Legislator Case Law & Legislation
626/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on contributory negligence and evidence assessment grounds in traffic accident case.

Case Number 626/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the regional court's decision regarding a traffic accident involving a deceased worker. The appellant argued that the lower court erred in finding contributory negligence and failed to consider all evidence, but the court upheld the original judgment. The court ruled that the lower court correctly assessed the deceased's lack of experience and the machine's poor condition as primary causes, while the appellant's minor fault did not break the causal chain. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 300, 914 et seq. of the Civil Code; Articles 559(1), 559(11) of the Code of Civil Procedure: The appellate court reviews factual findings on causation and contributory negligence but respects the lower court's free evaluation of evidence unless the decision is arbitrary or ignores material proof.

Keywords

AI generated
contributory negligence causal relationship traffic accident free evaluation of evidence appellate review legal costs workplace accident

Cited Legislation

AI generated
Article 300 of the Civil Code
Articles 914 et seq. of the Civil Code
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(11) of the Code of Civil Procedure
Articles 335, 338, 339, 349 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 22 of Law 3693/1957

Cited Case Law

AI generated
Case 317/2007
Case 920/2006
Case 157/2001
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 626 / 2009 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 626/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Ελένη Σπίτσα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος:Χ1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιλτιάδη Μαγγίβα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..

Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο Νικόλαο Αμιραλή, πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-3-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ναξου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 48/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 133/2006 του Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 17-5-2007 αίτησή του και τους από 22-10-2008 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Σπίτσα ανέγνωσε την από 11-11-2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της προσβαλλόμενης υπ'αριθ. 133/2006 απόφασης του Εφετείου Αιγαίου. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψή της αίτησης και των προσθέτων λόγων καθώς και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 300 ΑΚ, η οποία εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση ζημίας, συνεπώς και από αδικοπραξία κατά τις διατάξεις των άρθρων 914 επ. ΑΚ, προκύπτει ότι, όταν στη γένεση ή στην έκταση της ζημίας συνετέλεσε και πταίσμα του ζημιωθέντος, το δικαστήριο της ουσίας μπορεί, κατά την ελεύθερη κρίση του, αφού σταθμίσει τις περιστάσεις και ιδιαίτερα το βαθμό πταίσματος του ζημιωθέντος και του ζημιώσαντος, να μη επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό αυτής.

Οι έννοιες της υπαιτιότητας ή συνυπαιτιότητας είναι νομικές και επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή μη συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση ή την έκταση της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ., για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου καθώς και για παράβαση διδαγμάτων κοινής πείρας.

Ειδικότερα ελέγχεται αναιρετικώς η κρίση του δικαστηρίου περί του εάν τα περιστατικά που το δικαστήριο δέχεται ως αποδειχθέντα, μπορούν καθεαυτά αντικειμενικώς και βάσει των διδαγμάτων της κοινής πείρας να θεωρηθούν ως συνδεόμενα αιτιωδώς προς το ζημιογόνο αποτέλεσμα. Εκφεύγει όμως του αναιρετικού ελέγχου η κρίση τόσο ως προς την ύπαρξη στη συγκεκριμένη περίπτωση αιτιακής σχέσεως μεταξύ της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς και του ζημιογόνου αποτελέσματος, όσο και ως προς το βαθμό του πταίσματος και του ποσοστού, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, διότι η κρίση αυτή σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια..

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 34 παρ. 2 εδα της ΥΑ 11-5 Η/Φ/17402 "Κανονισμός Μεταλλευτικών και Λατομικών Εργασιών" (ΦΕΚ Β 931.1984), απαγορεύεται η επιβίβαση στα μηχανήματα κάθε άλλου ατόμου εκτός από τον χειριστή τους και το βοηθό του, εφόσον υπάρχει και δεύτερη θέση στο θάλαμο χειρισμού. Η παραβίαση της διάταξης αυτής δεν θεμελιώνει, αυτή καθεαυτή, υπαιτιότητα στην επέλευση ατυχήματος ή στην έκταση της εξ αυτού ζημίας, αποτελεί όμως στοιχείο η στάθμιση του οποίου θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης παραβάσεως και του επελθέντος αποτελέσματος.

Η επιβίβαση τρίτου επί μηχανήματος έργου, σε περίπτωση ατυχήματος ήτοι εκτροπής του μηχανήματος, θεμελιώνει συντρέχον πταίσμα αυτού κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως του άρθρου 300 ΑΚ, εφόσον αυτή (επιβίβαση) συνδέεται αιτιωδώς με την επέλευση του ατυχήματος. Αν το ίδιο αποτέλεσμα θα είχε επέλθει και χωρίς την επιβίβαση του τρίτου επί του μηχανήματος, τότε δεν συντρέχει η απαιτούμενη αιτιώδης συνάφεια και δεν καταλογίζεται συντρέχουσα αμέλεια στο πρόσωπο που κατά παράβαση της προαναφερθείσας διατάξεως επιβιβάστηκε επί του μηχανήματος.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως, από την επισκόπηση του προσκομιζομένου αντιγράφου της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει, το Εφετείο δέχθηκε, ανελέγκτως, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Την 01-09-2000 και ώρα 18.00 στη θέση ..., ο εναγόμενος και ο Θ1 εργάζοντο στα σμυριδωρυχεία ..., ο τελευταίος ως εργάτης και ο εναγόμενος ως χειριστής μηχανήματος.

Μετά το τέλος της εργασίας τους ο εναγόμενος ιδιοκτήτης, οδηγός και χειριστής του με αριθμό ... μηχανήματος έργων (ελαστιχοφόρου εκσκαφέα ανεστραμμένου κάδου-τσάπας) παλαιότητας 22 ετών, με θάλαμο (καμπίνα) με μία μόνο θέση χειρισμού για τον οδηγό, επέτρεψε στον Θ1 ασφαλισμένο στο ΙΚΑ, να επιβιβαστεί στο όχημα του, κατά παράβαση του άρθρου 34 του κανονισμού των Μεταλλευτικών και Λατομικών εργασιών, προκειμένου να διανύσουν απόσταση 400 μέτρων περίπου.

Το όχημα κινείτο σε χωμάτινη οδό με κατωφέρεια και στροφές, ο δε Θ1 βρισκόταν όρθιος στην πόρτα της καμπίνας αριστερά από τον οδηγό (εναγόμενο), κρατιόταν από τα σίδερα του θαλάμου. Ο εναγόμενος, ως ιδιοκτήτης του οχήματος, δεν είχε φροντίσει για την τακτική συντήρηση του, δεν τηρούσε σχετικό βιβλίο συντηρήσεως (άρθρο 20 παρ. 9 του Κανονισμού Μεταλλευτικών και Λατομικών Εργασιών), είχε μικρή εμπειρία ως χειριστής του μηχανήματος αυτού, αφού είχε αριθμό πτυχίου ...

για μηχάνημα Β ομάδας του π.δ/τος 31/90, Δ' Τάξεως, μηχανήματα 17-1000 ΗΡ. Ο εναγόμενος έχασε ξαφνικά τον έλεγχο του οχήματος, δεν μπορούσε να το σταματήσει, λόγω της κακής κατάστασης και λειτουργίας των συστημάτων πεδήσεως, των ελαστικών και της κατευθύνσεως του τιμονιού, με αποτέλεσμα το όχημα να εκτραπεί της πορείας του, να ανατραπεί και να πέσει σε γκρεμό βάθους περίπου 10 μέτρων, με αποτέλεσμα ο Θ1 να καταπλακωθεί από το όχημα, να συνθλίβει ο θώρακας του, να υποστεί εσωτερική αιμορραγία καινά επέλθει ο θάνατος του.

Στην από ...έκθεση του μηχανικού μεταλλείων της ΕΜΝΕ .... αναφέρεται ότι ο Θ1, λόγω του ότι το όχημα είχε μόνο μία θέση για τον εναγόμενο, ήταν αναγκασμένος κατά την πορεία του οχήματος να στέκεται όρθιος και να κρατιέται από τα σίδερα της καμπίνας, το μηχάνημα δε ήταν παλιό (22 ετών) με αποτέλεσμα τα κυκλώματα φρένων, τιμονιού να μην λειτουργούν κανονικά, τα λάστιχα δεν ήταν σε καλή κατάσταση, ούτε η γενική εικόνα του οχήματος ήταν καλή, δεν υπήρχε βιβλίο ή καρτέλα για την ενυπόγραφη καταχώρηση ημερομηνίας και είδους συντηρήσεως και επισκευής (άρθρο 20 παρ. 6 του Κανονισμού Μεταλλευτικών και Λατομικών εργασιών).

Στην από ... έκθεση πραγματογνωμοσύνης του μηχανικού οχημάτων Ε1 αναφέρεται ότι λόγω της πτώσεως του οχήματος και της καταστροφής της καμπίνας δεν ήταν δυνατόν να τεθεί σε λειτουργία το όχημα προς έλεγχο βλαβών των συστημάτων του. Η ..., σύζυγος του αποβιώσαντα, στην από 05-10-2000 προανακριτική κατάθεση της αναφέρει ότι ο σύζυγος της είχε αναφέρει ότι το μηχάνημα πάθαινε συχνές βλάβες.

Ο ισχυρισμός του εναγόμενου ότι το ατύχημα οφείλεται στο ότι ο αποβιώσας μετακίνησε με το δεξί του πόδι, χωρίς να το θέλει το λεβιέ ταχυτήτων του μηχανήματος στην νεκρά θέση, με αποτέλεσμα να αδυνατεί, λόγου και του βάρους του οχήματος να τροχοπεδήσει, κρίνεται ουσιαστικά αβάσιμος. Ο μάρτυρας του εναγόμενου ...

αναφέρεται στο γεγονός αυτό υποθετικά, αφού δεν ήταν παρών στο ατύχημα.. Το γεγονός ότι ο Θ1 δέχθηκε να επιβιβαστεί στο όχημα δε τέλει σε αιτιώδη συνάφεια με το ατύχημα. Σύμφωνα με τα παραπάνω, αποκλειστικά υπαίτιος του ατυχήματος είναι ο εναγόμενος, ο οποίος με τη με αριθμό 461/2004 απόφαση του τριμελούς Πλημ/κείου Νάξου έχει καταδικασθεί για ανθρωποκτονία από αμέλεια σε φυλάκιση 18 μηνών.

Η ένσταση του εναγομένου περί συντρέχοντος πταίσματος του αποβιώσαντος (άρθρο 300 ΑΚ ) κρίνεται ουσιαστικά αβάσιμη και απορρίπτεται. Με τις σκέψεις αυτές το Εφετείο απέρριψε την προβληθείσα εκ μέρους του αναιρεσειόντος ένσταση συνυπαιτιότητας του ειρημένου αποβιώσαντος στην επέλευση του ατυχήματος και στη συνέχεια, δεχθέν ότι το αναιρεσίβλητο ΙΚΑ, στο οποίο ήταν ασφαλισμένος ο αποβιώσας, κατέβαλε στη σύζυγο αυτού για έξοδα κηδείας και διατροφή το συνολικό ποσό των 11.338,55 Ευρώ, κατά το οποίο και υποκαταστάθηκε, έκρινε ως κατ' ουσίαν βάσιμη την έφεση του τελευταίου, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και κατεδίκασε τον αναιρεσείοντα στην καταβολή του προαναφερθέντος χρηματικού ποσού.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, αναφορικώς προς απόρριψη της ένστασης συνυπαιτιότητος του αποβιώσαντος ασφαλισμένου και αναιρεσιβλήτου ΙΚΑ, δεν παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914, 300, 298 ΑΚ, στην ΝΓΠΝ/1911, ούτε τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την υπαγωγή των γενομένων δεκτών ως άνω πραγματικών περιστατικών στις εν λόγω διατάξεις, αφού, όπως από το σύνολο των παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, το Εφετείο δέχθηκε ότι η εκτροπή του μηχανήματος οφείλεται αποκλειστικά στην κακή λειτουργία των συστημάτων πεδήσεως και χειρισμού και στην κακή κατάσταση των ελαστικών του οχήματος αλλά και στην αδυναμία του αναιρεσείοντος, λόγω της μικρής εμπειρίας του στην οδήγηση μηχανημάτων έργου, να χειριστεί το ευρισκόμενο σε κακή κατάσταση συγκεκριμένο μηχάνημα, χωρίς η επιβίβαση σ' αυτό του ανωτέρω αποβιώσαντος να συντελέσει στην επέλευση του ατυχήματος, δηλαδή ότι το ατύχημα θα συνέβαινε και αν δεν είχε επιβιβασθεί στο μηχάνημα ο θανών.

Επομένως ο μοναδικός λόγος εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., είναι αβάσιμοι. Ο ίδιος, μοναδικός λόγος του κυρίου δικογράφου, κατά το μέρος που με αυτόν προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση ευθεία παραβίαση του άρθρου 99 ΚΟΚ (αριθ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.), το οποίο δεν εφαρμόσθηκε ούτε ήταν εφαρμοστέο κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, είναι αλυσιτελής.

Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 349 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο νια να σχηματίσει την αποδεικτική του κρίση συνεκτιμά ελεύθερα όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για την απόδειξη των ισχυρισμών τους. Και έχει μεν υποχρέωση το δικαστήριο να αιτιολογήσει την απόφαση του ν' αναφέρει δηλαδή τους λόγους που το οδήγησαν στο σχηματισμό

της εν λόγω κρίσεως του, όχι όμως και να κάνει ειδική μνεία καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι για άμεση ή έμμεση απόδειξη. Αν όμως από το όλο περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι για το σχηματισμό της κρίσεως του δικαστηρίου επί ενός ουσιώδους ζητήματος ελήφθησαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά στοιχεία που με επίκληση προσκομίσθηκαν, τότε ιδρύεται λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ.

Στην προκειμένη περίπτωση, από τη βεβαίωση του Εφετείου, ότι για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης έλαβε υπόψη το σύνολο των μαρτυρικών καταθέσεων, των ενόρκων βεβαιώσεων μαρτύρων και όλων των εγγράφων που οι διάδικοι είχαν νομίμως προσκομίσει και επικαλεσθεί σε συνδυασμό προς όλο το περιεχόμενο της απόφασης του, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το δικαστήριο συνεξετίμησε και την τεχνική έκθεση του Ε1, η οποία μάλιστα ρητά μνημονεύεται.

Επομένως, ο πρόσθετος λόγος από τον αριθ. 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου ΙΚΑ (άρθρα 176 και 183 Κ.Πολ.Δ.), μειωμένη όμως σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 1 και 3 του ν. 3693/1957, όπως η πρώτη παράγραφος ισχύει μετά την υπ' αριθμ. 134423/8-12-1992 απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β 11/20-1-1993), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ. 12 του ν. 1738/1987, σε συνδυασμό με τα άρθρα 7 και 9 του ν.δ 2698/1953, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό (βλ.

σχ. ΑΠ 317/2007, 920/2006, 157/2001).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 17-5-2005 αίτηση του Χ1, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 133/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αιγαίου. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300)

Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Φεβρουαρίου 2009.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Μαρτίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ