Legislator Case Law & Legislation
625/2019 AI generated

Supreme Court annuls appeal decision for failure to consider insurer's contract termination argument.

Case Number 625/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court annulled the First Instance Court's decision regarding the incidental claim due to procedural violations. The insurer argued that the insurance contract was terminated, a fact crucial to the case outcome, but the court had instead accepted an argument that the contract was void due to premium non-payment. The court ruled that ignoring the insurer's valid claim for contract termination constituted a violation of the principle of hearing both parties under Article 559 of the Code of Civil Procedure.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 576, 580 of the Code of Civil Procedure; A court decision is annulled if it fails to consider a party's valid argument regarding the termination of a contract, thereby violating the principle of hearing both parties.

Keywords

AI generated
principle of hearing both parties termination of insurance contract incidental claim violation of procedural rights annulment of appeal decision contract validity civil procedure code

Cited Legislation

AI generated
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 576 of the Code of Civil Procedure
Article 580 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
1373E/12.03.2018
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 625 / 2019 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 625/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Ντάντου, Μαρία Τζανακάκη, Αντώνιο Τσαλαπόρτα και Ζαμπέτα Στράτα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Ιανουαρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην ….και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Σταυρόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Του αναιρεσιβλήτου: Ε. Κ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-9-2011 αγωγή του Α. Σ. (A. S.) του Σ., μη διαδίκου στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 2-2-2012 ανακοίνωση δίκης με προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση - παρεμπίπτουσα αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1599/2013 και 290/2014 μη οριστικές και 1126/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4799/2017 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10-1-2018 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ζαμπέτα Στράτα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Η κρινόμενη από 10.1.2018 (με αριθμό καταθ. 316/11.1. 2018) αίτηση αναίρεσης κατά της με αριθμό 4799/2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο και από τη σύμβαση ασφαλίσεώς του (άρθρ. 666, 667, 670-676 Κ.Πολ.Δ, όπως ίσχυαν πριν την κατάργησή τους με το Ν. 4335/2015), έχει ασκηθεί νομότυπα με την κατάθεση του δικογράφου αυτής στη γραμματεία του ως άνω δικαστηρίου (άρθρο 495 § 1 ΚΠολΔ) και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός της διετούς προθεσμίας από την δημοσίευσή της, εφόσον από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε η αναιρεσείουσα επικαλείται επίδοση αυτής (άρθρο 564 § 3 ΚΠολΔ).

Συνεπώς, ενόψει και των διατάξεων των άρθρων 552, 553 αρ. 1β, 556, 558 και 577 του ΚΠολΔ, είναι παραδεκτή και πρέπει να εξεταστεί το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της, παρά την απουσία του αναιρεσιβλήτου, ο οποίος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα για να παραστεί στη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, όπως προκύπτει από την 1373Ε/12.03.2018 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Πειραιώς Κατίνας Δανίκα, που με επίκληση προσκομίζει η αναιρεσείουσα (άρθρο 576 § 2 ΚΠολΔ).

ΙΙ. Ο αναιρετικός λόγος της παραγράφου 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο οποίος έχει ως στόχο τη διασφάλιση του συζητικού συστήματος, αλλά και την αρχή της ακρόασης των διαδίκων, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά τον νόμο και εκτιμώντας προφανώς εσφαλμένα τα διαδικαστικά έγγραφα είτε έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, είτε δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν επίσης ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, νοούνται δε ως πράγματα οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στην κατάλυση ή παρακώλυση του αιτούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, δηλαδή οι ισχυρισμοί που κατά το νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, θα πρέπει δε, αν πρόκειται για ισχυρισμούς που δεν λήφθηκαν υπόψη, ενώ έπρεπε να ληφθούν, να προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας και μάλιστα από τον ήδη αναιρεσείοντα.

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1, 6 παρ. 1 και 2, 10 παρ. 1, 11 παρ. 1, 16 και 19 του Ν. 489/1976 που κωδικοποιήθηκε με το προεδρικό διάταγμα 237/1986 προκύπτει ότι το πρόσωπο στο οποίο προξενήθηκε ζημία από τροχαίο ατύχημα έχει ευθεία και αυτοτελή αξίωση κατά του υπαίτιου ασφαλισμένου και της ασφαλιστικής εταιρείας.

Στην περίπτωση που το ζημιογόνο όχημα είναι ανασφάλιστο κατά το χρόνο του ατυχήματος, το Επικουρικό Κεφάλαιο είναι υποχρεωμένο να καταβάλει, μέχρι το κατώτατο όριο των ποσών της ασφαλιστικής κάλυψης, στα πρόσωπα που ζημιώθηκαν, αποζημίωση λόγω θανάτου, σωματικών βλαβών ή υλικών ζημιών, καθώς και χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης (Ολ.ΑΠ 9/1993).

Ως ανασφάλιστο θεωρείται το ζημιογόνο όχημα: α) όταν δεν έχει συναφθεί γι' αυτό ποτέ κατά το παρελθόν σύμβαση ασφάλισης ή β) όταν αυτή έληξε και δεν ανανεώθηκε ή λύθηκε ή ακυρώθηκε ή ανεστάλη, είτε μονομερώς με καταγγελία του ασφαλιστή ή του ασφαλισμένου, είτε με (κοινή) συμφωνία τους (Ολ.ΑΠ 3/2005). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 11α παρ. 1 του ίδιου ως άνω νόμου, που προστέθηκε με το άρθρο 9 του Ν. 3557/2007: "Τα μέρη που συμβάλλονται στην ασφαλιστική σύμβαση μπορούν να λύουν αυτή, οποτεδήποτε, με έγγραφη συμφωνία.

Η λύση της σύμβασης γνωστοποιείται, με επιμέλεια του ασφαλιστή, στο Κέντρο Πληροφοριών που προβλέπεται στο άρθρο 27β και ισχύει έναντι των τρίτων μετά την πάροδο δέκα έξι (16) ημερών από τη γνωστοποίηση αυτή". Από την εν λόγω διάταξη προκύπτει ότι παρέχεται στα μέρη η δυνατότητα με αντίθετη έγγραφη συμφωνία τους, χωρίς, δηλαδή, να υπάρξει καταγγελία από κάποιο από τα συμβαλλόμενα μέρη, να λύσουν την ασφαλιστική σύμβαση (ΑΠ 1594/2012, ΑΠ 1304/2010, ΑΠ 612/2016).

Η ίδια, πάντως, διάταξη δεν υποβάλλει, κατά την ορθότερη άποψη, στο συστατικό τύπο του εγγράφου την (αντι)συμφωνία αυτή των μερών, αν ληφθεί υπόψη ότι η ασφαλιστική σύμβαση δεν καταρτίζεται οπωσδήποτε εγγράφως και το ασφαλιστήριο είναι αποδεικτικό έγγραφο (Ολ.ΑΠ 9/2014, ΑΠ 512/2014), οπότε και για την κατάργησή της δεν απαιτείται συστατικό έγγραφο (Ολ.ΑΠ24/1994, ΑΠ564/1997).

Επίσης για τη λύση της σύμβασης ασφάλισης, για τις μεταξύ ασφαλιστού και ασφαλισμένου σχέσεις δεν απαιτείται η πάροδος της ως άνω προθεσμίας των δέκα έξι (16) ημερών και η γνωστοποίησή της στο Κέντρο Πληροφοριών όπως απαιτείται για την περίπτωση που προβάλλονται αξιώσεις από τον ζημιωθέντα τρίτο κατά του ασφαλιστή (ΑΠ 1594/2012, ΑΠ 1304/2010, ΑΠ 612/2016, ΑΠ 1136/2014).

Εν προκειμένω, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της κρινόμενης υπόθεσης προκύπτουν τα εξής: Ο Α. Σ. άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά του ήδη αναιρεσιβλήτου και του Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία "Επικουρικό Κεφάλαιο" την από 7.09.2011 (με αριθ. κατάθ. 168735/6541/10-10-2011) αγωγή του, με την οποία, επικαλούμενος ότι ο αναιρεσίβλητος, οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας …79 Ι.Χ.Ε.

αυτοκίνητο, που ετύγχανε ανασφάλιστο και επιδεικνύοντας αμέλεια περί την οδήγηση, προκάλεσε από αποκλειστική υπαιτιότητά του την 2-5-2011 τον τραυματισμό του, υπό τις περιγραφόμενες στην αγωγή συνθήκες, ζήτησε να αναγνωριστεί ότι αμφότεροι οι ως άνω εναγόμενοι του οφείλουν, εις ολόκληρον έκαστος, τα αναφερόμενα ποσά, ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, που υπέστη εξαιτίας του τραυματισμού του.

Περαιτέρω ο αναιρεσίβλητος άσκησε ενώπιον του ίδιου, ως άνω, δικαστηρίου κατά της αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρείας την από 2.2.2012 (με αριθ. καταθ. 27789/8.2.2002) προσεπίκληση με σωρευόμενη αγωγή αποζημίωσης, με την οποία εξέθετε ότι μεταξύ αυτού και της παρεμπιπτόντως εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας είχε συναφθεί η υπ' αριθμ. ...88 ανανεωτήρια σύμβαση ασφαλίσεως για την έναντι τρίτων κάλυψη της αστικής ευθύνης για ζημιές προκαλούμενες από το όχημά του, με περίοδο ασφαλιστικής κάλυψης εκτεινόμενη από 27-08-2010 έως την 27-02-2011, ότι μετά τη λήξη της η εν λόγω σύμβαση ανανεώθηκε αυτοδικαίως για ίσο χρονικό διάστημα, ήτοι από 27-02-2011 έως 27-08-2011, σύμφωνα με τη διάταξη του ισχύοντος τότε άρθρου 11α του Ν. 489/1976 (πριν ακόμα καταργηθεί με το άρθρο 169 παρ. 15 του Ν. 4261/2014 - ΦΕΚ 107/5-05-2014), καθόσον κανένας από τους συμβληφθέντες δεν ειδοποίησε τον άλλον, με συστημένη επιστολή ή με απόδειξη, περί του αντιθέτου, ότι λόγω της ως άνω ισχύουσας ασφαλιστικής σύμβασης η παρεμπιπτόντως εναγόμενη (ήδη αναιρεσείουσα), ως επέχουσα θέση δικονομικού εγγυητή ευθύνεται για κάθε τυχόν ποσό που θα υποχρεωνόταν αυτός να καταβάλει ως αποζημίωση ή εύλογη χρηματική ικανοποίηση στον ενάγοντα της κύριας αγωγής Α.

Σ., γι' αυτό ζήτησε να υποχρεωθεί η παρεμπιπτόντως εναγόμενη να του καταβάλει ό,τι αυτός υποχρεωθεί να καταβάλει με τη σειρά του στον ενάγοντα της κύριας αγωγής. Η παρεμπιπτόντως εναγόμενη προέβαλε παραδεκτώς, με σχετική δήλωσή της που καταχωρήθηκε στα υπ' αριθμ. 1599/6-06-2012 πρακτικά συνεδριάσεως του ως άνω δικαστηρίου και στις κατατεθείσες προτάσεις της, τον ισχυρισμό ότι η μεταξύ αυτής και του ασφαλισμένου της ενάγοντος - προσεπικαλούντος σύμβαση ασφαλίσεως είχε λυθεί από την 27-2-2011, με μεταγενέστερη συμφωνία των συμβαλλομένων, σύμφωνα με το άρθρο 361 του Α.Κ., επικαλούμενη κατά λέξη ότι "Με το με αριθμό ...65-7 ασφαλιστήριο συμβόλαιό μου ασφάλιζα το με αριθμό κυκλοφορίας ...79 Ι.Χ.Ε.

αυτοκίνητο του αντιδίκου για το χρονικό διάστημα από 27-8-2010 μέχρι και 27-2-2011. Πριν από τη λήξη της παραπάνω έγκυρης ασφαλιστικής σύμβασης στις 27-2-2011 απέστειλα στον ασφαλιστικό πράκτορα Χ., μέσω του οποίου ασφαλιζόταν σε μένα ο αντίδικος, το ανανεωτήριο συμβόλαιο, το σήμα ασφάλισης, τη βεβαίωση ασφάλισης και την απόδειξη πληρωμής των ασφαλίστρων που αφορούσε το επόμενο εξάμηνο, ήτοι το χρονικό διάστημα από 27-2-2011 μέχρι 27-8-2011 προκειμένου να παραδοθούν στον αντίδικο, πλην όμως ο αντίδικος, όταν ειδοποιήθηκε από τον παραπάνω ασφαλιστικό πράκτορα για να παραλάβει τα παραπάνω έγγραφα και την πληρωμή των ασφαλίστρων αρνήθηκε την ανανέωση της ασφαλίσεώς του, επικαλούμενος το υψηλό κόστος των ασφαλίστρων, δηλώνοντας ταυτόχρονα την βούλησή του για ακύρωση της μεταξύ μας ασφαλιστικής σύμβασης.

Κατόπιν των ανωτέρω ο ασφαλιστικός πράκτορας επέστρεψε σε μένα όλα τα παραπάνω έγγραφα (σήμα ασφάλισης, απόδειξη ασφαλίστρων κ.λπ.) με την ένδειξη εντολή πελάτη και έτσι εγώ εξέδωσα την με αριθμό ...258-1 πρόσθετη πράξη με την οποία ακύρωσα από τις 27-2-2011, ήτοι από την έναρξή της την ανανέωση της ασφαλιστικής σύμβασης μεταξύ μας για το χρονικό διάστημα από 27-2-2011 μέχρι 27-8- 2011".

Επί των ως άνω αγωγών, οι οποίες συνεκδικάστηκαν, εκδόθηκε η 1126/2015 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε εν μέρει την κύρια αγωγή ως προς τον αναιρεσίβλητο και απέρριψε την παρεμπίπτουσα αγωγή, κατά παραδοχή του ως άνω ισχυρισμού της παρεμπιπτόντως εναγομένης-αναιρεσίβλητης περί λύσεως της σύμβασης ασφάλισης.

Κατά της ως άνω απόφασης ασκήθηκαν εφέσεις από τον ενάγοντα της κύριας αγωγής Α. Σ. και τον ενάγοντα της παρεμπίπτουσας αγωγής (αναιρεσίβλητο) και κατά τη συζήτηση αυτών η παρεμπιπτόντως εναγόμενη (αναιρεσείουσα) επανυπέβαλε με τις προτάσεις της τον ως άνω ισχυρισμό, εκδόθηκε δε η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία δέχθηκε ανέλεγκτα κατά το μέρος που ενδιαφέρει στην παρούσα αναιρετική δίκη, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Το με αριθμ.

κυκλ. ...79 Ι.Χ.Ε. ζημιογόνο αυτοκίνητο είχε ασφαλισθεί δυνάμει του υπ' αριθμ. ...65/7 ασφαλιστηρίου συμβολαίου στην παρεμπιπτόντως εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "...." και δυνάμει του υπ' αριθμ. ...88 ανανεωτηρίου συμβολαίου για το χρονικό διάστημα από 27-8-2010 μέχρι 27-2-2011. Κατά τη λήξη της διάρκειας του εν λόγω συμβολαίου στις 27-2-2011 ο πρώτος εναγόμενος - παρεμπιπτόντως ενάγων δεν πλήρωσε τα ασφάλιστρα του επόμενου εξαμήνου και, η παρεμπιπτόντως εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία εξέδωσε την υπ' αριθμ. ...258-1 πρόσθετη πράξη, με την οποία ακύρωσε την εν λόγω ασφαλιστική σύμβαση από 27-2-2011.

Όμως, η τελευταία δεν τήρησε τις προδιαληφθείσες διατυπώσεις του άρθρου 11α του Π.Δ/τος 237/1986, που προστέθηκε με το άρθρο 9 του Ν. 3557/2007, κατά τα προεκτεθέντα, ο οποίος και εφαρμόζεται εν προκειμένω ως εκ του χρόνου επελεύσεως του ασφαλιστικού κινδύνου, ήτοι του χρόνου του ενδίκου ατυχήματος στις 2-5-2011, και δη δεν επέδωσε με συστημένη επιστολή ή επί αποδείξει στον πρώτο εναγόμενο - παρεμπιπτόντως ενάγοντα γραπτή δήλωση περί καταγγελίας της επίμαχης ασφαλιστικής σύμβασης για παράβαση ουσιώδους όρου, δηλαδή για καθυστέρηση ή μη καταβολή των ασφαλίστρων, γνωστοποιώντας του ταυτόχρονα ότι η μη συμμόρφωσή του με τον παραβιασθέντα ως άνω ουσιώδη όρο εντός τριάντα (30) ημερών από την τοιαύτη επίδοση της καταγγελίας επιφέρει τη λύση της ασφαλιστικής σύμβασης.

Κατά συνέπεια, δεν λύθηκε η επίμαχη ασφαλιστική σύμβαση και εξακολουθεί αυτή να υφίσταται μεταξύ των προαναφερομένων μερών, ενόψει του ότι δεν έλαβε χώρα, κατά τα προαναφερθέντα, εγκύρως η χωρήσασα από την παρεμπιπτόντως εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία ακύρωση αυτής, αλλά εξακολουθεί να ισχύει αυτή και έναντι του τρίτου ζημιωθέντος ενάγοντος, ο οποίος δικαιούται αποζημιώσεως από την εν λόγω ασφαλιστική εταιρεία...

Έσφαλε, συνεπώς το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων με το να δεχθεί με την εκκαλούμενη απόφασή του ότι δεν υφίσταται ενεργός ασφαλιστική σύμβαση μεταξύ του πρώτου εναγομένου και της παρεμπιπτόντως εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρείας και να απορρίψει συνακόλουθα ως ουσιαστικά αβάσιμη την παρεμπίπτουσα αγωγή, όπως βάσιμα περί τούτου υποστηρίζει ο πρώτος εναγόμενος με το σχετικό λόγο της κρινόμενης εφέσεώς του".

Με βάση τις πιο πάνω παραδοχές η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε την έφεση του αναιρεσιβλήτου, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση ως προς την παρεμπίπτουσα αγωγή και δεχόμενο αυτήν υποχρέωσε την παρεμπιπτόντως εναγόμενη - αναιρεσείουσα να καταβάλει στον παρεμπιπτόντως ενάγοντα - αναιρεσίβλητο κάθε ποσό που αυτός θα καταβάλει στον ενάγοντα της κύριας αγωγής.

Έτσι, όμως, η προσβαλλόμενη απόφαση είναι πρόδηλο α) ότι δεν έλαβε υπόψη τον προαναφερθέντα νόμιμο ισχυρισμό της παρεμπιπτόντως εναγομένης - αναιρεσείουσας, περί λύσεως της μεταξύ αυτής και του ασφαλισμένου της ασφαλιστικής σύμβασης, ο οποίος είχε προταθεί παραδεκτώς και είχε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δεδομένου ότι τείνει στην κατάλυση του ασκούμενου με την παρεμπίπτουσα αγωγή ουσιαστικού δικαιώματος και β) ότι έλαβε υπόψη ισχυρισμό που δεν προτάθηκε και είχε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ήτοι έλαβε υπόψη ότι η επίδικη ασφαλιστική σύμβαση καταγγέλθηκε ακύρως από την παρεμπιπτόντως εναγόμενη για παράβαση ουσιώδους όρου αυτής, δηλαδή για καθυστέρηση ή μη καταβολής των ασφαλίστρων, με συνέπεια τη μη λύση της επίμαχης ασφαλιστικής σύμβασης και την εξακολούθηση της ισχύος αυτής μεταξύ των συμβαλλομένων μερών κατά το χρόνο του ατυχήματος, με αποτέλεσμα την παραδοχή της παρεμπίπτουσας αγωγής.

Συνεπώς, η προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., όπως βάσιμα διατείνεται η αναιρεσείουσα με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως, γι' αυτό πρέπει, κατά παραδοχή του λόγου αυτού (παρελκούσης της έρευνας του ετέρου λόγου αυτής) να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς το κεφάλαιο της παρεμπίπτουσας αγωγής, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από δικαστή άλλον εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.), να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στην καταθέσασα τούτο αναιρεσείουσα, λόγω της νίκης της (άρθρο 495 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικαστεί ο ηττώμενος αναιρεσίβλητος στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας (άρθρ. 176, 183, 191 § 2 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 4799/2017 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό κεφάλαιο της

Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος της για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή.

Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στην καταθέσασα αναιρεσείουσα. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Μαΐου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Ιουνίου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ