Legislator Case Law & Legislation
625/2017 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against second instance judgment regarding landlord-tenant dispute over lease termination and damages.

Case Number 625/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by the tenants against the Lamia Court of Appeal's judgment in a lease dispute. The tenants argued the appellate court erred by accepting claims without evidence and by ignoring their own fault in the damages calculation. The court rejected these arguments, noting the lower court based its decision on established evidence and that the tenants failed to raise the specific objection regarding their own fault.

Legislator headnote

AI generated

Articles 286 and 287 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if it challenges a final judgment without raising a specific objection to the lower court's finding of fault, as such challenges violate the principle of finality of judgments.

Keywords

AI generated
lease termination dispute appeal inadmissibility fault in damages evidence standard court costs allocation

Cited Legislation

AI generated
Articles 286 and 287 of the Code of Civil Procedure
Article 559, paragraph 8, letter a of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 180, 183, paragraph 1 and 191, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 495, paragraph 4, letter e of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 625 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 625/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Β. συζ. Σ. Π., το γένος Π. Π., που δεν παραστάθηκε, 2) Ι. Π. του Σ. και 3) Μ. Π. του Σ., κατοίκων .... Ο 2ος των αναιρεσειόντων Ι. Π. παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Λάλα και ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπος και αντίκλητος της Μ. Π. (3ης), βάσει του υπ’ αριθμ. ...26-1-2015 πληρεξουσίου της Συμβολαιογράφου Αθηνών Αγγελικής Μανίδη - Παπασταθοπούλου, διόρισε στο ακροατήριο τον ίδιο ως άνω δικηγόρο Σπυρίδωνα Λάλα να την εκπροσωπήσει, δήλωσε δε ο τελευταίος, ότι η 1η ως άνω Β. Π. απεβίωσε στις 10-2-2016 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της, 2ος και 3η των αναιρεσειόντων.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεμιστοκλή Αρκουμάνη, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 15-11-2016 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-12-2004 αγωγή των ήδη 2ου και 3ης των αναιρεσειόντων, της ήδη αποβιωσάσης Β. Π. και του Χ. Η. Π., μη διαδίκου στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λαμίας.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 172/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 25/2008 του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 19-1-2011 αίτησή τους και τους από 26-1-2016 πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου διάβασε την από 25-2-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των πρώτου και τετάρτου λόγων του κυρίου δικογράφου και του δευτέρου προσθέτου λόγου (τόσον κατά το πρώτο, όσο και κατά το δεύτερο σκέλος του) και την απόρριψη των λοιπών (κυρίων και προσθέτων) λόγων της από 19-1-2011 αιτήσεως αναιρέσεως και των από 26-1-2016 προσθέτων λόγων αυτής κατά της 25/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 286 εδ. α’ και 287 του Κ.Πολ.Δικ. συνάγεται ότι η δίκη διακόπτεται αν, εωσότου τελειώσει η προφορική συζήτηση μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση, πεθάνει κάποιος διάδικος, η διακοπή δε αυτή επέρχεται από την γνωστοποίηση του λόγου της διακοπής προς τον αντίδικο με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός ακροατηρίου κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξεως από εκείνον που έχει το δικαίωμα να επαναλάβει την δίκη ή και από εκείνον που μέχρι την επέλευση του θανάτου ήταν πληρεξούσιος του θανόντος.

Ως διάδικος υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης, στην περίπτωση θανάτου του αρχικού διαδίκου, νοείται ο καθολικός του διάδοχος (κληρονόμος του). Εξάλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 290 του Κ.Πολ.Δικ., η επανάληψη της δίκης που έχει διακοπεί, λόγω θανάτου κάποιου διαδίκου, μπορεί να γίνει εκούσια με ρητή ή σιωπηρή δήλωση των προσώπων τα οποία, ως κληρονόμοι εκείνου, υπεισέρχονται στην δικονομική του θέση.

Εφόσον αποδεικνύεται ή συνομολογείται από τον αντίδικο, έστω και σιωπηρά, η νόμιμη δυνατότητα του προσώπου να διεξάγει τη δίκη στην θέση του διαδίκου, στον οποίο αφορούσε το διακοπτικό γεγονός, δεν απαιτείται ιδιαίτερη συζήτηση περί της επαναλήψεως και η δίκη συνεχίζεται κανονικά. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά του Δικαστηρίου τούτου προκύπτει, κατά την συζήτηση της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως και των προσθέτων λόγων αυτής, που έγινε κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, δεν εμφανίσθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, ή με δήλωση αυτού, κατά το άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ., η πρώτη αναιρεσείουσα Β.

Π., εμφανίστηκε όμως ο νομίμως διορισθείς από τους λοιπούς, δεύτερο και τρίτη, αναιρεσείοντες πληρεξούσιος δικηγόρος αυτών, Σ. Λ. (βλ. το υπ’ αριθμ. .../2015 πληρεξούσιο της Συμβολαιογράφου Αθηνών Αγγελικής Μανίδη - Παπασταθοπούλου), ο οποίος, για λογαριασμό των εντολέων του, δήλωσε ότι η άνω (πρώτη) αναιρεσείουσα Β.

Π. απεβίωσε και η δίκη συνεχίζεται από αυτούς, με την ιδιότητά τους ως μοναδικών εξ αδιαθέτου κληρονόμων της αποβιώσασας. Περαιτέρω, από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας προκύπτει, ότι η εν λόγω αναιρεσείουσα απεβίωσε στην Αθήνα, στις 10.2.2016 (βλ. απόσπασμα ληξιαρχικής πράξεως θανάτου, που έχει συντάξει η Ληξίαρχος Αθηνών Β.

Μ.), χωρίς να αφήσει διαθήκη (βλ. το με αριθμό πιστοποιητικού .../23.9.2016 πιστοποιητικό του Γραμματέα του Ειρηνοδικείου Αθηνών) και άφησε μοναδικούς πλησιεστέρους συγγενείς τα τέκνα της Ι. Π. και Μ. Π., ήτοι τους δεύτερο και τρίτη των αναιρεσειόντων (βλ. το με αριθμό πρωτ. ...19.2.2016 πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών του Δημάρχου Αθηναίων).

Ενόψει αυτών και αφού δεν αμφισβητείται από την αναιρεσίβλητη η ιδιότητα των ανωτέρω ως κληρονόμων της άνω θανούσας, η διακοπείσα δίκη νομίμως συνεχίζεται από τους προαναφερόμενους κληρονόμους αυτής.

Από την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 16 περ. α’ του Κ.Πολ.Δικ., που ορίζει ότι αναίρεση συγχωρείται αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει δεδικασμένο, συνάγεται ότι στον έλεγχο του Αρείου Πάγου υπόκειται τόσο η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί του αν τα υπ’ αυτού γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά συνιστούν την έννοια του δεδικασμένου και αν τούτο έχει την έκταση και τα αποτελέσματα που του προσέδωσε η απόφαση, όσο και η κρίση περί της συνδρομής ή μη των κατά το άρθρο 324 του Κ.Πολ.Δικ.

πραγματικών προϋποθέσεων αυτού, εφόσον αυτή στηρίζεται μόνο επί διαδικαστικών εγγράφων, η εκτίμηση του περιεχομένου των οποίων υπόκειται κατά το άρθρο 561 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα στον αναιρετικό έλεγχο για την έρευνα της βασιμότητας του προβαλλόμενου λόγου αναιρέσεως. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 321, 322 και 324 του Κ.Πολ.Δικ., συνάγεται ότι το δεδικασμένο καλύπτει, ως ενιαίο όλο, ολόκληρο το δικανικό συλλογισμό με βάση τον οποίο το δικαστήριο κατέληξε στην αναγνώριση της επίδικης έννομης σχέσης.

Συγκεκριμένα, καλύπτει όχι μόνο το δικαίωμα που κρίθηκε, δηλαδή την έννομη σχέση που διαγνώστηκε, αλλά και την ιστορική αιτία που έγινε δεκτή από την απόφαση, υπό την έννοια των περιστατικών, τα οποία ήταν αναγκαία για την διάγνωση της έννομης σχέσεως καθώς και τη νομική αιτία, ήτοι το νομικό χαρακτηρισμό που το δικαστήριο προσέδωσε στα πραγματικά περιστατικά κατά την υπαγωγή τους στη σχετική διάταξη νόμου και τις ενστάσεις που προτάθηκαν, καθώς και εκείνες που μπορούσαν να προταθούν και δεν προτάθηκαν.

Τα προαναφερόμενα ισχύουν και όταν η έννομη σχέση, που έχει διαγνωστεί, αποτελεί προδικαστικό ζήτημα άλλης μεταγενέστερης επίδικης αξίωσης. Επομένως, δεδικασμένο από τελεσίδικη απόφαση δημιουργείται και όταν το αντικείμενο της δίκης που διεξάγεται μεταξύ των ίδιων προσώπων είναι διαφορετικό από εκείνο που ζητήθηκε στη δίκη που προηγήθηκε, έχει, όμως, ως αναγκαία προϋπόθεση την ύπαρξη του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη εκείνη.

Τούτο συμβαίνει, όταν στη νέα δίκη πρόκειται να κριθεί η ίδια έννομη σχέση και το ίδιο ζήτημα με αυτό το οποίο κρίθηκε με την προηγούμενη απόφαση (ΑΠ 580/2010). Ο κανόνας αυτός δεν ισχύει, αν, κατά τον κρίσιμο χρόνο για την μεταγενέστερη δίκη έχει επέλθει μεταβολή του νομικού καθεστώτος ή των πραγματικών περιστατικών, στα οποία στηρίζεται το δικαίωμα, αφού τότε υπάρχει μεταβολή της νομικής ή ιστορικής αιτίας, ενώ ο κανόνας αυτός ισχύει, αν η μεταβολή έχει χωρήσει κατά την διάρκεια του κριθέντος χρονικού διαστήματος κατά την προηγούμενη δίκη, καλυπτόμενη τότε από το δεδικασμένο, το οποίο ακριβώς ως εκ της εννοίας του, παράγεται και από εσφαλμένη κατά το νομικό ή πραγματικό μέρος της δικαστική απόφαση (Ολ.ΑΠ 10/2002, Ολ.ΑΠ 34/1992, ΑΠ 623/2006).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των παρακάτω διαδικαστικών εγγράφων (άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.) προκύπτουν τα εξής: Με την ένδικη από 14.12.2004 αγωγή τους, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες ιστορούσαν ότι, δυνάμει όρου συμβάσεως εμπορικής μισθώσεως, η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη είχε την υποχρέωση, όταν θα συνέτρεχε η συμφωνημένη προϋπόθεση (μισθωτικής αποδέσμευσης των 3ου και 4ου ορόφων), να κατασκευάσει την κεντρική είσοδο της πολυκατοικίας κατά τα προβλεπόμενα πολεοδομικά σχέδια, έτσι, ώστε να εξασφαλίσουν οι ανωτέρω όροφοι, της κυριότητάς τους, πρόσβαση και να καταστούν λειτουργικά αξιοποιήσιμοι.

Ότι, αν και συνέτρεξε η προϋπόθεση αυτή, η εναγομένη κατέστη υπαίτια υπερήμερη ως προς την εκπλήρωση της ανωτέρω παροχής, με αποτέλεσμα αυτοί να υποστούν την επικαλούμενη ζημία (διαφυγόντα κέρδη), λόγω αντικειμενικής αδυναμίας εκμισθώσεως των ανωτέρω ορόφων κατά το διάστημα από 1.6.2002 έως 9.2.2004. Με την επίκληση των πραγματικών αυτών περιστατικών και επικαλούμενοι περαιτέρω ότι η σχετική συμβατική υποχρέωση της εναγομένης είχε ήδη αναγνωριστεί με την καταστάσα αμετάκλητη υπ’ αριθμ. 60/2004 απόφαση του Εφετείου Λαμίας, που εκδόθηκε επί της από 29.4.1999 αγωγής τους κατά της ίδιας εναγομένης με το ίδιο αγωγικό αίτημα και αφορούσε το αμέσως προηγούμενο χρονικό διάστημα, ήτοι από 1.6.1997 έως 31.5.2002, ζήτησαν κατά ένα μέρος να αναγνωρισθεί η ανωτέρω απαίτησή τους για αποζημίωση και κατά το υπόλοιπο να καταψηφισθεί.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 172/2006 οριστική απόφαση του παραπάνω Δικαστηρίου, με την οποία, κατά παραδοχή ως και κατ’ ουσίαν βάσιμης της προβληθείσας σχετικώς από την εναγομένη ενστάσεως καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος, απερρίφθη ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν. Κατά της αποφάσεως αυτής οι ενάγοντες άσκησαν την από 6.7.2006 έφεσή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη υπ’ αριθμ. 25/2008 οριστική απόφαση του Εφετείου Λαμίας με την οποία απερρίφθη ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν, δεχόμενο, για την απόρριψη αυτής τα εξής, ουσιώδη για την έρευνα των λόγων της αναιρέσεως:

Ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες είχαν ασκήσει ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λαμίας κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης (και της ανώνυμης εταιρίας, με την επωνυμία "... ΑΕ", περί της οποίας δεν πρόκειται) την από 29.4.1999 αγωγή τους με την ίδια ιστορική και νομική βάση, ζητώντας αποζημίωση λόγω στερήσεως της δυνατότητας εκμισθώσεως των ένδικων 3ου και 4ου ορόφων της κυριότητάς τους για το προγενέστερο χρονικό διάστημα από 1.6.1997 έως 31.5.2002.

Ότι επί της ως άνω αγωγής εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 111/2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, στο οποίο παραπέμφθηκε η αγωγή ως καθ’ ύλην αρμοδίου με την υπ’ αριθμ. .../2000 απόφαση του παραπάνω Δικαστηρίου και μετά την άσκηση κατ’ αυτής (111/2002 αποφάσεως) εφέσεων η με αριθμό 60/2004 απόφαση του Εφετείου Λαμίας, το οποίο, μετά την εξαφάνιση της ως άνω αποφάσεως του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, δέχθηκε τα ακόλουθα ουσιώδη για την έρευνα του συναφούς αναιρετικού λόγου πραγματικά περιστατικά: "Με το υπ’ αριθμ. ...9-1-1977 εργολαβικό συμβόλαιο ο Λ.

Π. και ο αδελφός του Ν. Π., ανέλαβαν την ανέγερση πολυώροφης οικοδομής με το σύστημα της αντιπαροχής σε οικόπεδο συνιδιοκτησίας των δύο τότε πρώτων εναγόντων -εκκαλούντων Χ. Π., και Β. Π. -καθ’ ης- και της Α. χήρας Π. Π. (μητέρα της δεύτερης ενάγουσας) και της Μ. χήρας Η. Π. (μητέρα του πρώτου ενάγοντος), που βρίσκεται στο κέντρο της Λαμίας στη συμβολή των οδών ..., απ’ όπου είναι η κυρία είσοδος της οικοδομής και ..., πλησίον του Πρωτοδικείου Λαμίας.

Συμφωνήθηκε ως εργολαβικό αντάλλαγμα να περιέλθουν στους πιο πάνω εργολήπτες κατά κυριότητα τα 600/1000 εξ’ αδιαιρέτου του οικοπέδου, όλες οι οριζόντιες ιδιοκτησίες των ορόφων Α, Β και Ε, 7 οριζόντιες ιδιοκτησίες του υπογείου και 5 του ισογείου. Στους οικοπεδούχους συμφωνήθηκε να περιέλθουν κατά κυριότητα τα 400/1000 εξ αδιαιρέτου του οικοπέδου, οι οριζόντιες ιδιοκτησίες του Γ’ και Δ’ ορόφου και ορισμένες ιδιοκτησίες του ισογείου και του υπογείου.

Η πολυώροφη οικοδομή υπήχθη στις διατάξεις του ν. 3741/29, 1002 και 1117 του Α.Κ. και συντάχθηκε η υπ’ αριθμ. .../27-9-1977 πράξη σύστασης οριζοντίων ιδιοκτησιών και κανονισμού δικαιωμάτων και υποχρεώσεων συνιδιοκτητών μεταξύ των οικοπεδούχων και της Ο.Ε., με την επωνυμία "Λ. Π. και Ν. Π. Ο.Ε.", στην οποία οι εργολήπτες μεταβίβασαν την από το παραπάνω εργολαβικό υπ’ αριθμ. ...9-1-1977 συμβόλαιο ενοχική σχέση με την υπ’ αριθμ. .../25-3-77 πράξη εκχώρησης και αναδοχής χρέους, εγγυηθέντες ως αυτοφειλέτες, την εκπλήρωση των υποχρεώσεων, που ανέλαβαν με το εργολαβικό συμβόλαιο έναντι των οικοπεδούχων.

Ειδικότερα, με αυτό είχαν αναλάβει ότι δεν θα κατασκευάσουν τους διαχωριστικούς τοίχους των οριζοντίων ιδιοκτησιών, αλλά θα διαμορφώσουν ενιαίους αδιαχώριστους χώρους, προκειμένου να χρησιμοποιηθούν για τη στέγαση των επιχειρήσεών τους (των εργοληπτών), προς τους οποίους οι οικοπεδούχοι θα εκμίσθωναν τις ιδιοκτησίες τους.

Όσον αφορά την κατασκευή των δύο διαχωριστικών τοίχων της κυρίας εισόδου της οικοδομής από τα εκατέρωθεν της εισόδου ισόγεια καταστήματα επί της οδού ... είχαν συμφωνήσει να μην κατασκευαστούν μέχρι την απόδοση των μισθίων χώρων του Γ’ και Δ’ ορόφου, αλλά να κατασκευαστούν μετά την απόδοση αυτών στους οικοπεδούχους ή ενός από αυτούς και εντός 60 ημερών από την έγγραφη πρόσκληση των οικοπεδούχων ή ενός από αυτούς, όπως ακριβώς προβλέπεται στο προσαρτημένο στο εργολαβικό σχεδιάγραμμα και με υλικά προβλεπόμενα από τη συγγραφή υποχρεώσεων, σε περίπτωση δε άρνησης, οι οικοπεδούχοι θα δικαιούνταν να προβούν οι ίδιοι σε εκτέλεση των εργασιών αυτών με δαπάνες των εργοληπτών.

Σε εκτέλεση των συμφωνηθέντων την ίδια ημέρα κατάρτισης του εργολαβικού συμβολαίου οι οικοπεδούχοι με τα υπ’ αριθμ. .../9-1-1977 μισθωτήρια συμβόλαια, εκμίσθωσαν στους εργολήπτες τις οριζόντιες ιδιοκτησίες τους με δικαίωμα παραχώρησης της χρήσης και υπεκμίσθωσης επί δέκα και εννέα έτη, αντίστοιχα. Η εκδοχέας εργολήπτρια εταιρία Ο.Ε., κατά μετατροπή της οποίας προήλθε το έτος 1979 η ανώνυμη εμπορική και βιομηχανική εταιρεία ειδών ενδύσεως και γενικού εμπορίου "..." παρέδωσε αποπερατωμένη την οικοδομή στις 31-5-1978.

Οι παραπάνω συμφωνίες, περί των διαχωριστικών τοίχων της κυρίας εισόδου της οικοδομής επαναλήφθηκαν και στην υπ’ αριθμ. .../27-9-77 πράξη σύστασης οριζοντίων ιδιοκτησιών. Οι οικοπεδούχοι, που δεν είναι διάδικοι, μεταβίβασαν την ψιλή κυριότητα των οριζοντίων ιδιοκτησιών τους στους ενάγοντες 2η, 3ο και 4η. Έτσι κατέστησαν αυτοί (οι ενάγοντες), όπως και με τις λοιπές μεταβιβάσεις, που αναφέρονται στην αγωγή, κύριοι ο καθένας των οριζοντίων ιδιοκτησιών, που περιγράφονται σ’ αυτή.

Ειδικότερα όσον αφορά τους ορόφους Γ’ και Δ’ , εμβαδού, αντίστοιχα, 720,80 τ.μ. και 582,25 τ.μ., ανήκουν κατά κυριότητα και νομή ο Γ’ εξ’ ολοκλήρου στον πρώτο εκκαλούντα - ενάγοντα - και ο Δ’ στους λοιπούς εκκαλούντες - ενάγοντες - δηλαδή στη Β. συζ. Σ. Π. (επιφάνεια 300,95 τ.μ.), στον Ι. Σ. Π. (επιφάνεια 143,40 τ.μ.) και στη Μ.

θυγ. Σ. Π. (επιφάνεια 137,40 τ.μ.). Μετά την αποπεράτωση της οικοδομής όλες οι οριζόντιες ιδιοκτησίες χρησιμοποιήθηκαν από τους αρχικούς εργολήπτες ως πολυκαταστήματα τροφίμων και οικιακού εξοπλισμού έως το έτος 1994. Οι πιο πάνω μισθώσεις μετά την λήξη τους παρατάθηκαν έως 20-2-1995 για τις οριζόντιες ιδιοκτησίες των ισογείων και υπογείων χώρων και έως 30-5-1996 για τις οριζόντιες ιδιοκτησίες των Γ’ και Δ’ ορόφων.

Στις αρχές 1995 ο Λ. Π. απελευθέρωσε τις οριζόντιες ιδιοκτησίες του υπογείου και ισογείου. Ο αδελφός του Ν. Π. είχε αποχωρήσει από την επιχείρηση. Με τα από 15-2- 1995 μισθωτήρια, που υπογράφηκαν μεταξύ των εκκαλούντων - εναγόντων - και του εργολήπτη Λ. Π. ατομικά και ως Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου της πρώτης εφεσίβλητης - εναγόμενης [...

Ανώνυμη Εταιρία] και συγκεκριμένα με τον 3° όρο συμφωνήθηκε, ότι "σε περίπτωση που ελευθερωθεί ο μίσθιος όροφος (τρίτος και τέταρτος) της οικοδομής, τότε η είσοδος του κτιρίου θα διαχωριστεί από την είσοδο των ισογείων καταστημάτων, σύμφωνα με τα λεπτομερώς αναφερόμενα στα φύλλα ... της υπ’ αριθμ. .../27-9-1977 πράξης συστάσεως οριζοντίου ιδιοκτησίας και κανονισμού δικαιωμάτων και υποχρεώσεων συνιδιοκτητών του συμβολαιογράφου Αθηνών Ε.

Δ. Π., με δαπάνες του μισθωτή Λ. Π. Π.. Εφ’ όσον χρόνον, όμως, θα διαρκεί, η μίσθωση του 4ου ή 3ου ορόφου, ο ισόγειος όροφος πρέπει να είναι ανοικτός καθ’ όλες τις εργάσιμες ημέρες και ώρες, ώστε, να γίνεται ελεύθερα η επικοινωνία των μισθίων ορόφων". Στη συνέχεια με τον 4ο όρο των μισθωτηρίων αυτών συμφωνήθηκε, ότι "η πρώτη εφεσίβλητη (ήτοι η ...

ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ), η οποία με σύμβαση, με το Λ. Π. χρησιμοποιεί ήδη τα μίσθια συνομολογεί και συναποδέχεται πάντα τα ανωτέρω, υπόσχεται και αυτή και υποχρεούται να εκπληρώσει όλες τις έναντι του εκμισθωτού υποχρεώσεις από τη μίσθωση του μισθωτού Λ. Π. και ιδία ως προς την καταβολή του μισθώματος, καθ’ όλον τον χρόνο, κατά τον οποίο αυτή θα χρησιμοποιεί τα μίσθια...".

Από τις συμβάσεις αυτές έχει υποχρέωση έναντι των εκκαλούντων η πρώτη εφεσίβλητη για την κατασκευή των διαχωριστικών της εισόδου της οικοδομής τοίχων, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην πράξη σύστασης οριζοντίου ιδιοκτησίας και κανονισμού δικαιωμάτων και υποχρεώσεων συνιδιοκτητών, σε περίπτωση ελευθέρωσης του Γ’ και Δ’ ορόφου.

Όσον αφορά τη δεύτερη εφεσίβλητη (..., με το διακριτικό τίτλο "...") με τα από 15-2-1995 μισθωτήρια μεταξύ αυτής και των εκκαλούντων και συγκεκριμένα με το 10ο όρο συμφωνήθηκε, ότι "σε περίπτωση που λήξει ή λυθεί η μίσθωση και ελευθερωθούν οι όροφοι ή όροφος της πολυώροφης οικοδομής, τότε η είσοδος της πολυώροφης οικοδομής, θα διαχωρισθεί με καλαίσθητο και λειτουργικό για όλες τις ιδιοκτησίες του κτιρίου διαχώρισμα από την είσοδο των ισογείων καταστημάτων σύμφωνα με τα λεπτομερώς αναφερόμενα στα φύλλα ...

της υπ’ αριθμ. .../27-9-1977 Πράξη Σύστασης Οριζόντιας Ιδιοκτησίας και Κανονισμού Δικαιωμάτων και υποχρεώσεων συνιδιοκτητών του συμβολαιογράφου Αθηνών Ευ. Πέτσα. Η δαπάνη αυτή του διαχωρισμού και διαμόρφωσης θα βαρύνει τον Λ. Π.. Αν όμως αυτός αδιαφορήσει για το διαχωρισμό αυτό, τότε υποχρεούται η μισθώτρια με δαπάνες της να κάνει διαχωρισμό και να αναζητήσει αυτή τη σχετική δαπάνη από τον υπόχρεο Λ.

Π.". Από τις συμβάσεις αυτές έχει υποχρέωση έναντι των εκκαλούντων η ως άνω δεύτερη εφεσίβλητη για την κατασκευή των διαχωριστικών της εισόδου της οικοδομής τοίχων, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην πράξη σύστασης οριζοντίου ιδιοκτησίας σε περίπτωση ελευθέρωσης των Γ’ και Δ’ ορόφων. Στις 30-5-1996 ο Λ. Π. κατήγγειλε εγγράφως τις μισθώσεις των Γ’ και Δ’ ορόφων και αποδόθηκαν στους εκκαλούντες την 1-6-1996 οι όροφοι αυτοί.

Όμως αδιαφόρησε για τον διαχωρισμό της εισόδου της πολυώροφης οικοδομής από την είσοδο των ισογείων καταστημάτων. Οι εφεσίβλητες (ως άνω εταιρείες) επανειλημμένως οχλήθηκαν προφορικά και εγγράφως από τους εκκαλούντες, όπως προβούν, με τον προβλεπόμενο με την υπ’ αριθμ. .../77 πράξη σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας τρόπο κατασκευής (με τοίχους) στο διαχωρισμό της κυρίας επί της οδού ...

εισόδου της οικοδομής από την είσοδο των ισογείων καταστημάτων. Όμως, αυτές αρνήθηκαν να εκτελέσουν τα συμφωνηθέντα. Μάλιστα, στις αρχές Μαΐου 1998 οι (αυτές) εφεσίβλητες παρεμπόδισαν την κατασκευή διαχωριστικής τοιχοποιίας από τους ως άνω εκκαλούντες, για την οποία αυτοί είχαν λάβει σχετική άδεια από την αρμόδια υπηρεσία της Πολεοδομίας.

Πρέπει να σημειωθεί, ότι η κεντρική είσοδος της οικοδομής ταυτίζεται με το χώρο υποδοχής του Σούπερ Μάρκετ. Χωρίς τη διαμόρφωση αυτής με τοιχοποιία, δηλαδή την ανεξαρτητοποίησή της είναι δυσχερέστατη η εκμίσθωση των Γ’ και Δ’ ορόφων για γραφεία (δικηγόρων, ιατρών, μηχανικών, συμβολαιογράφων κ.λπ.) και για κατοικίες, λόγω της απροθυμίας των μισθωτών και των πελατών τους να διέρχονται από την κύρια είσοδο της οικοδομής, αναμειγνυόμενοι και συνωθούμενοι με τους πελάτες του Σούπερ Μάρκετ (με τις σακούλες και τα καρότσια) που λειτουργεί στα εκατέρωθεν της κυρίας εισόδου δυο ισόγεια καταστήματα ως ενιαίος και αδιαίρετος χώρος.

Στα τέλη Δεκεμβρίου 1999 η δεύτερη εφεσίβλητη, κατά παράβαση των συμφωνηθέντων, προέβη παράνομα, χωρίς άδεια της πολεοδομίας, σε χαμηλού ύψους διαχωριστική τζαμαρία στην κεντρική είσοδο της οικοδομής με ανοίγματα στα πλάγια, έτσι ώστε να κυκλοφορούν οι πελάτες του σούπερ μάρκετ από το ένα τμήμα στο άλλο.

Για την κατασκευή αυτή διαμαρτυρήθηκαν οι εκκαλούντες. Με το υπ’ αριθμ. .../1999 έγγραφο της Διεύθυνσης Χωροταξίας και Περιβάλλοντος της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Φθιώτιδας διατάχθηκαν οι εφεσίβλητες στην κατασκευή των δύο τοίχων της κυρίας εισόδου, σύμφωνα με την υπ’ αριθμ. ... οικοδομική άδεια και στην κατεδάφιση κάθε άλλης κατασκευής.

Και πάλι αδιαφόρησαν. Από την αρμόδια υπηρεσία της Πολεοδομίας κρίθηκε κατεδαφιστέα η πιο πάνω παράνομη κατασκευή με υαλοπίνακες και γυψοσανίδες και με ενδιάμεσες πόρτες. Εξαιτίας της μη κατασκευής από τις εφεσίβλητες των δύο διαχωριστικών τοίχων της κυρίας εισόδου της οικοδομής από τα εκατέρωθεν αυτής ισόγεια καταστήματα δεν μπόρεσαν οι εκκαλούντες να εκμισθώσουν τους Γ’ και Δ’ ορόφους από 1-6-1997 έως 31-5-2002, δηλαδή επί χρονικό διάστημα 60 μηνών, αντί μισθώματος ανταποκρινόμενου στη μισθωτική τους αξία.

Τα μίσθια βρίσκονται στο κέντρο της Λαμίας, όπου η εμπορική κίνηση είναι μεγάλη... Ενόψει όλων αυτών, εξαιτίας της πιο πάνω αντισυμβατικής δόλιας συμπεριφοράς των εφεσιβλήτων (κατά παράβαση των συμφωνηθέντων της μη κατασκευής από αυτές των διαχωριστικών τοίχων της κυρίας εισόδου της οικοδομής από τα εκατέρωθεν ισόγεια καταστήματα) ζημιώθηκαν οι εκκαλούντες λόγω απώλειας μισθωμάτων κατά το ένδικο χρονικό διάστημα από 1-6-1997 έως 31-5-2002 τα ακόλουθα ποσά...".

Περαιτέρω το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε σχετικώς με την ουσιαστική βασιμότητα της ένδικης αξιώσεως των εναγόντων, που αφορά το μεταγενέστερο και ήδη επίδικο από 1.6.2002 έως 9.2.2004 χρονικό διάστημα, τα ακόλουθα: "Ωστόσο, αποδείχθηκε ότι η ζημία που εμφανίζουν οι εκκαλούντες ενάγοντες ότι υπέστησαν κατά το διάστημα από 1.6.2002 έως 9.2.2004 δεν υπήρξε απότοκος της μη συμμορφώσεως της εναγομένης στην προαναφερόμενη συμβατική της υποχρέωση να κατασκευάσει διαχωριστική είσοδο στην πολυκατοικία.

Ο 4ος όροφος της πολυκατοικίας, που ανήκει στους εκκαλούντες, έμεινε ανεκμετάλλευτος εξ αιτίας της επιλογής αυτών να μη τον εκμισθώσουν, αλλά να τον πωλήσουν, ως είχε, δηλαδή ως αδιαμόρφωτη ενιαία επιφάνεια 301 τ.μ. Γι’ αυτό και δεν προχώρησαν στη διαίρεση αυτού σε γραφεία για να είναι εφικτή η ξεχωριστή εκμίσθωση σε επαγγελματίες (δικηγόρους, μηχανικού κ.λπ.) κάθε διαιρεμένου χώρου.

Έτσι ήταν αντικειμενικά αδύνατη και κατ’ ακολουθίαν προσχηματική η όποια προσφορά του ορόφου τους προς εκμίσθωση σε τέτοιους επαγγελματίες. Αλλά και ούτε ως ενιαίο χώρο ήθελαν στην πραγματικότητα να τον εκμισθώσουν, κάτι που θα ήταν εφικτό, πράγματι, αν το επιδίωκαν. Έχοντας, όπως προαναφέρθηκε, την -αληθινή- πρόθεση να εκποιήσουν τον όροφο ως είχε, ούτε τον μετέτρεψαν σε γραφεία, αλλά ούτε και έκαναν κάποια ουσιαστική προσπάθεια να τον εκμισθώσουν ως ενιαίο για άλλη χρήση (λ.χ.

βιοτεχνική). Αξιοποιώντας την προαναφερόμενη απόφαση (60/2004) του Εφετείου Λαμίας, που τους επιδίκασε αποζημίωση για το προηγούμενο διάστημα, προβάλουν προσχηματικά τη μη εκμίσθωση του ορόφου τους και κατά το ένδικο διάστημα, επιδιώκοντας επί πλέον αποζημίωση, χωρίς ωστόσο να έχουν (στο ένδικο διάστημα) την πρόθεση να τον εκμισθώσουν.

Η πραγματική επιδίωξή τους ήταν να τον εκποιήσουν. Γι’ αυτό η μόνη δημοσίευσή τους στον τοπικό τύπο, απ’ αυτές που οι ίδιοι επικαλούνται, που αναφέρεται σε εκμίσθωση είναι εκείνη της 13.6.2002 στην "...". Στην αγγελία αυτή προσφέρονται και οι δύο όροφοι (τρίτος και τέταρτος) προς εκμίσθωση. Επειδή, όμως, στη συνέχεια ο κύριος του τρίτου ορόφου (πρώτος ενάγων) επιδίωξε την πώληση αυτού, όλες οι άλλες (11 τον αριθμό) αγγελίες των εκκαλούντων στο εξής, ήταν για εκποίηση του ορόφου τους.

Καμία αγγελία για εκμίσθωση δεν δημοσίευσαν. Αυτό καταδεικνύει και τις αληθινές, ως άνω, προθέσεις τους. Άλλωστε, την 22.1.2002 και την 21.11.2003 υπέβαλαν γραπτές προσφορές προς το Δικηγορικό Σύλλογο Λαμίας που αναζητούσε χώρο για τη στέγαση του "Λογαριασμού Αλληλοβοήθειας", με τις οποίες πρόσφεραν τον όροφό τους προς πώληση.

Επιστέγαση του ανωτέρω συμπεράσματος του δικαστηρίου (ότι οι εκκαλούντες δεν ήθελαν την εκμίσθωση) είναι και το γεγονός ότι, αν και η "... ΑΕ" και οι εργολάβοι, που έκτισαν την πολυκατοικία αδελφοί Πολιτικού, τους πρότειναν εγγράφως την 25.7.2002 να μισθώσουν αδιαμόρφωτο και ενιαίο τον 4ο όροφο, αυτοί αρνήθηκαν.

Το ίδιο είχαν πράξει και την 21.6.2001 που τους υποβλήθηκε όμοια πρόταση (από 11.6.2001), συνοδευόμενη μάλιστα και από τραπεζική εγγύηση για την εξασφάλιση καταβολής του μισθώματος. Γι’ αυτό και τελικά (τόσο ο μη εκκαλών εναγόμενος, όσο και οι εκκαλούντες) πώλησαν τους ορόφους τους στην εταιρία των αδελφών Πολιτικού, η οποία, στη συνέχεια, τους εκμίσθωσε, ως ενιαίο χώρο στην "...

ΑΕ". Μάλιστα, η εκμίσθωση έγινε χωρίς να γίνει η διαχωριστική είσοδος στο ισόγειο στο "σούπερ μάρκετ" της εναγομένης που συνιστούσε την ένδικη παροχή". Εν όψει των ανωτέρω, το Εφετείο δέχθηκε ότι από την ως άνω αναφερομένη προγενέστερη απόφασή του προκύπτει δεδικασμένο μόνο για το παρεμπιπτόντως κριθέν ζήτημα ότι οι δύο αρχικά εναγόμενες (μεταξύ των οποίων και η εφεσίβλητη και ήδη αναιρεσίβλητη) περιήλθαν υπαίτια σε υπερημερία ως προς την εκπλήρωση της προαναφερόμενης συμβατικής παροχής (κατασκευή εισόδου της πολυκατοικίας).

Ακολούθως δέχθηκε ότι μετεβλήθησαν οι προϋποθέσεις του δεδικασμένου που έχει παραχθεί από την ως άνω αναφερομένη προγενέστερη απόφασή του και, συνεπώς, το δεδικασμένο αυτό δεν καλύπτει και τις ένδικες αξιώσεις των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων. Με βάση δε την παραδοχή αυτή, αφού απέρριψε την έφεση των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων, επικύρωσε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή.

Σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, το δεδικασμένο που έχει παραχθεί από την ως άνω τελεσίδικη απόφαση που εκδόθηκε επί της προγενέστερης αγωγής των αναιρεσειόντων - εναγόντων δεν καλύπτει τις ένδικες αξιώσεις της μεταγενέστερης αγωγής τους, αφού ο χρόνος και τα πραγματικά περιστατικά που διαλαμβάνονται στην 60/2004 απόφαση του Εφετείου Λαμίας είναι διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται και κρίθηκαν με την προσβαλλομένη απόφαση, στην οποία πρέπει να σημειωθεί ότι περιέχονται παραδοχές από τις οποίες προκύπτει ότι έχει επέλθει μεταβολή των πραγματικών περιστατικών, στα οποία στηρίζεται το ένδικο δικαίωμα (προσφορά για εκμίσθωση, την οποία αρνήθηκαν οι ενάγοντες), με συνέπεια να υπάρχει μεταβολή της ιστορικής αιτίας (βλ.

Ολομ.ΑΠ 19/2005). Κρίνοντας, επομένως, έτσι το Εφετείο, με το να μην δεχθεί δηλαδή την ύπαρξη δεδικασμένου και στο ζήτημα της επελεύσεως ή μη ζημίας των εναγόντων στο επίδικο μεταγενέστερο χρονικό διάστημα, το οποίο από την ίδια την απόφαση προκύπτει ότι πρότειναν οι αναιρεσείοντες, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 16 του Κ.Πολ.Δικ.

και συνεπώς ο πέμπτος λόγος του κυρίου δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως και ο πρώτος πρόσθετος λόγος, που ασκήθηκε παραδεκτά, με τους οποίους προβάλλεται η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Περαιτέρω, όταν η προσβαλλόμενη απόφαση έχει δύο ισοδύναμες επάλληλες αιτιολογίες, οι οποίες στηρίζουν αυτοτελώς η κάθε μία το διατακτικό της και η μία αιτιολογία από αυτές δεν πλήττεται τελεσφόρως και λυσιτελώς με ειδικό λόγο αναιρέσεως, η αναίρεση θα απορριφθεί ως αλυσιτελής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δικ., όταν απευθύνεται κατά της μίας εκ των δύο αιτιολογιών, εφόσον η μη πληττόμενη τελεσφόρως αιτιολογία στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό (Ολ.ΑΠ 25/2003, ΑΠ 182/2016).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Εφετείο απέρριψε την έφεση των εναγόντων, επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, δεχόμενο το μεν ότι η αγωγή έπρεπε ν’ απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη καθόσον η ζημία των εναγόντων δεν συνδέεται αιτιωδώς με την υπαίτια συμπεριφορά της υπερήμερης εναγομένης, το δε ότι η άσκηση του δικαιώματος των εναγόντων να αξιώσουν αποζημίωση και για το ένδικο διάστημα υπερβαίνει προφανώς τα όρια που καθορίζει το άρθρο 281 του Α.Κ.

Η τελευταία αυτή επάλληλη αιτιολογία διατυπώθηκε ως εκ περισσού, εφόσον η καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος των εναγόντων να αξιώσουν αποζημίωση προϋποθέτει καταρχήν κατάφαση της ευθύνης της εναγομένης προς αποκατάσταση της ζημίας τους, ενόψει του ότι είναι διαφορετική η θεμελίωση του δικαιώματος και διαφορετική η απαγόρευση, εν τέλει, της ασκήσεως αυτού, λόγω της εφαρμογής του άρθρου 281 του Α.Κ.

Με τους πρώτο και τέταρτο λόγους του κυρίου δικογράφου της αναιρέσεως και δεύτερο και τρίτο προσθέτους λόγους, που ασκήθηκαν παραδεκτά, προβάλλονται από τους αναιρεσείοντες οι από τους αριθμούς 1, 19 και 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ. πλημμέλειες, με την επίκληση ότι η προσβαλλομένη απόφαση: α) προέβη σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 281 του Α.Κ., β) έχει αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς την κρίση της ότι η άσκηση του ενδίκου δικαιώματός τους παρίσταται καταχρηστική και γ) παρά το νόμο δεν κήρυξε (απέρριψε) απαράδεκτη την από την αναιρεσίβλητη προταθείσα ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του ενδίκου αγωγικού δικαιώματός τους.

Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς, δεδομένου ότι με αυτούς πλήττεται μόνον η δεύτερη αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως, η οποία μάλιστα, διατυπώθηκε, κατά τα προεκτεθέντα, ως εκ περισσού και όχι η ορθή πρώτη αιτιολογία αυτής, η οποία στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της.

Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 10 του Κ.Πολ.Δικ., που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκθέτει από ποία αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη γι’ αυτά (ΑΠ 1300/2014, ΑΠ 273/2011, ΑΠ 148/1991, ΑΠ 311/1985).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο του κυρίου δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 10 του Κ.Πολ.Δικ., διατεινόμενοι ότι το Εφετείο δέχθηκε "πράγματα" που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά, χωρίς απόδειξη και συγκεκριμένα ισχυρίζονται ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες "είχαν δυνατότητα εκμισθώσεως του Δ’ ορόφου είτε τμηματικά ανά ιδιοκτησία είτε συνολικά ως ενιαίου ορόφου, αλλά δεν το επιδίωξαν", χωρίς να εκθέτει από ποιο αποδεικτικό μέσο άντλησε την απόδειξη γι’ αυτό.

Όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο σχημάτισε την κρίση του και κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, αφού έλαβε υπόψη του τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων στο ακροατήριο του Δικαστηρίου, που περιέχονται στα ταυτάριθμα πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεώς του και όλα τα έγγραφα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι.

Συνεπώς, αφού από την ίδια την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση προκύπτει ότι το Δικαστήριο που την εξέδωσε, σχημάτισε την κρίση του από τα μνημονευόμενα σ’ αυτήν αποδεικτικά μέσα και δεν δέχθηκε τα πιο πάνω περιστατικό χωρίς απόδειξη, ο περί του εναντίου τρίτος λόγος της αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Σε κάθε περίπτωση πάντως ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι, υπό το πρόσχημα αυτό, πλήττεται η περί πραγμάτων ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.

Ο δεύτερος λόγος του κυρίου δικογράφου της αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 8 εδ. α’ του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., για παρά το νόμο λήψη υπόψη πραγμάτων που δεν προτάθηκαν και άσκησαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα ότι το Εφετείο δέχθηκε κατ’ ουσίαν την συνδρομή συντρέχοντος πταίσματος εκ μέρους των εναγόντων -εκκαλούντων και ήδη αναιρεσειόντων και μάλιστα σε ποσοστό 100% για την ζημία, την οποία αυτοί υπέστησαν, χωρίς να έχει υποβληθεί σχετική ένσταση από την αντίδικό τους, είναι αβάσιμος και, εντεύθεν, απορριπτέος, αφού, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο ουδόλως ασχολήθηκε με την επικαλούμενη ως άνω κατά τους αναιρεσείοντες, ένσταση.

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 180, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου, λόγω της ήττας τους, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε’ του Κ.Πολ.Δικ., όπως ίσχυε και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση πριν αντικατασταθεί με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 19.1.2011 αίτηση και τους ασκηθέντες με ιδιαίτερο, από 26.1.2016, δικόγραφο προσθέτους λόγους για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 25/2008 αποφάσεως του Εφετείου Λαμίας.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ. Και Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Απριλίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Απριλίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ