Supreme Court partially allows appeal against labor contract ruling, ordering partial restitution of voluntary payments.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against a labor contract ruling, ordering the respondent to pay a specific sum to the appellant. The appellant had voluntarily paid amounts based on a temporary judgment but sought restitution for the portion not covered by the final decision. The court rejected claims regarding voluntary payments made under a temporary order and costs of the first instance, while accepting the restitution claim for the remaining balance.
Legislator headnote
AI generatedArticles 648 et seq. of the Civil Code and Article 6 of Law 765/1943; A contract is deemed a labor contract if the worker acts under the employer's instructions and control regarding time, place, and scope, and voluntary payments made pursuant to a temporary judgment do not constitute execution of the final decision.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 626 / 2023 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 626/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη και Μαρία Χασιρτζόγλου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 1η Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΕΝΙΑΙΟΣ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΣ ΚΑΙ ΠΕΡΙΘΑΛΨΕΩΣ" (Ε.Δ.Ο.Ε.Α.Π.), όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) των πληρεξουσίων δικηγόρων Ιωάννη Σπυριδαντωνάκη και Αρετής Βλαστού, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Α. Τ. του Γ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου Αντωνίου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-2-2019 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 234/2020 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 1467/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητά η αναιρεσείουσα με την από 13-7-2021 αίτηση της και αίτησης επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Μαρία Χασιρτζόγλου. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 επ. του ΑΚ και 6 επ. του ν. 765/43, που κυρώθηκε με την 324/46 πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 του ΕισΝΑΚ, προκύπτει ότι για το χαρακτηρισμό κάποιας σύμβασης ως σύμβασης εργασίας απαιτείται εκείνος που παρέχει την εργασία, να τελεί κατά την εκτέλεσή της κάτω από τις οδηγίες και τον έλεγχο του εργοδότη, ο οποίος καθορίζει τον τρόπο, χρόνο, τόπο και έκταση της μέσα στα συμβατικά και νόμιμα όρια, κατά τρόπο δεσμευτικό για το μισθωτό, που υποχρεούται να ακολουθεί τις οδηγίες που παρέχονται σε αυτόν.
Ο χαρακτήρας αυτός της συμβάσεως, ως συμβάσεως εργασίας δεν παραλλάσσει από το γεγονός ότι ο μισθωτός λόγω της φύσεως της παρεχόμενης εργασίας αναπτύσσει πρωτοβουλία, μέσα στα πλαίσια των όρων της συμβάσεως εργασίας, ως προς τον τρόπο εκτελέσεως αυτής ή όταν ο εργοδότης δεν ασκεί εμπράκτως το παραπάνω δικαίωμά του, ή όταν αφήνει περιθώριο πρωτοβουλιών στον εργαζόμενο, εφόσον το τελευταίο αυτό δεν εξικνείται μέχρι καταλύσεως της υποχρεώσεως υπακοής στον εργοδότη και δημιουργίας ελεύθερης από τον έλεγχο του τελευταίου υπηρεσιακής δράσεως.
Ο προσδιορισμός από τον εργοδότη του τόπου και του χρόνου είναι ενδεικτικό μεν στοιχείο της εξάρτησης όχι όμως και απόλυτο, ενώ αν οι υπηρεσίες παρέχονται χωρίς οποιοδήποτε έλεγχο από τον εργοδότη ως προς τον τόπο, χρόνο και τρόπο παροχής της εργασίας δεν υπάρχει σύμβαση εργασίας. Τα ανωτέρω συνιστούν τυπολογικά στοιχεία στα οποία προστίθενται και άλλα, όπως η υποχρέωση για αυτοπρόσωπη παροχή της εργασίας ή η ένταξή της στο πλαίσιο μιας οργάνωσης εργασίας, την οποία καθορίζει και διευθύνει ο εργοδότης (ΑΠ 946/2005), η μη διάθεση των μέσων παραγωγής από τον ίδιο τον εργαζόμενο ή η μη παροχή της εργασίας του σε περισσότερους από έναν εργοδότες (ΑΠ 412/2019) κ.λπ.
Η συνεύρεση των ανωτέρω στοιχείων χαρακτηρίζεται ως σώρευση ενδείξεων (ποσοτικό κριτήριο), που ενδέχεται να εμφανίζονται ασθενείς λόγω της φύσης του επαγγέλματος λόγω των ειδικών γνώσεων του απασχολούμενου γιατρού (ΑΠ 1229/2012). Το ποσοτικό κριτήριο, ωστόσο, δεν αρκεί, αλλά απαιτείται η ιδιαίτερη ποιότητα της δέσμευσης και της εξάρτησης να προκαλεί στον εργαζόμενο συνέπειες, που δικαιολογούν την προστασία του από το εργατικό δίκαιο· εξαίρεται δηλαδή το ποιοτικό κριτήριο (ΟλΑΠ 28/2005· ΑΠ 412/2019· 171/2016· 33/2007).
Κατ' αποτέλεσμα κάθε σχέση κρίνεται από τις ιδιαίτερες συνθήκες της, όταν δε η διάκριση της σύμβασης εργασίας από την παρεμφερή σύμβαση παροχής υπηρεσιών είναι δυσχερής, συνεκτιμώνται επιπλέον και δευτερεύοντα στοιχεία, όπως ο τρόπος προσδιορισμού και καταβολής της αμοιβής, η ασφάλιση στο ΙΚΑ, η χορήγηση βεβαιώσεων μισθωτών υπηρεσιών, η μη ασφάλιση σε ταμείο ασφάλισης ελευθέρων επαγγελματιών (ΑΠ 573/2018), η έκδοση αποδείξεων για τη λήψη αμοιβής από παροχή υπηρεσιών (ΑΠ 1775/2017).
Η παροχή των υπηρεσιών αυτών σε καθορισμένο τόπο και χρόνο, καθώς και η συμμόρφωση προς κοινούς συμφωνηθέντες όρους, δεν αρκούν για να χαρακτηρίσουν τη σχέση ως εξαρτημένης εργασίας, αν δικαιολογούνται από τη φύση και τις συνθήκες παροχής των υπηρεσιών (ΟλΑΠ 28/2005· ΑΠ 420/2021). Ο ορθός δε χαρακτηρισμός της συμβατικής σχέσεως, που συνδέει τους συμβαλλομένους, γίνεται από το δικαστήριο μετά από εκτίμηση όλων των συγκεκριμένων περιστάσεων, ώστε να κριθεί με ποια συγκεκριμένη νομική σχέση συνδέεται ο μισθωτός με τον εργοδότη του, ανεξάρτητα από το νομικό χαρακτήρα που έδωσαν τα συμβαλλόμενα μέρη στη συνδέουσα αυτά σχέση (ΟλΑΠ 18/2006).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Τούτο συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που αυτός απαιτεί, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ., η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου, που δεν εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 2/2019).
Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και τον νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε στην ένδικη περίπτωση είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006· ΑΠ 997/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση με την αναιρεσιβαλλομένη απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 234/2020 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που δέχθηκε την αγωγή και αφού αναγνώρισε ότι μεταξύ των διαδίκων υφίστατο σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, επιδίκασε στον αναιρεσίβλητο αποδοχές υπερημερίας, καθώς και επιδόματα δώρων εορτών, αποζημίωση και επίδομα άδειας των ετών 2015-2018, ενώ απέρριψε την ένσταση του αναιρεσείοντος περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου.
Οι κρίσιμες για τον αναιρετικό έλεγχο παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης συνίστανται στο ότι κατόπιν προσκλήσεως του αναιρεσείοντος επικουρικού ασφαλιστικού οργανισμού και αποδοχής της σχετικής αίτησης που υπέβαλε ο αναιρεσίβλητος συνήφθη μεταξύ των διαδίκων η από 7.7.2014 σύμβαση παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών αορίστου χρόνου, η οποία όμως με νεότερα συμφωνητικά μετετράπη σε διαδοχικές ετήσιες συμβάσεις αορίστου χρόνου, με την τελευταία να λήγει την 31.12.2018, οπότε το αναιρεσείον ανακοίνωσε στον αναιρεσίβλητο ότι δεν προτίθεται να ανανεώσει τη σύμβασή του.
Ότι αν και οι ανωτέρω συμβάσεις επιγράφονταν συμβάσεις ανεξάρτητων υπηρεσιών συνιστούσαν στην πραγματικότητα μια ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου επειδή α) ως προς το χαρακτήρα της σύμβασης ως εξαρτημένης εργασίας, ο ενάγων παρείχε τις υπηρεσίες του υπό τις εντολές και οδηγίες των οργάνων του εναγομένου που ασκούσαν εποπτεία και καθόριζαν τον τόπο, τον τρόπο και το χρόνο εργασίας, υποχρεούμενος να συμμορφώνεται προς αυτούς και να δέχεται έλεγχο τόσο για την τήρηση των εντολών και οδηγιών, όσο και για την πλημμελή εκτέλεση της εργασίας του, προσερχόμενος στα καθήκοντά του σε συγκεκριμένο ωράριο, ότι η εργασία του δεν διέφερε σε τίποτε από αυτή των λοιπών ιατρών του εναγομένου, ελεγχόταν μάλιστα και αυτός, όπως και οι λοιποί ιατροί, από τον αρχίατρο της οδοντιατρικής υπηρεσίας, ενημερώνοντας τον τελευταίο τηλεφωνικά, καθώς επίσης και τον τομέα Διοικητικού και Λειτουργίας Υπηρεσιών και β) ως προς το χαρακτήρα της ως μιας ενιαίας σύμβασης, κατ' εφαρμογή του τεκμηρίου του άρθρου 5 παρ. 3 του πδ 81/2003, δεδομένου ότι η συνολική διάρκεια των συμβάσεων υπερέβη τα δυο έτη και ο αριθμός των ανανεώσεων τις τρεις, χωρίς να μεσολαβούν μεταξύ τους κενά διαστήματα, στην ανατροπή του οποίου (τεκμηρίου) το αναιρεσείον δεν ανταποκρίθηκε.
Ειδικότερα δε ως προς τον υπό στοιχείο α) χαρακτηρισμό η αναιρεσιβαλλομένη δέχθηκε ότι το αναιρεσείον καθόριζε δεσμευτικά τον χρόνο, τον τόπο αλλά και τις ιατρικές πράξεις που θα εκτελούσε ο αναιρεσίβλητος, κατά τη διάρκεια του ωραρίου του, οι οποίες τελούσαν σε προέγκριση και εκ των υστέρων έγκριση, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα οιασδήποτε ανάληψης πρωτοβουλίας από την πλευρά του αναιρεσιβλήτου, ότι το ωράριό του (πεντάωρο και επί πενθήμερο) εξαρτάτο από τις ανάγκες των ασφαλισμένων, ότι ο αναιρεσίβλητος δεν μπορούσε να απουσιάσει χωρίς την έγκριση των αρμοδίων οργάνων του αναιρεσείοντος, ότι εάν απουσίαζε, ακόμη και δικαιολογημένα, θα περικόπτονταν η αμοιβή του, ότι το καθεστώς απασχόλησής του ήταν ίδιο με εκείνο των μισθωτών ιατρών του αναιρεσείοντος και ότι η καθημερινή και με εκτενές ωράριο απασχόλησή του στο αναιρεσείον, στο οποίο δεχόταν τους ασφαλισμένους του αναιρεσείοντος, είχε ως αποτέλεσμα την υπολειτουργία του ιδιωτικού του ιατρείου, αφού είναι δυσχερές έως αδύνατο για έναν οδοντίατρο να ασκεί ιατρικές πράξεις για περισσότερες από πέντε ώρες ημερησίως.
Ακόμη, ότι δεν αποδείχθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος δεν ελάμβανε έγκριση για να απουσιάσει σε άδεια αναψυχής, αφού υπαγόταν και αυτός στη διαδικασία υποβολής αιτήματος και έγκρισης της άδειας και ότι στην ιστοσελίδα του αναιρεσείοντος στο διαδίκτυο ήταν αναρτημένο το πρόγραμμα των αδειών όλων των γιατρών του αναιρεσείοντος είτε συνδέονταν μαζί του με σύμβαση εργασίας είτε με σύμβαση ανεξάρτητων υπηρεσιών.
Τέλος ότι το αναιρεσείον μετά την καταγγελία της σύμβασης εργασίας του αναιρεσιβλήτου (όπως η αναιρεσίβλητη εκτίμησε την μη ανανέωση της τελευταίας, ορισμένου χρόνου, σύμβασης παροχής υπηρεσιών), μετέτρεψε όλες τις συμβάσεις που είχε με τους συνεργάτες γιατρούς σε συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου.
Υπό τις εκτεθείσες παραδοχές η αναιρεσιβαλλομένη διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο όσον αφορά το ουσιώδες ζήτημα της συνδέουσας τα διάδικα μέρη σχέσης και της ύπαρξης ή όχι εξάρτησης και δέσμευσης του αναιρεσιβλήτου από το αναιρεσείον κατά την παροχή των υπηρεσιών του.
Και τούτο διότι δεν αναφέρει ποιο όργανο του αναιρεσείοντος παρείχε εξειδικευμένες οδηγίες στον αναιρεσίβλητο, ποιες ήταν αυτές και το περιεχόμενο του ελέγχου της συμμόρφωσης του αναιρεσιβλήτου προς αυτές, ποιο ήταν το περιεχόμενο της ενημέρωσης του αναιρεσιβλήτου προς τον Αρχίατρο του αναιρεσείοντος για τις ενέργειες στις οποίες προέβαινε, εάν δηλαδή επρόκειτο απλώς για πληροφορίες αναγκαίες ώστε να παρακολουθούνται οι υπηρεσίες που παρείχε το αναιρεσείον στους ασφαλισμένους του, σύμφωνα με τον κανονισμό του ή έπρεπε ο αναιρεσίβλητος να λάβει έγκριση και καθοδήγηση πριν προβεί σε κάθε ιατρική πράξη, ώστε να συνάγεται από αυτό νομική εξάρτηση ως χαρακτηριστικό της ύπαρξης συμβάσεως εργασίας και ειδικότερα εάν επρόκειτο για έλεγχο που αφορούσε σε σχέση προϊσταμένου έναντι υφισταμένου ή εάν αποτελούσε απλώς μια εσωτερική διαδικασία που σχετιζόταν με τις δυνατότητες του αναιρεσείοντος για την περίθαλψη των μελών του και τον αναγκαίο προγραμματισμό των ραντεβού των μελών με τους ιατρούς του αναιρεσείοντος.
Δεν εξειδικεύει ομοίως ποιο ήταν το καθεστώς απασχόλησης των υπολοίπων ιατρών που συνδέονταν με τον αναιρεσείοντα με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, με τους οποίους εμμέσως τον συγκρίνει, ώστε να διαπιστωθεί η ταυτότητα ή μη των συνθηκών υπό τις οποίες ο αναιρεσίβλητος παρείχε τις υπηρεσίες του. Δεν διευκρινίζει εάν η αίτηση για τη λήψη άδειας αναψυχής είχε το χαρακτήρα αιτήσεως ή ήταν απλώς ενημερωτική με σκοπό τον προγραμματισμό των εργασιών του αναιρεσείοντος, ώστε να μην μένουν χωρίς ιατρικές υπηρεσίες οι ασφαλισμένοι του.
Επιπλέον δεν εκτιμά την επιστημονική ανεξαρτησία που απολάμβανε ο αναιρεσίβλητος και τη δυνατότητα της παράλληλης διατήρησης ιδιωτικού ιατρείου, ούτε εξηγεί πώς κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ένας οδοντίατρος δεν μπορεί να εργαστεί περισσότερες από πέντε ώρες ημερησίως. Ενόψει δε της πλημμελούς ανάπτυξης του στοιχείου της προσωπικής εξάρτησης κατά την εκτέλεση της εργασίας, η αναιρεσιβαλλομένη δεν εξηγεί, περαιτέρω, για ποιο λόγο συνεκτιμά το γεγονός ότι ο αναιρεσίβλητος αμειβόταν αρχικώς κατά μονάδα εργασίας και εν συνέχεια με ημερήσια αμοιβή, χωρίς αναφορά αυτής προς τις ισχύουσες συλλογικές, κανονιστικές ρυθμίσεις, την οποία (αμοιβή) δεν ελάμβανε αν δεν προσερχόταν στο ιατρείο, ακόμη και δικαιολογημένα, στα στοιχεία που συνηγορούν υπέρ της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας και όχι το αντίθετο, ενώ ταυτόχρονα θεωρεί ότι η είσπραξη της αμοιβής αυτής με την έκδοση αποδείξεων παροχής υπηρεσιών δεν αρκεί για να συναχθεί συμπέρασμα υπέρ της σύμβασης ανεξαρτήτων υπηρεσιών, παρά την απουσία ενδείξεων που, κατά τα προαναφερθέντα, χαρακτηρίζουν τη σύμβαση εργασίας.
Ούτε ερεύνησε το γεγονός ότι, επειδή η παροχή των ως άνω υπηρεσιών σε συγκεκριμένο τόπο και χρόνο δικαιολογούνταν από τη φύση της παροχής των υπηρεσιών, η προσέλευση του αναιρεσιβλήτου σε συγκεκριμένο τόπο και σε συγκεκριμένο χρόνο για την εκτέλεση ιατρικών πράξεων επί των ασφαλισμένων του ήταν συμβατή με τη γενικότερη οργάνωση των υπηρεσιών του αναιρεσιβλήτου προς τους ασφαλισμένους του και δεν συνιστούσε, άνευ ετέρου, στοιχείο υποβολής αυτού στον εργοδοτικό έλεγχο και, επομένως, στοιχείο υπέρ της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας.
Συνακόλουθα ο πρώτος αναιρετικός λόγος κατά το δεύτερο σκέλος του, από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ είναι βάσιμος, ενώ παρέλκει η έρευνα των υπολοίπων.
Συνεπώς, η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να αναιρεθεί, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, η σύνθεση του οποίου από άλλο δικαστή είναι δυνατή (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Κατά τη διάταξη του άρθρου 579 παρ. 2 του ΚΠολΔ, αν αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης που αναιρέθηκε, ο Άρειος Πάγος, αν υποβληθεί αίτημα με το αναιρετήριο ή με το δικόγραφο των προτάσεων, ή με αυτοτελές δικόγραφο, που κατατίθενται (τα δύο τελευταία) στη γραμματεία του Αρείου Πάγου έως την παραμονή της συζήτησης, διατάσσει με την αναιρετική απόφασή του την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση, που υπήρχε πριν από τη εκτέλεση.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ο Άρειος Πάγος για να διατάξει την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση, που υπήρχε πριν από την εκτέλεση, πρέπει αυτή, είτε εκούσια είτε αναγκαστική, να έγινε με βάση την αναιρούμενη απόφαση, και όχι με άλλη, γιατί στην τελευταία περίπτωση την επαναφορά διατάσσει, κατά το άρθρο 581 παρ. 3 του ΚΠολΔ, το δικαστήριο της παραπομπής ενώπιον του οποίου συζητείται και πάλι η έφεση μετά την αναίρεση (ΑΠ 152/2022· 921/2020· 1134/2012).
Με την αίτηση επαναφοράς ζητείται η απόδοση των καταβληθέντων, από τον αναιρεσείοντα προς τον αναιρεσίβλητο, χρηματικών ποσών του κεφαλαίου, των τόκων και των δικαστικών εξόδων, με το νόμιμο τόκο, από την επίδοση της διατάσσουσας την επαναφορά των πραγμάτων αναιρετικής απόφασης, γιατί από το χρόνο της επίδοσης αυτής καθίσταται, κατ` άρθρο 340 ΑΚ, υπερήμερος ο αναιρεσίβλητος.
Όμως, ο αναιρεσείων δεν έχει το δικαίωμα να αξιώσει με την άνω αίτησή του τα καταβληθέντα έξοδα της έκδοσης απογράφου και αντιγράφου της προς εκτέλεση απόφασης, της σύνταξης επιταγής για εκτέλεση, της εντολής για τη διενέργεια αυτής και της ενεργηθείσας κατάσχεσης, διότι η διάταξη του άρθρου 579 παρ. 2 ΚΠολΔ, κατά την αληθινή της έννοια, επιτρέπει την απόδοση μόνο των ποσών, που η παροχή τους διατάχθηκε από την ίδια την αναιρεθείσα απόφαση και όχι, άρα, και των εξόδων της μετέπειτα επιχειρηθείσας αναγκαστικής ή εκούσιας εκτέλεσής της, τα οποία βαρύνουν τον καθ` ου η εκτέλεση όχι βάσει της απόφασης αυτής, αλλά βάσει του νόμου, δηλαδή του άρθρου 932 ΚΠολΔ (ΑΠ 17/2021· 1453/2019).
Στην προκείμενη περίπτωση, το αναιρεσείον, με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, ζητεί να διαταχθεί η επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση και να υποχρεωθεί ο αναιρεσίβλητος να τού καταβάλει με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της απόφασης το συνολικό ποσό των 38.434,05 ευρώ, το οποίο κατέβαλε στον αναιρεσίβλητο, μετά από εκούσια συμμόρφωση στην πρωτόδικη και στην αναιρεθείσα απόφαση και ειδικότερα την 7.5.2021 κατέβαλε 10.000 ευρώ για το μέρος της απαίτησης που τού επιδικάστηκε πρωτοδίκως, για το οποίο η απόφαση είχε κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή, ενώ την 2.7.2021 κατέβαλε στον αναιρεσίβλητο 27.844,97 ευρώ για υπόλοιπο επιδικασθέντος κεφαλαίου, 8.439,08 ευρώ για τόκους υπερημερίας και επιδικίας και 2.150 ευρώ για δικαστική δαπάνη αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας, με την επισημείωση ότι το ποσό που αντιστοιχεί στο κεφάλαιο είναι "καθαρό", μετά την αφαίρεση και παρακράτηση των νόμιμων κρατήσεων και ότι με την καταβολή του εξοφλείται πλήρως η οφειλή προς τον αναιρεσίβλητο, καθώς το ποσό (μικτό) του κεφαλαίου της απαίτησης που αφορά στα κονδύλια των αποδοχών αδείας και του επιδόματος αδείας ανέρχεται σε 11.647,83 ευρώ και 5.823 ευρώ αντίστοιχα, το άθροισμα των οποίων δεν ανέρχεται σε 23.293,91 ευρώ, όπως από προφανή παραδρομή αναφέρεται στην πρωτόδικη απόφαση, χωρίς το σφάλμα αυτό να διορθωθεί από την αναιρεσιβαλλομένη.
Η αίτηση ασκήθηκε παραδεκτά (ΚΠολΔ 576) αλλά είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη ως προς τα αιτήματά της καταβολής 1) του ποσού των 10.000 ευρώ, που πληρώθηκε εκούσια δυνάμει της πρωτόδικης προσωρινά εκτελεστής απόφασης, γιατί η καταβολή αυτή δεν έγινε σε εκτέλεση της αναιρεθείσας απόφασης και 2) του ποσού των 1.500 ευρώ που καταβλήθηκαν ως δικαστικά έξοδα του πρώτου βαθμού.
Κατά τα λοιπά η αίτηση είναι νόμιμη και η ουσιαστική της βασιμότητα αποδεικνύεται από την από 2.7.2012 αναλυτική εξοφλητική απόδειξη, επομένως πρέπει να γίνει δεκτή εν μέρει.
Τέλος πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος σύμφωνα με το σχετικό αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 1467/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλο δικαστή.
Υποχρεώνει τον αναιρεσίβλητο να καταβάλει στο αναιρεσείον είκοσι έξι χιλιάδες εννιακόσια τριάντα τέσσερα ευρώ και οκτώ λεπτά (26,934,08), με τους νόμιμους τόκους από την επίδοση της απόφασης.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 30η Ιουνίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 25η Απριλίου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ