Legislator Case Law & Legislation
625/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against final judgment rejecting public claim of ownership over disputed property.

Case Number 625/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Government's appeal against the final judgment of the Single Court of Appeal in Corfu. The Government argued that the disputed properties were originally state-owned Turkish lands and thus ineligible for the heirs' claim, but the Court found this argument factually unsupported. The Court ruled that its assessment of evidence and the factual findings of the lower court are not subject to review on appeal, leading to the rejection of the appeal.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 561 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court's review of an appeal is limited to legal errors, and it cannot re-evaluate the factual findings or evidence assessment made by the court of first instance.

Keywords

AI generated
appeal admissibility factual findings review evidence assessment property ownership state succession

Cited Legislation

AI generated
Article 242 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 2 paragraph 7 of Law 147/1914
Article 559 number 10 of the Code of Civil Procedure
Article 561 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 559 number 8 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Articles 22 paragraph 1, 3 of Law 3693/1957

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 625 / 2025 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 625/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιφιγένεια Ματσούκα, Φωτεινή Μηλιώνη, Ευαγγελία Στεργίου, Ευγενία Μπιτσακάκη-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 19 Φεβρουαρίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Κωνσταντίνα Μαρίνου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Δημητρούλας Κυράνη το γένος Ιωάννη και Αθηνά Ζήση, κατοίκου Βοστώνης Μασαχουσέτης ΗΠΑ, αφενός υπό την ιδιότητά της της μοναδικής εξ αδιαθέτου κληρονόμου του αρχικού πρώτου ενάγοντος και εφεσίβλητου Λεωνίδα Ζήση του Ιωάννη, κατοίκου όσο ζούσε Ηγουμενίτσας, με ΑΦΜ 031539898, ο οποίος απεβίωσε στις 16-6-2019, αφετέρου υπό την ιδιότητά της, της αρχικής δεύτερης ενάγουσας και εφεσιβλήτου, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευάγγελο Σταμουλάκη, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-11-2018 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης και του ήδη αποβιώσαντος Λεωνίδα Ζήση του Ιωάννη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσπρωτίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 155/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 102/2022 του Μονομελούς Εφετείου Κέρκυρας. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον με την από 1-12-2022 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 1-12-2022 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 102/2022 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Κέρκυρας, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, η οποία δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του εναγομένου - εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, κατά της αριθμ. 155/2019 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας, που δίκασε αντιμωλία των διαδίκων και δέχθηκε, ως βάσιμη κατ' ουσίαν, την εισαχθείσα ενώπιόν του αναγνωριστική της κυριότητας ακινήτων αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και του αρχικώς ενάγοντος Λεωνίδα Ζήση, ο οποίος απεβίωσε την 16-6-2019 και στη θέση του υπεισήλθε ως μοναδική εξ αδιαθέτου κληρονόμος του η ήδη αναιρεσίβλητη, ερειδόμενη στον πρωτότυπο τρόπο κτήσεως κυριότητας.

Η ανωτέρω αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα από το εναγόμενο - εκκαλούν (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.) Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577παρ.1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει και να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.). Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 2 παρ. 7 του ν. 147/1914, στις Νέες Χώρες, οι οποίες βρίσκονταν προηγουμένως κάτω από την άμεση επικυριαρχία του Οθωμανικού Κράτους, διατηρούνται σε ισχύ οι διατάξεις του Οθωμανικού Δικαίου "περί γαιών", οι οποίες ρυθμίζουν τα σχετικά με την κτήση δικαιωμάτων ιδιωτικής φύσεως επ' αυτών (βλ.

ΑΠ 1056/2013), ενώ οι δικαιοπραξίες γι' αυτά συντελούνται εφεξής κατά τους Ελληνικούς Νόμους. Στην κατηγορία των Νέων Χωρών ανήκει και η Ήπειρος, στην οποία από 01.02.1914 άρχισε να ισχύει, σύμφωνα με το άρθρο 36 παρ. 1 του ίδιου ως άνω νόμου 147/1914, η Ελληνική Νομοθεσία. Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 51 και 55 του Εισ.Ν.Α.Κ, η κτήση κυριότητας ή άλλου εμπραγμάτου δικαιώματος, που έλαβε χώρα πριν από την εισαγωγή του ΑΚ, κρίνεται κατά το δίκαιο που ίσχυε κατά τον χρόνο κατά τον οποίο έγιναν τα πραγματικά περιστατικά, που απαιτούνται για την κτήση αυτών, ενώ η προστασία τους διέπεται εφεξής από τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα.

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 1 του Οθωμανικού Νόμου "περί γαιών" της 7 Ραμαζάν 1274 (καθ' ημάς 1856), οι γαίες στο Οθωμανικό Κράτος διαιρούνταν σε πέντε κατηγορίες: α) τις γαίες καθαρής κυριότητας (εραζίτ μεμλουκέ) , δηλαδή γαίες εξουσιαζόμενες λόγω κυριότητας, β) τις δημόσιες γαίες (εραζίτ μιριγέ), γ) τις αφιερωμένες γαίες (εραζίτ μεβκουφέ), δ) τις εγκαταλελειμένες γαίες (εραζίτ μετρουκέ) και ε) τις νεκρές γαίες (εραζίτ μεβάτ).

Στο οθωμανικό κράτος ολόκληρη η γη ήταν δημόσια εκτός από τις γαίες καθαρής ιδιοκτησίας που καθορίζονται στο άρθρο 2 του ως άνω νόμου της 7ης Ραμαζάν και που παραχωρούνταν κατά κυριότητα σε ιδιώτες με αυτοκρατορικά (σουλτανικά) φιρμάνια (διατάγματα), ενώ δεν χωρούσε κατάλυση του χαρακτήρα της δημόσιας γης με κτητική παραγραφή (άρθρο 1248 ΟθΝπΓαιών).

Τέτοια κατάλυση δεν μπορούσε να επιφέρει ούτε η μεταβίβαση της γης με σπαχί, ταπί ή χοτζέπιο (απόφαση ιεροδικείου), γιατί οι τίτλοι αυτοί μόνο δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης (τεσσαρούφ) μπορούσαν να προσπορίσουν. Επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 3 του Οθωμανικού νόμου "περί γαιών" της 7ης Ραμαζάν 1274 (1856) του οποίου οι διατάξεις, που ρυθμίζουν τα δικαιώματα ιδιωτικής φύσης επί των γαιών αυτών, διατηρήθηκαν σε ισχύ στις Νέες Χώρες με τη διάταξη του άρθρου 2 του ν. 147/1914, "δημόσιαι γαίαι είναι οι λειμώνες, οι αγροί, αι χειμεριναί και θεριναί βοσκαί, τα δάση και οι παρόμοιοι τόποι", των οποίων η κυριότητα ανήκει στο Τουρκικό Δημόσιο.

Κατά τις διατάξεις των άρθρων 9, 19, 30, 68 και 71 του ίδιου πιο πάνω Οθωμανικού νόμου, επί των δημόσιων γαιών (εραζίτ μιριγιέ) μόνο δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης (τεσσαρούφ) μπορούν να αποκτήσουν οι ιδιώτες, με την έκδοση έγγραφου τίτλου, ταπίου, που φέρει την αυτοκρατορική σφραγίδα ή μονόγραμμα του Σουλτάνου και στο οποίο ρητά αναφέρεται το είδος των παραχωρούμενων γαιών, ενώ, σύμφωνα με το άρθρο 35 του νόμου περί γαιών " ο κάτοχος των δια ταπίου κατεχομένων γαιών δύναται να παραχωρήσει αυτάς εις ον τινα θελήσει, τη αδεία του αρμοδίου υπαλλήλου είτε δωρεάν είτε αντί γνωστού τιμήματος.

Άκυρος είναι πάσα παραχώρησις δημοσίων γαιών άνευ της αδείας και συμπράξεως του ειδικού υπαλλήλου". Ειδικότερα, η παραχώρηση χρήσης δημόσιας γης με ταπί δεν σήμαινε ότι ο κάτοχος του τεσσαρούφ είχε τη δυνατότητα να αξιοποιήσει αυτό κατά το δοκούν, καθώς η κατά προορισμό χρήση νοούνταν στον ΟθΝπΓαιών ως υποχρέωση του εξουσιαστή.

Εξαίρεση του κανόνα ότι μόνο με τίτλο (ταπί) αποκτάται το δικαίωμα εξουσιάσεως για ορισμένη χρήση των δημοσίων γαιών καθιερώνει το άρθρο 78 του ανωτέρω νόμου "περί γαιών" ,σύμφωνα με το οποίο , εάν κάποιος καταλάβει και καλλιεργήσει δημόσιες και αφιερωμένες γαίες για δέκα (10) έτη, χωρίς δικαστική αμφισβήτηση από το Δημόσιο αποκτά δικαίωμα εγκαταστάσεως και είτε έχει έγκυρο τίτλο, είτε δεν έχει , οι γαίες δεν θεωρούνται σχολάζουσες , αλλά δίδεται σ' αυτόν δωρεάν νέος τίτλος.

Από το σαφές περιεχόμενο της παραπάνω διατάξεως, την ερμηνευτική εγκύκλιο του Υπουργείου Δικαιοσύνης της 28 Σεφέρ 1304, του άρθρου 13 του νόμου "περί εγγράφων ταπίων" της 8 Δζεμαχήλ Αχίρ 1275 (1857), του άρθρου 2 των διασαφητικών διατάξεων περί ταπίων της 15 Σαμπάν 1276, αλλά και το σύνολο των διατάξεων του νόμου περί γαιών (ειδικότερα των άρθρων 9,30,71), συνάγεται, ότι απαραίτητη προϋπόθεση για την απόκτηση του δικαιώματος αυτού της μονίμου εγκαταστάσεως είναι όχι μόνο η συνεχής επί δέκα (10) έτη κατοχή, αλλά και η ταυτόχρονη καλλιέργεια γης, χωρίς να απαιτείται και η στο όνομα αυτού έκδοση τίτλου (ταπίου), ο οποίος ήταν απλώς αποδεικτικό μέσο και όχι συστατικό στοιχείο του δικαιώματος.

Επομένως, η διάταξη του άρθρου 78 έχει εφαρμογή μόνον επί καλλιεργήσιμων γαιών και όχι επί οικοπέδων και κήπων, έστω και αν καλλιεργούνται με κηπευτικά και με οπωροφόρα δένδρα, ούτε επί βοσκοτόπων, δασών κλπ., τα οποία εξουσιάζονται μόνο με έκδοση τίτλου (ταπίου) κατά τα προεκτιθέμενα. Ακολούθως δε, με το διάταγμα 2468/1917 της προσωρινής κυβερνήσεως Θεσσαλονίκης (άρθρο 2 αυτού), το οποίο κυρώθηκε με το Ν. 1072/1917, καταργήθηκε κατά βάση ο θεσμός των δημοσίων γαιών του οθωμανικού δικαίου.

Από της ισχύος του ως άνω διατάγματος, δηλαδή από 20.5.1917, το δικαίωμα διηνεκούς εξουσιάσεως (τεσσαρούφ) μεταβλήθηκε σε δικαίωμα πλήρους και οριστικής κυριότητας των 4/5 εξ αδιαιρέτου, του υπολοίπου 1/5 εξ αδιαιρέτου παραμείναντος στο Δημόσιο, ενώ ο Ν. 2052/1920 επαναλαμβάνει στα άρθρα 49 επ. , τις διατάξεις του διατάγματος 2468/1917.

Στη συνέχεια, με τα άρθρα 101-104 του διατάγματος της 11/12.11.1929, που εκδόθηκε κατά εξουσιοδότηση του άρθρου 2 του Ν. 4226/1929 και τροποποιήθηκε με τα άρθρα 17,18 και 19 του νόμου 1540/1938 , παραχωρήθηκε στους ιδιοκτήτες των 4/5 και το υπόλοιπο 1/5 εξ αδιαιρέτου και έτσι αυτοί που είχαν αποκτήσει δικαίωμα διηνεκούς εξουσιάσεως έγιναν καθ' ολοκληρία κύριοι του ακινήτου και χωρίς εγγραφή στα βιβλία μεταγραφών.

Εξάλλου, όταν ένα ακίνητο υπάγεται στην κατηγορία των δημοσίων γαιών, δεν είναι δυνατόν να αποκτηθεί κατά κυριότητα με χρησικτησία από ιδιώτη, διότι, όπως προκύπτει από τα άρθρα 1248 και 1314 του Οθωμανικού Αστικού Κώδικα, η χρησικτησία δεν αναγνωρίζεται από αυτόν ως τρόπος κτήσης κυριότητας. Εάν, όμως, στο ακίνητο αυτό ο ιδιώτης απέκτησε δικαίωμα διηνεκούς εξουσιάσεως (τεσσαρούφ) , το οποίο μετατράπηκε, όπως προαναφέρθηκε, σε δικαίωμα πλήρους κυριότητας, τότε το ακίνητο αυτό, μη περιερχόμενο στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, μπορεί να χρησιδεσποθεί, αφού οι διατάξεις του άρθρου 21 του Ν.Δ.

της 29.4/6.5.1926, δια του οποίου απαγορεύθηκε εφεξής κάθε παραγραφή των επί κτημάτων του Δημοσίου δικαιωμάτων του, άρα και η επ' αυτών χρησικτησία τρίτων (απαγόρευση η οποία ισχύει από 11.9.1915 βάσει των ισχυσάντων έκτοτε δυνάμει του Ν. ΔΞΗ' /1912 δικαιοστασίων) δεν έχουν εφαρμογή επ' αυτού, γιατί το ακίνητο κατά νόμο έπαυσε να έχει το χαρακτήρα δημοσίου κτήματος και κατέστη ιδιωτικό.

Όλα τα ανωτέρω βέβαια υπό την προϋπόθεση ότι επί των εν λόγω ακινήτων ασκούνταν κατά την 20 Μαΐου 1917 δικαίωμα διαρκούς εξουσίασης (τεσσαρούφ) από ιδιώτη, βάσει ταπίου που είχε προεκδοθεί της προσάρτησης των νέων χωρών, ή, προκειμένου περί αγρών, ότι μέχρι την ημερομηνία αυτή είχαν καλλιεργηθεί επί δεκαετία χωρίς δικαστική αμφισβήτηση.

Για όσες δημόσιες γαίες δεν συνέτρεχαν οι ανωτέρω προϋποθέσεις, η κυριότητά τους με την απελευθέρωση των νέων χωρών περιήλθε στο Ελληνικό Δημόσιο βάσει διεθνών συνθηκών (άρθρο 60 της Συνθήκης της Λωζάνης που κυρώθηκε με το άρθρο 1 του ΝΔ της 28.8.1912), σε συνδυασμό με τα άρθρα 1, 7 και 27 της συμφωνίας μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας που κυρώθηκε με το Ν. 4793/1930 και της από 21.6.1924 απόφασης της μικτής επιτροπής ανταλλαγής πληθυσμών ή με τις διατάξεις του οθωμανικού νόμου περί γαιών που διατηρήθηκε σε ισχύ, όπως παραπάνω αναφέρεται.

Η κυριότητα δε αυτή δεν μπορούσε πλέον να καταλυθεί με κατάληψη από ιδιώτη δημοσίου κτήματος και επιχείρηση πράξεων νομής σε αυτό μετά το έτος 1914, γιατί κατά το διάστημα μεν από 11.9.1915 έως το 1926 ίσχυε δικαιοστάσιο, με το διάταγμα δε της 22-4/16.5.1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης" απαγορεύθηκε η χρησικτησία σε βάρος των δημοσίων κτημάτων.

Με την διάταξη δε του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, όταν το δικαστήριο του ουσίας, με βάση τα αναιρετικώς ανέλεγκτα γενόμενα απ' αυτό δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, δεν εφαρμόσει τον κανόνα δικαίου, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή, αν εφαρμόσει αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμόσει αυτόν εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου.

Η παραβίαση δηλαδή από τη διάταξη αυτή πρέπει να προκύπτει από την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού (Ολ ΑΠ 1/2020, Ολ ΑΠ 4/2018, Ολ ΑΠ 6/2017, Ολ ΑΠ 7/2006). Στην περίπτωση, που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση (Ολ ΑΠ 9/2013, ΑΠ 280/2020).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία).

Αντιθέτως, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων, και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (Ολ. 1/2020, Ολ ΑΠ 2/2019, Ολ ΑΠ 8/2018, Ολ ΑΠ 1/1999).

Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και η επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε η εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς (Ολ.

ΑΠ. 24/1992, Ολ ΑΠ. 1/1999, ΑΠ 7/2021, ΑΠ 343/2020, ΑΠ. 9/2013). Το πόρισμα, δηλαδή το συμπέρασμα που προκύπτει από τις αποδείξεις είναι σαφές, όταν αναφέρεται στην απόφαση χωρίς ενδοιασμούς (με βεβαιότητα) ότι αποδείχθηκε συγκεκριμένο γεγονός και δεν χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο εκφράσεις που κλονίζουν το πόρισμα, ως προϊόν πλήρους δικανικής πεποίθησης (ΑΠ 290/2017, ΑΠ 681/2014).

Δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν, αλλά πλήρεις, αιτιολογίες, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 77/2021, ΑΠ 816/2017, ΑΠ 151/2014, ΑΠ 1942/2013, ΑΠ 2075/2007).Επιπροσθέτως, κατά το άρθρο 559 αριθμ.8 του Κ.Πολ.Δ.

αναίρεση επιτρέπεται "αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, οι θεμελιωτικοί, καταλυτικοί ή διακωλυτικοί ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, ασκούμενοι με αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση ή με λόγο εφέσεως ή αντεφέσεως, ο οποίος αφορά αυτοτελείς ισχυρισμούς ή άρνηση αυτοτελών ισχυρισμών (Α.Π. 62/2002), όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και εάν αποτελούν περιεχόμενο λόγου εφέσεως, ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι ισχυρισμοί ή τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από αυτά Επίσης δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό ή όταν αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν ή παρέλειψε να απαντήσει σε ισχυρισμό αόριστο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή, που δεν ασκούσε επίδραση στην έκβαση της δίκης (Α.Π.559/2020).

Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.10 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά τον νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός αναίρεσης στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς που τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε απόδειξη για τους ισχυρισμούς αυτούς ή όταν δεν εκθέτει, έστω και γενικά, στην απόφασή του από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη για τη βασιμότητά τους.

Ειδικότερα δεν απαιτείται να αξιολογείται στην απόφαση κάθε αποδεικτικό μέσο ειδικά και χωριστά ή να εξειδικεύονται τα έγγραφα ή να γίνεται διάκριση ποια από αυτά λαμβάνονται υπόψη για άμεση και ποια για έμμεση απόδειξη χωρίς όμως να είναι απαραίτητο να αξιολογείται το καθένα χωριστά (ΑΠ 251/2019,ΑΠ 865/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση οι παραδοχές στις οποίες το δευτεροβάθμιο δικαστήριο στήριξε την εκφερθείσα κρίση του, όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου της προσβαλλομένης αποφάσεως είναι οι ακόλουθες: "Το πρώτο από τα επίδικα ακίνητο, με ΚΑΕΚ 180951201010/0/0, εκτάσεως 20.581 τ.μ, σύμφωνα με την εμβαδομέτρηση του Κτηματολογίου και σύμφωνα με το συνημμένο στην αγωγή από Νοεμβρίου 2017 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Ηγουμενίτσας Άρη Κοκόση, βρίσκεται στη θέση "ΒΑΝΑΡΗ" ή "ΤΥΡΟΚΟ-ΜΕΙΟ", της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου Φιλιατών, ΠΕ Θεσπρωτίας Περιφέρειας Ηπείρου..... (ακολουθεί περιγραφή του ακινήτου).

Το δεύτερο από τα επίδικα ακίνητα, με ΚΑΕΚ 18 095 14 01 003/0/0, έκτασης κατά την εμβαδομέτρηση ταυ Κτηματολογίου 19.783,00 τ,μ. και σύμφωνα με το συνημμένο στην αγωγή από Νοεμβρίου 2017 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Ηγουμενίτσας Άρη Κοκόση, 19782,76 τ.μ., βρίσκεται ομοίως στη θέση "ΒΑΝΑΡΗ" της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου Φιλιατών, ΠΕ Θεσπρωτίας Περιφέρειας Ηπείρου.... (ακολουθεί περιγραφή του ακινήτου).

Σύμφωνα με το με αριθ. πρωτ, 15027/4-2-2019 έγγραφο της Διεύθυνσης Δασών Θεσπρωτίας με θέμα "Παροχή απόψεων" επί των επιδίκων ακινήτων, που προσκομίζει νομίμως με επίκληση το εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο, στο δασικό χάρτη που έχει καταρτισθεί για την Κτηματική Κοινότητα Φιλιατών, ο οποίος όμως δεν έχει κυρωθεί, το πρώτο περιγραφόμενο ως άνω ακίνητο, φέρει στο σύνολό του σχεδόν τον χαρακτηρισμό ΔΔ, καθώς περιλαμβάνεται στον Κωδικό ΔΔ 18095006081501, που σημαίνει ότι το εν λόγω ακίνητο είχε τη μορφή δάσους ή δασικής έκτασης στις αεροφωτογραφίες του 1945 και έχει τη μορφή δάσους ή δασικής έκτασης στην πρόσφατη αεροφωτογραφία (έτους λήψης 1998).

Σύμφωνα με το ίδιο έγγραφο, μικρά τμήματα του ακινήτου έχουν τον χαρακτηρισμό ΔΑ, που σημαίνει ότι αυτά είχαν τη μορφή δάσους ή δασικής έκτασης στις αεροφωτογραφίες του έτους 1945 αλλά δεν έχουν τη μορφή δάσους ή δασικής έκτασης στην πρόσφατη αεροφωτογραφία (έτους λήψης 1998), ενώ ένα μικρό τμήμα του ακινήτου (μικρότερο των 100 τ.μ.) βρίσκεται εντός της ευρύτερης έκτασης που χαρακτηρίστηκε με τη με αριθ. 1677753/31-10-2017 πράξη χαρακτηρισμού ως μη δασικού χαρακτήρα έκταση.

Στο ίδιο ως άνω έγγραφο αναφέρεται για το με ΚΑΕΚ 180951201010/0/0 ακίνητο ότι κατά την επεξεργασία των συντεταγμένων των κορυφών του πολυγώνου, όπως εμφαίνονται στο συνημμένο στην αγωγή τοπογραφικό διάγραμμα, διαπιστώθηκαν τεχνικά λάθη στις συντεταγμένες της κορυφής Α με αποτέλεσμα να μην καταστεί δυνατό να προσδιοριστεί το πολύγωνο και ως προς το υπό στοιχείο β ακίνητο (με ΚΑΕΚ 180951401003/0/0) αναφέρεται ότι το επιμέρους τμήμα Ε1 του ακινήτου αυτού, έκτασης 15,327,9988 τ.μ., που αποτυπώνεται με στοιχεία Α - 1 - 2 - 3 - 4 - 5- 6 - 7 - 8 -9 -10 - 11 - 12 - Ζ - Η - Θ - Ι - Κ - Λ - Μ - Ν - Ξ - Ο - Π - Ρ - Σ - Τ - Υ - Φ - Χ - Α, στο αναπαραχθέν από τη δασοπόνο Μαργαρίτα Καψάλη τοπογραφικό διάγραμμα, που εν προκειμένω προσκομίζεται νομίμως με επίκληση από το Ελληνικό Δημόσιο περιλαμβάνεται σε ευρύτερη έκταση, για την οποία εκδόθηκε η αριθ. 167775/31-10-2017 πράξη χαρακτηρισμού, σύμφωνα με την οποία είναι μη δασικού χαρακτήρα έκταση, για την οποία το Ελληνικό Δημόσιο δεν προβάλλει δικαιώματα.

Επισημαίνεται ότι το αναπαραχθέν από την δασοπόνο Μαργαρίτα Καψάλη τοπογραφικό διάγραμμα στην ουσία είναι το από Νοεμβρίου 2017 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Άρη Κοκόση, στο οποίο η δασοπόνος, Μαργαρίτα Καψάλη έχει επιφέρει συμπληρώσεις και συγκεκριμένα οριοθέτησε το ακίνητο με βάση τον δασικό χάρτη του ΟΤΑ Φιλιατών, ο οποίος ωστόσο δεν έχει κυρωθεί.

Όσον αφορά το επιμέρους τμήμα Ε2, έκτασης 4.994,4462 τ,μ. του ως άνω ακινήτου, το οποίο αποτυπώνεται με στοιχεία Α-1-2-3-4-5-6-7-8-9-10-11-12-Ε-Δ- Γ-Β-Α, στο ως άνω αναπαραχθέν από τη δασοπόνο Μαργαρίτα Καψάλη τοπογραφικό διάγραμμα, αναφέρεται στο με αριθ. πρωτ, 15027/1-2-2019 έγγραφο της Διεύθυνσης Δασών Θεσπρωτίας, ότι αυτό έχει στο σύνολό του σχεδόν τον χαρακτηρισμό ΔΔ, καθώς περιλαμβάνεται στον κωδικό ΔΔ18095006081501, που σημαίνει ότι είχε, μορφή δάσους ή δασικής έκτασης στις αεροφωτογραφίες του 1945 και έχει μορφή δάσους ή δασικής έκτασης στην πρόσφατη αεροφωτογραφία (έτος λήψης 1998) και επίσης ότι μικρά τμήματα της έκτασης, εμβαδού 18,836 και 57,6672 τ.μ.

έχουν το χαρακτηρισμό ΔΑ, καθώς περιλαμβάνονται στους κωδικούς ΔΑ 18095003259101 και 18095003299301 που σημαίνει ότι είχαν μορφή δάσους ή δασικής έκτασης στις αεροφωτογραφίες του 1945 και έχουν μορφή μη δάσους και μη δασικής έκτασης στην πρόσφατη αεροφωτογραφία (έτος λήψης 1998), ενώ με το με αριθ. πρωτ. 22095/14-2-2019 έγγραφό της η Διεύθυνση Δασών Θεσπρωτίας διευκρινίζει ότι το Ε2 τμήμα καλύπτεται ως επί το πλείστον από άτομα δρυός σε ποσοστό πάνω από 50% και μεμονωμένα άτομα γκορτσιάς.

Ωστόσο σύμφωνα με την έκθεση φωτοερμηνείας των αεροφωτογραφιών του 1945 που συνέταξε ο χωροτάκτης μηχανικός, Αλκιβιάδης Μπέτσης για το με ΚΑΕΚ 180951201010/0/0 ακίνητο, την οποία νομίμως με επίκληση προσκομίζει η δεύτερη ενάγουσα-εφεσίβλητη, το γεωτεμάχιο βρίσκεται σε περιοχή με σχετικά έντονη κλίση και νότιο προσανατολισμό εδαφών, η έντονη αυτή δε, κλίση και ο προσανατολισμός των εδαφών είχε σαν αποτέλεσμα στις αεροφωτογραφίες του 1945 να εμφανίζονται έντονες σκιάσεις και να μην παρέχουν αρκετά ικανοποιητική ευκρίνεια, παρόλα αυτά με την βοήθεια των αεροφωτογραφιών του, στο κεντρικό τμήμα του γεωτεμαχίου εντοπίζονται γραμμικές δομές, παράλληλα με την κλίση του εδάφους, οι οποίες αποτελούν έντονες ενδείξεις παρουσίας τοίχων αντιστήριξης για τη δημιουργία αναβαθμών.

Επίσης αναφέρεται ότι υπάρχει σαφής διαχωρισμός με τη γειτονική ιδιοκτησία στο βόρειο και δυτικό της στοιχείο που την οριοθετεί με σαφήνεια και ότι στο νότιο τμήμα του γεωτεμαχίου εντοπίζεται βλάστηση η οποία προσομοιάζει με ελαιώνα, ο οποίος λόγω της εδαφικής κλίσης δεν παρουσιάζει οργανωμένη χωρικά δομή και τέλος ότι η παρουσία του συγκεκριμένου ελαιώνα συμφωνεί με την παρουσία αναβαθμών καθώς και με την παρουσία ελαιώνων και κατάντη του δρόμου στις γειτονικές ιδιοκτησίες.

Με βάση τα παραπάνω ο συντάξας την παραπάνω έκθεση φωτοερμηνείας χρήσεων γης, καταλήγει στο συμπέρασμα άτι η παραπάνω έκταση δεν είχε ποτέ δασική μορφή και σε καμία περίπτωση δεν αποτέλεσε οικοσύστημα και ακόμη ότι από την επισταμένη φωτοερμηνεία των διαθέσιμων αεροφωτογραφιών υποδηλώνεται η συνεχής παρουσία καλλιεργητών πριν το έτος 1945, Στην έκθεση φωτοερμηνείας που συνέταξε ο ίδιος ως άνω χωροτάκτης μηχανικός για το με ΚΑΕΚ 180951401003/0/0 ακίνητο, αναφέρεται ότι το γεωτεμάχιο βρίσκεται σε επαφή με επτά διαφορετικές ιδιωτικές εκτάσεις στη νότια πλευρά ταυ και με το οδικό δίκτυο Φιλιατών -Πλαισίου στο βόρειο τμήμα της ιδιοκτησίας και ότι το σύνολο των ιδιοκτησιών στο νότιο τμήμα του αποτελούν και αυτές εκτάσεις με καλλιέργεια ελιάς ενώ σε πολλές από αυτές τις ιδιοκτησίες υπάρχουν και σταβλικές εγκαταστάσεις.

Επίσης αναφέρεται ότι το γεωτεμάχιο βρίσκεται σε περιοχή με ήπια κλίση και νότιο προσανατολισμό εδαφών, ότι στις παρυφές του και πιο βόρεια από αυτό η περιοχή εμφανίζει έντονη κλίση και ακόμη ότι στο ανατολικό τμήμα της ιδιοκτησίας ήδη από το έτος 1945 υπάρχει συστηματική δενδρώδη καλλιέργεια και ότι η κατανομή των δένδρων στο γεωτεμάχιο παρουσιάζει μια κανονικότητα γεγονός που αποδεικνύει την συστηματική καλλιέργεια από κατοίκους αρκετά χρόνια πριν τη λήψη των αεροφωτογραφιών του 1945.

Ακόμη αναφέρεται ότι στο δυτικό τμήμα του γεωτεμαχίου εντοπίζονται γραμμικές δομές, παράλληλα με την κλίση του εδάφους, οι οποίες προσομοιάζουν με τοίχους αντιστήριξης για τη δημιουργία αναβαθμών, ότι στο βόρειο τμήμα του γεωτεμαχίου εντοπίζεται έντονη βλάστηση η οποία προσομοιάζει με ελαιώνα, ο οποίος λόγω της εδαφικής κλίσης δεν παρουσιάζει οργανωμένη χωρικά δομή.

Στο νότιο και ανατολικό τμήμα της ιδιοκτησίας διακρίνονται τεχνικές κατασκευές - τοίχοι οι οποίοι ακολουθούν τα όρια του οικοπέδου και προφανώς αποτελούν την αρχική περίφραξη -οριοθέτηση της ιδιοκτησίας. Με βάση τα παραπάνω ο συντάξας την ως άνω έκθεση φωτοερμηνείας καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η παραπάνω έκταση δεν είχε ποτέ δασική μορφή και σε καμία περίπτωση δεν αποτέλεσε δασικό οικοσύστημα.

Το Ελληνικό Δημόσιο, με τις νομίμως κατατεθείσες ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου προτάσεις του, είχε ισχυριστεί ότι τα επίδικα ακίνητα (και δη το Ε2 τμήμα, έκτασης 4.994,4462 τ.μ. του με ΚΑΕΚ 180951401003/0/0 ακινήτου και ολόκληρο το με ΚΑΕΚ 180951201010/0/0 ακίνητο) αποτελούσαν δασικές εκτάσεις που υπάγονται στις διατάξεις της δασικής νομοθεσίας και οι οποίες περιήλθαν στην κυριότητά του, ως διάδοχο του Τουρκικού Δημοσίου από την απελευθέρωση των Νέων Χωρών, μεταξύ των οποίων και η Ήπειρος, όταν τα εδάφη αυτά των Νέων Χωρών προσαρτήθηκαν στο Ελληνικό Κράτος, σε κάθε δε, περίπτωση ότι περιήλθαν στην κυριότητά του με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, δεδομένου ότι επί αδέσποτων και επί των δημοσίων κτημάτων κατά πλάσμα νομέας θεωρείται το Ελληνικό Δημόσιο ακόμη και αν δεν ενήργησε οποιαδήποτε πράξη νομής, τους ισχυρισμούς αυτούς επαναφέρει με την υπό κρίση έφεση.

Όμως από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε ότι τα επίδικα ακίνητα κατά τον κρίσιμο χρόνο εισαγωγής της Ελληνικής νομοθεσίας στο νομό Θεσπρωτίας, που ανήκει στις "Νέες Χώρες" ....ήτοι την 1η-2-1914, αποτελούσαν δασικές εκτάσεις, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται το εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο για να θεμελιώσει το δικαίωμα κυριότητας του σ' αυτά, αλλά όπως προέκυψε αυτά αποτελούσαν ακίνητα που ανήκαν στην κατηγορία των δημοσίων καλλιεργήσιμων γαιών.

Ειδικότερα από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών στοιχείων και λαμβάνοντας υπόψη τα όσα βεβαίωσε ενόρκως στην υπ' αριθ. 93/2019 ένορκη βεβαίωση, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Ηγουμενίτσας, ο Νικόλαος Ζήσης του Μιχαήλ και της Όλγας, γεννηθείς το έτος 1934 στο Πλαίσιο Φιλιατών, ο οποίος γνωρίζει την περιοχή και τις επιμέρους ιδιοκτησίες τόσο από δική του αντίληψη όσο και από τις περιγραφές του πατέρα του, του παππού του και άλλων γηραιών κατοίκων της περιοχής, τα επίδικα ακίνητα (που πριν την κατασκευή της επαρχιακής οδού Σαγιάδας Φιλιατών, αποτελούσαν ένα ενιαίο αγροτεμάχιο), κατά την περίοδο της τουρκοκρατίας ήταν καλλιεργήσιμη γη, που καλλιεργούσε ο απώτερος δικαιοπάροχος των εναγόντων και ήδη εφεσίβλητων, Αντώνιος Ζήσης, με ελιές και άλλα οπωροφόρα δένδρα, χωρίς δικαστική αμφισβήτηση για διάστημα μεγαλύτερο της δεκαετίας πριν το έτος 1917 και μέχρι το θάνατό του που έλαβε χώρα το έτος 1935, Ως εκ τούτου το δικαίωμα εξουσιάσεως του εν λόγω απώτερου δικαιοπαρόχου των εναγόντων, που αποκτήθηκε με μόνη την πραγματική κατάσταση της κατοχής και καλλιέργειας του ως άνω αγροτεμαχίου (αποτελούμενου από τα δύο επίδικα ακίνητα) επί συνεχή δεκαετία χωρίς δικαστική αμφισβήτηση, σύμφωνα με το άρθρο 78 του Οθωμανικού νόμου "περί γαιών" της 7ης Ραμαζάν, εφόσον η δεκαετία συμπληρώθηκε μέχρι την 20-5- 2017, μετατράπηκε σε δικαίωμα πλήρους και αμετάκλητης κυριότητας κατά τα 4/5 εξ αδιαιρέτου του αγροτεμαχίου και το Ελληνικό Δημόσιο απέκτησε καταρχήν δικαίωμα συγκυριότητας και συνδιακατοχής κατά το υπόλοιπο 1/5 εξ αδιαιρέτου του ακινήτου και τελικά ο απώτερος δικαιοπάροχος απέκτησε δικαίωμα κυριότητας και κατά το υπόλοιπο 1/5 δυνάμει των άρθρων 101 -114 του διατάγματος της 11/12- 12-1929, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 2 του νόμου 4226/1929, όπως αυτά τροποποιήθηκαν με τα άρθρα 17, 18 και 19 του α.ν. 1540/1938, οπότε περιήλθε αυτοδικαίως, χωρίς την εγγραφή στα βιβλία μεταγραφών, η πλήρης κυριότητα σε αυτόν και έκτοτε μπορούσε το ακίνητο να χρησιδεσποσθεί.

Ακολούθως μετά το θάνατο του Αντωνίου Ζήση, ο οποίος δεν κατέλειπε διαθήκη, η νομή του ως άνω ακινήτου περιήλθε στον υιό αυτού και πατέρα των εναγόντων, Ιωάννη Ζήση του Αντωνίου, ο οποίος συνέχισε να κατέχει αυτόν διάνοια κυρίου, αδιαλείπτως και ανενόχλητα, ασκώντας εμφανείς διακατοχικές πράξεις που αρμόζουν σε κύριο, ήτοι καλλιεργούσε την έκταση με ελαιόδενδρα και οπωροφόρα, επέβλεπε και μεριμνούσε για τον καθαρισμό, το κλάδεμα και λίπανσή ταυ, από το έτος δε, 1948, οπότε ο Ιωάννης Ζήσης απεβίωσε χωρίς να αφήσει διαθήκη, η νομή του ως άνω ακινήτου περιήλθε στους ενάγοντες, οι οποίοι εξακολούθησαν διανοία κυρίου (ο καθένας από αυτούς κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου) να ασκούν διακατοχικές πράξεις (καλλιέργεια ελαιοδένδρων, κλάδεμα, λίπανση και καθαρισμό) επί του αγροτεμαχίου αυτού, οποίο μετά την κατασκευή της επαρχιακής οδού χωρίστηκε σε δύο τμήματα και ενόψει τούτων οι ενάγοντες κατέστησαν συγκύριοι κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου έκαστος των ένδικων ακινήτων με χρησικτησία.".

Με βάση τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου και επικύρωσε την πρωτόδικη υπ' αριθμ. 155/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας, με την οποία η αναιρεσίβλητη και ο αρχικός ενάγων και ήδη αποβιώσας Λεωνίδας Ζήσης, στη θέση του οποίου υπεισήλθε η ίδια, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος του είχαν αναγνωριστεί συγκύριοι των ως άνω επιδίκων τμημάτων του όλου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου έκαστος και διατάχθηκε η διόρθωση των ανακριβών πρώτων εγγραφών στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Φιλιατών, ώστε να καταχωρηθούν τα στοιχεία των ανωτέρω ως συγκυρίων κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου έκαστος των επιδίκων εδαφικών τμημάτων με τα αναφερόμενα ΚΑΕΚ.

Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το Εφετείο δέχθηκε ότι οι επίδικες εκτάσεις δεν ήταν δάσος ή δασική έκταση επί Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ήτοι πριν από την απελευθέρωση της Ηπείρου από την Τουρκική κατοχή κατά το έτος 1913 και ότι ο απώτερος δικαιοπάροχος των ανωτέρω εναγόντων Αντώνιος Ζήσης, εξουσίαζε χωρίς αμφισβήτηση και καλλιεργούσε με ελιές και άλλα οπωροφόρα δένδρα τα επίδικα ακίνητα, ως ένα ενιαίο αγροτεμάχιο (πριν από την διάνοιξη της επαρχιακής οδού Φιλιατών Σαγιάδας με την οποία αυτό διαχωρίστηκε σε δύο τμήματα), τα οποία επί τουρκοκρατίας ήταν καλλιεργήσιμη γη, επί χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της δεκαετίας προ του έτους 1917 χωρίς δικαστική αμφισβήτηση μέχρι και το θάνατό του, που έλαβε χώρα το έτος 1935, ότι το εν λόγω δικαίωμα εξουσιάσεως, του παραπάνω απώτερου δικαιοπαρόχου των εναγόντων, που αποκτήθηκε με μόνη την πραγματική κατάσταση της κατοχής και καλλιέργειας τους επί συνεχή δεκαετία χωρίς δικαστική αμφισβήτηση, σύμφωνα με το άρθρο 78 του Οθωμανικού νόμου "περί γαιών" της 7ης Ραμαζάν, εφόσον η δεκαετία συμπληρώθηκε μέχρι την 20-5- 2017, μετατράπηκε σε δικαίωμα πλήρους και αμετάκλητης κυριότητας κατά τα 4/5 εξ αδιαιρέτου του αγροτεμαχίου και το Ελληνικό Δημόσιο απέκτησε καταρχήν δικαίωμα συγκυριότητας και συνδιακατοχής κατά το υπόλοιπο 1/5 εξ αδιαιρέτου των ακινήτων και τελικά ο απώτερος δικαιοπάροχος απέκτησε δικαίωμα κυριότητας και κατά το υπόλοιπο 1/5 δυνάμει των άρθρων 101-114 του διατάγματος της 11/12- 12-1929, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 2 του νόμου 4226/1929, όπως αυτά τροποποιήθηκαν με τα άρθρα 17, 18 και 19 του α.ν. 1540/1938, οπότε περιήλθε αυτοδικαίως, χωρίς την εγγραφή στα βιβλία μεταγραφών, η πλήρης κυριότητα σε αυτόν και έκτοτε μπορούσαν τα ακίνητα να χρησιδεσποθούν και ότι ακολούθως μετά το θάνατο του Αντωνίου Ζήση, ο οποίος δεν κατέλειπε διαθήκη, η νομή των ως άνω ακινήτων περιήλθε στον υιό αυτού και πατέρα των εναγόντων, Ιωάννη Ζήση του Αντωνίου, ο οποίος συνέχισε να κατέχει αυτά διάνοια κυρίου, αδιαλείπτως και ανενόχλητα, ασκώντας εμφανείς διακατοχικές πράξεις που αρμόζουν σε κύριο, ήτοι καλλιεργούσε την (ενιαία) έκταση με ελαιόδενδρα και οπωροφόρα, επέβλεπε και μεριμνούσε για τον καθαρισμό, το κλάδεμα και λίπανσή της, από το έτος δε, 1948, οπότε ο Ιωάννης Ζήσης απεβίωσε χωρίς να αφήσει διαθήκη, η νομή των ως άνω ακινήτων περιήλθε στους αρχικούς ενάγοντες, οι οποίοι εξακολούθησαν διανοία κυρίου (ο καθένας από αυτούς κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου) να ασκούν διακατοχικές πράξεις (καλλιέργεια ελαιοδένδρων, κλάδεμα, λίπανση και καθαρισμό) επί του ενιαίου αγροτεμαχίου, το οποίο μετά την κατασκευή της επαρχιακής οδού χωρίστηκε σε δύο τμήματα και ενόψει τούτων οι άνω ενάγοντες κατέστησαν συγκύριοι κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου έκαστος των ένδικων ακινήτων με χρησικτησία.

Επίσης, σύμφωνα με τις παραδοχές του Εφετείου, τα επίδικα δεν ήταν ανεπίδεκτα χρησικτησίας, καθόσον δεν ήταν δημόσια κτήματα ως δασικές εκτάσεις και το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο δεν είχε αποκτήσει κυριότητα επί αυτών κατόπιν διαδοχής του Οθωμανικού κράτους, ούτε με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, ως αδεσπότων, αλλά αντίθετα η κυριότητα επ' αυτών περιήλθε κατά τα άνω στον απώτερο δικαιοπάροχο των εναγόντων και τέλος, περιήλθε στην κυριότητα των τελευταίων με πρωτότυπο τρόπο, δηλαδή με έκτακτη χρησικτησία, αφού το κατείχαν και το νεμόταν συνεχώς και αδιαλείπτως από το έτος 1948, μετά το θάνατο του δικαιοπαρόχου τους Ιωάννη Ζήση, που υπεισήλθαν στην νομή του, για χρονικό διάστημα, κατά πολύ, μεγαλύτερο της εικοσαετίας, ασκώντας σ' αυτό τις αναφερόμενες πράξεις που προσιδιάζουν στη φύση του.

Με τους πρώτο, τρίτο και τέταρτο λόγους της αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. συνισταμένη στο ότι εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερόμενες ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 4 και 7 , 49 του Ν. 147/1914, 51,55 του Εισ. Ν. Α.Κ , του άρθρου 2, 3, και 78 του Οθωμανικού Νόμου περί γαιών της 7 Ραμαζάν 1274, της 28 Σεφέρ 1304, άρθρου 13 του Ν. "περί εγγράφων ταπίων της 8 Δζεμαχήλ Αχιρ, άρθρου 2 της 15 Σαμπάν 1276",, 1248 και 1314 του Οθωμανικού Αστικού Κώδικα, 22-4/16-5-1926 ν.δ/τος "Περί αποβολή από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης", 21 ν.

διακρίσεως κτημάτων της 3.7.1837, ν.ΔΞΗ/1912, άρθρο 2 του υπ' αριθμ. 2468 Διατάγματος της προσωρινής Κυβερνήσεως της Θεσσαλονίκης που κυρώθηκε με το ν.1072/1917, των άρθρων 49 και 50 εδ.γ του ν. 2052/1920, των άρθρων 101 έως 104 του διατάγματος της 11/12.11.1929, τις διατάξεις του ν.20 παρ.12 πανδ.(5.8) ν.27 πανδ. 18.1, 10, 17 και ν.48 πανδ.(41,3), 3 πανδ. (41.10) και 109 πανδ. (50.16) ν.76 παρ.1 πανδ.(18.1) ν.κωδ.(7.31) Βασ. 50(10.4), ν.12 πανδ.(2.53) ν. 8 παρ. 1 κωδ. (7.39), ν.9 παρ. 1 Βασ. (50.14), ν.27 πανδ. (18.1) ν.15 παρ.3, ν. 2 παρ.4 και 7,11 πανδ. (51.4), ν.5 παρ.1 πανδ. (41.10), ν.2 παρ. 2 πανδ.(41.4), ν.6 πανδ. (44.3) και ν. 7 παρ. 3 πανδ. (23.3), και κατέληξε στο ως άνω δυσμενές για τον ίδιο συμπέρασμα, υποστηρίζοντας ειδικότερα ότι τα επίδικα ακίνητα αποτελούν δάσος που υπάγεται στην κατηγορία των δημοσίων γαιών του Οθωμανικού νόμου και δεν έπαυσε ποτέ να ανήκει στη δημόσια κτήση αρχικά του Τουρκικού Κράτους και στη συνέχεια από την απελευθέρωση της Ηπείρου και μετέπειτα του Ελληνικού Δημοσίου ως διαδόχου αυτού.

Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, καθώς τα επίδικα γεωτεμάχια, κατά τις ανωτέρω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, είχαν ανέκαθεν αγροτικό χαρακτήρα, υπόκειντο σε ιδιωτική εξουσίαση, και δεν αποτελούσαν δημόσια δασική έκταση. Κατά τις ειδικότερες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του Εφετείου, τα επίδικα αποτελούν ιδιωτική ιδιοκτησία και οι αρχικοί ενάγοντες είχαν καταστεί πλήρεις συγκύριοι αυτού, χωρίς ποτέ το δικαίωμα κυριότητάς τους, όπως και των δικαιοπαρόχων τους να αμφισβητηθεί από το εναγόμενο- αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο μέχρι του έτους 2017 που χαρακτηρίστηκε ως δασική έκταση και περιλήφθηκε στον μη εισέτι κυρωθέντα δασικό χάρτη που έχει καταρτισθεί για την Κτηματική Κοινότητα Φιλιατών.

Σε κάθε περίπτωση, οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, διότι στηρίζονται, με βάση όσα προβάλλονται από το αναιρεσείον, σε εσφαλμένη προϋπόθεση, ήτοι σε ανύπαρκτη παραδοχή του Εφετείου ότι τα επίδικα ακίνητα έχουν δασικό χαρακτήρα, αφού κρίθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του ότι είναι γεωργικά και περιήλθαν με τον προαναφερόμενο πρωτότυπο τρόπο στην κυριότητα των εναγόντων, των οποίων οι δικαιοπάροχοι, άμεσος και απώτεροι, ήταν αληθείς κύριοι και δεν υπάρχουν στην αιτιολογία της απόφασης παραδοχές ότι οι επίδικες εδαφικές εκτάσεις, καθώς και η ευρύτερη που περικλείει και τις επίδικες, θεωρείται ως δημόσια δασική, λόγω μορφολογίας, κατά τις προϊσχύσασες ή ισχύουσες σχετικές διατάξεις.

Επιπροσθέτως, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι διότι, με αυτούς υπό την επίκληση της παράβασης των ανωτέρω διατάξεων, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), δηλαδή της φύσης του επιδίκου ως ιδιωτικής ιδιοκτησίας και όχι ως δημόσιας γαίας. Επομένως, ενόψει των ανωτέρω παραδοχών, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δεν παραβίασε ευθέως τις ανωτέρω ουσιαστικές διατάξεις του νόμου, ως προς το ζήτημα της κυριότητας στα επίδικα ακίνητο.

Με τους πρώτο και τρίτο λόγους της αναίρεσης, το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. αιτούμενο ότι αυτή έχει ανεπαρκείς και ελλιπείς αιτιολογίες ως προς την απόδειξη της κτήσης της κυριότητας των επιδίκων ακινήτων από τον απώτερο δικαιοπάροχο των εναγόντων με πρωτότυπο τρόπο ήτοι με έκτακτη χρησικτησία και της απόδειξης ότι τα ακίνητα αυτά δεν αποτελούσαν δημόσιο κτήμα.

Και οι λόγοι αυτοί της αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, διότι με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού, όπως προκύπτει από το προεκτεθέν περιεχόμενό της, διέλαβε σ' αυτή πλήρεις αιτιολογίες τόσο ως προς τον αγροτικό χαρακτήρα των επιδίκων, όσο και ως προς τη διηνεκή εξουσίαση τους για διάστημα μεγαλύτερο των δέκα ετών με καλλιέργειες που προσιδιάζουν στη φύση τους ως αγρών από τον απώτερο δικαιοπάροχο των εναγόντων, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την εφαρμογή των σχετικών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων που έχουν προπαρατεθεί, τις οποίες το Εφετείο, ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, όσον αφορά τα κρίσιμα αυτά ζητήματα.

Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο οδηγήθηκε στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι οι ενάγοντες κατέστησαν συγκύριοι των επιδίκων ακινήτων, χωρίς να έχει αποδειχθεί η εξουσίαση αυτών από τους απώτατους δικαιοπαρόχους τους επί μια συνεχή δεκαετία προ του έτους 1917 από κάποιο αποδεικτικό μέσο και ότι με βάση αυτήν έκανε δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη την ένδικη αγωγή, στηριζόμενο αποκλειστικά στην ένορκη κατάθεση του μάρτυρα των εναγόντων Νικολάου Ζήση Η αιτίαση, όμως, αυτή, υπό το πρόσχημα του αναιρετικού λόγου του άρθρου 559 αρ. 10 Κ.Πολ.Δ., πλήττει την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων από το Δικαστήριο της ουσίας και συμπεράσματα αυτού από την εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία δεν υπόκειται σε ακυρωτικό έλεγχο (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ.), γι' αυτό είναι απαράδεκτη (ΑΠ 255/2020, 1078/2019), σε κάθε δε περίπτωση είναι αβάσιμη, καθόσον από την πληττόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο σχημάτισε την κρίση του από τα μνημονευόμενα σ' αυτήν (απόφαση) αποδεικτικά μέσα (ένορκη βεβαίωση και έγγραφα), από τα οποία κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, με την αποδοχή της αγωγής και την αναγνώριση των εναγόντων ως συγκυρίων των επιδίκων ακινήτων.

Με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης αιτιάται το αναιρεσείον ότι το εκδόσαν την προσβαλλομένη απόφαση Δικαστήριο, κατά παράβαση του άρθρου 559 αριθμός 8 Κ.Πολ.Δ, δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα δεν έλαβε υπόψη του τον νομίμως προταθέντα ισχυρισμό του ότι τα επίδικα ακίνητα ανήκαν αρχικά ως δημόσια κτήματα στο Τουρκικό Κράτος και στη συνέχεια κατά τη διαδοχή τούτου στο ίδιο (Ελληνικό Δημόσιο) και ως τέτοια δεν ήταν δεκτικά έκτακτης χρησικτησίας από τον απώτερο δικαιοπάροχο των εναγόντων.

Ωστόσο όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης το Εφετείο ερεύνησε και απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την ένσταση του αναιρεσείοντος περί ιδίας κυριότητάς του στα επίδικα ακίνητα και ειδικότερα ότι αυτά αποτελούσαν ανέκαθεν δασική έκταση και περιήλθαν στην κυριότητά του ως διάδοχο του Τουρκικού Κράτους, σε κάθε δε περίπτωση με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας ως αδέσποτων.

Επομένως πρέπει να απορριφθεί ο περί του αντιθέτου λόγος της αναίρεσης. Συνακόλουθα και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση για αναίρεση της 102/2022 τελεσίδικης αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Κέρκυρας, και να καταδικασθεί, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος της ήδη αναιρεσίβλητης, το αναιρεσείον, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα αυτού, τα οποία θα καταλογισθούν μειωμένα (άρθρα 176, 183, 191παρ.2 Κ.Πολ.Δ. 22 παρ.1, 3 του ν.3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αριθμός 18 του Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δ., όπως τούτο ισχύει μετά την έκδοση της Κ.Υ.Α. 134423ΟΙΚ./08.12.1992 των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (Φ.Ε.Κ.

Β` 11/20.01.1993) που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 5παρ.12 του ν. 1738/1987). κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 1-12-2022 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 102/2022 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Κέρκυρας.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Απριλίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Απριλίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Σελίδα 24 της 625/2025 πολιτικής απόφασης του Αρείου Πάγου Σελίδα 25 της 625/2025 πολιτικής απόφασης του Αρείου Πάγου Ε.Λ.