Legislator Case Law & Legislation
626/2011 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on land ownership where lower court properly weighed all evidence including deeds and witness testimonies.

Case Number 626/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Athens Court of Appeal's decision regarding land ownership. The appellant argued the lower court distorted the content of specific court rulings and cadastral maps, but the Supreme Court found the appellate court had correctly evaluated all documents alongside witness testimonies. Consequently, the appeal was rejected because the lower court did not rely exclusively on the disputed documents to form its finding.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(20) and 561(1) of the Code of Civil Procedure; An appeal for distortion of document content is inadmissible when the court of first instance merely weighed the document alongside other evidence without excluding it from the factual finding.

Keywords

AI generated
distortion of document content appeal for distortion weight of evidence land ownership cadastral maps witness testimony admissibility of appeal

Cited Legislation

AI generated
Articles 974, 975, 983, 1045, 1051 of the Civil Code
Articles 559(20) and 561(1) of the Code of Civil Procedure
Articles 339 and 432 et seq. of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AP 1163/05
AP 1415/03
AP 1561/01

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 626 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 626/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη και Νικόλαο Λεοντή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Μ. Μ. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευάγγελου Παπαλάμπρο.

Του αναιρεσιβλήτου: Δ. Μ. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Παραμυθιώτη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4 Νοεμβρίου 2003 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2147/2005 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 8689/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο Δ. Μ. με την από 12 Ιανουαρίου 2007 αίτησή του επί της οποίας εκδόθηκε η 1548/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία αναίρεσε την απόφαση αυτή και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Το Εφετείο Αθηνών εξέδωσε την 3636/2009 απόφαση, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο Μ. Μ. ήδη αναιρεσείων με την από 7 Σεπτεμβρίου 2009 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Σίδερης, ανέγνωσε την από 28 Ιανουαρίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι). Από τις διατάξεις των άρθρων 974, 975, 983, 1045, 1051 ΑΚ, συνάγονται τα εξής: α) εκείνος που έχει στη νομή του κινητό ή ακίνητο πράγμα για μια εικοσαετία γίνεται κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία, ανεξαρτήτως καλής ή κακής πίστεως, για τη συμπλήρωση δε του χρόνου αυτού, δικαιούται να προσμετρήσει και τη νομή του δικαιοπαρόχου του, β) Η νομή πράγματος αποκτάται και με ειδική διαδοχή, που γίνεται με άτυπη σύμβαση, μη υποκείμενη σε μεταγραφή ακόμη και αν αφορά ακίνητο, μεταξύ του μέχρι τώρα νομέα και του αποκτώντος και παράδοση της νομής του πράγματος στον αποκτώντα (ΑΠ 1163/05, 1415/03, 1561/01).

Μεταβιβάζεται επίσης η νομή του κληρονομουμένου στους εξ αδιαθέτου κληρονόμους αυτού, ακόμη και αν αυτοί δεν αποκτούν την φυσική εξουσία επί του κληρονομηθέντος πράγματος και δεν έχουν γνώση της επαγωγής της κληρονομιάς και των αντικειμένων αυτής, θεωρούμενοι κατά πλάσμα του νόμου ως νομείς των κληρονομιαίων πραγμάτων, ο καθένας κατά την εξ αδιαθέτου μερίδα του, και χωρίς να απαιτείται αποδοχή της κληρονομιάς και μεταγραφή, υπό την προϋπόθεση όμως ότι ο κληρονομούμενος είχε κατά το χρόνο του θανάτου του τη νομή του κληρονομηθέντος (ΑΠ 849/07).

Περαιτέρω από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 7, 8 & 5 και 9 & 3 του ν.δ. 797/1971 "περί αναγκαστικών απαλλοτριώσεων", που εφαρμόζονται στην προκείμενη περίπτωση λόγω του χρόνου κηρύξεως των αναγκαστικών απαλλοτριώσεων (άρθρ. 31 & 1 ν.δ.797/1971, σε συνδ. με άρθρ. 29 & 2 του ν. 2882/2001 "Κώδικας Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων"), συνάγεται ότι η παρακατάθεση της αποζημιώσεως στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων ή η είσπραξή της με οποιοδήποτε τρόπο από εκείνον που με απόφαση του μονομελούς πρωτοδικείου ορίσθηκε δικαιούχος, επιφέρει συντέλεση της απαλλοτριώσεως ανεξάρτητα από το αν ο αναγραφόμενος ως δικαιούχος στην απόφαση του μονομελούς είναι ή όχι ο πραγματικός κύριος του απαλλοτριωθέντος.

Ο αληθινός κύριος, αν δεν συμπίπτει με τον δικαιούχο, έχει ενοχική αξίωση κατά του τελευταίου που εισέπραξε την αποζημίωση. Η απαίτησή του αυτή μπορεί να στηριχθεί στις παραπάνω διατάξεις, σε συνδυασμό και με τις διατάξεις περί αδικοπραξίας. Για να υπάρξει δε αδικοπραξία και ως εκ τούτου υποχρέωση αποζημιώσεως του παθόντος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, πρέπει μεταξύ των άλλων η ζημία να έχει προξενηθεί από τον δράστη παράνομα και υπαίτια.

Παράνομη είναι και η προσβολή του ενοχικού δικαιώματος ως αυτοτελούς αγαθού που γίνεται με επέμβαση τρίτου, αμέτοχου του ενοχικού δεσμού, στο σύνδεσμο του δικαιώματος με το φορέα του και την παρεμπόδιση της εντάξεώς του στην περιουσία του τελευταίου, όπως συμβαίνει στην περίπτωση κατά την οποία ο τρίτος εμφανίζεται, χωρίς να είναι, δικαιούχος μιας απαιτήσεως και την εισπράττει από τον οφειλέτη, με αποτέλεσμα να χάσει την απαίτησή του ο πραγματικός δικαιούχος, καθώς και στην περίπτωση του ιδιώνυμου αδικήματος του άρθρου 30 & 1 του ν.δ.797/1971, που ορίζει ότι, "ο εκ προθέσεως υποδεικνύων ψευδή όρια ή προσάγων εικονικούς τίτλους ή παρεμβαίνων εις σχετικήν δίκην υφ` οιανδήποτε ιδιότητα, προς υποστήριξιν ανύπαρκτων δικαιωμάτων επί απαλλοτριωθέντος ακινήτου, είτε αυτού είτε άλλου, τιμωρείται με φυλάκισιν και χρηματικήν ποινήν".

Στην περίπτωση αυτή της παράνομης και υπαίτιας είσπραξης της αποζημιώσεως από τρίτο μη δικαιούχο, όπως συνάγεται από τα άρθρα 340, 345 και 346 ΑΚ, ο εν λόγω τρίτος καθίσταται υπερήμερος οφειλέτης, ως προς την καταβολή της αποζημιώσεως στον πραγματικό δικαιούχο και, άρα, υπόχρεος καταβολής σ` αυτόν των σχετικών νόμιμων τόκων, όχι από την παράνομη είσπραξη της αποζημιώσεως, αλλά από την επίδοση της οικείας καταψηφιστικής αγωγής, διότι η διάταξη του άρθρου 934 ΑΚ, κατά την οποία αυτός που οφείλει πράγμα που αφαιρέθηκε με παράνομη πράξη είναι υπερήμερος από το χρόνο της αφαιρέσεως, αναφέρεται σε οφειλές αυτούσιου ενσώματου πράγματος που αφαιρέθηκε παράνομα και δεν εφαρμόζεται επί χρηματικής οφειλής (ΑΠ 1548/2008).

Εξάλλου κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ.19 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είναι αναγκαία, για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της διατάξεως του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς ή αντιφατικές ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Αντιθέτως, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως όταν πρόκειται για ελλείψεις, που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, εφόσον αυτό διατυπώνεται στην απόφαση σαφώς. Μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ανέλεγκτα τα ακόλουθα περιστατικά "Με την 1088392/9320/0010/1999 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Μεταφορών και Επικοινωνιών, που δημοσιεύθηκε νομίμως στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ Δ' 778/29-10-1999) κηρύχθηκαν αναγκαστικώς απαλλοτριωτέες υπέρ του ΟΣΕ και με δαπάνες της εταιρείας "ΕΡΓΑ ΟΣΕ Α.Ε." για δημόσια ωφέλεια και συγκεκριμένα για την κατασκευή των έργων α) της νέας διπλής σιδηροδρομικής γραμμής Αθηνών -Κορίνθου στο τμήμα μεταξύ Σ.Σ.

Λιοσίων και Σ.Σ. Θριασίου Πεδίου και β) του Συγκροτήματος ΣιΣ Θριασίου Πεδίου εδαφικές εκτάσεις 148.704,90 τ.μ., κείμενες στην κτηματική περιοχή του Νομού Αττικής, εκτός σχεδίου πόλεως και ειδικότερα στις κτηματικές περιφέρειες των Δήμων Άνω Λιοσίων και Ασπροπύργου, όπως αποτυπώνονται στο από Ιανουαρίου 1998 τοπογραφικό διάγραμμα και τον αντίστοιχο κτηματολογικό πίνακα, που έχει συνάξει η ΔΙΟΛΚΟΣ ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΠΕ.

Στις προαναφερόμενες εκτάσεις που απαλλοτριώθηκαν περιλαμβάνονται και δύο τμήματα, εκτάσεις 48,20 τ.μ. και 1810 τ.μ., που αποτυπώνονται στους επικαλούμενους και προσκομιζόμενους από Ιανουαρίου 1998 κτηματολογικό διάγραμμα και από 29-01-1999 κτηματολογικό πίνακα της Οικονομικής Εφορίας Ασπροπύργου Πρωτοδικείου Αθηνών με αριθμούς 103 και 55 αντιστοίχως και αποτελούν τμήματα μείζονος ακινήτου και μάλιστα ενός αγροτεμαχίου εκτάσεως 56 στρεμμάτων που βρίσκεται όπως προαναφέρθηκε στην κτηματική περιφέρεια του Δήμου Ασπροπύργου Αττικής, στη θέση "ΠΕΥΚΑ ΚΑΤΣΙΛΑ", το οποίο ανήκε στην ακίνητη περιουσία της ήδη αποβιωσάσης μητέρας των διαδίκων, είχε δε περιέλθει σ' αυτή λόγω προικός, δυνάμει του 12645/1935 προικοσυμβολαίου του συμβολαιογράφου Ελευσίνας Αθανασίου Αδάμ, που είχε μεταγραφεί νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Αχαρνών, την 03-02-1936 στον τόμο 40 και με αριθμό 71.

Με την υπ' αριθμόν 8016/07-1 1-2001 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου προσδιορίστηκε οριστική τιμή μονάδας απαλλοτριώσεως για τις ποτιστικές εκτάσεις του Δήμου Ασπροπύργου, στις οποίες περιλαμβάνεται και το άνω ακίνητο στο ποσό των 35.000 δραχμών ανά τ. μ. Ολόκληρο αυτό το ακίνητο περιήλθε στην νομή του ενάγοντος με παράδοση αυτής από την μητέρα του και μητέρας του εναγομένου Μ.

και του μη διαδίκου Α. Μ. Α. Μ. στα πλαίσια προφορικής και άτυπης συμφωνίας διανομής μεταξύ τους τον Μάρτιο του 1981 τόσο της περιουσίας αυτής η οποία απεβίωσε στις 17-06-1992 όσο και της περιουσίας του πατέρα τους Ε. Μ. που είχε αποβιώσει προ μηνός και μάλιστα στις 05-02-1981, ως μόνων εξ' αδιαθέτου κληρονόμων του τελευταίου.

Έτσι με τη γνώση και τη σύμφωνη γνώμη των αδελφών του, οι οποίοι στα πλαίσια της ίδιας συμφωνίας διανομής έλαβαν στη νομή τους άλλα ακίνητα έλαβε στην αποκλειστική νομή του το επίδικο αγροτικό ακίνητο στο οποίο έκτοτε ενεργούσε πράξεις νομής κυρίου μέχρι τη συντέλεση της απαλλοτριώσεως που επακολούθησε και συγκεκριμένα αφού το καθάρισε και το οριοθέτησε παραχώρησε τη χρήση του στον εξάδελφο του Ι.

Μ. του Σ. επαγγελματία αγρότη καλλιεργητή, ο οποίος καλλιεργούσε σ' αυτό οπωροκηπευτικά και απέδιδε μέρος των προϊόντων στον ενάγοντα ο οποίος διατηρούσε ταβέρνα στον Ασπρόπυργο. Το έτος 1992 απαλλοτριώθηκε τμήμα του ακινήτου εκτάσεως 2500 τ. μ. για τη διάνοιξη της Αττικής Οδού (κατασκευή της Λεωφόρου Σταυρού -Ελευσίνας) και ολόκληρο το ποσό της αποζημιώσεως για την απαλλοτρίωση αυτή εισπράχθηκε από τον ενάγοντα ως μόνο δικαιούχο εν γνώσει και με τη σύμφωνη γνώμη των αδελφών του.

Επακολούθησε συμπληρωματική απαλλοτρίωση τμήματος εκτάσεως 361,20 τ.μ. του ακινήτου για τη διαπλάτηση της ίδιας οδού. Στο σχετικό από 05-03-1998 κτηματολογικό πίνακα το τμήμα αυτό φέρει τον αριθμό 93 στη δε στήλη των στοιχείων των φερομένων ιδιοκτητών έχει περιληφθεί το όνομα του ενάγοντος. Ακολούθως, με την υπ' αριθμόν 1649/1998 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, αναγνωρίσθηκε δικαιούχος της αποζημιώσεως ο ίδιος (ο ενάγων) όχι δε και τα αδέλφια του Α.

και Μ.. Στη συνέχεια κηρύχθηκε η ένδικη απαλλοτρίωση υπέρ του ΟΣΕ των ως άνω δύο (2) ακινήτων. Επίσης, προκειμένου να διευκολυνθεί η διεξαγωγή διαδικασίας αναγνωρίσεως δικαιούχου της αποζημιώσεως και εισπράξεως αυτής μετά από πρόταση του ενάγοντος συμφώνησαν: α) να προβούν σε αποδοχή κληρονομιάς της μητέρας τους και μεταγραφή αυτής ώστε χρησιμοποιώντας τη σχετική πράξη ως τίτλο κτήσεως να εμφανιστούν στη δίκη για αναγνώριση δικαιούχων ως συγκύριοι του ακινήτου και β) ότι μετά την αναγνώριση τους ως συνδικαιούχων της αποζημιώσεως ο Μ. (εναγόμενος) και ο Α.

Μ. που δεν ήταν πραγματικοί κύριοι του ανωτέρω απαλλοτριωθέντος ακινήτου, καθόσον ήδη από τον Μάρτιο του 2001 είχε περιέλθει κατά κυριότητα το ακίνητο στον ενάγοντα με τη συμπλήρωση του χρόνου της έκτακτης χρησικτησίας 20ετίας (1981 - 2001). Είτε θα χορηγούσαν στον ενάγοντα σχετικό πληρεξούσιο για να εισπράξει ο ίδιος την αποζημίωση που αντιστοιχούσε στο ποσοστό τους (1/3) είτε θα εισέπρατταν αυτοί την αποζημίωση που τους αναλογούσε και |θα την απέδιδαν στη συνέχεια στον ενάγοντα.

Έτσι σε εκτέλεση των όσων η κατά τα ανωτέρω συμφωνήθηκαν οι διάδικοι και ο αδελφός τους Α. αποδέχθηκαν νομοτύπως την κληρονομιά της μητέρας τους με την 9089/21-02-2002 πράξη αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφο Ελευσίνας Αικατερίνης Κολοβέντζου - Συμπάρδη, που νομίμως μεταγράφηκε στις 1-3-2002 στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφύλακα Αχαρνών (τόμος 769 κα α. /α. 218).

Στη συνέχεια τα τρία αδέλφια ζήτησαν με την από 20-6-2003 κοινή αίτηση τους να αναγνωριστούν συνδικαιούχοι κατά το 1/3 ο καθένας της αποζημιώσεως απαλλοτριώσεως, που είχε καθοριστεί οριστικώς με την 8016/2001 απόφαση του Εφετείου Αθηνών στην οποία σημειωτέον μετείχε ο ενάγων μόνο ως ιδιοκτήτης των ως άνω απαλλοτριωθέντων τμημάτων (133 και 55).

Το Μονομελές Πρωτοδικείο δέχθηκε την αίτηση τους με την υπ' αριθμόν 187/6-2-2003 απόφαση του. Ακολούθως, ο αδελφός του ενάγοντος Α. τηρώντας τη συμβατική υπόσχεση, που ανέλαβε και αναγνωρίζοντας το δικαίωμα κυριότητας του στο απαλλοτριωθέν ακίνητο του παρέσχε σχετική πληρεξουσιότητα στον ενάγοντα με το 9714/06-03-2003 ειδικό πληρεξούσιο της ίδιας άνω συμβολαιογράφου με βάση το οποίο και εισέπραξε το μέρος της αποζημιώσεως που αναλογούσε στην υποτιθέμενη μερίδα του (1/3) δηλαδή στις 15-4-2003 και στις 29-05-2003 τα 2/3 της αποζημιώσεως.

Ο εναγόμενος όμως αδελφός του αθετώντας τη συμφωνία τους αρνήθηκε να εφοδιάσει τον ενάγοντα με το σχετικό πληρεξούσιο και εισέπραξε ο ίδιος το 1/3 της αποζημιώσεως ήτοι ποσό (1.858,20 τ. μ. Χ 35.000 δρχ. - 65.037.000 δρχ.: 3) 21.679.000 δρχ. ή 63.621,42 ευρώ, το οποίο αντί να το αποδώσει στον ενάγοντα, όπως είχαν συμφωνήσει το παρακράτησε και το ιδιοποιήθηκε προξενώντας αντίστοιχη ζημία στον ενάγοντα.

Με βάση τα ως άνω περιστατικά αποδεικνύεται πλήρως ότι κύριος του απαλλοτριωθέντος ακινήτου κατά το χρόνο συντελέσεως της απαλλοτριώσεως (Μάρτιος 2003) και επομένως δικαιούχος της αντίστοιχης αποζημιώσεως είναι μόνο ο ενάγων, ο οποίος στηρίζει το εμπράγματο δικαίωμα του σε έκτακτη χρησικτησία, που άρχισε τον Μάρτιο του 1981 και συμπληρώθηκε τον Μάρτιο του 2001-άσκηση νομής διάνοια κυρίου επί 20ετία, αφού έως το χρόνο συντελέσεως της απαλλοτριώσεως, δηλαδή το χρόνο καταβολής της αποζημιώσεως, που ορίστηκε δικαστικώς ή της δημοσιεύσεως στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως της γενομένης καταθέσεως αυτής στο Ταμείο δεν μεταβιβάζεται η κυριότητα και επομένως ο ενάγων διατήρησε ακέραια όλα τα δικαιώματα του ως ιδιοκτήτης.

Η αναφορά, ακολούθως, των τριών αδελφών στην απόφαση αναγνωρίσεως δικαιούχων, ως συγκληρονόμων κατ' ισομοιρία της μητέρας τους έγινε μετά από κοινή συμφωνία τους εικονικώς για τη διευκόλυνση της διαδικασίας αναγνωρίσεως. Επιβεβαιωτικά των ανωτέρω είναι τα ακόλουθα :α) το ότι εισέπραξε ολόκληρο το ποσό της αποζημιώσεως για την προηγούμενη απαλλοτρίωση των προαναφερόμενων δύο τμημάτων για τη διάνοιξη της Αττικής Οδού, καθόσον εάν ο εναγόμενος θεωρούσε τον εαυτό του συγκύριο του ακινήτου κατά το 1/3 εξ αδιαιρέτου ως συγκληρονόμος της μητέρας τους και συνεπώς δικαιούχος της αποζημιώσεως κατά το ίδιο ποσοστό θα είχε εγείρει την αξίωση του αυτή και θα είχε ενεργήσει για την ικανοποίηση της β) ότι στους προαναφερόμενους κτηματολογικούς πίνακες αναφέρεται ως μοναδικός κύριος του ακινήτου γ) ότι ο αδελφός του Α.

παρέσχε την ειδική πληρεξουσιότητα που είχε υποσχεθεί και έτσι ο ενάγων εισέπραξε το μερίδιο του (1/3) κατά το οποίο φερόταν εικονικώς ως δικαιούχος της αποζημιώσεως και δ) ότι με τα υπ' αριθμόν 25.316 και 25.3 1 7/1 994 συμβόλαια ενώπιον συμβολαιογράφου Περιστερίου Βασιλείου Καμπόλη - Γαλαντόμη ο ενάγων και ο αδελφός των διαδίκων Α.

τηρώντας την άτυπη συμφωνία με την οποία διένειμαν την πατρική και μητρική περιουσία το έτος 1981 μεταβίβασαν κατ' απαίτηση του εναγομένου εικονικώς αιτία πωλήσεως στη θυγατέρα του εναγομένου, Α. Μ., φοιτήτρια τότε το 1/3 εξ αδιαιρέτου ο καθένας επί δύο (2) αγρών εμβαδού 3109,40 και 5097,63 τ.μ. αντιστοίχως, που βρίσκονται στις θέσεις "Άγιος Λουκάς" και "Αδάμ Χάνι".

Ο ισχυρισμός του εκκαλούντος ότι από την εξαίρεση του ακινήτου στη θέση "Λούτσα" Ασπροπύργου, που περιγράφει στην έφεση του από τη συμφωνία διανομής του ακινήτου συνάγεται ότι τέτοια συμφωνία δεν συνήφθη, διότι η διανομή αναφέρεται κατά κανόνα σε όλα τα ακίνητα, στερείται πραγματικής βάσεως, καθόσον δεν είναι απαραίτητο η συμφωνία αυτή να περιλαμβάνει όλα τα ακίνητα αλλά μπορεί να αφορά ορισμένα από αυτά ως προς τα οποία έχει επέλθει η συμφωνία.

Εξάλλου ο ισχυρισμός του εκκαλούντος ότι ενόψει της υπογραφής της πράξης αποδοχής κληρονομιάς υπέβαλε στην αρμόδια ΔΟΥ δήλωση φόρου κληρονομιάς στην οποία εμφανίστηκαν και τα τρία αδέλφια ως συγκληρονόμοι της μητέρας τους και ότι πλήρωσαν ο καθένας τον αναλογούντα φόρο κληρονομιάς δεν οδηγεί σε αντίθετο συμπέρασμα σχετικώς με τους λόγους για τους οποίους έγινε η αποδοχή αφού προηγούνται της αποδοχής κληρονομιάς οι δηλώσεις φόρου κληρονομιάς.

Άλλωστε η εκκρεμότητα σχετικώς με τον φόρο των κληρονονομιών των γονέων τους έπρεπε να τακτοποιηθεί πρωτίστως διότι θα ήταν αδύνατη η νομότυπη κτήση οποιουδήποτε ακινήτου ή η μεταβίβαση του χωρίς την υποβολή δηλώσεως φόρου κληρονομιάς και την καταβολή του αναλογούντος φόρου κληρονομιάς, που ήταν γνωστά στον εναγόμενο.

Εξάλλου, περί της πρωτότυπης ως άνω κτήσεως της κυριότητας του απαλλοτριωθέντος ακίνητου από τον ενάγοντα σαφής και κατηγορηματική υπήρξε η κατάθεση της προαναφερόμενης μάρτυρος αποδείξεως πρώτης εξαδέλφης των διαδίκων Β. Α. 67 ετών. Τα γεγονότα δε αυτά επιβεβαιώνονται πλήρως από τις ένορκες βεβαιώσεις του αδελφού των διαδίκων Α.

Μ. και του πρωτοξαδέλφου τους Ι. Μ.. Αντιθέτως η μάρτυρας ανταποδείξεως Ι. Κ., αδελφή της γυναίκας του εναγομένου αρνείται να καταθέσει ότι: α) ο τρίτος αδελφός (εννοεί τον Α. ) δεν γνωρίζει γιατί δεν έλαβε τα χρήματα β) ότι το επίδικο το καλλιεργούσε ένας εξάδελφος τους χωρίς να παίρνουν οτιδήποτε τα αδέλφια, το οποίο έρχεται σε αντίθεση με τη δική του ως άνω ένορκη βεβαίωση (του Ι.

Μ.). γ) ότι ποτέ δεν είπαν για διανομή τα αδέλφια του γαμπρού της και οι γονείς του αλλά μετά το θάνατο της μητέρας τους το 1992 ο Μ. ζητούσε διανομή και ότι δηλώνουν στην εφορία το 1/3 και το φόρο για το επίδικο τον πληρώνουν και οι τρείς από 1/3 ο καθένας, τα οποία δεν επηρεάζουν την ως άνω κρίση του Δικαστηρίου.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω ο ενάγων έχει ενοχική αξίωση κατά του εναγομένου, που εισέπραξε το 1/3 της αποζημιώσεως, για την καταβολή του ποσού των (63.621,42ευρώ) νομιμοτόκως από της επιδόσεως της αγωγής. Το πρωτοβάθμιο, επομένως Δικαστήριο που έκρινε την αγωγή ορισμένη και νόμιμη δεν έσφαλε αλλά ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε το Νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις και όσα ν αντίθετα ισχυρίζεται ο ενάγων με τους λόγους της εφέσεως του πρέπει ν' απορριφθούν ως ουσιαστικές αβάσιμα, όπως και η έφεση στο σύνολο της...." Κατά συνέπεια το Εφετείο με τις κρίσεις του αυτές, στις οποίες στήριξε, μετ' απόρριψη της εφέσεως του αναιρεσείοντος, την αποδοχή της αγωγής του αναιρεσιβλήτου, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του νόμιμης βάσης, διέλαβε δε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον έλεγχο της υπαγωγής των γενομένων δεκτών πραγματικών περιστατικών στις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις που εφαρμόσθηκαν, τόσο ως προς το ότι ο αναιρεσίβλητος απέκτησε την κυριότητα επί του επιδίκου ακινήτου, με έκτακτη χρησικτησία, ως νεμηθείς τούτο με διάνοια κυρίου επί συνεχή εικοσαετία, και δη από του μηνός Μαρτίου του έτους 1981 έως του μηνός Μαρτίου του έτους 2001, όσο και ως προς το ότι η επακολουθήσασα κατά την 21.2.2002 δήλωση αποδοχής κληρονομίας της μητέρας των διαδίκων εκ μέρους του αναιρεσείοντος, που έγινε στα πλαίσια της αναφερομένης στην προσβαλλομένη απόφαση συμφωνίας των διαδίκων για την διευκόλυνση της εισπράξεως της αποζημιώσεως του απαλλοτριωθέντος επιδίκου ακινήτου, δεν ήταν δυνατόν να οδηγήσει στην κτήση της κυριότητας από τον αναιρεσείοντα επί του συγκεκριμένου ακινήτου, αφού για τη μεταβίβαση με κληρονομική διαδοχή της κυριότητας ακινήτου απαιτείται, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 1710 παρ. 1, 1712, 1721, 1724, 1813, 1846, 1193, 1195, 1198 1199 και 1033 ΑΚ, ο αποβιώσας να ήταν κύριος του ακινήτου.

Περαιτέρω η χρησιμοποιουμένη από την αναιρεσιβαλλομένη έκφραση "μπορεί", που διαλαμβάνεται στην αιτιολογία για την απόρριψη του ισχυρισμού του αναιρεσείοντος, σχετικά με το ότι "δεν καταρτίσθηκε μεταξύ των διαδίκων άτυπη συμφωνία διανομής διότι η συμφωνία δεν περιλαμβάνει το σύνολο των ακινήτων των γονέων των διαδίκων ", δεν κλονίζει το πόρισμα της προσβαλλομένης αποφάσεως ως προϊόν πλήρους δικανικής πεποιθήσεως.

Κατ' ακολουθίαν ο τρίτος λόγος της αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με το οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. II). Κατά το άρθρο 559 αριθ.11 περ. γ' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν.

Κατά την έννοια της διάταξης για την ίδρυση του λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν πράγματι λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας τα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη του, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 Κ.Πολ.Δ.

Εξάλλου, δεν θεμελιώνει λόγο αναίρεσης η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να μνημονεύσει στην απόφαση του ποια αποδεικτικά μέσα χρησιμοποιήθηκαν για άμεση και ποια για έμμεση απόδειξη ή να καθορίσει τη βαρύτητα που αποδόθηκε στο καθένα από αυτά ή τη σχέση και επιρροή του στα αποδεικτέα θέματα, από δε την αναφορά στην απόφαση μερικών από τα προσκομιζόμενα έγγραφα, δεν συνάγεται αναγκαστικά ότι δεν εκτιμήθηκαν και τα μη αναφερόμενα.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης προβάλλεται αιτίαση από τον αριθ.11 περ. γ' αρθρ. 559 ΚΠολΔ., ότι το Εφετείο, καταλήγοντας στην κρίση περί απόρριψης της έφεσης του ήδη αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης απόφασης που είχε δεχθεί την πιο πάνω αγωγή του αναιρεσιβλήτου, δεν έλαβε υπόψη του τα ακόλουθα έγγραφα, τα οποία είχαν προσκομίσει και επικαλεστεί ο αναιρεσείων και ασκούσαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα: 1) τις έντυπες δηλώσεις (Ε-9), στις οποίες περιλαμβάνεται δήλωση των διαδίκων σχετικά με την συγκυριότητα των διαδίκων επί του επιδίκου, 2) το 39784/2006 συμβόλαιο του σ/φου Βασιλείου Καμπόλη, με το οποίο μεταβιβάσθηκε από τους διαδίκους, ως και τον αδελφό τους Α., σε τρίτο ένα από τα ακίνητα που ανήκε στους γονείς τους, 3) α- το 9700/2003 δωρητήριο συμβόλαιο, με το οποίο μεταβιβάστηκε από τον αναιρεσείοντα στην εγγονή του το 1/3 εξ' αδιαιρέτου των αναφερομένων σ' αυτό επικοίνων, κατά τον αναιρεσείοντα, ακινήτων, β) την από 17.12.2003 εξώδικη δήλωση επιστολή της τελευταίας προς τον αναιρεσίβλητο, με την οποία, κατά τον αναιρεσείοντα, αξίωνε το ανάλογο μερίδιό της εκ των οφελημάτων των αμέσως πιο πάνω ακινήτων, γ) την από 21.7.2004 αγωγή της εγγονής του και δ) την 2943/2005 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, με την οποία αναγνωρίσθηκε η κυριότητα της εγγονής του επί των ως άνω ακινήτων, 4) τις 8838/2001 και 8873/2001, συμβολαιογραφικές δηλώσεις, με τις οποίες εγένετο αποδοχή των κληρομιαίων ακινήτων στη θέση " ΛΟΥΤΣΑ" και από τα τρία αδέλφια, 5) τα 3489/1978, 5386 και 5387/1973 συμβόλαια και το από 21.3.1973 πρακτικό της εταιρείας Γ.

Γ., από τα οποία προκύπτει, κατά τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντα, ότι στον αναιρεσίβλητο είχαν δωρηθεί ακίνητα από τη μητέρα των διαδίκων, και συνεπώς δεν υπήρχε λόγος καταρτίσεως άτυπης σύμβασης διανομής, και 6) την από 20.1.1998 αίτηση του αναιρεσιβλήτου και την επ' αυτής εκδοθείσα 1649/1998 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία ζήτησε να αναγνωρισθεί διακαιούχος της αποζημιώσεως του αναφερομένου σ' αυτή ακινήτου, το οποίο, κατά τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντα, βρίσκεται στη θέση ΣΚΑΡΠΑ και όχι στη θέση ΠΕΥΚΑ ΚΑΤΣΙΛΑ.

Ο λόγος αυτός της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος διότι από την επισκόπηση του όλου περιερχομένου της προσβαλλόμενης απόφασης, όπου μάλιστα υπάρχει η ρητή διαβεβαίωση σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο έλαβε υπόψη και όλα τα έγγραφα που νόμιμα προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος και όλα τα παραπάνω έγγραφα που διαλαμβάνονται στον κρινόμενο λόγο της αναίρεσης.

ΙΙΙ). Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 559 αριθ.20 και 561 παρ.1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι ο θεσπιζόμενος με την πρώτη από αυτές λόγος αναίρεσης, για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει σε διαγνωστικό λάθος, όταν δηλαδή, σε αποδεικτικό έγγραφο, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ.

Κ.Πολ.Δ αποδίδει περιεχόμενο διαφορετικό από εκείνο που πράγματι, έχει, είτε γιατί ανέγνωσε αυτό λανθασμένα, είτε γιατί παρέλειψε να αναγνώσει χρήσιμα τμήματα του κειμένου αυτού, στη δε συνέχεια καταλήγει, στηριζόμενο αποκλειστικά ή κυρίως σ' αυτό σε περίπτωση συνεκτίμησης του με άλλα αποδεικτικά μέσα, σε επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα σχετικά με πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όχι δε και όταν έχει απλώς συνεκτιμήσει το έγγραφο μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να το εξαίρει κατά το σχηματισμό του πορίσματος του ως προς την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθ. 20 άρθρο 559 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα αναφέρεται ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της από 1649/1998 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ως και του από 5.3.1998 κτηματολογικού πίνακα, ως προς την θέση του αναφερομένου στην απόφαση αυτή ακινήτου και έτσι οδηγήθηκε σε πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που προέκυπτε σχετικά με την επί του επιδίκου κυριότητα του αναιρεσιβλήτου, όπως έγινε δεκτό από την προσβαλλομένη απόφαση.

Από τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει, ωστόσο, ότι στο αποδεικτικό αυτό πόρισμα κατέληξε το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, όχι μόνο από την εκτίμηση όλων των εγγράφων που νόμιμα προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων και η ως άνω 1649/1998 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ως και ο από 5.3.1998 κτηματολογικός πίνακας, που φέρεται ότι παραμορφώθηκαν, αλλά και από τις καταθέσεις των μαρτύρων αποδείξεως και ανταποδείξεως, ώστε το Εφετείο δεν στηρίχθηκε αποκλειστικά ή κυρίως στα εν λόγω έγγραφα για τη συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος αλλά τα συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, Επομένως, ο κρινόμενος λόγος της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 7.9.2009 αίτηση του Μ. Μ. του Ε., για αναίρεση της 3636/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 22 Μαρτίου 2011.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 2 Μαΐου 2011.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ