Supreme Court dismisses appeal alleging factual error on defamation claim, ruling it was merely evidentiary assessment.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' appeals against the Court of Appeal's judgment regarding a defamation lawsuit. The appellants argued the lower court incorrectly assessed evidence and applied substantive law regarding contracts and damages. The court rejected these claims, stating the appeal focused on the evaluation of evidence rather than a violation of substantive legal rules.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559(1)(a) C.P.D.; Art. 561(1) C.P.D.: An appeal alleging that the appellate court made a factual error in evaluating evidence constitutes an attack on the uncontrollable judgment of fact and is inadmissible under Art. 561(1) C.P.D. if it does not demonstrate a violation of substantive law.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 626 / 2012 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 626/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 28 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει τις υποθέσεις μεταξύ:
Α. Του αναιρεσείοντος: Κ. Κ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητά του ως δικηγόρου.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Μ.-Α. Χ. του Κ., 2) Σ.-Α. Κ. του Ι. και 3) Φ.-Κ. Κ. του Ι., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Τσιλιμιδό.
Β. Του αναιρεσείοντος: Δ.-Δ. Π. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητά του ως δικηγόρου.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Μ.-Α. Χ. του Κ., 2) Σ.-Α. Κ. του Ι. και 3) Φ.-Κ. Κ. του Ι., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Τσιλιμιδό.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-6-2006 αγωγή και την από 25-7-2006 προσεπίκληση-παρεμπίπτουσα αγωγή της ήδη πρώτης αναιρεσιβλήτου Μ.-Α. Χ., την από 21-9-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος Κ. Κ. και την από 21-9-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος Δ.-Δ. Π., που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8060/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 6787/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν ο αναιρεσείων Κ. Κ. με την από 12-1-2009 αίτησή του και τους από 14-9-2011 πρόσθετους λόγους της και ο αναιρεσείων Δ.-Δ. Π. με την από 2-11-2009 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων και των πρόσθετων λόγων της πρώτης που συνεκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευφημία Λαμπροπούλου ανέγνωσε τις από 18-11-2011 δύο εκθέσεις της, με την πρώτη από τις οποίες εισηγήθηκε την απόρριψη της από 12-1-2009 αιτήσεως του Κ. Κ. και των από 14-9-2011 πρόσθετων λόγων αυτής και με τη δεύτερη την απόρριψη της από 2-11-2009 αιτήσεως του Δ.-Δ. Π..
Ο αναιρεσείων Κ. Κ. ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεώς του και των πρόσθετων λόγων της, ο αναιρεσείων Δ.-Δ. Π. την παραδοχή της αιτήσεώς του, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η από 12-1-2009 αίτηση του Κ. Κ. για αναίρεση της 6787/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών και οι από 14-9-2011 πρόσθετοι λόγοι της, καθώς και η από 2-11-2009 αίτηση του Δ.-Δ. Π. για αναίρεση της ίδιας αποφάσεως πρέπει να συνεκδικαστούν διότι έτσι διευκολύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων (άρθρα 246 και 573 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.).
Α. Επί της από 12-1-2009 αιτήσεως του Κ. Κ. και των από 14-9-2011 πρόσθετων λόγων της.
Με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 εδ.α Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναιρέσεως `ρέπει να καθορίζεται ο κανόνας του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου (πρβλ. Ολ.Α.Π. 20/2005). Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 εδ. β Κ.Πολ.Δ. "η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναιρέσεως μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς".
Συνεπώς για τη θεμελίωση του λόγου αυτού πρέπει η παραβίαση να αφορά την ερμηνεία ή εφαρμογή κανόνα δικαίου, δηλαδή εξειδίκευση αόριστων νομικών εννοιών ή υπαγωγή πραγματικών γεγονότων σ' αυτόν, ενώ δεν θεμελιώνεται όταν η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αφορά την εκτίμηση αποδείξεων (Α.Π. 115/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση με το μόνο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων, επικαλούμενος το άρθρο 559 αριθ.1 Κ.Πολ.Δ., αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες: α) ότι παραβίασε κανόνες του ουσιαστικού δικαίου και συγκεκριμένα ότι παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 57 εδ.α, 59 εδ.α, 299, 914, 932 Α.Κ., 361, 362, 363 και 367 παρ.2 στοιχ.
β Π.Κ., διότι εσφαλμένα δέχθηκε ότι σε όσα ανέφερε σε βάρος του η πρώτη αναιρεσίβλητη στην κατ' αυτού προσεπίκληση-παρεμπίπτουσα αγωγή δεν υπήρχε ειδικός σκοπός εξυβρίσεώς του, ενώ από το παρατιθέμενο απόσπασμα της προσεπικλήσεως-παρεμπίπτουσας αγωγής προκύπτει ότι ο σκοπός προσβολής της τιμής του ήταν στην προκειμένη περίπτωση αυτοσκοπός και ότι είναι προφανής ο σκοπός ονειδισμού, λοιδορίας και καταφρονήσεώς του και β) ότι παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας και ειδικότερα ότι, ενώ δέχθηκε μεν ορθά ως αποδειχθέν ότι ούτε στη δήθεν συνάντησή του με την πρώτη αναιρεσίβλητη της 19-9-2005 ούτε αργότερα συμφωνήθηκε αμοιβή που αυτή θα έπρεπε να του καταβάλει, στη συνέχεια εσφαλμένα δέχθηκε ότι είχε καταρτισθεί σύμβαση παροχής νομικών υπηρεσιών μεταξύ αυτού και της πρώτης αναιρεσιβλήτου, παρά το ότι κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας όταν συνάπτεται τέτοια σύμβαση συμφωνείται πάντοτε και η αμοιβή του δικηγόρου και ότι έτσι εσφαλμένα υπήγαγε τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά στις διατάξεις των άρθρων 39 παρ.1 ν.δ. 3026/ 1954 και 195 Α.Κ.
και συνακόλουθα και σ' εκείνες των άρθρων 57 εδ.α, 59 εδ. α, 299, 914, 920, 932 Α.Κ., 362, 363 Π.Κ. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος και κατά τα δύο σκέλη του και ειδικότερα κατά μεν το πρώτο διότι δεν αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση συγκεκριμένη παραβίαση των αναφερομένων σ' αυτό διατάξεων αλλά, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ.1 Κ.Πολ.Δ., πλήττει την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του εφετείου (άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.), κατά δε το δεύτερο διότι οι αποδιδόμενες με αυτό αιτιάσεις κατά της προσβαλλόμενης αποφάσεως δεν αφορούν πράγματι την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων στους αναφερόμενους κανόνες δικαίου αλλά την εκτίμηση των αποδείξεων.
Κατά μεν το άρθρο 57 Α.Κ. όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον, ενώ αξίωση αποζημιώσεως σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες δεν αποκλείεται, κατά δε το άρθρο 59 του ίδιου κώδικα και στην περίπτωση του άρθρου 57 Α.Κ.
το δικαστήριο με την απόφαση του, ύστερα από αίτηση αυτού που έχει προσβληθεί και αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, μπορεί επιπλέον να καταδικάσει τον υπαίτιο να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη αυτού που έχει προσβληθεί. Η ικανοποίηση συνίσταται σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα ή σε οτιδήποτε επιβάλλεται από τις περιστάσεις.
Περαιτέρω κατά το άρθρο 914 Α.Κ. όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, κατά το άρθρο 920 Α.Κ. όποιος, γνωρίζοντας ή υπαίτια αγνοώντας, υποστηρίζει ή διαδίδει αναληθείς ειδήσεις που εκθέτουν σε κίνδυνο την πίστη, το επάγγελμα ή το μέλλον άλλου, έχει την υποχρέωση να τον αποζημιώσει, ενώ κατά το άρθρο 932 του ίδιου κώδικα σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του. Τέλος σύμφωνα με τη διάταξη 361 παρ.1 Π.Κ. "όποιος, εκτός από τις περιπτώσεις της δυσφήμησης (άρθρα 362 και 363), προσβάλλει την τιμή άλλου με λόγο ή με έργο ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο, τιμωρείται ...", με τη διάταξη του άρθρου 362 του ίδιου κώδικα "όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του τιμωρείται ..." και με τη διάταξη του άρθρου 363 του αυτού ως άνω κώδικα "αν στην περίπτωση του άρθρου 362 το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές τιμωρείται ...".
Από τις αμέσως ανωτέρω διατάξεις των άρθρων 362 και 363 Π.Κ. προκύπτει ότι για την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως απαιτείται: α) ισχυρισμός ή διάδοση γεγονότος ενώπιον τρίτου σε βάρος ορισμένου προσώπου, β) το γεγονός να είναι δυνατόν να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου αυτού προσώπου και γ) να είναι ψευδές και ο υπαίτιος να γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές (Α.Π. 34/2010).
Τέλος κατά το άρθρο 367 παρ.1 περ. γ Π.Κ. το άδικο των προβλεπόμενων στα άρθρα 361 επ. του ίδιου κώδικα πράξεων αίρεται, μεταξύ των άλλων περιπτώσεων που προβλέπονται στο άρθρο αυτό, και όταν πρόκειται για εκδηλώσεις που γίνονται για τη διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος. Η τελευταία αυτή διάταξη (του άρθρου 367 Π.Κ.) για την ενότητα της έννομης τάξεως εφαρμόζεται αναλογικά και στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου, όπως αυτός οριοθετείται από τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 57-59 και 914 επ.
Α.Κ. Επομένως αιρομένου του άδικου χαρακτήρα των προαναφερθεισών αξιόποινων πράξεων αποκλείεται και το στοιχείο του παρανόμου της επιζήμιας συμπεριφοράς ως όρος της αντίστοιχης αδικοπραξίας του αστικού δικαίου. Όμως ο άδικος χαρακτήρας της πράξεως δεν αίρεται λόγω διαφυλάξεως (προστασίας) δικαιώματος κ.λ.π.
και συνεπώς παραμένει η ποινική ευθύνη του υπαιτίου, άρα και η υποχρέωσή του προς αποζημίωση κατά το αστικό δίκαιο, όταν συντρέχει μία από τις περιπτώσεις του άρθρου 367 παρ.2 Π.Κ., δηλαδή όταν οι επίμαχες εκδηλώσεις περιέχουν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως των άρθρων 363-362 Π.Κ.
ή όταν από τον τρόπο εκδηλώσεως ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέστηκε η πράξη προκύπτει σκοπός εξυβρίσεως, δηλαδή πρόθεση που κατευθύνεται ειδικά στην προσβολή της τιμής του άλλου (Α.Π. 624/2011). Περαιτέρω κατά το άρθρο 559 αριθ.19 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από τη διάταξη αυτή που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.Α.Π. 1/1999).
Το κατά νόμο δε αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.Α.Π. 861/1984).
Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Α.Π. 41/2010). Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα εξής: "Στις 4-7-2005 πέθανε στην Αθήνα χωρίς ν' αφήσει διαθήκη ο Δ. Σ. Ο., δικηγόρος, ο οποίος ήταν διαζευγμένος και δεν είχε αποκτήσει τέκνα.
Πλησιέστερος συγγενής του ήταν η ετεροθαλής αδελφή του Σ. χήρα Α. Δ. ..., ηλικίας 77 ετών, η οποία στις 21-7-2005 αποποιήθηκε την κληρονομία ... Ακολούθως στις 18-9-2005 η Α. Ν., που ήταν γραμματέας του αποβιώσαντος από τον Απρίλιο του έτους 1987 μέχρι το θάνατό του, επικοινώνησε τηλεφωνικά με τη Μ.-Α. Χ. (ενάγουσα της πρώτης αγωγής και πρώτη εναγομένη των τρίτης και τετάρτης των αγωγών), πρώτη εξαδέλφη του αποβιώσαντος από τη μητρική γραμμή, και της ζήτησε να επισκεφθεί τον πρώην συνεργάτη του αποβιώσαντος Δ.-Δ.
Π. (ενάγοντα της τρίτης αγωγής) στο γραφείο του στην Αθήνα... που διατηρεί από τον Απρίλιο του έτους 2002 (μέχρι τότε συστεγαζόταν ως συνεργάτης στο γραφείο του αποβιώσαντος ..., επίσης στην Αθήνα), προκειμένου να την ενημερώσει για την τύχη της κληρονομίας, δεδομένου ότι, μετά την αποποίηση της κληρονομίας αυτής από την παραπάνω Σ.
Δ., η Μ.-Α. Χ. κατέστη, μεταξύ άλλων, συγκληρονόμος. Πράγματι η τελευταία την επόμενη ημέρα (19-9-2005), συνοδευόμενη από τη νύφη της-μάρτυρά της Ο. Τ., επισκέφθηκε το γραφείο του Δ.-Δ. Π., όπου παρευρίσκονταν και ο Κ. Κ., δικηγόρος (ενάγων της τέταρτης αγωγής) που συστεγαζόταν εκεί και η Α. Ν.. Ο εν λόγω δικηγόρος Δ.-Δ.
Π. ενημέρωσε τη Μ.-Α. Χ. για τα στοιχεία της κληρονομίας, δηλαδή το ενεργητικό αλλά και το παθητικό που γνώριζε, σε γενικές γραμμές βέβαια, αφού ήταν επί σειρά ετών σημαντικός συνεργάτης στο δικηγορικό γραφείο του Δ. Ο. και γνώριζε τις υποθέσεις του. Παράλληλα την ενημέρωσε ότι οι συγκληρονόμοι της-συγγενείς του αποβιώσαντος από την πατρική γραμμή, κινούνται για την αποδοχή της κληρονομίας του με την πληρεξούσια δικηγόρο τους Σ.
Κ., επίσης συνεργάτη στο δικηγορικό γραφείο του Δ. Ο., η οποία μάλιστα προέβαινε και σε "παράνομες" πράξεις, εισπράττοντας αμοιβές που ανήκαν στον αποβιώσαντα Δ. Ο. για χειρισμό δικών του υποθέσεων, με αντίστοιχη βλάβη της κληρονομιαίας περιουσίας. Τότε η Μ.-Α. Χ. ανέθεσε την εκπροσώπησή της, αναφορικά με την κληρονομία, στους δύο πιο πάνω δικηγόρους, τους οποίους διόρισε πληρεξούσιους δικηγόρους της, ο πρώτος από τους οποίους της παρέδωσε την επαγγελματική του κάρτα, στην οποία ο δεύτερος ανέγραψε ιδιοχείρως τον αριθμό του κινητού του τηλεφώνου, πιστεύοντας ειδικά για τον πρώτο Δ.-Δ.
Π. ότι λόγω της στενής σχέσης του με τον κληρονομούμενο ως συνεργάτης του επί σειρά ετών, ήταν ο καλύτερος γνώστης της υπόθεσης και της περιουσίας του και θα μπορούσε εξαιτίας αυτών να προασπίσει τα συμφέροντά της με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Κατά την ίδια συνάντηση η Μ.-Α. Χ. εξέφρασε στους δικηγόρους αυτούς την επιθυμία της όπως η κληρονομική της μερίδα από την εν λόγω κληρονομία περιέλθει στους γιους της Σ.-Ά.
Κ. και Φ.-Κ. Κ. (δεύτερο και τρίτο των εναγομένων αντίστοιχα στις τρίτη και τέταρτη αγωγές), αφού η ίδια ... "δεν ενδιαφερόταν να την κρατήσει" ενόψει και της μεγάλης ηλικίας της (τότε 80 ετών). Κατόπιν αυτού οι δύο δικηγόροι, υπό την προαναφερόμενη πλέον ιδιότητά τους ως πληρεξουσίων της, την συμβούλευσαν να προβεί σε αποποίηση της κληρονομίας, διαβεβαιώνοντάς την ότι με τον τρόπο αυτό η κληρονομική της μερίδα θα περιέλθει σύμφωνα με το νόμο στους γιους της.
Στην ίδια συνάντηση οι ίδιοι δικηγόροι ανέφεραν στη Μ.-Α. Χ. ότι ήταν αναγκαίο να διοριστεί ο δεύτερος απ' αυτούς Κ. Κ. ως "κηδεμόνας της κληρονομίας", προκειμένου να διαφυλαχθεί και να προστατευθεί η κληρονομία αυτή και συνακόλουθα η δική της κληρονομική μερίδα, μέχρι να βρεθούν όλοι οι κληρονόμοι από τη μητρική πλευρά.
Επίσης της ζητήθηκε απ' αυτούς να συντάξει το γενεαλογικό δένδρο της οικογένειας Ο. από τη μητρική πλευρά, ώστε να εξευρεθεί η ακριβής κληρονομική της μερίδα και να γίνουν όλες οι απαιτούμενες λοιπές ενέργειες (προκειμένου αυτή να περιέλθει τελικά στους γιους της), αφού, όπως της έλεγαν οι δικηγόροι αυτοί, μαζί με την ίδια (που ήταν η μοναδική στη ζωή πρώτη εξαδέλφη του κληρονομουμένου από τη μητρική γραμμή) συγκληρονομούσαν και τα τέκνα πρώτων εξαδέλφων του κληρονομουμένου που είχαν πεθάνει πριν απ' αυτόν.
Πράγματι τις επόμενες ημέρες η Μ.-Α. Χ. συνέταξε και παρέδωσε στους δύο δικηγόρους της έγγραφο σημείωμα το οποίο εμφάνιζε το γενεαλογικό δένδρο του κληρονομούμενου Δ. Ο. από τη μητρική γραμμή. Επακολούθησε νέα συνάντηση της Μ.-Α. Χ. με τους δύο δικηγόρους της στο ίδιο γραφείο περί το τέλος Σεπτεμβρίου - αρχές Οκτωβρίου 2005, στην οποία παρευρέθηκαν και οι δύο πιο πάνω γιοι της και η νύφη της Ο.
Τ., όπου για δεύτερη φορά οι δικηγόροι αυτοί της υπέδειξαν ως μοναδική λύση για να περιέλθει η κληρονομική της μερίδα χωρίς καμιά φορολογική επιβάρυνση ή άλλη δαπάνη στους γιους της, την αποποίηση από μέρους της της κληρονομίας. Κατόπιν αυτών των νομικών συμβουλών που δόθηκαν από τους παραπάνω πληρεξούσιους δικηγόρους της, η Μ.-Α.
Χ., συνοδευόμενη από τη νύφη-μάρτυρά της Ο. Τ., προέβη ενώπιον του αρμόδιου γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών στις 4-10-2005 σε αποποίηση της κληρονομίας του Δ. Ο. ... με την παρουσία και του δικηγόρου Κ. Κ.. Η δήλωση αυτή της Μ.-Α. Χ. έγινε στα σοβαρά και όχι φαινομενικά ... παρά τα όσα για το αντίθετο υποστηρίζει αυτή με την ένδικη κύρια αγωγή της κατά την επικουρική της βάση για την εικονικότητα (μόνο ως προς την πιο πάνω βάση εξετάζεται πλέον), ενώ είναι αδιάφορο νομικά το ότι αυτή ήθελε να ευνοήσει τους γιους της προβαίνοντας στην εν λόγω αποποίηση, δεδομένου ότι στην έννοια της εικονικότητας δικαιοπραξίας δεν ανήκει η αφορμή της κατάρτισής της....
Συνεπώς η αγωγή αυτή είναι απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη κατά την πιο πάνω βάση της. Στη συνέχεια στις 11-12-2005 οι προαναφερόμενοι δύο γιοι της Μ.-Α. Χ. επισκέφθηκαν τον Δ. Π. στο δικηγορικό του γραφείο, μαζί με τον εξάδελφό τους G. M. και του ζήτησαν ν' αναλάβει για λογαριασμό τους την υπόθεση της κληρονομίας μετά την αποποίηση της μητέρας τους.
Αυτός δέχθηκε και τους ζήτησε να του χορηγήσουν ειδικά πληρεξούσια, ενώ έγινε μνεία και για τη δικηγορική του αμοιβή, χωρίς πάντως να υπογραφεί κανένα συμφωνητικό.... Πράγματι του χορηγήθηκαν... και με βάση τα πληρεξούσια αυτά ο Δ.-Δ. Π. αποδέχθηκε με το ευεργέτημα της απογραφής την κληρονομία του Δ. Ο. για λογαριασμό των Σ.-Α.
Κ. και Φ.-Κ. Κ. στις 26-1-2006 ενώπιον του γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών... Σημειώνεται ότι τα πρώτα εξαδέλφια του Δ. Ο. από την πατρική γραμμή Α. συζ. Χ. Γ. και Μ. Δ. Π. (εναγόμενοι της πρώτης αγωγής) είχαν αποδεχθεί τα δικά τους κληρονομικά μερίδια, ομοίως με το ευεργέτημα απογραφής στις 14-9-2005 και 2-11-2005 αντίστοιχα ..., ενώ την κληρονομιά αυτή είχαν αποδεχθεί, με το ευεργετημα πάντα της απογραφής και τέκνα άλλων πρώτων εξαδέλφων του Δ.
Ο. που είχαν πεθάνει πριν απ' αυτόν, τόσο από την πατρική γραμμή ... όσο και από τη μητρική γραμμή ..., που υπολάμβαναν ότι είναι και αυτά συγκληρονόμοι του Δ. Ο.. Στις 12-4-2006 όμως ο Δ.-Δ. Π. γνωστοποίησε στη Μ.-Α. Χ. και στους γιους της, σε τηλεφωνική τους επικοινωνία ότι οι τελευταίοι, ως τέκνα πρωτεξαδέλφης του κληρονομουμένου, δεν περιλαμβάνονται κατά το νόμο μεταξύ των εξ αδιαθέτου κληρονόμων του και επομένως η αποποίηση της κληρονομίας στην οποία προέβη η Μ.-Α.
Χ. είχε ως συνέπεια το κληρονομικό της μερίδιο να προσαυξήσει την κληρονομική μερίδα των συγκληρονόμων της - πρωτεξαδέλφων του κληρονομουμένου από την πατρική γραμμή (εναγομένων της πρώτης αγωγής) σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1856 και 1816 Α.Κ. ... Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι οι παραπάνω δύο δικηγόροι προέβησαν σε πράξεις που αφορούσαν την κληρονομία του Δ.
Ο. για τις οποίες δεν ενημέρωσαν τη Μ.-Α. Χ., που η τελευταία πληροφορήθηκε εκ των υστέρων, μετά τις 12-4-2006, από έρευνα των νέων πληρεξούσιων δικηγόρων της. Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι ο Κ. Κ., κατόπιν της από 31-8-2005 αίτησης (αυξ. αριθ. καταθ. 6130/31-8-2005) της Α. Ν. ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (διαδικασίας εκούσιας δικαιοδοσίας) είχε διοριστεί κηδεμόνας σχολάζουσας κληρονομίας (του Δ.
Ο.) με την από 1-9-2005 προσωρινή διαταγή της Προέδρου Υπηρεσίας του Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος της αίτησης που υπογραφόταν από τον άλλο δικηγόρο Δ.-Δ. Π., με την επίκληση ότι υπάρχουν αμφιβολίες ως προς τα πρόσωπα των κληρονόμων του Δ. Ο. και ότι η αιτούσα Α. Ν. έχει έννομο συμφέρον για την υποβολή της εν λόγω αίτησης επειδή ο εκλιπών της είχε αναφέρει ότι την είχε τιμήσει με διαθήκη του, η οποία δεν είχε βρεθεί μέχρι τότε.
Ο Κ. Κ. αποδέχθηκε το διορισμό του στις 23-9-2005... Εξάλλου οι α) Α. συζ. Χ. Γ., β) Δ. Π., γ) Ά. Π., δ) Ι. Π. και ε) Α. Π. (οι β-ε ως τέκνα του Ν. Π., πρώτου εξαδέλφου του Δ. Ο. που είχε πεθάνει πριν από αυτόν, που θεωρούσαν ότι είναι και αυτοί συγκληρονόμοι κατά τα προαναφερόμενα) υπέβαλαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 16-9-2005 (αυξ.
αριθ. καταθ. 11572/19-9-2005) αίτησή τους προκειμένου να ανακληθεί η παραπάνω από 1-9-2005 προσωρινή διαταγή διορισμού του Κ. Κ. ως κηδεμόνα σχολάζουσας κληρονομίας. Η αίτηση αυτή συζητήθηκε στις 20-9-2005 με την παρουσία των 1) Δ.-Δ. Π., ως πληρεξούσιου δικηγόρου της Α. Ν. και 2) Κ. Κ. και εκδόθηκε η 7247/20-9-2005 απόφαση της Προέδρου Υπηρεσίας του Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση αυτή.
Οι δύο δικηγόροι δεν ενημέρωσαν τη Μ.-Α. Χ. για τα γεγονότα αυτά και συγκεκριμένα κατά την πρώτη τους συνάντηση στις 19-9-2005 ότι ο Κ. Κ. είχε ήδη διοριστεί "κηδεμόνας σχολάζουσας κληρονομίας" κατόπιν της αιτήσεως της Α. Ν. που υπογραφόταν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δ.-Δ. Π. και ότι είχε υποβληθεί η πιο πάνω αίτηση για ν' ανακληθεί η προσωρινή διαταγή διορισμού του Κ.
Κ. ως "κηδεμόνα σχολάζουσας κληρονομίας". Για την υποβολή της εν λόγω ανακλητικής αίτησης και τη συζήτησή της για τις 20-9-2005 ο Δ.-Δ. Π. είχε ήδη ειδοποιηθεί τηλεφωνικά στις 13.20 η ώρα της 19-9-2005... Ακολούθως οι ίδιοι πιο πάνω Α. συζ. Χ. Γ. κ.λ.π. υπέβαλαν νέα αίτηση ανάκλησης (από 22-9-2005 και με αυξ. αριθμ. καταθ. 11834/23-9-2005), η οποία συζητήθηκε στις 23-9-2005 χωρίς να κλητευτούν οι ενδιαφερόμενοι και έγινε δεκτή με την 7322/23-9-2005 απόφαση της Προέδρου Υπηρεσίας του Πρωτοδικείου Αθηνών (που κοινοποιήθηκε στον Κ.
Κ. στις 28-9-2005). Μετά απ' αυτά η Α. Ν. με την από 29-9-2005 και με αυξ. αριθ. καταθ. 12102/29-9-2005 αίτησή της, υπογραφόμενη από τον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο Δ.-Δ. Π. ζήτησε και πάλι να διοριστεί ο Κ. Κ. με προσωρινή διαταγή κηδεμόνας της σχολάζουσας κληρονομίας του Δ. Ο.. Η αίτηση αυτή συζητήθηκε στις 4-10-2005, δηλαδή την ίδια ημέρα που η Μ.-Α.
Χ. αποποιήθηκε την κληρονομία χωρίς να ενημερωθεί και πάλι από τους δύο δικηγόρους και τελικά απορρίφθηκε με την 7643/5-10-2005 απόφαση της Προέδρου Υπηρεσίας του Πρωτοδικείου Αθηνών. Εκτός απ' αυτά οι δύο δικηγόροι δεν ενημέρωσαν τη Μ.-Α. Χ. και για το γεγονός ότι ο δεύτερος απ' αυτούς Κ. Κ., ως κηδεμόνας σχολάζουσας κληρονομίας, είχε προβεί σε ενέργειες που αφορούσαν στην επίμαχη κληρονομία και συγκεκριμένα είχε προβεί σε σφράγιση του διαμερίσματος και του αυτοκινήτου του κληρονομουμένου (σχετ.
οι 713/2005 και 714/2005 αποφάσεις του Ειρηνοδικείου Αθηνών που εκδόθηκαν κατόπιν των από 14-9-2005 και 15-9-2005 δύο αιτήσεών του με αυξ. αριθ. καταθ. 710 και 711 από 15-9-2005 αντίστοιχα), ενώ είχε υποβάλει και την από 2-9-2005 (αυξ. αριθμ. καταθ. 673/2-9-2005) αίτηση στο ίδιο δικαστήριο για να διαταχθεί η απογραφή των κινητών θυρίδας θησαυροφυλακίου που διατηρούσε ο κληρονομούμενος στο υποκατάστημα της "ALPHA BANK Α.Ε." στο Κολωνάκι, καθώς και των κινητών του δικηγορικού του γραφείου (σχετ.
η 578/2005 απορριπτική απόφαση του παραπάνω δικαστηρίου). Να σημειωθεί ότι τελικά η θυρίδα αυτή απογράφηκε με την .../7-4-2006 πράξη του συμβολαιογράφου Αθηνών Γεωργίου Στεφανάκου και ανευρέθησαν χρεώγραφα που δεν ανήκαν στον αποβιώσαντα ... .. Κατ' ακολουθίαν των προαναφερομένων όσα ιστορεί η Μ.-Α. Χ. στην από 25-7-2006 προσεπίκληση-αγωγή κακοδικίας κατά των δύο δικηγόρων είναι αληθινά, ενώ η εν λόγω αγωγή της ασκήθηκε στα πλαίσια της άσκησης δικαιώματός της για τη διαφύλαξη (προστασία) αυτού και όχι με σκοπό τη δυσφήμησή τους ή γενικά την προσβολή της προσωπικότητάς τους και γενικά τη βλάβη τους (ηθική, επαγγελματική, οικονομική) κατά παραδοχή ως βασίμου του σχετικού ισχυρισμού της, ούτε από τον τρόπο της εκδήλωσης ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέστηκε η πράξη (ασκήθηκε η αγωγή) προκύπτει σε κάθε περίπτωση σκοπός εξύβρισής τους".
Με βάση τις πιο πάνω παραδοχές το εφετείο απέρριψε, μετά από αντικατάσταση των αιτιολογιών της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της τελευταίας αποφάσεως, που είχε απορρίψει την αγωγή του κατά των αναιρεσιβλήτων, με την οποία αυτός ζητούσε να του επιδικασθεί χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης συνεπεία τελεσθείσης από αυτούς αδικοπραξίας (συκοφαντικής δυσφημήσεως) σε βάρος του.
Έτσι που έκρινε το εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις ή ενδοιαστικές διατυπώσεις αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα της μη συνδρομής των στοιχείων της συκοφαντικής δυσφημήσεως την οποία απέδιδε ο αναιρεσείων στους αναιρεσιβλήτους και της άρσεως του άδικου χαρακτήρα της πράξεως αυτής (ως απλής δυσφημήσεως) διότι έγινε για τη διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος της πρώτης αναιρεσιβλήτου και χωρίς σκοπό εξυβρίσεώς του.
Οι περαιτέρω δε αιτιάσεις του αναιρεσείοντος για αντιφατική και ενδοιαστική αιτιολόγηση της αποφάσεως, στην πραγματικότητα ανάγονται στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων, η οποία δεν μπορεί να προσβληθεί με το λόγο αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθ.19 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο ερευνάται μόνο τι αποδείχθηκε και όχι γιατί αυτό αποδείχθηκε.
Συνεπώς ο πρώτος πρόσθετος λόγος της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως με τον οποίο ο αναιρεσείων, επικαλούμενος το άρθρο 559 αριθ.19 Κ.Πολ.Δ., υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.12 Κ.Πολ.Δ., κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, προκύπτει ότι ο σχετικός λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων προσέδωσε σε αποδεικτικό μέσο αυξημένη αποδεικτική δύναμη που δεν την είχε κατά νόμο ή δεν του προσέδωσε τέτοια δύναμη μολονότι την είχε κατά νόμο (Α.Π. 26/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο πρόσθετο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων, επικαλούμενος το άρθρο 559 αριθ.12 Κ.Πολ.Δ., αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων και ειδικότερα ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη στη σελίδα 28 της "αξιολογήσεως μαρτυρικών καταθέσεων" ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου είχε ισχυρισθεί γι' αυτόν: "Ο έτερος (των αντιδίκων) δεν έκανε λόγο περί της γνώσεως του της διατάξεως αλλά θεωρώ εύλογο ότι και αυτός βρισκόταν σε άγνοια, διότι διαφορετικά σε κάποια συζήτηση θα είχε επιστήσει την προσοχή στο συνεργάτη του για το ότι ασχολείται με μάταιη υπόθεση", ήτοι ομολόγησε ότι αυτός (ο αναιρεσείων) δεν ήταν ποτέ δικηγόρος της ούτε της έδωσε οποιαδήποτε εσφαλμένη νομική συμβουλή και ότι παρά ταύτα η προσβαλλόμενη απόφαση δεν δέχθηκε ως αποδειχθέντα τα ομολογημένα πιο πάνω περιστατικά.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού τα προαναφερθέντα δεν συνιστούν ομολογία της πρώτης αναιρεσιβλήτου με αυτό το περιεχόμενο.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.11 περ.γ Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως παρέχεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν προς άμεση ή έμμεση απόδειξη πραγματικών γεγονότων ασκούντων ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή παραδεκτών και νομίμων (Α.Π. 344/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο πρόσθετο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων, επικαλούμενος το άρθρο 559 αριθ.11 Κ.Πολ.Δ., αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που αυτός επικαλέστηκε και προσκόμισε και ειδικότερα ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη:
α) την περιεχόμενη στη σελίδα 28 της "αξιολογήσεως μαρτυρικών καταθέσεων" που υπέβαλε η πρώτη αναιρεσίβλητη ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ομολογία της ότι αυτός (ο αναιρεσείων) δεν ήταν ποτέ δικηγόρος της ούτε της έδωσε οποιαδήποτε εσφαλμένη νομική συμβουλή, την οποία (ομολογία) αυτός επικαλέστηκε ενώπιον του εφετείου και η οποία προκύπτει από το παρατεθέν για τη θεμελίωση του προηγούμενου λόγου αναιρέσεως απόσπασμα της "αξιολογήσεως μαρτυρικών καταθέσεων" και β) την 4972/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (διαδικασίας εκουσίας δικαιοδοσίας), την οποία αυτός επικαλέστηκε και προσκόμισε για την απόδειξη του ισχυρισμού του περί του δικαιολογημένου του διορισμού του ως κηδεμόνος σχολάζουσας κληρονομίας του Δ.
Ο.. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος και κατά τα δύο σκέλη του και ειδικότερα: α) κατά το πρώτο διότι, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί σε σχέση με τον προηγούμενο λόγο αναιρέσεως, το πιο πάνω απόσπασμα της "αξιολογήσεως μαρτυρικών καταθέσεων" (προσθήκης-αντικρούσεως) που υπέβαλε η πρώτη αναιρεσίβλητη ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου δεν συνιστά ομολογία της ότι ο αναιρεσείων δεν ήταν ποτέ δικηγόρος της ούτε της έδωσε οποιαδήποτε εσφαλμένη νομική συμβουλή, β) κατά το δεύτερο διότι, σύμφωνα με όσα θα εκτεθούν κατωτέρω, το δικαιολογημένο του διορισμού του αναιρεσείοντος ως κηδεμόνα της σχολάζουσας κληρονομίας του Δ.
Ο., για την απόδειξη του οποίου ισχυρίζεται αυτός ότι προσκόμισε το πιο πάνω έγγραφο (δικαστική απόφαση), δεν συνιστά νόμιμο ισχυρισμό που ασκεί έννομη επιρροή στην παρούσα δίκη. Σε κάθε περίπτωση όμως ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι: α) από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι το εφετείο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί ομολογίας της πρώτης αναιρεσιβλήτου, τον οποίο απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμο, β) από τη βεβαίωση του εφετείου ότι για το σχηματισμό της κρίσεώς του ελήφθησαν υπόψη "όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, σε μερικά από τα οποία γίνεται παρακάτω ειδική μνεία, χωρίς πάντως να παραλείπεται κανένα κατά την εκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης" αλλά και από το σύνολο των αιτιολογιών της προσβαλλομένης προκύπτει, χωρίς να καταλείπεται οποιαδήποτε αμφιβολία, ότι ελήφθη υπόψη και το πιο πάνω έγγραφο (4972/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών), τη μη λήψη υπόψη του οποίου αποδίδει στην προσβαλλομένη ο αναιρεσείων.
Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ.8 περ.β Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Με τον όρο "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση (επομένως στηρίζουν το αίτημα) αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων (Α.Π. 399/ 2011).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο πρόσθετο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων, επικαλούμενος το άρθρο 559 αριθ.8 Κ.Πολ.Δ., αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα ότι δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς:
α) περί του δικαιολογημένου του διορισμού του ως κηδεμόνος της σχολάζουσας κληρονομίας του Δ. Ο. και β) περί της αδίκου εμπλοκής του σε δικαστικό αγώνα, όπως τα πραγματικά περιστατικά που τους θεμελιώνουν αναλυτικά παρατίθενται στο αναιρετήριο, τους οποίους (ισχυρισμούς) προέβαλε με τις προτάσεις του ενώπιον του εφετείου.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι τα παρατιθέμενα υπό τις επικεφαλίδες "το δικαιολογημένο του διορισμού μου ως κηδεμόνος σχολαζούσης κληρονομίας του Δ. Ο." και "περί της αδίκου εμπλοκής μου σε δικαστικό αγώνα" περιστατικά, τα οποία ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι προέβαλε ενώπιον του εφετείου, αποτελούν επιχειρήματα που απορρέουν από την εκτίμηση των αποδείξεων και όχι αυτοτελείς ισχυρισμούς (πράγματα), η μη λήψη υπόψη των οποίων μπορεί να θεμελιώσει νόμιμο λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ.8 περ.β Κ.Πολ.Δ.
Β. Επί της από 2-11-2009 αιτήσεως του Δ.-Δ. Π..
Με βάση τις παραδοχές που αναφέρθηκαν προηγουμένως όσον αφορά τη συνεκδικαζόμενη αίτηση αναιρέσεως, το εφετείο απέρριψε, μετά από αντικατάσταση των αιτιολογιών της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της τελευταίας αποφάσεως, που είχε απορρίψει την αγωγή του κατά των αναιρεσιβλήτων, με την οποία αυτός ζητούσε να του επιδικασθεί χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης συνεπεία τελεσθείσης από αυτούς αδικοπραξίας (συκοφαντικής δυσφημήσεως) σε βάρος του. Έτσι που έκρινε το εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις ή ενδοιαστικές κρίσεις αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα της μη συνδρομής των στοιχείων της συκοφαντικής δυσφημήσεως την οποία απέδιδε ο αναιρεσείων στους αναιρεσιβλήτους και της άρσεως του άδικου χαρακτήρα της πράξεως αυτής (ως απλής δυσφημήσεως) διότι έγινε για τη διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος της πρώτης αναιρεσιβλήτου χωρίς να προκύπτει σκοπός εξυβρίσεώς του. Οι περαιτέρω δε αιτιάσεις του αναιρεσείοντος για ανεπαρκή, αντιφατική και ενδοιαστική αιτιολόγηση της αποφάσεως, στην πραγματικότητα ανάγονται στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων, η οποία δεν μπορεί να προσβληθεί με το λόγο αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθ.19 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο ερευνάται μόνο τι αποδείχθηκε και όχι γιατί αυτό αποδείχθηκε.
Συνεπώς οι πρώτος και δεύτερος κατά το δεύτερο σκέλος του λόγοι της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως με τους οποίους ο αναιρεσείων, επικαλούμενος το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Με το δεύτερο λόγο της αιτήσεώς του, κατά το πρώτο σκέλος του, ο αναιρεσείων, επικαλούμενος το άρθρο 559 αριθ.8 Κ.Πολ.Δ., αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Για τη θεμελίωση δε του λόγου αυτού ο αναιρεσείων επικαλείται την αναλήθεια της καταθέσεως της μάρτυρος αποδείξεως καθώς και τα ίδια πραγματικά περιστατικά που κατά τ' ανωτέρω επικαλέστηκε για τη θεμελίωση του δεύτερου λόγου αναιρέσεως κατά το δεύτερο σκέλος του, ήτοι την αντιφατικότητα των αιτιολογιών της προσβαλλομένης.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας αφού από αυτόν δεν προκύπτει με σαφήνεια ποιοι ήταν οι αυτοτελείς ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος (πράγματα) που είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και δεν ελήφθησαν υπόψη από το εφετείο. Αλλά και αν θεωρηθεί ότι ως πράγματα που δεν ελήφθησαν υπόψη από το εφετείο νοούνται η κατά τον αναιρεσείοντα αναλήθεια της καταθέσεως της μάρτυρος αποδείξεως ή οι επίσης κατ' αυτόν αντιφάσεις της αιτιολογίας της προσβαλλομένης για τις οποίες έγινε λόγος στην προηγούμενη σκέψη της παρούσας, ο λόγος αυτός είναι και πάλι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι τα πιο πάνω δεν αποτελούν αυτοτελείς ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος και συνακόλουθα δεν συνιστούν πράγματα κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθ.8 περ.β Κ.Πολ.Δ.
Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ.20 Κ.Πολ. Δ. λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της αποδόσεως από το δικαστήριο της ουσίας σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 του ίδιου κώδικα, έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.
Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένα, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεώρησε ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (Α.Π. 828/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου και ειδικότερα δέχθηκε ότι "δεν δόθηκε καμία πειστική εξήγηση γιατί οι γιοι της τελευταίας [εννοώντας τους δεύτερο και τρίτο αναιρεσιβλήτους] αποφάσισαν ν' αποδεχθούν (και αποδέχθηκαν) την "κατάχρεη" αυτή κληρονομία", χωρίς να αναφέρει ότι αυτοί προέβησαν μεν στις 26-1-2006 σε δήλωση αποδοχής κληρονομίας του Δ.
Ο. αλλά με το ευεργέτημα της απογραφής και ότι έτσι η προσβαλλόμενη απόφαση παραμόρφωσε το περιεχόμενο της 369/26-1-2006 εκθέσεως αποποιήσεως κληρονομίας επ' ωφελεία απογραφής της γραμματέως του Πρωτοδικείου Αθηνών Πολυξένης Ντίνου, δεχόμενη εμμέσως πλην σαφώς ότι επρόκειτο περί ανεπιφύλακτης δηλώσεως αποδοχής κληρονομίας του αποβιώσαντος, την οποία κληρονομία χαρακτήρισε αμέσως μετά ως "κατάχρεη" και ότι έτσι ιδρύει βάσιμο λόγο αναιρέσεως σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.20 Κ.Πολ.Δ., αφού δέχθηκε ως πραγματικό γεγονός ότι η κληρονομία ήταν κατά τους ισχυρισμούς των αναιρεσιβλήτων αμύθητη και συνεπώς δεν ετίθετο ζήτημα ενδοιασμών και φόβων ως προς το ύψος του παθητικού της, το οποίο εν τούτοις κατά ρητή παραδοχή της προσβαλλόμενης αποφάσεως υπολογιζόταν σε 544.903,43 ευρώ χωρίς τους φόρους εισοδήματος των οικονομικών ετών 2005 και 2006.
Ο λόγος αυτός κατά το μέρος του κατά το οποίο ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι εσφαλμένα ανέγνωσε το προαναφερόμενο έγγραφο (έκθεση αποδοχής κληρονομίας), δεχόμενο ότι η αποδοχή ήταν ανεπιφύλακτη ενώ πράγματι ήταν αποδοχή επ' ωφελεία απογραφής, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος αφού ρητά στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρεται ότι η αναφερόμενη στο εν λόγω έγγραφο αποδοχή κληρονομίας έγινε με το ευεργέτημα της απογραφής.
Κατά τα λοιπά ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι με αυτόν δεν αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση διαγνωστικό σφάλμα ως προς το αληθινό περιεχόμενο του εν λόγω εγγράφου αλλά σφάλμα ως προς την εκτίμηση του περιεχομένου του και έτσι με αυτόν πλήττεται η ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του εφετείου.
Με τον τέταρτο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων, επικαλούμενος το άρθρο 559 αριθ.1 Κ.Πολ.Δ., αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες: α) ότι παραβίασε κανόνες του ουσιαστικού δικαίου και συγκεκριμένα ότι παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 57 εδ.α, 59 εδ.α, 299, 914, 932 Α.Κ., 361, 362, 363 και 367 παρ.2 στοιχ.
β Π.Κ., διότι εσφαλμένα δέχθηκε ότι σε όσα ανέφερε σε βάρος του η πρώτη αναιρεσίβλητη στην κατ' αυτού προσεπίκληση-παρεμπίπτουσα αγωγή δεν υπήρχε ειδικός σκοπός εξυβρίσεώς του, ενώ από το παρατιθέμενο απόσπασμα της προσεπικλήσεως-παρεμπίπτουσας αγωγής προκύπτει ότι ο σκοπός προσβολής της τιμής του ήταν στην προκειμένη περίπτωση αυτοσκοπός και ότι είναι προφανής ο σκοπός ονειδισμού, λοιδορίας και καταφρονήσεώς του και β) ότι παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας και ειδικότερα ότι, ενώ δέχθηκε μεν ορθά ως αποδειχθέν ότι ούτε στη δήθεν συνάντησή του με την πρώτη αναιρεσίβλητη της 19-9-2005 ούτε αργότερα συμφωνήθηκε αμοιβή που αυτή θα έπρεπε να του καταβάλει, στη συνέχεια εσφαλμένα δέχθηκε ότι είχε καταρτισθεί σύμβαση παροχής νομικών υπηρεσιών μεταξύ αυτού και της πρώτης αναιρεσιβλήτου, παρά το ότι κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας όταν συνάπτεται τέτοια σύμβαση συμφωνείται πάντοτε και η αμοιβή του δικηγόρου και ότι έτσι εσφαλμένα υπήγαγε τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά στις διατάξεις των άρθρων 39 παρ.1 ν.δ.3026/ 1954 και 195 Α.Κ.
και συνακόλουθα και σ' εκείνες των άρθρων 57 εδ.α, 59 εδ.α, 299, 914, 920, 932 Α.Κ., 362, 363 Π.Κ. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος και κατά τα δύο σκέλη του και ειδικότερα κατά μεν το πρώτο διότι δεν αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση συγκεκριμένη παραβίαση των αναφερομένων σ' αυτό διατάξεων αλλά, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ.1 Κ.Πολ.Δ., πλήττει την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του εφετείου (άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.), κατά δε το δεύτερο διότι οι αποδιδόμενες με αυτό αιτιάσεις κατά της προσβαλλόμενης αποφάσεως δεν αφορούν πράγματι την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων στους αναφερόμενους κανόνες δικαίου αλλά την εκτίμηση των αποδείξεων.
Ενόψει όλων των ανωτέρω πρέπει να απορριφθούν οι συνεκδικαζόμενες αιτήσεις αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι της πρώτης από αυτές, να καταδικασθούν δε οι αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων σύμφωνα με το σχετικό αίτημα των τελευταίων (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει: α) την από 12-1-2009 αίτηση του Κ. Κ. για αναίρεση της 6787/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών και τους από 14-9-2011 πρόσθετους λόγους της και β) την από 2-11-2009 αίτηση του Δ.-Δ. Π. για αναίρεση της ίδιας αποφάσεως.
Απορρίπτει τις αιτήσεις και τους πρόσθετους λόγους της πρώτης από αυτές.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Φεβρουαρίου 2012.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Απριλίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ