Greek Supreme Court partially allows appeal, annulling judgment against one creditor while dismissing against another.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the State's appeal against a lower court judgment in a debt collection case. The State argued that the lower court erred in its reasoning regarding the dismissal of an annulment request, though the core decision against one creditor remained valid. The court found that while the dismissal of the second creditor's annulment was legally correct due to lack of standing, the reasoning against the first creditor was flawed and lacked legal interest to be overturned. Consequently, the judgment was annulled only regarding the first creditor, and the case was remitted for retrial on that specific point.
Legislator headnote
AI generatedArticles 578, 559, 580, 176, 183 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may partially annul a judgment if the reasoning is erroneous but the operative part is correct, provided there is a legal interest to avoid res judicata, and remand the case for further examination on the specific grounds of appeal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 626 / 2018 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 626/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αβροκόμη Θούα - Εισηγήτρια, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου και Γεώργιο Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Φεβρουαρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών και από τον Προϊστάμενο της .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Ιωάννη Μπακόπουλο, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Δ. Ν. του Χ., κατοίκου ..., ως επισπεύδοντος δανειστή και 2) Σ. Χ. - Κ., κατοίκου ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-5-2011 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδος.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 124/2012 του ίδιου Δικαστηρίου και 93/2014 του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 28-6-2016 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 576 παρ.2, 568 παρ.1 και 498 παρ.1 ΚΠολΔ συνάγεται, ότι ο Αρειος Πάγος οφείλει να εξετάσει αυτεπαγγέλτως αν κλήθηκε νομίμως και εμπροθέσμως ο μη εμφανισθείς αντίδικος του επισπεύδοντος τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και σε καταφατική περίπτωση να προχωρήσει στη συζήτηση παρά την απουσία του. Στην κρινόμενη υπόθεση, από τις προσκομιζόμενες με επίκληση από το αναιρεσείον,.../29-9-2017 και ...2-10-2017,εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Ευβοίας, Ν. Τ., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για να παραστούν κατά την ορισθείσα και αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, επιδόθηκε νομοτύπως και προσηκόντως στους αναιρεσίβλητους. Επομένως, αφού αυτοί δεν παραστάθηκαν, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης με τη σειρά της στο πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκαν με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση, παρά την απουσία τους.
Κατά το άρθρ. 932 του ΚΠολΔ, τα έξοδα της αναγκαστικής εκτέλεσης βαρύνουν εκείνον κατά του οποίου αυτή στρέφεται και προκαταβάλλονται από εκείνον που την επισπεύδει, ενώ κατά το άρθρ. 975 του ίδιου κώδικα η κατάταξη των δανειστών στον πίνακα γίνεται αφού αφαιρεθούν τα έξοδα της εκτέλεσης που ορίζονται αιτιολογημένα από τον υπάλληλο του πλειστηριασμού.
Όπως προκύπτει από τις διατάξεις αυτές, στη δεύτερη των οποίων γίνεται διάκριση μεταξύ αφαίρεσης των εξόδων και κατάταξης των προνομιακών απαιτήσεων, υπέγγυο στους δανειστές είναι το ποσό του πλειστηριάσματος που απομένει μετά την αφαίρεση των εξόδων εκτέλεσης, τα οποία δεν περιλαμβάνονται μεταξύ των προνομίων ούτε κατατάσσονται στον πίνακα, αλλά προαφαιρούνται προκειμένου να γίνει η κατάταξη των δανειστών, ορίζονται δε με τον πίνακα κατάταξης ή με ιδιαίτερη πράξη, με την οποία ο υπάλληλος του πλειστηριασμού δικαιολογεί τα σχετικά κονδύλια προκειμένου να τα προαφαιρέσει από το πλειστηρίασμα.
Δικαιούχος των εξόδων εκτέλεσης είναι κατ’ αρχήν ο δανειστής που επέσπευσε την εκτέλεση, όμως ως δικαιούχοι νοούνται και τα όργανα της εκτέλεσης και ειδικότερα ο δικαστικός επιμελητής και ο υπάλληλος του πλειστηριασμού (συμβολαιογράφος), καίτοι τα πρόσωπα αυτά δεν νομιμοποιούνται να αναζητήσουν τα σχετικά έξοδα από τον καθ’ ου η εκτέλεση, αφού με αυτόν δεν συνδέονται με κατάλληλη έννομη σχέση.
Έτσι τα πρόσωπα αυτά, με βάση τις παραπάνω διατάξεις σε συνδυασμό και με αυτές των άρθρων 971 και 1007 του ΚΠολΔ, λαμβάνουν τα έξοδα της εκτέλεσης από τον υπάλληλο του πλειστηριασμού, ο οποίος, αφού τα αφαιρέσει από το πλειστηρίασμα, ακολούθως διανέμει το υπόλοιπο του πλείστηριάσματος μεταξύ των δανειστών του καθ’ ου η εκτέλεση ή προβαίνει με σχετικό πίνακα στην κατάταξη των δανειστών σε περίπτωση ανεπάρκειας του πλειστηριάσματος.
Δηλαδή τα έξοδα της εκτέλεσης δεν κατατάσσονται στο συντασσόμενο από τον υπάλληλο του πλειστηριασμού πίνακα, ωστόσο η σχετική εκκαθαριστική πράξη του αποτελεί διανομή του πλειστηριάσματος και προσβάλλεται συνεπώς με την ανακοπή του άρθρ. 979 του ΚΠολΔ. Ανακόπτων μπορεί να είναι οποιοσδήποτε έχει έννομο συμφέρον, όπως είναι οι δανειστές που αναγγέλθηκαν.
Από την παρ. 2 του άρθρου αυτού (979) του ΚΠολΔ, εξάλλου, προκύπτει, ότι αν ο λόγος ανακοπής συνίσταται σε απλή αμφισβήτηση και άρνηση από τον ανακόπτοντα της απαίτησης του καθού που έχει καταταγεί ή του προνομίου του, αρκεί και μόνο η άρνηση αυτή για το ορισμένο του λόγου της ανακοπής, δεδομένου ότι ο καθού η ανακοπή βαρύνεται με την επίκληση και την απόδειξη των παραγωγικών της απαίτησής του ή του προνομίου της πραγματικών γεγονότων.
Κατά συνέπεια, η άρνηση από τον ανακόπτοντα της απαίτησης του καθού η ανακοπή ή του μεγέθους της, η οποία αφορά τα προαφαιρεθέντα έξοδα εκτέλεσης, αποτελεί παραδεκτό και ορισμένο λόγο ανακοπής, στον καθού δε εναπόκειται να αποδείξει τα παραγωγικά της απαίτησης του και του μεγέθους της περιστατικά. Δηλαδή και στην περίπτωση αυτή ο καθού η ανακοπή οφείλει κατά την πρώτη ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου συζήτηση να επικαλεσθεί κατά τρόπο ορισμένο (και να αποδείξει) την ύπαρξη, το περιεχόμενο και το μέγεθος της απαίτησής του, για την οποία έχει καταταγεί.
Αν ο καθού η ανακοπή δεν ανταποκριθεί στο βάρος αυτό, η ανακοπή γίνεται δεκτή (ΑΠ 1052/2015, 658/2014). Σε περίπτωση που ο ανακόπτων αμφισβητεί τη νομιμότητα της σχετικής εκκαθαριστικής πράξης των εξόδων εκτέλεσης και ειδικότερα αν αμφισβητεί, ότι τα έξοδα που προαφαιρέθηκαν για τον δικαστικό επιμελητή, έγιναν προς το συμφέρον όλων των δανειστών, ο μόνος νομιμοποιούμενος παθητικά στη σχετική δίκη, είναι ο επισπεύδων δανειστής, αφού αυτός είναι που χορήγησε στα παραπάνω πρόσωπα την εντολή για τη διενέργεια των απαιτούμενων πράξεων αναγκαστικής εκτέλεσης και θα ζημιωθεί αν ανατραπεί η εκκαθάριση των εξόδων, διότι, τότε θα υποχρεωθεί να καταβάλει ο ίδιος τη διαφορά στα πρόσωπα αυτά με βάση τη μεταξύ τους σχέση εντολής (ΑΠ2057/2014, 300/2013,1774/2007).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθμ.14 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από το δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ειδικότερα ο από την ανωτέρω διάταξη λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, ανακοπής ή ένστασης, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών, την απέρριψε ως αόριστη(ΑΠ7/2015, 104/2014).Τον από το άρθρο 559 αριθμ.14 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης δε, μπορούν να θεμελιώσουν και ακυρότητες της αναγκαστικής εκτέλεσης, εφόσον θεμελιώνουν λόγους ανακοπής, προβαλλόμενους με το σχετικό ένδικο βοήθημα(ΑΠ1405/2012).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων (αρθρ.561 παρ.2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα εξής: Με την από 30- 5-2011 ανακοπή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδος το ανακόπτον και ήδη αναιρεσείον (Ελληνικό Δημόσιο) την οποία στρέφει τόσο κατά επισπεύδοντος δανειστή (πρώτου των καθών και ήδη πρώτου των αναιρεσιβλήτων), όσο και κατά της δικαστικής επιμελήτριας(δεύτερης των καθών και ήδη δεύτερης των αναιρεσιβλήτων),ζήτησε την ακύρωση άλλως μεταρρύθμιση του ...2011 πίνακα κατάταξης δανειστών της συμβολαιογράφου Ιστιαίας Κ.
Μ. Γ., αρνούμενο τη νομιμότητα του ποσού των 3.539,40 ευρώ, που προαφαιρέθηκε και αφορούσε σε έξοδα και δικαιώματα της δεύτερης των καθών, για τρεις προηγούμενους ματαιωθέντες πλειστηριασμούς και αμφισβητώντας ότι αυτά πραγματοποιήθηκαν για το συμφέρον όλων των αναγγελθέντων δανειστών, προκειμένου να καταταγεί σε αυτό η αναγγελθείσα απαίτησή του.
Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την 124/2012 απόφαση του απέρριψε την ανακοπή ως μη νόμιμη. Επί της από 19-10-2012 έφεσης που το αναιρεσείον άσκησε κατά της ανωτέρω απόφασης, εκδόθηκε από το Μονομελές Εφετείο Ευβοίας η προσβαλλόμενη 93/2014 απόφαση, η οποία απέρριψε και πάλι την ανακοπή, κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία, προαναφερθέν κύριο αίτημά της, αλλά ως αόριστη πλέον, διότι "το ανακόπτον δεν αναφέρει...το λόγο για τον οποίο οι πλειστηριασμοί ματαιώθηκαν".
Έτσι που έκρινε και με αυτό όμως που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο, αφού για το ορισμένο της ανακοπής ήταν αρκετή η αμφισβήτηση, του αν οι πράξεις εκτέλεσης που έκανε η δικαστική επιμελήτρια, έγιναν προς το συμφέρον όλων των δανειστών και είναι, υπό την έννοια αυτή, έξοδα εκτέλεσης.
Σύμφωνα, εξάλλου, με τα προαναφερθέντα, ο μόνος νομιμοποιούμενος παθητικά στην ανακοπή του αναίρεσείοντος με το προαναφερθέν περιεχόμενο και αίτημα είναι ο πρώτος των καθών - αναιρεσιβλήτων, επισπεύδων δανειστής και συνεπώς αυτή είναι απορριπτέα κατά το μέρος που στρέφεται κατά της δεύτερης των καθών-αναιρεσιβλήτων, ως παθητικώς ανομιμοποίητη.
Λαμβανομένου δε υπόψη, ότι: 1) Κατά τη διάταξη του άρθρου 578 Κ.Πολ.Δ. αν το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης κρίνεται εσφαλμένο, αλλά το διατακτικό της ορθό, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση, εκτός αν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο, οπότε αναιρείται η απόφαση μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της, 2) κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης, έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο, υπάρχει όταν ο αναιρεσείων διάδικος βλάπτεται από την αιτιολογία της απόφασης και συγκεκριμένα, αν από αυτήν δημιουργείται δεδικασμένο σε βάρος του σε άλλη δίκη, αν δηλαδή η αιτιολογία της απόφασης αποτελεί στοιχείο του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη και στηρίζει το διατακτικό της, οπότε αναιρείται η απόφαση μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της (Α.Π. 817/2013) και 3)τέτοιο έννομο συμφέρον του αναιρεσείοντος, στην προκειμένη περίπτωση δεν υπάρχει, αφού η ανακοπή του (και) κατά το μέρος που στρέφεται κατά της δεύτερης των καθών-αναιρεσιβλήτων, απορρίφθηκε ως αόριστη, ενώ, πράγματι, έπρεπε να απορριφθεί λόγω έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης αυτής.
Τούτο, διότι η απόρριψη της αγωγής ή της ανακοπής ως αόριστης, είναι επωφελέστερη για τον ενάγοντα ή τον ανακόπτοντα από την απόρριψή της λόγω έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης του εναγομένου ή του καθ’ ου η ανακοπή (Α.Π. 60/2011), πρέπει: Α) να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης όσον αφορά την δεύτερη των αναιρεσιβλήτων, χωρίς να επιδικασθούν υπέρ αυτής δικαστικά έξοδα λόγω της ερημοδικίας της και Β) να γίνει δεκτός ο μόνος αναιρετικός λόγος από το άρθρο 559 αριθμ.κατ’ εκτίμηση, 14 ΚΠολΔ, με τον οποίο το αναιρεσείον παραπονείται για την απόρριψη ως αόριστης της ανακοπής του και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας , όσον αφορά τον πρώτο των αναιρεσιβλήτων και κατά το μέρος της, κατά το οποίο απέρριψε τον προαναφερθέντα λόγο της ανακοπής, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση, προς περαιτέρω, κατά τούτο, εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλον δικαστή, εκτός εκείνου που την εξέδωσε (άρθρο 580 παρ.3 Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικασθεί ο πρώτος των αναιρεσιβλήτων στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος (αρθρ.176, 183 ΚΠολΔ), μειωμένα όμως, κατά τη διάταξη του άρθρου 22 παρ.1 του ν.3693/1957, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28 Ιουνίου 2016 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 93/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας, ως προς την δεύτερη των αναιρεσιβλήτων, Σ. Χ. - Κ.
Αναιρεί την ανωτέρω 93/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας, ως προς τον πρώτο των αναιρεσιβλήτων, Δ. Ν., κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος.
Παραπέμπει κατά τούτο, την υπόθεση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλο δικαστή, προς περαιτέρω εκδίκαση.
Καταδικάζει τον πρώτο των αναιρεσιβλήτων στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Μαρτίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Μαρτίου 2018.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ