Legislator Case Law & Legislation
625/2006 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against labor court ruling on fixed-term contract validity and procedural grounds.

Case Number 625/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision rejecting her employment claim. The appellant argued that a series of fixed-term contracts concealed an indefinite-term contract, while the lower court found the claim legally unfounded and rejected it on multiple grounds. The Court upheld the lower court's judgment, ruling that the appeal arguments regarding lack of reasoning and failure to address specific claims were inadmissible or unfounded.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1), 559(19), 559(8), 559(10) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court dismisses an appeal where the appellant fails to demonstrate a violation of substantive law or a lack of reasoning that affects the outcome, particularly when the lower court has already examined and rejected the underlying claims.

Keywords

AI generated
labor contract validity fixed term concealment indefinite term contract appeal admissibility lack of reasoning procedural dismissal employment law

Cited Legislation

AI generated
Article 21 of Law 2190/1994
Article 10(8) of Law 2266/1994
Article 103 of the Constitution
Articles 648 and 659 of the Civil Code
Article 8 of Law 2112/1993
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 559(8) of the Code of Civil Procedure
Article 559(10) of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 625 / 2006 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 625/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές : Θεόδωρο Αποστολόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ιωάννη Δαβίλλα, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη και Μάριο-Φώτιο Χατζη-πανταζή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 6η Δεκεμβρίου 2005, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τζιώτη, για να δικάσει μεταξύ :

Της αναιρεσείουσας : Γ. Β. Κ., συζύγου Κ. Θ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Φραντζή.

Του αναιρεσίβλητου : Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Λιμενικό Ταμείο Μεθάνων" που εδρεύει στα ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14 Σεπτεμβρίου 2001 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3319/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 532/2003 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα, με την 5 Μαρτίου 2004 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Δαβίλλας διάβασε την από 20 Νοεμβρίου 2005 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως και την καταδίκη του αντίδικου στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Επειδή, από την προσκομιζόμενη ... έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Κ. Σ., προκύπτει ότι η επισπεύδουσα τη συζήτηση αναιρεσείουσα επέδωσε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 122 παρ. 1, 123, 126 παρ. 1 γ' , 129 Κ.Πολ.Δ.) στο απολιπόμενο αναιρεσίβλητο "Λιμενικόν Ταμείον Μεθάνων", ΝΠΔΔ, ακριβές αντίγραφο της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως, με τις κάτω από αυτή πράξεις καταθέσεως και ορισμού δικασίμου, μαζί με κλήση για να παραστεί στην αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας, αρχικώς προσδιορισμένη, δικάσιμο (6-12-2005), κατά την οποία αυτό δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου. Επομένως, η συζήτηση πρέπει να γίνει παρά την απουσία του παραπάνω αναιρεσίβλητου.

2. Επειδή, στο άρθρο 21 του Ν. 2190/1994 ορίζεται στην παρ. 1 ότι "οι δημόσιες υπηρεσίες και τα νομικά πρόσωπα της παρ. 1 του άρθρου 14 του ίδιου νόμου επιτρέπεται να απασχολούν προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου για την αντιμετώπιση εποχιακών ή άλλων περιοδικών ή πρόσκαιρων αναγκών, με τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία των επόμενων παραγράφων" στην παρ. 2 ότι "η διάρκεια της απασχόλησης του προσωπικού της παρ. 1 δεν μπορεί να υπερβαίνει τους οκτώ (8) μήνες μέσα σε συνολικό χρόνο 12 μηνών.

Παράταση ή σύναψη νέας σύμβασης κατά το αυτό ημερολογιακό έτος ή μετατροπή σε σύμβαση αορίστου χρόνου είναι άκυρες." Στη συνέχεια στις παρ. 3 και 4 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι τα αρμόδια όργανα υποχρεούνται να παύσουν να καταβάλουν τις αποδοχές στο προσωπικό που συμπλήρωσε την άνω οριζόμενη διάρκεια απασχόλησης άλλως καταλογίζονται στα ίδια οι αποδοχές που καταβλήθηκαν και τέλος ότι οι προϊστάμενοι ή άλλα αρμόδια όργανα που ενεργούν κατά παράβαση των προηγουμένων παραγράφων διώκονται για παράβαση καθήκοντος κατ' άρθρο 259 Π.Κ..

Σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 14 του ίδιου Ν. 2190/1994, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 του Ν. 2527/1997, στις διατάξεις του άρθρου αυτού υπάγονται όλοι οι φορείς του δημόσιου τομέα, όπως αυτός οριοθετείται με τις διατάξεις του άρθρ. 1 παρ. 6 του Ν. 1256/1982 και τις μεταγενέστερες συμπληρώσεις του, ανάμεσα στους οποίους (φορείς) περιλαμβάνονται και τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου.

Με την αναθεώρηση του έτους 2001(ΦΕΚ Α 85/18-4-2001), με σκοπό τη διασφάλιση της αξιοκρατίας και της διαφάνειας κατά τις προσλήψεις στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, προστέθηκε στο άρθρο 103 του Συντάγματος παρ. 7, που προβλέπει ότι η πρόσληψη υπαλλήλων στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, γίνεται είτε με διαγωνισμό είτε με επιλογή σύμφωνα με προκαθορισμένα και αντικειμενικά κριτήρια και υπάγεται στον έλεγχο ανεξάρτητης Αρχής.

Επίσης στο ίδιο άρθρο (103) προστέθηκε παρ. 8, που προβλέπει ότι: "Νόμος ορίζει τους όρους και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα ..., για την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπομένων στο πρώτο εδάφιο της παρ. 3, είτε πρόσκαιρων είτε απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών κατά το δεύτερο εδάφιο της παρ. 2.

Νόμος ορίζει επίσης τα καθήκοντα που μπορεί να ασκεί το προσωπικό του προηγούμενου εδαφίου. Απαγορεύεται η από το νόμο μονιμοποίηση προσωπικού που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή η μετατροπή των συμβάσεών του σε αορίστου χρόνου. Οι απαγορεύσεις της παραγράφου αυτής ισχύουν και ως προς τους απασχολουμένους με σύμβαση έργου".

Κατά την κρατήσασα στη νομολογία, υπό το ως άνω νομικό καθεστώς, άποψη ,οι διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου με το Δημόσιο, τα ΝΠΔΔ ή τους ΟΤΑ, που καλύπτουν πάγιες και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες, δεν μετατρέπονται σε αορίστου, όταν η ορισμένη διάρκεια επιβάλλεται από το νόμο ή από κανονισμό που έχει ισχύ νόμου (Ολ.

ΑΠ 1807/1986, ΑΠ 1507/04, 80/00, 1376/99, 1615/98, 571/98, 58/98, 1331/97). Διότι στην περίπτωση αυτή ο εργοδότης δεν έχει δυνατότητα σύναψης συμβάσεων αορίστου χρόνου και επομένως δεν μπορεί να γίνει λόγος για αδικαιολόγητο καθορισμό της σύμβασης ως ορισμένης διάρκειας. Επομένως στις συμβάσεις αυτές, είτε ως συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου είτε ως συμβάσεις έργου εμφανίζονται, δεν είναι δυνατή η εφαρμογή της διάταξης του άρθρ. 671 ΑΚ αλλά ούτε και της διάταξης του άρ. 8 παρ. 3 εδάφ.

β' Ν. 2112/20. Περαιτέρω από τις διατάξεις του άρθρου 189 παρ. 3 και ήδη 249 παρ. 1 και 3 της Ενοποιημένης απόδοσης της Συνθήκης της Ε.Ο.Κ. προκύπτει, ότι οι οδηγίες αποτελούν παράγωγο κοινοτικό δίκαιο και δεσμεύουν κάθε κράτος-μέλος της Κοινότητας, στο οποίο απευθύνονται, καθόσον αφορούν το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, αλλά αφήνουν την επιλογή του τύπου και των μέσων στην αρμοδιότητα των εθνικών αρχών.

Γι' αυτό απευθύνονται κατ' ανάγκην, όχι απ' ευθείας προς τους ιδιώτες, θεσπίζοντας δικαιώματα και υποχρεώσεις τους, αλλά μόνο προς τα κράτη μέλη, αφού μόνο αυτά έχουν τη δυνατότητα να λάβουν τα μέτρα, με τα οποία θα καταστεί εφικτή η επίτευξη του επιδιωκόμενου αποτελέσματος. Το κράτος-μέλος, που είναι αποδέκτης της οδηγίας, έχει την υποχρέωση να πραγματοποιήσει το αποτέλεσμα αυτό μέσα στην τασσόμενη προθεσμία, με μέσα, όμως, τα οποία αυτό θα επιλέξει.

Αν η οδηγία περιέχει κανόνες σαφείς και ορισμένους, δεκτικούς απευθείας εφαρμογής (δηλαδή χωρίς αιρέσεις ή περιθώρια επιλογής), η παράλειψη του εθνικού νομοθέτη, να την εκτελέσει εμπρόθεσμα, συνεπάγεται την άμεση ισχύ της στην εσωτερική έννομη τάξη του κράτους μέλους που είναι ο παραλήπτης αυτής. Η ισχύς της όμως εκτείνεται μόνο κατά του κράτους μέλους που παρέλειψε να την καταστήσει "εθνικό δίκαιο" και των αντίστοιχων κρατικών φορέων.

Δεν εκτείνεται και στις μεταξύ των ιδιωτών σχέσεις. Είναι δηλαδή κάθετη και όχι οριζόντια. Η οριζόντια ισχύς αυτής ολοκληρώνεται μόνο με την έκδοση πράξεως του εθνικού νομοθέτη που μετατρέπει την οδηγία σε κανόνα του εσωτερικού δικαίου(Ολ.ΑΠ 23/1998). Εξάλλου, η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28ης Ιουνίου 1999, σχετικά με τη συμφωνία πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου που συνήφθη από τη CES, την UNICE και το CEEP, η οποία δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στις 10-7-1999 και η ισχύς της οποίας άρχισε, σύμφωνα με το άρθρο 2 αυτής, στις 10-7-2001, ορίζει μεταξύ άλλων ότι η παρούσα συμφωνία εφαρμόζεται σε όλους τους εργαζόμενους ορισμένου χρόνου που έχουν σύμβαση ή σχέση εργασίας όπως αυτές καθορίζονται από τη νομοθεσία, τις συλλογικές συμβάσεις ή την πρακτική κάθε κράτους μέλους (ρήτρα 2) και ότι για να αποτραπεί η κατάχρηση που μπορεί να προκύψει από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, τα κράτη - μέλη, ύστερα από διαβουλεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους, ή/ και οι κοινωνικοί εταίροι, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα νομοθετικά μέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων, λαμβάνουν, κατά τρόπο που να λαμβάνει υπόψη τις ανάγκες ειδικών τομέων ή/ και κατηγοριών εργαζομένων, ένα ή περισσότερα από τα αναφερόμενα μέτρα και ειδικότερα καθορίζουν α) αντικειμενικούς λόγους που να δικαιολογούν την ανανέωση τέτοιων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας β) τη μέγιστη συνολική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου γ) τον αριθμό των ανανεώσεων τέτοιων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας.

Επίσης τα κράτη-μέλη ύστερα από διαβουλεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους ή/ και οι κοινωνικοί εταίροι καθορίζουν, όταν χρειάζεται, τις συνθήκες και τις οποίες συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου: θεωρούνται "διαδοχικές" και χαρακτηρίζονται συμβάσεις ή σχέσεις αορίστου χρόνου(ρήτρα 5). Είναι φανερό ότι η πιο πάνω Οδηγία δεν περιέχει κανόνες σαφείς και ορισμένους δεκτικούς απευθείας εφαρμογής στην ελληνική έννομη τάξη, δηλαδή η Οδηγία αυτή δεν είναι χωρίς αιρέσεις ή περιθώρια επιλογής από τον εθνικό νομοθέτη.

Η επίτευξη του στόχου της Οδηγίας, που είναι η αποτροπή της κατάχρησης να συνάπτονται διαδοχικές συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, προϋποθέτει συγκεκριμένα μέτρα προσαρμογής, που θα λάβει ο εθνικός νομοθέτης, ο οποίος καλείται να εξειδικεύσει τις συνθήκες κάτω από τις οποίες οι συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου θεωρούνται διαδοχικές και μπορούν να χαρακτηρισθούν ως αορίστου χρόνου.

Ήδη ο εθνικός νομοθέτης έχει εξειδικεύσει τις συνθήκες αυτές με τα ΠΔ 81/2003 και 164/2004, το δεύτερο από τα οποία αναφέρεται στους εργαζόμενους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στο δημόσιο τομέα και η ισχύς των οποίων άρχισε αντίστοιχα από τη δημοσίευσή τους στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (2-4-2003 και 19-7-2004).

Σύμφωνα λοιπόν με όσα προαναφέρθηκαν, η παραπάνω Οδηγία δεν εφαρμόζεται και δεν έχει ισχύ στην ελληνική έννομη τάξη μετά τη λήξη της προθεσμίας προσαρμογής (10-7-2001) και μέχρι τις 19-7-2004, που άρχισε η ισχύς του Π.Δ. 164/2004. Στην προκειμένη υπόθεση, όπως προκύπτει από το παρατιθέμενο στο αναιρετήριο περιεχόμενο της αγωγής, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση του Εφετείου, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα εκθέτει σ' αυτή ότι στις 10-6-1994 προσλήφθηκε από το εναγόμενο - αναιρεσίβλητο, ΝΠΔΔ, δυνάμει συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου για να προσφέρει σ' αυτό τις υπηρεσίες της ως γραμματέας και ακολούθως ως εισπράκτορας τελών και ως γραφέας, καλύπτοντας στην πραγματικότητα πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αναιρεσίβλητου και όχι εποχιακές, όπως ανεγράφη στην αρχική σύμβαση, ότι η σύμβαση αυτή ανανεώθηκε με επτά ακόμη συμβάσεις ορισμένου χρόνου, ότι με τις ως άνω συμβάσεις συνέχισε να προσφέρει στο τελευταίο τις πιο πάνω υπηρεσίες της συνεχώς και αδιαλείπτως καθ' όλο το έτος - δηλαδή και κατά τα χρονικά διαστήματα κατά τα οποία εφέρετο ως μη εργαζόμενη με σύμβαση ορισμένου χρόνου - και ότι οι συμβάσεις αυτές υπέκρυπταν στην πραγματικότητα συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου και καταρτίστηκαν ως ορισμένου χρόνου για καταστρατήγηση των διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας, που αφορούν την καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου.

Ζήτησε δε με την αγωγή να αναγνωριστεί ότι εξυπηρετεί πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αναιρεσίβλητου και ότι οι συμβάσεις που υπήρχαν μεταξύ των διαδίκων ήταν συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. Η αγωγή αυτή, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν παραπάνω, δεν είναι νόμιμη κατά τους ισχύοντες, κατά το χρόνο δημοσιεύσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως κανόνες δικαίου, με βάση τους οποίους κρίνεται η ορθότητα ή μη αυτής (άρθρα 573 παρ. 1 και 533 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), διότι οι επίμαχες συμβάσεις καταρτίσθηκαν υποχρεωτικώς από το νόμο ως συμβάσεις ορισμένης διάρκειας και δεν μπορεί να γίνει λόγος για αδικαιολόγητο καθορισμό αυτών, ως ορισμένου χρόνου.

Περαιτέρω, η 1999/70/ΕΚ Οδηγία δεν ήταν εφαρμόσιμη, ως μη έχουσα κατά τα προεκτεθέντα άμεση ισχύ στην εσωτερική ημεδαπή έννομη τάξη. Εξάλλου το ΠΔ 81/2003,το οποίο ίσχυε κατά το χρόνο δημοσιεύσεως της προσβαλλομένης (14-5-2003), δεν ήταν εφαρμοστέο, δεδομένου ότι δεν ρυθμίζει τις εργασιακές σχέσεις των απασχολουμένων στον ευρύτερο δημόσιο τομέα (ως είναι η προκειμένη) πλέον του ότι, κατ' άρθρο 5 παρ.5 αυτού, οι διατάξεις του εφαρμόζονται σε συμβάσεις ή ανανεώσεις συμβάσεων ή σχέσεις εργασίας που συνάπτονται μετά την ισχύ του, περίσταση η οποία δεν συντρέχει κατά το περιεχόμενο της ένδικης αγωγής.

Εξάλλου, δεν ήταν εφαρμοστέο κατά τον άνω χρόνο δημοσιεύσεως της προσβαλλομένης απόφασης το ΠΔ 164/2004, αφού δεν είχε τεθεί σε ισχύ κατά το χρόνο αυτό. Το Εφετείο έκρινε ότι η ένδικη αγωγή, κατά την κύρια βάση της με το αίτημα να αναγνωριστεί ότι η επίδικη σύμβαση είναι αορίστου χρόνου δεν ήταν νόμιμη, ενώ κατά την επικουρική βάση της με αίτημα την τοποθέτηση της αναιρεσείουσας σε μόνιμη οργανική θέση κατ' εφαρμογή του άρθρου 10 παρ. 8 του Ν. 2266/1994 και της συνταγματικής αρχής της ισότητας, ήταν αόριστη.

Κατέληξε, έτσι, το Εφετείο ότι η αγωγή έπρεπε να απορριφθεί για τους παραπάνω λόγους και, κατ' επικύρωση της πρωτόδικης απόφασης που έκρινε όμοια με εν μέρει διαφορετική αιτιολογία την οποία και αντικατέστησε, απέρριψε στην ουσία την έφεση της ενάγουσας. Με την κρίση του αυτή, το Εφετείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 103 του Συντάγματος και των άρθρων 648 και 659 ΑΚ, 10 παρ. 8 του Ν. 2190/1994 και 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1020, καθώς και την πιο πάνω Οδηγία και το ΠΔ 81/2003, με τη μη εφαρμογή τους, και, επομένως, ο αντίθετος πρώτος, από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., λόγος της αναιρέσεως είναι αβάσιμος. 3.

Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και γι' αυτό προϋποθέτει κρίση του δικαστηρίου επί της ουσίας, δεν ιδρύεται δε όταν η έλλειψη ή ανεπάρκεια ή αντίφαση των αιτιολογιών αναφέρεται στη σκέψη της απόφασης με την οποία κρίθηκε απορριπτέα ως μη νόμιμη.

Έτσι ο δεύτερος λόγος της αναιρέσεως, υπό την αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., ότι η προσβαλλόμενη απόφαση που απέρριψε την αγωγή της αναιρεσείουσας, ως μη νόμιμη, στερείται αιτιολογίας, είναι απαράδεκτος. Εξάλλου, ο τρίτος, από το άρθρο 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ., λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη τον , ουσιώδη, αγωγικό ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, περί του ότι οι επτά (7) αλλεπάλληλες διαδοχικές συμβάσεις εργασίας της ορισμένου χρόνου, στην αλήθεια υπέκρυπταν σύμβαση αορίστου χρόνου, είναι αβάσιμος, διότι το Εφετείο ερεύνησε τον ισχυρισμό αυτό και , κρίναν ότι η αγωγή υπό αυτό το ιστορικό δεν ήταν νόμιμη, τον απέρριψε εκ του πράγματος.

Τέλος, ο τέταρτος, από το άρθρο 559 αριθ. 10 Κ.Πολ.Δ., λόγος της αναιρέσεως, υπό την αιτίαση ότι το Εφετείο έκρινε περί των αμέσως παραπάνω "πραγμάτων" χωρίς να διατάξει περί αυτών απόδειξη, είναι απαράδεκτος, διότι πέραν του ότι στην διαδικασία των εργατικών διαφορών δεν εκδίδεται παρεμπίπτουσα απόφαση για διεξαγωγή αποδείξεων, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν η αγωγή απορρίφθηκε ως νόμω αβάσιμη, όπως εν προκειμένω.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την, από 5 Μαρτίου 2004, αίτηση της Γ. θυγ. Β. Κ. ζυζ. Κ. Θ. , για αναίρεση της 532 /2003 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 20 Δεκεμβρίου 2005.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 4 Απριλίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ