη ηλικίας 80 ετών, μεγάλωσε στην περιοχή αυτή και γνωρίζει ότι τα επίδικα ακίνητα είναι τμήματα του όλου ακινήτου και ότι όλο το ακίνητο εκαλλιεργείτο από τους ιδιοκτήτες του και επειδή στο επίδικο τμήμα καλλιέργεια δεν ήταν αποδοτική κτίσανε μάντρες για να περιορίζουν σ' αυτά τα ζώα που εξέτρεφαν.
Η μάρτυρας δε του εναγομένου Δασολόγος της Διεύθυνσης Δασών Σύρου δεν κατέθεσε για πράξεις νομής και κατοχής επί των επιδίκων τμημάτων αντίθετα επιβεβαίωσε την ύπαρξη περίφραξης, την οποία έκαμαν οι ιδιοκτήτες και όχι το Δημόσιο. Επομένως από τα προαναφερόμενα αποδεικνύεται ότι τα επίδικα νεμήθηκαν διαδοχικά με διάνοια κυρίου και καλή πίστη δυνάμει των προαναφερομένων τίτλων οι μνημονευόμενοι πιο πάνω δικαιοπάροχοι των εναγόντων, καθώς και οι ίδιοι μετά την επαγωγή σ' αυτούς των επιδίκων ακινήτων.
Ειδικότερα τόσο οι ενάγοντες όσο και οι δικαιοπάροχοι τους επόπτευαν τα όρια του μεγαλυτέρου ακινήτου του οποίου τμήμα αποτελούν τα επίδικα, το τοπογράφησαν, κατέβαλαν τους φόρους και τα τέλη που το βάρυναν (βλ.......) το καλλιεργούσαν και το χρησιμοποιούσαν για τη βόσκηση των ζώων. Ειδικότερα το εκ 12.010 τ.μ.
τμήμα του ενιαίου ακινήτου εκκαλλιεργείτο αρχικά με καρπούζια, ντομάτες και από το έτος 1970 με σιτάρι και κριθάρι και το υπόλοιπο τμήμα εκ 8.154 τ.μ. (επίδικα) καλλιεργήθηκε αρχικά από τον αρχικό ιδιοκτήτη Τ. Ρ. με κριθάρι και λόγω της άγονης μορφής του εγκαταλήφθηκε πολύ πριν από το έτος 1930 η επ' αυτού καλλιέργεια γι' αυτό και στην προαναφερόμενη διαθήκη του αναφέρεται ως "σκληρή ακαλλιέργητος έκταση".
Στη συνέχεια κατασκευάστηκε περίφραξη, η οποία διαχωρίζει την ακαλλιέργητη έκταση από την καλλιεργήσιμη, προκειμένου να περιορίζονται τα ζώα του προαναφερόμενου αρχικού δικαιοπαρόχου των λοιπών εξ αυτών αλλά και των ιδίων των εναγόντων, τα οποία βοσκούσαν στα επίδικα για να μην καταστρέφουν τις καλλιέργειες στο υπόλοιπο ακίνητο.
Το γεγονός δε ότι στα επίδικα δεν υπάρχουν πρόσφατα ίχνη καλλιέργειας, λόγω της άγονης μορφής τους, δεν αναιρεί την κρίση ότι οι ενάγοντες και οι δικαιοπάροχοί τους το κατείχαν και το ενέμοντο με διάνοια κυρίου ασκώντας τις υπόλοιπες προαναφερόμενες διακατοχικές πράξεις επ' αυτού. Με βάση λοιπόν τα όσα σημειώθηκαν πιο πάνω καθίσταται σαφές ότι το δικαίωμα κυριότητας των εναγόντων στα επίδικα στηρίζεται σε αδιάκοπη σειρά τίτλων από το έτος 1906 και σε αδιάλειπτη νομή με καλή πίστη από τους προαναφερόμενους δικαιοπαρόχους μέχρι και το χρόνο άσκησης της κρινόμενης αγωγής το έτος 2006 και ο σχετικός λόγος της εφέσεως ότι τα επίδικα δεν περιλαμβάνονται στους προαναφερόμενους τίτλους είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Κατά το εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο απώτερος γνωστός κύριος των παραπάνω επιδίκων ακινήτων ήταν το Τουρκικό Δημόσιο ή Τούρκοι ιδιώτες (μη προσδιοριζόμενοι) το δε εναγόμενο - εκκαλούν μετά την ολοκλήρωση του αγώνα της ανεξαρτησίας υπεισήλθε στην ιδιοκτησία αυτή "δικαιώματι πολέμου" βάσει της συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως και των πρωτοκόλλων του Λονδίνου της 6 και 7 Ιουλίου 1830.
Εφόσον όμως δεν προσκομίστηκαν αποδεικτικά στοιχεία της κυριότητας του οθωμανικού κράτους στη μείζονα έκταση, στην οποία περιλαμβάνονται τα επίδικα, ο λόγος αυτός της εφέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, δεδομένου ότι στηρίζεται μόνο στην οθωμανική κυριαρχία στις Κυκλάδες, πριν από τον αγώνα της ανεξαρτησίας (β) για το βάρος απόδειξης της κυριότητας του σε ακίνητα των νήσων του Αιγαίου φέρει το Δημόσιο κατ' άρθρο 62 Ν. 998/1979 (Γιαννακούρου Δασική Νομοθεσία σελ. 409-410 ΑΠ 340/1985 ΝοΒ 34 σελ. - 76).
Το γεγονός της επέκτασης της Οθωμανικής κυριαρχίας στις Κυκλάδες κατά τον 16° αιώνα (βλ. Ιστορία του Ελληνικού Έθνους Εκδοτικής Αθηνών Τόμος I σελ. 188-189) δεν αρκεί στην παρούσα περίπτωση προς θεμελίωση της ιδιοκτησίας του Τουρκικού Δημοσίου, διότι ναι μεν κατ' αρχή η κατακτημένη γη, σύμφωνα με το κοράνιο και το ιερό μουσουλμανικό δίκαιο, περιερχόταν στην κυριότητα του Σουλτάνου ως εκπροσώπου του Τουρκικού Δημοσίου και συνεπώς εθεωρείτο δημόσια (βλ.
Δωρή τα Δημόσια Κτήματα σελ. 408) αλλά στην περίπτωση της Σύρου και των άλλων νησιών του Αιγαίου επεκράτησε ήδη από τα πρώτα χρόνια της οθωμανικής κυριαρχίας διαφορετικό καθεστώς βάσει σουλτανικών προνομιακών ορισμών, οι οποίοι εκτός από τη διευρυμένη αυτοδιοίκηση προέβλεπαν και τη διατήρηση του παλαιού (επί λατινοκρατίας) ιδιοκτησιακού καθεστώτος και την εφαρμογή τοπικών εθίμων επί ποικίλων θεμάτων αστικού δικαίου (βλ.
Απ. Γεωργιάδη Η κυριότητα του Δημοσίου επί των αδέσποτων ακινήτων Χρ ΙΔ 2005 σελ. 859 Εφ. Αιγ. 139/2007. Εφ.Αιγ. 218/2005, Εφ. Αιγ. 158/2004, Εφ. Αιγ. 195/2003 Αρχ. Νομ. 2004 σελ. 337 Εφ. Αιγ. 184/2000 Εφ. Αιγ. 319/1993). Για τον ίδιο λόγο εμφανίζεται αναπόδεικτος και ο ισχυρισμός ότι η μείζων έκταση ανήκε αρχικά σε Τούρκους ιδιώτες και έτσι δεν μπορεί να γίνει λόγος για διαδοχή του εκκαλούντος "δικαιώματι πολέμου" επί των επιδίκων ακινήτων.
Περαιτέρω το εναγόμενο ισχυρίζεται (επικουρικά) ότι απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου που χαρακτηρίστηκε ως δασική έκταση βάσει των διατάξεων του ΒΔ 17/29 Νοεμ/1 Δεκ 1836 "περί ιδιωτικών δασών" και ιδίως βάσει του άρθρου 3 του Διατάγματος αυτού, με το αιτιολογικό ότι, και αν η έκταση αυτή ήταν ιδιωτική, πάντως οι τότε ιδιοκτήτες της υπέβαλαν μέσα σε ένα έτος από της δημοσιεύσεως του ανωτέρω διατάγματος τους τίτλους ιδιοκτησίας τους στην τότε "επί των Οικονομικών Γραμματείαν" και συνεπώς η κυριότητα της έκτασης αυτής περιήλθε στο εναγόμενο.
Σημειώνεται όμως ότι η εφαρμογή των διατάξεων αυτών προϋποθέτει το δασικό χαρακτήρα αυτής κατά τα χρόνια της ανεξαρτησίας (ΑΠ 1906/2006 ΕΕΝ 75 σελ. 495). Το εναγόμενο δεν προσκόμισε κανένα αποδεικτικό στοιχείο περί αυτού, η δε επιχειρηματολογία του για το δασικό χαρακτήρα της έκτασης αυτής (αεροφωτογραφίες κλπ) ανάγεται σε πολύ μεταγενέστερο χρόνο.
Συνεπώς και ο λόγος αυτός της έφεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Περαιτέρω όσον αφορά το έτερο ακίνητο που κατά τους ισχυρισμούς του εναγομένου περιήλθε σ' αυτό ως λειβάδι ή βοσκότοπος, σημειώνονται τα εξής: Σύμφωνα με το άρθρο 1 του ΒΔ της 3/15 Δεκ. 1833 "περί διορισμού του φόρου βοσκής και του διά τα εθνικοϊδιόκτητα λειβάδια φόρου κατά τα έτη 1833 - 1834" όλα τα λειβάδια, διά την επικαρπίαν των οποίων δεν έχει τις να παρουσιάσει έγγραφον (ταπί) εκδοθέν επί τουρκικής εξουσίας, θεωρούνται ως δημόσια και η νομή αυτών μένει ως και μέχρι τούδε στο δημόσιον.
Από τη διατύπωση της διάταξης αυτής σαφώς προκύπτει ότι η εφαρμογή της προϋποθέτει κυριότητα του οθωμανικού κράτους κατά τους χρόνους πριν από τον αγώνα της ανεξαρτησίας, διότι μόνο υπό καθεστώς τέτοιας κυριότητας μπορεί να γίνει λόγος για "ταπί", δηλαδή έγγραφο, με το οποίο παρεχόταν σε ιδιώτη δικαίωμα εξουσιάσεως (τεσσαρούφ) επί δημοσίων γαιών κατά το άρθρο 3 του οθωμανικού νόμου "περί γαιών" της 7 Ραμαζάν 1274 (βλ.
σχετικά Δωρή ο.π. σελ. 408-409 Παπαδοπούλου Εμπραγμάτου Δικαίου παρ. 139 σελ. 350). Όπως αναπτύχθηκε όμως παραπάνω μόνη η κυριαρχία του οθωμανικού κράτους στη Σύρο και στ' άλλα νησιά του Αιγαίου κατά τους πριν από τον αγώνα της ανεξαρτησίας, χρόνους δεν αρκεί για την απόκτηση κυριότητας εκ μέρους του κράτους αυτού πάνω στην κατακτημένη γη, ενόψει του ιδιότυπου προνομιακού καθεστώτος των νησιών αυτών.
Εφόσον λοιπόν κατά τα εκτιθέμενα ανωτέρω, δεν προσκομίστηκε κανένα άλλο αποδεικτικό στοιχείο της κυριότητας του οθωμανικού κράτους επί του επιδίκου και ο περί τούτου λόγος εφέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Περαιτέρω το εκκαλούν ισχυρίζεται ότι τα επίδικα περιήλθαν στην κυριότητά του ως αδέσποτα ακίνητα, ισχυρισμός ο οποίος είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος.
Τούτο δε, διότι, δεν διευκρινίζεται πότε και με ποιο τρόπο αυτά εγκαταλείφθηκαν και μάλιστα αν η ιδιότητα του αδέσποτου προέκυψε πριν από τη σύσταση του Ελληνικού Κράτους ή μετά καθώς και πριν ή μετά τη θέση σε ισχύ του Αστικού Κώδικα, δεδομένου ότι πριν από την απελευθέρωση της Ελλάδος από τους Τούρκους ίσχυε επί των εδαφών της το Οθωμανικό δίκαιο (ΑΠ 1133/1979 ΝοΒ 24.419) σύμφωνα με τις διατάξεις του οποίου αδέσποτα ακίνητα μπορούσαν να καταστούν μόνο οι νεκρές γαίες που βρίσκονταν μακριά από πόλεις και χωριά.
Αντιθέτως οι λοιπές κατηγορίες γαιών (δηλαδή καθαρής ιδιοκτησίας, δημόσιες, βακούφια και εγκαταλελειμμένες) δεν ήταν δυνατόν να καταστούν αδέσποτες. Ειδικά δε στα νησιά των Κυκλάδων στα οποία όπως προαναφέρθηκε όπου υπήρχαν μόνο γαίες καθαρής ιδιοκτησίας, σύμφωνα με το ισχύον πριν από την απελευθέρωση οθωμανικό δίκαιο οι γαίες δεν ήταν δυνατόν να θεωρηθούν εξ αρχής αδέσποτες.
Μετά την απελευθέρωση ένα ακίνητο για να καταστεί αδέσποτο έπρεπε να υπάρχει εγκατάλειψη της νομής από τον κύριο προς τον σκοπό παραιτήσεως από την κυριότητα και χωρίς πρόθεση μεταβιβάσεώς της προς τρίτο πρόσωπο (ΑΠ 552/1980 ΕΕΝ 1980 σελ. 792, ΑΠ 240/1972 και 540/1972 ΝοΒ 20 σελ. 921 και 1404) ενώ μετά την εφαρμογή του Αστικού κώδικα (23-2-1940) απαιτείται προς το σκοπό αυτό συμβολαιογραφικό έγγραφο (ΑΠ 190/1993 Ελ.Δνη 36 σελ. 1106) πέραν του ότι ουδόλως προέκυψε ότι τα επίδικα ακίνητα υπήρξαν ποτέ αδέσποτα, αφού πάντοτε εδεσπόζονταν από τους δικαιοπαρόχους (απώτερους και απώτατους) των εναγόντων.
Τέλος απορριπτέος ως αβάσιμος είναι και ο λόγος της εφέσεως κατά τον οποίο το εκκαλούν έγινε κύριος των επιδίκων με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία, δεδομένου ότι δεν αποδείχθηκε ότι αυτό άσκησε στα επίδικα διακατοχικές πράξεις".... Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος-εναγομένου κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που είχε δεχθεί τα ίδια.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των από 3/22-2-1830, 4/16-6-1830 και 19.6/1-7-1830 Πρωτοκόλλων του Λονδίνου, των ερμηνευτικών των εν λόγω Πρωτοκόλλων κειμένων των τριών προστάτιδων δυνάμεων και της από 9-7-1832 Συνθήκης της Κωνσταντινούπολης, καθώς και τις διατάξεις του άρθρου 1 του β.δ. /15.12.1833 "περί διορισμού και φόρου βοσκής", των άρθρων 18 και 21 του νόμου της 21.6/3.7.1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", των άρθρων 1, 2 και 3 του Β.Δ.
της 17.11./1.12.1836 "περί ιδιωτικών δασών", τις οποίες ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε, καθόσον υπό τα ως άνω, ανελέγκτως, γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους, αφού, όπως προεκτέθηκε, τα επίδικα ήταν ιδιωτικές γαίες "καθαρής ιδιοκτησίας", ανήκαν, δηλαδή, στους απώτατους δικαιοπαρόχους των εναγόντων και ποτέ δεν υπήρξαν δημόσια κτήματα, που περιήλθαν με κάποιο νόμιμο τρόπο στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου.
Επομένως, οι σχετικοί πρώτος, τρίτος και τέταρτος λόγοι της αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους το αναιρεσείον υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. Περαιτέρω, με τον δεύτερο αναιρετικό λόγο, το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, αποδίδει στην προσβαλλομένη την από τους αριθμούς 1 και 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια και ειδικότερα, μέμφεται το Εφετείο ότι παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 16 του νόμου της 21-6/10-7-1837, με τον οποίο καθιερώθηκε το πρώτον το έτος 1837, ότι τα αδέσποτα ανήκουν στο Ελληνικό Δημόσιο, απορρίπτοντας ως αβάσιμο τον σχετικό ισχυρισμό του.
Ο ανωτέρω λόγος είναι αβάσιμος, διότι στηρίζεται σε ανακριβή προϋπόθεση, καθόσον, όπως προκύπτει από το προεκτεθέν περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, ο σχετικός ισχυρισμός (ένσταση) του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, περί του ότι πριν από το έτος 1837, χρόνο έναρξης του πιο πάνω νόμου, στο επίδικο δεν είχε δικαίωμα κυριότητας φυσικό ή νομικό πρόσωπο, ήταν αείποτε αδέσποτο και ως τέτοιο περιήλθε στην κυριότητά του, απορρίφθηκε ως αόριστος και όχι ως αβάσιμος.
Εξάλλου, με την απόρριψη, ως αορίστου, του επίμαχου ισχυρισμού, δεν παραβιάστηκε ο παραπάνω κανόνας δικαίου, αφού το αναιρεσείον βαρυνόταν με την επίκληση των πραγματικών περιστατικών, που καθιστούσαν το επίδικο αδέσποτο, πράγμα το οποίο, όμως, δεν έπραξε, καθώς αρκέστηκε στη διατύπωση του νόμου, χωρίς την παράθεση αντίστοιχων πραγματικών περιστατικών (ΑΠ 23/2021, ΑΠ 2191/2013).
Περαιτέρω, με τον πέμπτο αναιρετικό λόγο το αναιρεσείον λόγο αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. ισχυριζόμενο ότι έσφαλε η προσβαλλομένη απόφαση με το να δεχθεί ότι τα επίδικα περιλαμβάνονται στους επικαλούμενους από τους αναιρεσίβλητους τίτλους.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι δεν αναφέρονται οι κανόνες ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάσθηκαν, επιπρόσθετα δε με αυτόν πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (561 ΚπολΔ). Επίσης με τον ίδιο λόγο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο οδηγήθηκε στο αποδεικτικό του πόρισμα σε σχέση με το κρίσιμο ζήτημα της απόδειξης της κυριότητας, με παράγωγο τρόπο, των αναιρεσιβλήτων στο επίδικο ακίνητο χωρίς απόδειξη.
Στην κρινόμενη περίπτωση, το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα της παραδοχής της αγωγής ως βάσιμης κατ' ουσίαν, ανεξάρτητα από την ορθότητά του ή μη, αφού έλαβε υπόψη του, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, όλα τα αποδεικτικά μέσα, δηλαδή τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, μεταξύ των οποίων τις αεροφωτογραφίες που προσκόμισε το αναιρεσείον.
Έτσι, στην παραδοχή του αυτή το Εφετείο δεν κατέληξε χωρίς απόδειξη και οι παραπάνω από τον αρ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διαλαμβανόμενες στον άνω πέμπτο αναιρετικό λόγο αντίθετες αιτιάσεις είναι αβάσιμες. Σε κάθε δε περίπτωση οι εν λόγω αιτιάσεις είναι απαράδεκτες, αφού, υπό το πρόσχημα του αναιρετικού λόγου του άρθρου 559 αρ. 10 ΚΠολΔ, πλήττουν την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων από το δικαστήριο της ουσίας, η οποία δεν υπόκειται σε ακυρωτικό έλεγχο (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Τέλος, το αναιρεσείον με τον έκτο αναιρετικό λόγο αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. και, ειδικότερα, μέμφεται το Εφετείο ότι παραβίασε τις αναφερόμενες, στην προεκτεθείσα νομική σκέψη, διατάξεις του β.ρ.δ. περί έκτακτης χρησικτησίας στα δημόσια κτήματα και ότι διέλαβε ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, λόγω των παραδοχών της για συγκυριότητα των αναιρεσιβλήτων στο επίδικο με έκτακτη χρησικτησία, αν και δεν συμπληρώνεται τριακονταετία στη νομή του από το έτος 1906, οπότε, κατά τις παραδοχές του Εφετείου, άρχισε η νομή των δικαιοπαρόχων των αναιρεσιβλήτων και μέχρι το έτος 1915, καθόσον έκτοτε δεν χωρεί χρησικτησία στα δημόσια κτήματα.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι οι ανωτέρω διατάξεις ορθά δεν εφαρμόστηκαν, αφού, ενόψει των παραπάνω παραδοχών του Εφετείου και συγκεκριμένα ότι το επίδικο δεν συνιστούσε δημόσιο κτήμα, δεν ήταν εφαρμοστέες στην συγκεκριμένη υπόθεση (ΑΠ 117/2020). Συνακόλουθα με τα παραπάνω, μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ' αριθμ. 110/2009 απόφασης του Εφετείου Αιγαίου.
Διάταξη περί επιβολής δικαστικών εξόδων σε βάρος του ηττηθέντος αναιρεσείοντος και υπέρ των αναιρεσίβλητων δεν θα περιληφθεί στην απόφαση αυτή εφόσον οι τελευταίοι δεν παραστάθηκαν κατά τη συζήτηση της υπόθεσης και δεν υπέβαλαν αντίστοιχο αίτημα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 26-03-2012 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ' αριθμ. 110/2009 απόφασης του Εφετείου Αιγαίου.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Απριλίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Απριλίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ