Legislator Case Law & Legislation
626/2016 AI generated

Supreme Court allows appeal against lower court dismissal of lawsuit by partnership lacking legal personality due to procedural error.

Case Number 626/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the first ground of appeal, overturning the First Instance Court's dismissal of a lawsuit filed by a partnership of accounting firms. The lower court had rejected the claim because the partnership lacked legal personality and could not be a proper defendant under the Civil Procedure Code. The Supreme Court ruled that the First Instance Court failed to examine Article 62 and 64 of the Civil Procedure Code, which grant standing to such entities, and therefore remanded the case for retrial.

Legislator headnote

AI generated

Articles 62 and 64 of the Code of Civil Procedure; A partnership of accounting firms without legal personality constitutes a proper defendant and may sue or be sued as a single entity, contrary to the lower court's finding that it lacks the capacity to be a party to the proceedings.

Keywords

AI generated
legal personality standing to sue partnership of firms Civil Procedure Code procedural error remand for retrial passive standing

Cited Legislation

AI generated
Article 62 of the Code of Civil Procedure
Article 64 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 580 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 626 / 2016 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 626/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Ευφημία Λαμπροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Στυλιανή Γιαννούκου, Χαράλαμπο Μαχαίρα και Σοφία Καρυστηναίου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, στις 20 Σεπτεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ετερόρρυθμης μελετητικής εταιρείας με την επωνυμία "...." και το διακριτικό τίτλο "...." που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Μεντή, που ανακάλεσε την από 15-9-2016 δήλωσή του κατά το άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Σύμπραξης μελετητικών γραφείων με την επωνυμία "..." και ήδη "..." που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Χασάπη και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-5-2012 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και την από 8-10-2012 ανακοίνωση δίκης με προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση και παρεμπίπτουσα αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 76/2013 του ίδιου δικαστηρίου και 4524/2015 του Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12-11-2015 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Στυλιανή Γιαννούκου ανέγνωσε την από 31-5-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου και την απόρριψη του δευτέρου λόγου αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 62 Κ.Πολ.Δ. όποιος έχει την ικανότητα να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων έχει και την ικανότητα να είναι διάδικος, ενώ ενώσεις προσώπων που επιδιώκουν κάποιο σκοπό, χωρίς να είναι σωματεία, καθώς και εταιρείες που δεν έχουν νομική προσωπικότητα, μπορούν να είναι διάδικοι, κατά δε το άρθρο 64 παρ. 3 του ιδίου κώδικα οι πιο πάνω ενώσεις προσώπων και οι εταιρείες χωρίς νομική προσωπικότητα παρίστανται στο δικαστήριο με τα πρόσωπα στα οποία έχει ανατεθεί η διαχείριση των υποθέσεών τους.

Εξ άλλου με το άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος ορίζεται ότι καθένας έχει δικαίωμα να αναπτύσσει ελεύθερα την προσωπικότητά του και να συμμετέχει στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική ζωή της χώρας, εφόσον δεν προσβάλλει τα δικαιώματα των άλλων και δεν παραβιάζει το Σύνταγμα ή τα χρηστά ήθη, με το άρθρο 12 παρ. 1 αυτού ότι οι Έλληνες έχουν το δικαίωμα να συνιστούν ενώσεις και μη κερδοσκοπικά σωματεία, τηρώντας τους νόμους, που ποτέ όμως δεν μπορούν να εξαρτήσουν την άσκηση του δικαιώματος αυτού από προηγούμενη άδεια, με το άρθρο 20 παρ. 1 αυτού ότι καθένας έχει δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί να αναπτύξει σ’ αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή συμφέροντά του, όπως νόμος ορίζει, και με το άρθρο 6 παρ. 1α της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 και έχει σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος αυξημένη ισχύ έναντι των κοινών νόμων, ότι "παν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσίς του δικασθή δικαίως, δημοσία και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερολήπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίον θα αποφασίση...

επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών του αστικής φύσεως...". Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό και με εκείνη του άρθρου 951 παρ. 1 εδ. β Κ.Πολ.Δ, η οποία ορίζει ότι, όταν πρόκειται για ένωση προσώπων του άρθρου 62 παρ. 2 του ίδιου κώδικα, η αναγκαστική εκτέλεση (για την ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων) γίνεται στην κοινή περιουσία τους, προκύπτει ότι οι ενώσεις (νομικών ή και φυσικών) προσώπων που επιδιώκουν κάποιο σκοπό, χωρίς να είναι σωματεία, καθώς και οι εταιρείες που δεν έχουν νομική προσωπικότητα, μολονότι δεν είναι αυτοτελείς φορείς δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, μπορούν, κατ’ εξαίρεση του κανόνα της πρώτης παραγράφου του άρθρου 62 Κ.Πολ.Δ, που υπαγορεύτηκε από την ανάγκη της δικονομικής διευκολύνσεως των συναλλασσομένων με την ένωση τρίτων, να είναι διάδικοι και να παρίστανται στο δικαστήριο με τα πρόσωπα που κατά το καταστατικό τις αντιπροσωπεύουν ή που διαχειρίζονται τις υποθέσεις τους.

Εφόσον δε απονεμήθηκε από το νομοθέτη στις εν λόγω εταιρείες και ενώσεις προσώπων η ικανότητα να είναι διάδικοι, είναι αυτονόητο ότι αυτές είναι και φορείς των κατ’ ιδίαν δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των μελών τους, και κατ’ επέκταση νομιμοποιούνται να ενάγουν και να ενάγονται ως προς τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις αυτών.

Η άποψη ότι οι ανωτέρω ενώσεις και εταιρείες είναι μόνο υποκείμενα της διαδικασίας, ενώ υποκείμενα της έννομης σχέσης της δίκης και της επίδικης έννομης σχέσης είναι τα κατ’ ιδίαν μέλη αυτών, είναι αντίθετη προς το γράμμα και το πνεύμα των ανωτέρω διατάξεων, επιπλέον δε διασπά χωρίς λόγο την καθιερωμένη τυπική έννοια του διαδίκου και εισάγει την έννοια του υποκειμένου της διαδικασίας ως έννοιας διάφορης του υποκειμένου της έννομης σχέσης της δίκης ενώ αυτά, εφόσον ως διαδικασία νοείται το σύνολο των διαδοχικών διαδικαστικών πράξεων δια των οποίων αρχίζει, εξελίσσεται και περατούται η έννομη σχέση της δίκης, δεν μπορεί παρά να ταυτίζονται και τέλος καθιερώνει διάκριση μεταξύ κανόνων που ρυθμίζουν την έννομη σχέση της δίκης και κανόνων που ρυθμίζουν τη διαδικασία, η οποία, όμως, δεν απορρέει από καμία διάταξη του Κ.Πολ.Δ.

Περαιτέρω από τις ίδιες πιο πάνω διατάξεις σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 118 και 216 του ίδιου κώδικα συνάγεται ότι σε περίπτωση ένωσις προσώπων ή εταιρείας χωρίς νομική προσωπικότητα, για το κύρος του δικογράφου της αγωγής, είτε αυτή ενάγει είτε ενάγεται, αρκεί η μνεία της επωνυμίας της κατά τρόπο που να μη δημιουργείται αμφιβολία ως προς την ταυτότητα αυτής, χωρίς να απαιτείται και να μνημονεύονται τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα που την αποτελούν ούτε το ποσοστό συμμετοχής του καθενός στο επίδικο ουσιαστικό δικαίωμα (Ολ.

Α.Π. 25/2008, Ολ. Α.Π.14/2007). Εξ άλλου, ο ν. 716/1977 "Περί μητρώου μελετητών και αναθέσεως και εκπονήσεως μελετών" (ΦΕΚ Α’ 295), όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο, όριζε στο άρθρο 2 τα εξής: "Εν τω παρόντι Νόμω νοούνται ως: 1. "Μελέτη": Πάσα επιστημονική και τεχνική εργασία και έρευνα αποβλέπουσα εις την κατασκευήν ή μη τεχνικού έργου ή εις τον σχεδιασμόν και την απεικόνισιν προγραμμάτων και μεθόδων αναπτύξεως του ευρυτέρου χώρου διά της κατασκευής ή μη τεχνικών έργων... 3. "Μελετητής":

Επιστήμων, διπλωματούχος ανωτάτης σχολής ημεδαπής ή ομοταγούς ανεγνωρισμένης σχολής της αλλοδαπής, ασχολούμενος με εκπόνησιν μελετών και επιβλέψεις τεχνικών και άλλων έργων και νομίμως ασκών το επάγγελμα εν Ελλάδι. 4. "Γραφείον Μελετών": Ενιαία μονάς εκπονήσεως μελετών, συγκροτουμένη εξ ενός ή περισσοτέρων Μελετητών υπό οιανδήποτε εταιρικήν μορφήν με αποκλειστικόν σκοπόν την εκπόνησιν μελετών και την επίβλεψιν έργων, της αυτής ή πλειόνων ειδικοτήτων, αντιστοίχων προς τας κατηγορίας των αναλαμβανομένων μελετών.

Άπαντες οι συμμετέχοντες εις τας ως άνω Εταιρείας δέον όπως κατέχουν πτυχίον μελετητού και δεν δύνανται να αναλαμβάνουν ατομικώς μελέτας. Αι ως άνω εταιρείαι δεν δύνανται να συμμετέχουν εις ετέρας εταιρείας. 5. "Συμπράττοντα Γραφεία": Συνεργαζόμενα Γραφεία Μελετών τα οποία εκουσίως από κοινού αναλαμβάνουν και εκπονούν μελέτας.

Η ως άνω συνεργασία πραγματοποιείται κατά την εκδήλωσιν ενδιαφέροντος. 6. "Ανάδοχος": Μελετητής ή Γραφείον Μελετών ή Συμπράττοντα Γραφεία Μελετών εις τα οποία ανετέθη η εκπόνησις μελέτης δια της υπογραφής σχετικής συμβάσεως...". Επίσης το π.δ. 923/1978 "Περί της συγκροτήσεως των Γραφείων Μελετών, των υποχρεώσεων τούτων και της συμπράξεως αυτών" (ΦΕΚ Α’ 224), που εκδόθηκε κατ` εξουσιοδότηση του άρθρου 24 παρ. 1 του ν. 716/1977, ορίζει στην παράγραφο 3 του άρθρου 4 ότι: "Η σύμπραξις εκδηλούται κατά την υποβολήν της αιτήσεως εκδηλώσεως ενδιαφέροντος δια την ανάληψιν μελέτης, δια της καταθέσεως εις τον Εργοδότην σχετικής δηλώσεως των συνεργαζομένων Γραφείων, υπογραφομένης υπό των νομίμων εκπροσώπων των Γραφείων τούτων.

Η δήλωσις αύτη αναφέρει απαραιτήτως και τον τρόπον κατανομής της αμοιβής της Μελέτης μεταξύ των Συμπραττόντων Γραφείων, ως και τον έναντι του Εργοδότου νόμιμον εκπρόσωπον των Συμπραττόντων Γραφείων" και στην παράγραφο 5 του ίδιου άρθρου ότι: "Τα Συμπράττοντα Γραφεία Μελετών δεσμεύονται και ευθύνονται έναντι του εργοδότου αλληλεγγύως και εις ολόκληρον έκαστον".

Περαιτέρω το π.δ. 194/1979 (ΦΕΚ Α’ 53), που εκδόθηκε επίσης κατ` εξουσιοδότηση του ν. 716/1977, ορίζει στο άρθρο 17 παρ. 3 ότι: "Εις περίπτωσιν θανάτου ενός εκ των πλειόνων μελετητών του αναλαβόντος την εκπόνησιν της μελέτης Γραφείου Μελετών, συνεχίζεται υπό των λοιπών μετεχόντων του Γραφείου τούτου, εις ολόκληρον ευθυνομένων, η εκπόνησις του αρξαμένου σταδίου μελέτης έστω και εάν κατά την συστατικήν πράξιν αυτού προεβλέπετο διάλυσις του Γραφείου λόγω θανάτου ενός των μελών.

Ο εργοδότης δύναται πάντοτε εις την περίπτωσιν αυτήν προς αρτίαν εκπόνησιν της μελέτης να ζητήση την σύμπραξιν μεθ’ ετέρων Γραφείων Μελετών ή να κηρύξη διαλελυμένην την σύμβασιν ή και να δεχθή την συνέχισιν της εκπονήσεως της μελέτης και δια τα επόμενα αυτής στάδια, εάν πεισθή ότι υφίστανται αι προς τούτο δυνατότητες", στην παρ. 5 του ίδιου άρθρου ότι: "Εις περίπτωσιν πτωχεύσεως ενός εκ των πλειόνων μελετητών του αναλαβόντος την εκπόνησιν της μελέτης Γραφείου Μελετών εφαρμόζονται αναλόγως αι διατάξεις της παραγρ. 3 του παρόντος άρθρου.

Οι λοιποί μελετηταί του Γραφείου αναλαμβάνουν έναντι του εργοδότου πάσας τας ευθύνας εκπονήσεως της μελέτης, ως εάν ούτοι μόνοι είχον συμβληθή μετ’ αυτού, των σχέσεων αυτών μετά του πτωχεύσαντος και των δανειστών αυτού ρυθμιζομένων υπό των σχετικών περί πτωχεύσεως διατάξεων", στο άρθρο 18 παρ. 1 ότι: "Η εκδήλωσις ενδιαφέροντος προς ανάληψιν εκπονήσεως υπό συμπραττόντων Γραφείων κατά την έννοιαν της περιπτώσεως 5 του άρθρου 2 του Ν. 716/1977 υπογράφεται από κοινού υπό των νομίμων εκπροσώπων πάντων των Γραφείων τούτων, υπό των οποίων επίσης υπογράφεται και η σχετική σύμβασις", στην παρ. 3 του ίδιου άρθρου ότι: "Τα συμπράττοντα Γραφεία ενέχονται έναντι του εργοδότου εις ολόκληρον διά πάσαν συνέπειαν απορρέουσαν εκ της συμβάσεως και του νόμου" και στην παρ. 4 του ίδιου άρθρου ότι: "Τα συμπράττοντα Γραφεία οφείλουν κατά την κατάρτισιν και υπογραφήν της συμβάσεως να καταθέσουν συμβολαιογραφικήν πράξιν διορισμού υπό πάντων κοινού εκπροσώπου αυτών έναντι του κυρίου του έργου και των υπηρεσιών.

Δια της αυτής πράξεως ορίζεται υποχρεωτικώς και αναπληρωτής του εκπροσώπου...". Από τις διατάξεις που προπαρατέθηκαν και ιδίως εκείνες του άρθρου 2 αριθ. 4 και 5 ν. 716/1977, με τις οποίες καθορίσθηκε η έννοια των "Συμπραττόντων γραφείων" ως συνεργαζομένων γραφείων μελετών, τα οποία ως "ενιαία μονάς" από κοινού αναλαμβάνουν και εκπονούν μελέτες με κατανομή της αμοιβής μεταξύ των συμπραττόντων και ορισμό νομίμου εκπροσώπου έναντι της αναθέτουσας αρχής, καθίσταται σαφές ότι τα "Συμπράττοντα γραφεία" εμπίπτουν στην κατά το άρθρο 62 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

εκτεθείσα έννοια των εχόντων ικανότητα διαδίκου προσώπων, σε κάθε περίπτωση, ως ενώσεων προσώπων που αναγνωρίζονται από την έννομη τάξη και επιδιώκουν κοινό σκοπό, προέχον στοιχείο του οποίου είναι η ανάληψη και εκπόνηση μελετών δημόσιων έργων στα πλαίσια της κατά τα άνω κοινής επιχειρηματικής συνεργασίας, χωρίς να είναι σωματεία (Σ.τ.Ε. 18/1983).

Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από το δικαίωμα ή απαράδεκτο. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής η ακυρότητα πρέπει να έχει λάβει χώρα ενώπιον του δικάσαντος δικαστηρίου και να χαρακτηρίζεται ως δικονομική (Ολ.

Α.Π. 25/2008). Στην προκειμένη περίπτωση με την από 7-5-2012 αγωγή της η ήδη αναιρεσείουσα εξέθεσε τα εξής: Ότι η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη σύμπραξη μελετητικών γραφείων με την από 2-3-2004 σύμβαση, διεπομένη από τις διατάξεις του ν. 716/1997 και του π.δ. 696/1974, την οποία κατάρτισε με το Ελληνικό Δημόσιο, ανέλαβε ως ανάδοχος την υποχρέωση εκπόνησης της οριστικής μελέτης τεχνικών έργων της επαρχιακής οδού ..., εκπονητέας σε τρία στάδια, το τρίτο από τα οποία ανέλαβε να εκπονήσει το μέλος της εναγομένης Δ.

Α., ο οποίος όμως από το Μάρτιο του 2006 είχε εισφέρει το πτυχίο του στην ενάγουσα-γεγονός γνωστό στην εναγομένη-και ο οποίος κατά την έναρξη εκπόνησης του τρίτου σταδίου της μελέτης κατά τον Ιανουάριο του 2011 ήταν ήδη σε διαδικασία συνταξιοδότησης. Ότι για το λόγο αυτό η εναγομένη νομίμως εκπροσωπουμένη ανέθεσε στην ενάγουσα και η τελευταία αποδέχθηκε την εκπόνηση της οριστικής μελέτης του τρίτου σταδίου καθ’ υποκατάσταση του αποχωρούντος Δ.

Α. έναντι της αναφερόμενης νόμιμης αμοιβής, με τους ειδικότερους διαλαμβανόμενους όρους και με τη συμφωνία ότι, αν μετά από σχετική αίτηση της εναγομένης προς τη Διεύθυνση Δημοσίων Έργων της Περιφέρειας Ιονίων Νήσων επετύγχανε την υποκατάσταση, κατά την έννοια του άρθρου 14 ν. 716/1977, του Δ. Α. από την ενάγουσα, η αμοιβή της τελευταίας θα καταβαλλόταν απευθείας από το Ελληνικό Δημόσιο, αφού στην περίπτωση αυτή η ενάγουσα θα είχε καταστεί μέλος της σύμπραξης, άλλως σε αντίθετη περίπτωση η εναγομένη σύμπραξη και τα μέλη της ατομικά ανέλαβαν την υποχρέωση να της καταβάλουν τη νόμιμη αμοιβή ταυτοχρόνως με την παράδοση της μελέτης.

Ότι αν και εκπόνησε προσηκόντως και εμπροθέσμως την αναληφθείσα μελέτη, συμμορφούμενη πλήρως προς τις συμβατικές της υποχρεώσεις και δήλωσε προς το νόμιμο εκπρόσωπο της εναγομένης έτοιμη να παραδώσει την περαιωθείσα μελέτη υπό την προϋπόθεση ταυτόχρονης καταβολής της νόμιμης αμοιβής της, η τελευταία ενεργώντας αντισυμβατικά αρνήθηκε την καταβολή της, ενώ το πρώτο κατά μήνα Νοέμβριο 2011 την ενημέρωσε ότι είχε απορριφθεί από το Μάιο 2011 το αίτημα υποκατάστασης αυτής (ενάγουσας).

Με βάση τα ανωτέρω ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει νομιμοτόκως το συνολικό ποσό των 78.450,53 ευρώ, στο οποίο ανερχόταν η συμφωνηθείσα αμοιβή της. Με την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου έγινε δεκτή η ανωτέρω αγωγή ως νόμιμη και βάσιμη κατ’ ουσίαν, μετά δε από έφεση της εναγομένης εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία το εφετείο, μετά παράθεση μείζονος σκέψης αναφορικά με το ποιος είναι ικανός να είναι διάδικος και ανάλυση των διατάξεων του ν. 716/1977 και των π.δ. 923/1978 και 194/1979, κατέληξε ότι τα συμπράττοντα γραφεία μελετών δεν συνιστούν κοινοπραξία ούτε αστική εταιρεία επιδιώκουσα οικονομικό σκοπό, ότι ενόψει αυτών η σύμπραξη μελετητικών γραφείων δεν μπορεί να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων (άρθρα 61 και 34 Α.Κ.) και επομένως στην περίπτωση άσκησης αγωγής νομιμοποιούνται ενεργητικά και παθητικά μόνο τα φυσικά (ή και νομικά) πρόσωπα μέλη της σύμπραξης αυτής, που κατά το άρθρο 62 εδ. 1 Κ.Πολ.Δ.

έχουν την ικανότητα να είναι διάδικοι στη δίκη αυτή και είναι υποκείμενα της επίδικης ουσιαστικής έννομης σχέσης, όχι δε η ως άνω σύμπραξη. Με βάση τα ανωτέρω εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και αφού κράτησε την υπόθεση και δίκασε την αγωγή, την απέρριψε ως απαράδεκτη λόγω έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης.

Με την κρίση του αυτή το εφετείο παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο, δεδομένου ότι η αναιρεσίβλητη σύμπραξη, ως στερούμενη νομικής προσωπικότητας ένωση προσώπων αναγνωρισμένη από το νόμο, που επεδίωκε τον ρηθέντα κοινό σκοπό, είχε κατά τα προεκτεθέντα ικανότητα διαδίκου σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 62 εδ.

β Κ.Πολ.Δ. σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 64 παρ. 3 του ίδιου κώδικα, την οποία ουδόλως ερεύνησε το εφετείο, εντεύθεν δε ήταν και φορέας των κατ’ ιδίαν δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμπραττόντων μελετητικών γραφείων και κατ’ επέκταση νομιμοποιούνταν παθητικά. Συνακόλουθα ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δ.

και συγκεκριμένα ότι παρά το νόμο απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη, είναι βάσιμος.

Επομένως πρέπει να γίνει δεκτός ο αναιρετικός αυτός λόγος και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, παρελκούσης της έρευνας του επικουρικώς προβληθέντος δευτέρου λόγου αναίρεσης, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, η σύνθεση του οποίου από άλλο δικαστή είναι δυνατή (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.). Τέλος πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας σύμφωνα με το σχετικό αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 4524/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Οκτωβρίου 2016.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Νοεμβρίου 2016.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ