Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, ruling lower court properly considered all evidence including prior precedent.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the Nafplio Court of Appeal's final decision regarding a labor contract termination. The appellant argued the lower court failed to consider a specific prior Supreme Court ruling and ignored the appellant's testimony about a colleague's witness status. The court determined the lower court had properly evaluated all evidence, including the cited precedent, and correctly applied substantive law to the proven facts.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 para. 1, 8, 11, 19 of the Code of Civil Procedure; An appeal based on the failure to consider a prior precedent is inadmissible if the lower court has already examined and weighed that precedent as part of its comprehensive evaluation of the case facts.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 626 / 2008 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 626/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ηλία Γιαννακάκη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Ζήση Βασιλόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Φεβρουαρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Χ1, η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Στυλιανό Βλαστό.
Του αναιρεσίβλητου:........., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Στύλα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19/12/2003 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ναυπλίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 81/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 265/2006 οριστική του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 5/3/2007 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ζήσης Βασιλόπουλος, ανέγνωσε την από 15/1/2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν ο κανόνας αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του, ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Με το λόγο αυτό ελέγχεται εάν υπήρξε σφάλμα στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού είτε αυτό διατυπώνεται ρητώς είτε εξυπονοείται, ή σφάλμα στην υπαγωγή της ελάσσοντος πρότασης, την οποία συνιστούν οι πραγματικές παραδοχές, στη μείζονα πρόταση. Περαιτέρω, κατά το εδάφιο 19 του προαναφερόμενου άρθρου 559 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω αντιφατικών ή ανεπαρκών αιτιολογιών, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά, όπως προαναφέρθηκε, την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά γεγονότα, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόστηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ουσιαστική διάταξη νόμου. Εξάλλου, η καταγγελία της σύμβασης εργασίας αόριστου χρόνου αποτελεί, κατά το άρθρο 669 παρ. 2 ΑΚ δικαίωμα του καταγγέλοντος που ασκείται με μονομερή δικαιοπραξία, απευθυντέα και εφόσον ειδική διάταξη νόμου δεν ορίζει διαφορετικά, αναιτιώδη, υπό την έννοια ότι δεν απαιτείται να αιτιολογείται από τον καταγγέλοντα.
Η άσκηση του προς καταγγελία δικαιώματος υπόκειται μόνο στον περιορισμό του άρθρου 281 ΑΚ, που απαγορεύει ως καταχρηστική την άσκηση κάθε δικαιώματος, όταν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλονται από την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή τον κοινωνικό ή τον οικονομικό σκοπό του δικαιώματος. Αν λοιπόν δεν αποδειχθούν τα πραγματικά περιστατικά που προβλήθηκαν από το μισθωτό που απολύθηκε προς θεμελίωση του καταχρηστικού χαρακτήρα της απόλυσής του, όπως ότι η απόλυση έγινε προς το σκοπό της εκδίκησης, ο από το άρθρο 281 ισχυρισμός απορρίπτεται κατ' ουσίαν, χωρίς να χρειάζεται να ερευνηθούν και να καθοριστούν τα πραγματικά αίτια ή κίνητρα της καταγγελίας.
Αν, παρά ταύτα, το δικαστήρι αφού δεχθεί ότι η καταχρηστικότητα της καταγγελίας δεν αποδείχθηκε, δεχθεί περαιτέρω ως πραγματικό αίτιο της καταγγελίας αυτής τους λόγους που επικαλέστηκε ο καταγγείλας εργοδότης, αρνούμενος αιτιολογημένα την αγωγή, η κρίση του αυτή δεν αφορά σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και επομένως η τυχόν ανεπάρκεια της κρίσης αυτής δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αφού το διατακτικό στηρίζεται πλήρως στην παραδοχή ότι η καταγγελία δεν είναι καταχρηστική.
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως τα εξής: Η αναιρεσείουσα Χ1, προσλήφθηκε από τον αναιρεσίβλητο με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας και εργάσθηκε από 16-9-1996 έως 26-5-2000 ως λαντζιέρα, στο εργαστήριο ζαχαροπλαστικής που αυτός διατηρούσε στο Αργος. Στις 26-5-2000 ο αναιρεσίβλητος την απέλυσε, χωρίς να της καταβάλλει την νόμιμη αποζημίωση, και έκτοτε αρνείται να αποδέχεται τις προσφερόμενες υπηρεσίες της.
Επί προγενέστερης από 9-6-2000 αγωγής της αναιρεσείουσας, κατά του ίδιου αναιρεσιβλήτου, εκδόθηκε η υπ' αρ. 111/2001 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου, η οποία επικυρώθηκε με την υπ' αρ. 425/2003 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου δι' απορρίψεως της κατά της πρωτόδικης ασκηθείσας έφεσης, με την οποία κρίθηκε τελεσίδικα ότι η ως άνω καταγγελία της συμβάσεως εργασίας είναι άκυρη ως καταχρηστική και υποχρεώθηκε ο αναιρεσίβλητος να αποδέχεται την πραγματική προσφορά της εργασίας της αναιρεσείουσας και να καταβάλει αποδοχές υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 26-5-2000 έως 31-10-2000, ως και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Στις 17-6-2002 (από παραδρομή στην απόφαση αναγράφεται ημερομηνία 17-6-2000), ο αναιρεσίβλητος κοινοποίησε στην αναιρεσείουσα έγγραφη καταγγελία της συμβάσεως εργασίας καταβάλλοντάς της την νόμιμη αποζημίωση. Η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι και η νέα αυτή καταγγελία της συμβάσεως είναι καταχρηστική γενόμενη από λόγους εκδίκησης προς το πρόσωπό της, διότι αυτή εξετάσθηκε ως μάρτυρας στις 24-2-2000 κατά την συζήτηση ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου επί αγωγής συναδέλφου της εναντίον του αναιρεσιβλήτου.
Ουδόλως όμως αποδείχθηκαν οι ισχυρισμοί αυτοί της αναιρεσείουσας. Αντίθετα προέκυψε ότι εξαιτίας της μεσολάβησης αντιδικίας και της διατάραξης των σχέσεών τους, καθίσταται για τον αναιρεσίβλητο πλέον αδύνατη η εξακολούθηση της συνεργασίας τους. Έτσι η νέα αυτή καταγγελία, που έγινε από τον αναιρεσίβλητο, ουδόλως υπερβαίνει τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη και τα χρηστά ήθη και συνεπώς είναι έγκυρη.
Επομένως ο αναιρεσίβλητος δεν έχει υποχρέωση ν' απασχολεί στο μέλλον την αναιρεσείουσα και ως εκ τούτου η κρινόμενη αγωγή της με την οποία αυτή ζητεί μισθούς υπερημερίας για το μετά την καταγγελία χρόνο (17-6-2002), πρέπει ν' απορριφθεί. Με τις παραδοχές αυτές, με τις οποίες το Εφετείο έκρινε ότι δεν αποδείχθηκε ότι η γενόμενη στις 17-6-2002 από τον αναιρεσίβλητο καταγγελία της εργασιακής σύμβασης, που συνέδεε αυτόν με την αναιρεσείουσα, ήταν καταχρηστική δεν παραβιάστηκε η ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και επομένως ο πρώτος λόγος αναίρεσης από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αληθώς όμως, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στη μείζονα πρόταση, από τον αρ. 1 του εν λόγω άρθρου, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Επειδή, όπως προκύπτει από τα άρθρα 335, 338 - 340 και 346 ΚΠολΔ, ο δικαστής, για να σχηματίσει την κρίση του επί των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τ' αποδεικτικά μέσα, που νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων και τα έγγραφα.
Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του εδ. 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Εξάλλου, κατά το εδάφιο 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα" θεωρούνται, οι ισχυρισμοί των διαδίκων που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν σε θεμελίωση ή κατάργηση δικαιώματος, δικονομικού ή ουσιαστικού, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο.
Κατά την ανωτέρω έννοια, δεν είναι "πράγμα" η επίκληση των αποδεικτικών μέσων και του περιεχομένου αυτών. Στην προκείμενη υπόθεση με τον από τα εδ. 8 περ. β' και 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεύτερο αναιρετικό λόγο η αναιρεσείουσα μέμφεται το Εφετείο ότι δεν έλαβε υπόψη της την 45/2005 απόφαση του Άρειου Πάγου και τον ισχυρισμό της ότι με την απόφαση έγινε αμετακλήτως δεκτό, ύστερα από εξέταση της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, που προηγήθηκε της κρινόμενης, ότι ο αναιρεσίβλητος είχε προαποφασίσει την απόλυσή της όχι μόνο διότι αρνήθηκε να καταθέσει ως μάρτυρας εναντίον συναδέλφου της, που ήταν σε αντιδικία με αυτόν, αλλά και διότι, απεναντίας, κατέθεσε ως μάρτυρας υπέρ του ίδιου συναδέλφου της.
Ο λόγος αυτός, που παρά την αναφορά του και στο εδάφιο 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, στηρίζεται, σύμφωνα με το περιεχόμενό του, στην πλημμέλεια από το εδάφιο 11 του ίδιου άρθρου, πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι το Εφετείο κατέληξε στην κρίση του για την ουσία της υπόθεσης, αναφορικά με την εγκυρότητα της δεύτερης από 17-6-2002 καταγγελίας της εργασιακής σύμβασης και την λύση, ως εκ τούτου, αυτής έκτοτε, αφού έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, όπως βεβαιώνει με την προσβαλλόμενη απόφασή του, και όλα τα έγγραφα, μεταξύ των οποίων και η προαναφερόμενη απόφαση του Άρειου Πάγου, που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι.
Από τη βεβαίωση δε αυτή και από όλο το περιεχόμενο της απόφασης δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε και την ανωτέρω αρειοπαγιτική απόφαση.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5-3-2007 αίτηση της Χ1 για αναίρεση της 265/2006 απόφασης του Εφετείου Ναυπλίου. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που ορίζει στο ποσό των χιλίων διακοσίων (1.200) ευρώ.-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Μαρτίου 2008. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Μαρτίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ