Legislator Case Law & Legislation
625/2016 AI generated

Appeal dismissed for inadmissibility due to vagueness and lack of specific legal error regarding Article 281 of the Civil Code.

Case Number 625/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by a local municipality against a final judgment of the Athens Court of Appeal. The municipality argued that the lower court unreasonably rejected a claim regarding the abuse of right in employment disputes, violating Article 281 of the Civil Code. The court rejected this appeal as inadmissible because the grounds cited were too vague and failed to specify the exact legal error in interpreting the statute, noting that such arguments do not establish a valid appeal when the lower court dismissed a claim for vagueness.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1) and 559(19) of the Code of Civil Procedure; An appeal ground is inadmissible if it fails to specify the exact legal error regarding the interpretation of a statute, particularly when the lower court dismissed a claim for vagueness.

Keywords

AI generated
inadmissibility vague appeal grounds abuse of right Article 281 Civil Code local municipality appeal

Cited Legislation

AI generated
Article 576(1) and (2) of the Code of Civil Procedure
Article 576(3)(b) of the Code of Civil Procedure
Article 226(4)(c) and (d) of the Code of Civil Procedure
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191(2) of the Code of Civil Procedure
Article 281 of the Code of Municipalities and Communities
Article 281(2) of the Code of Municipalities and Communities

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court 1/2009
Supreme Court 14/2015

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 625 / 2016 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 625/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Ευφημία Λαμπροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Στυλιανή Γιαννούκου, Χαράλαμπο Μαχαίρα και Σοφία Καρυστηναίου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 20 Σεπτεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Οργανισμού τοπικής αυτοδιοίκησης με την επωνυμία "Δήμος ..." που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Σιουρούνη με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ. και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ά. Β. του Σ., κατοίκου ..., 2) Α. Κ. του Η., κατοίκου ..., 3) Α. Κ. του Δ., κατοίκου ... Αττικής, 4) Ρ. Μ. του Α., κατοίκου ... Αττικής, 5) Μ. Μ. του Α., κατοίκου ... Αττικής, 6) Α. Π., κατοίκου ... Αττικής και 7) Α. Τ. του Κ., κατοίκου ... Αττικής, από τους οποίους ο έκτος δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο και οι λοιποί εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Σωτηρακόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-3-2008 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2248/2008 του ίδιου δικαστηρίου, 5125/2010 μη οριστική και 22/2014 οριστική του Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20-6-2014 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Στυλιανή Γιαννούκου ανέγνωσε την από 13-1-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της κρινόμενης αίτησης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι.

Κατά δε την παρ. 3 εδ. β του ίδιου άρθρου, που προστέθηκε σ' αυτό με το άρθρο 62 του ν. 4139/2013, αν στη δίκη μετέχουν περισσότεροι συνδεόμενοι με απλή ομοδικία και κάποιος από αυτούς δεν εκπροσωπείται από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς (Ολ.

Α.Π. 14/2015). Περαιτέρω κατά τις διατάξεις του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. γ και δ Κ.Πολ.Δ. που εφαρμόζονται και στην αναιρετική δίκη (άρθρο 575 παρ. 1 εδ. β Κ.Πολ.Δ.) αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε, κατά την οποία δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου προς εμφάνιση, η δε αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.

Ωστόσο κατά την έννοια των τελευταίων αυτών διατάξεων η αναβολή της συζήτησης και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο για τη μετ' αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και επομένως δεν χρειάζεται νέα κλήση του απολειπόμενου κατ' αυτή διαδίκου εφόσον αυτός είτε είχε επισπεύσει ο ίδιος τη συζήτηση της υπόθεσης κατά την αρχική δικάσιμο είτε είχε νόμιμα κλητευθεί να παραστεί κατά την αρχική δικάσιμο είτε είχε σε κάθε περίπτωση νόμιμα παραστεί κατ' αυτή, οπότε με τη νόμιμη παράστασή του χωρίς εναντίωσή του καλύφθηκε η τυχόν ακυρότητα της κλήτευσής του για την αρχική δικάσιμο.

Διαφορετικά η αναβολή της συζήτησης και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο δεν ισχύει ως κλήτευση του απολειπόμενου κατ' αυτή διαδίκου (Α.Π. 142/2016). Στην προκειμένη περίπτωση φέρεται για συζήτηση η από 20-6-2014 αίτηση για αναίρεση της 22/2014 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας νόμιμη δικάσιμο αυτής δεν εμφανίσθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο ο έκτος αναιρεσίβλητος Α. Π.. Από δε την έρευνα του φακέλου της δικογραφίας δεν προκύπτει ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της υπόθεσης ούτε αν ο παριστάμενος αναιρεσείων κλήτευσε νόμιμα και εμπρόθεσμα τον απολειπόμενο έκτο αναιρεσίβλητο ούτε αν ο τελευταίος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τους παρισταμένους λοιπούς αναιρεσιβλήτους ούτε αν ο ίδιος κλήτευσε τους λοιπούς διαδίκους προκειμένου να παραστούν στο δικαστήριο κατά την αρχική δικάσιμο της 2-2-2016, κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση της υπόθεσης για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο ούτε τέλος προκύπτει αν κατά την αρχική δικάσιμο ο απολειπόμενος έκτος αναιρεσίβλητος εκπροσωπήθηκε νομίμως από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Για τα πιο πάνω δεν προσκομίζεται οποιαδήποτε έκθεση επιδόσεως ούτε αναφέρεται οτιδήποτε στις από 22-9-2016 έγγραφες προτάσεις των αναιρεσιβλήτων αλλ' αντιθέτως σ' αυτές διευκρινίζεται ότι τους αναιρεσιβλήτους εκπροσωπεί νομίμως δυνάμει των προσκομιζομένων εξουσιοδοτήσεων ο πληρεξούσιος δικηγόρος τους Νικόλαος Σωτηρακόπουλος "πλην του αριθμ. 6" από αυτούς.

Επομένως πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση ως προς τον έκτο αναιρεσίβλητο, εφόσον δε αυτός συνδέεται με τους λοιπούς αναιρεσιβλήτους με σχέση απλής ομοδικίας, πρέπει να χωρισθεί η υπόθεση ως προς τους λοιπούς νομίμως παρισταμένους διαδίκους και να χωρήσει η συζήτηση της αίτησης ως προς αυτούς.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 εδ. α Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να καθορίζεται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου.

Αν δε το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να παρατίθενται και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά, υπό τα οποία και συντελέσθηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου (Ολ. Α.Π. 20/2005). Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ανωτέρω αναιρετική πλημμέλεια και ειδικότερα, όπως κατά λέξη αναγράφεται σ' αυτόν: "Επειδή εσφαλμένα η προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε ότι υφίστατο έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μεταξύ εμού και των αναιρεσιβλήτων παραβιάζοντας έτσι ευθέως τις διατάξεις του Π.Δ. 164/2004 που αναφέρονται στους εργαζόμενους στον ευρύτερο δημόσιο τομέα και ειδικότερα των διατάξεων των άρθρων 5 και 7, σύμφωνα με τις οποίες απαγορεύεται η κατάρτιση συμβάσεων που υπερβαίνουν τους 24 μήνες συνολικό χρόνο διάρκειας και προβλέπεται η αυτοδίκαιη ακυρότητά τους.

Επομένως η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η οποία έκρινε την ένδικη σύμβαση εργασίας των αναιρεσιβλήτων νόμιμη και έγκυρη, παραβίασε τις παραπάνω διατάξεις του Π.Δ. 164/2004 που αναφέρονται στους εργαζόμενους στον ευρύτερο δημόσιο τομέα και ειδικότερα των διατάξεων των άρθρων 5 και 7, σύμφωνα με τις οποίες απαγορεύεται η κατάρτιση συμβάσεων που υπερβαίνουν τους 24 μήνες συνολικό χρόνο διάρκειας και προβλέπεται η αυτοδίκαιη ακυρότητά τους και πρέπει να αναιρεθεί σύμφωνα με το άρθρο 559 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ".

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας δεδομένου ότι σ' αυτόν δεν παρατίθενται οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, όπως έπρεπε για να είναι αυτός ορισμένος κατά τα προεκτεθέντα.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο ως άνω λόγος αναίρεσης αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και γι' αυτό προϋποθέτει κρίση επί της ουσίας, δεν ιδρύεται δε όταν η έλλειψη των αιτιολογιών ή η ανεπάρκεια ή η αντίφαση αναφέρονται στη σκέψη της απόφασης με την οποία η αγωγή ή η ένσταση κρίθηκε μη νόμιμη ή απαράδεκτη λόγω αοριστίας (Ολ.

Α.Π. 1/2009). Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α Κ.Πολ.Δ. και συγκεκριμένα, όπως κατά λέξη αναφέρεται σ' αυτόν: "Επειδή η προσβαλλόμενη απόφαση παρά το νόμο απέρριψε εντελώς αναιτιολόγητα την νόμιμα προταθείσα ένστασή μας περί καταχρηστικής ασκήσεως της ένδικης αγωγής σε βάρος μας, δεδομένου ότι μετά την ολοκλήρωση των ένδικων προγραμμάτων, οι αναιρεσίβλητοι, οι οποίοι είχαν συμφωνήσει έγγραφα να ενταχθούν σε πρόγραμμα απόκτησης εργασιακής εμπειρίας, κατατάχθηκαν σε οργανικές θέσεις ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και απασχολούνται και αμείβονται με βάση τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας ΠΟΕ-ΟΤΑ.

Επομένως η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 281 Α.Κ. και πρέπει να αναιρεθεί σύμφωνα με το άρθρο 559 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.". Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας αφού για τη θεμελίωσή του δεν αναφέρεται το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 281 Α.Κ., όπως έπρεπε κατά τα αναφερθέντα στην προηγούμενη σκέψη.

Αλλά και αν θεωρηθεί ότι με το λόγο αυτό αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ. (ενόψει του αναγραφομένου σ' αυτόν ότι η προσβαλλομένη "απέρριψε εντελώς αναιτιολόγητα την νόμιμα προταθείσα ένστασή μας περί καταχρηστικής άσκησης της ένδικης αγωγής") και πάλι αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το εφετείο απέρριψε την προβληθείσα από τον εναγόμενο ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος των εναγόντων ως αόριστη, σύμφωνα δε με όσα έχουν εκτεθεί στην αρχή αυτής της σκέψης ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ.

δεν παρέχεται όταν το δικαστήριο απέρριψε την αγωγή ή την ένσταση ως αόριστη. Ενόψει των ανωτέρω πρέπει ν' απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση στο σύνολό της ως προς τους λοιπούς, πλην του έκτου, αναιρεσιβλήτους και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων αυτών, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα των τελευταίων (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), μειωμένα όμως σύμφωνα με το άρθρο 281 παρ. 2 του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 3463/2006.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 20-6-2014 αίτησης για αναίρεση της 22/2014 απόφασης του Εφετείου Αθηνών ως προς τον έκτο αναιρεσίβλητο Α. Π..

Απορρίπτει την αίτηση ως προς τους λοιπούς αναιρεσίβλητους.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων αυτών, τα οποία ορίζει σε εξακόσια (600) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Οκτωβρίου 2016.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Νοεμβρίου 2016.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ