Legislator Case Law & Legislation
624/2025 AI generated

Supreme Court dismisses State's appeal on property ownership, ruling death of defendant triggers case continuation by heirs.

Case Number 624/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against a lower court ruling regarding land ownership in the Ionian Islands. The State argued that the lower court incorrectly applied property law provisions, but the Court found this ground inadmissible because the defendant had already been declared legally dead. Consequently, the heirs of the deceased defendant were granted the right to continue the proceedings, and the appeal was rejected as the original substantive claim was already settled by the final judgment.

Legislator headnote

AI generated

Articles 286(a), 287(1), 290 of the Code of Civil Procedure; Article 1846 of the Civil Code: Upon the death of a party before the conclusion of oral proceedings, the trial is suspended and may be resumed by the heirs, who can voluntarily restart the proceedings upon declaration, leading to immediate continuation of the case.

Keywords

AI generated
death of party heirs succession resumption of trial admissibility of appeal civil procedure law property ownership court costs allocation

Cited Legislation

AI generated
Articles 286(a), 287(1), 290 of the Code of Civil Procedure
Article 1846 of the Civil Code
Article 573(1) of the Code of Civil Procedure
Articles 423, 424, 425, 426 of the Ionian Civil Code
Law 1866/1866
Law 3693/1957
Law 1738/1987

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 624 / 2025 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 624/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιφιγένεια Ματσούκα, Φωτεινή Μηλιώνη, Ευαγγελία Στεργίου, Ευγενία Μπιτσακάκη-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 19 Φεβρουαρίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Κωνσταντίνα Μαρίνου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Σ. Δ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Στο σημείο αυτό, ο δικηγόρος Σπυρίδων Μπουρμπούλης, αφού έλαβε το λόγο από την Πρόεδρο, δήλωσε ότι ο αναιρεσίβλητος απεβίωσε στις 1-5-2016 σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ' αριθμό ../../2016 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου του Δήμου Καισαριανής, και την παρούσα δίκη συνεχίζουν οι μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτού 1) Γ. Δ. του Σ., κάτοικος ..., 2) Γ. Δ. του Σ., κάτοικος ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο τους, και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από ..-2008 αίτηση του ήδη αποβιώσαντος αναιρεσιβλήτου και την από …/2009 κύρια παρέμβαση του Ελληνικού Δημοσίου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κεφαλληνίας και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: …/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 573/2011 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον με την από …-2014 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευγενία Μπιτσακάκη ανέγνωσε την από 5-2-2025 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι) Από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ.α, 287 παρ.1, 290 Κ.Πολ.Δ., οι οποίες εφαρμόζονται και στη δίκη για την αναίρεση, σύμφωνα με το άρθρο 573 παρ.1 ιδίου κώδικα, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 1846 ΑΚ, προκύπτει, ότι αν εωσότου τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση, πεθάνει κάποιος διάδικος, η δίκη διακόπτεται, εφόσον λάβει χώρα γνωστοποίηση του λόγου διακοπής, σύμφωνα με το προαναφερόμενο άρθρο 287 παρ.1, από τα πρόσωπα που δικαιούνται να επαναλάβουν την δίκη, όπως είναι και ο κληρονόμος του αποβιώσαντος, ο οποίος μπορεί να επαναλάβει εκουσίως τη δίκη με δήλωσή του που γίνεται ταυτοχρόνως με τη δήλωση διακοπής, οπότε επέρχεται άμεση επανάληψη της δίκης, με την προϋπόθεση, ότι αποδεικνύεται ή συνομολογείται από τον αντίδικο, έστω και σιωπηρώς, λόγω μη αμφισβήτησης, η ιδιότητα του επαναλαμβάνοντος τη δίκη ως κληρονόμου, η οποία, αν αμφισβητείται από τον αντίδικο, εξετάζεται από το δικαστήριο παρεμπιπτόντως.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά του δικαστηρίου τούτου, κατά τη συζήτηση της κρινόμενης αίτησης, που έγινε με εκφώνησή της από τη σειρά του πινακίου, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (19-2-2025), δεν εμφανίστηκε ο αναιρεσίβλητος Σ. Δ., εμφανίστηκαν όμως οι 1) Γ.

Δ. του Σ. και της Ε. και 2) Γ. Δ. του Σ. και της Ε., νομίμως εκπροσωπούμενοι από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Σπυρίδωνα Μπουρμπούλη, οι οποίοι δήλωσαν, ως κληρονόμοι (τέκνα) του αναιρεσίβλητου, ότι αυτός απεβίωσε στις 1-5-2016, μετά, δηλαδή, την άσκηση της αναίρεσης, και ότι αυτοί συνεχίζουν ως μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι, την βιαίως διακοπείσα δίκη.

Η κατά τα ως άνω βιαίως διακοπείσα δίκη νομίμως συνεχίζεται από τους ανωτέρω μοναδικούς (εξ αδιαθέτου) κληρονόμους του αναιρεσίβλητου μετά την νομότυπη και εμπρόθεσμη αποποίηση του κληρονομικού της (εξ αδιαθέτου) δικαιώματος, από την συγκληρονόμο αυτών σύζυγο του αποβιώσαντος και μητέρα των ανωτέρω Ε.

χήρα Σ. Δ. (σχετ. το με αριθμ. πρωτ. …./2016 απόσπασμα ληξιαρχικής πράξης θανάτου του ληξιάρχου του Δήμου Καισαριανής, το υπ' αριθμ. πρωτ. …/2016 πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών του Δήμου Κεφαλλονιάς, η υπ' αριθμ…./2016 έκθεση αποποίησης κληρονομίας του Ειρηνοδικείου Αθηνών, το υπ' αριθμ. …/2018 πιστοποιητικό του Γραμματέα του Ειρηνοδικείου Αθηνών, περί μη δημοσιεύσεως άλλης διαθήκης), ενώ, το παραστάν δια της Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Κωνσταντίνας Μαρίνου, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

αναιρεσείον δεν αμφισβήτησε κατά τη διάρκεια της προθεσμίας της προσθήκης εγγράφως με την κατάθεση σημειώματος, την ιδιότητα των άνω παρασταθέντων, που συνεχίζουν τη δίκη, ως κληρονόμοι του αποβιώσαντος αναιρεσίβλητου (Α.Π. Ολ22/2000, Α.Π.1390/2022. Α.Π. 122/2022). Η κρινόμενη από …-2014 αίτηση αναίρεσης με την οποία προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 573/2011 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Πατρών, που εκδόθηκε κατά την διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 495, 552, 553, 556, 558,560,564 παρ.1, 566παρ. 1 Κ.Πολ.Δ) Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577παρ.1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).

ΙΙ) Η προσβαλλόμενη απόφαση υπήρξε κατά παραδεκτή (άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ) για τις ανάγκες της αναιρετικής διαδικασίας, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Ο ήδη αποβιώσας αρχικός ενάγων-αναιρεσίβλητος Σ. Δ. με την από 1-12-2008 αίτησή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας, επικαλούμενος ότι είναι κύριος των αναφερομένων και περιγραφομένων σε αυτήν ακινήτων, ζήτησε την κατ άρθρο 6 παρ. 3 διόρθωση των αρχικών εγγραφών στα οικεία κτηματολογικά βιβλία, όπου εμφαίνονται "ως αγνώστου ιδιοκτήτη" και να καταχωρηθεί ο ίδιος ως αποκλειστικός κύρος αυτών.

Το αναιρεσείον με την από 2-5-2009 κύρια παρέμβασή του ενώπιον του άνω δικαστηρίου, ζήτησε να απορριφθεί η άνω αίτηση και αναγνωριζομένης της δικής του κυριότητας επί των ενδίκων ακινήτων, να διαταχθεί η σχετική διόρθωση στα οικεία κτηματολογικά βιβλία και να αναγραφεί το ίδιο ως ιδιοκτήτης. Η ανωτέρω αίτηση και η κύρια παρέμβαση συνεκδικάστηκαν ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου αντιμωλία των μετεχόντων στη δίκη κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας και εκδόθηκε η υπ' αριθμ.

…/2009 οριστική του απόφαση με την οποία έγινε δεκτή η αίτηση του αρχικού ενάγοντα- αναιρεσίβλητου και απερρίφθη ως ουσία αβάσιμη η κύρια παρέμβαση. Την απόφαση αυτή προσέβαλε το αναιρεσείον με την από …-2009 έφεσή του επί της οποίας εκδόθηκε κατά την ίδια ως άνω διαδικασία και κατ' αντιμωλία των διαδίκων η προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 573/2011 απόφαση του Εφετείου Πατρών το οποίο δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση ως προς το κεφάλαιο της κύριας παρέμβασης ως προς το οποίο εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, και στη συνέχεια δικάζοντας την κύρια παρέμβαση απέρριψε αυτήν ως απαράδεκτη, ενώ απέρριψε κατά τα λοιπά κατ' ουσίαν την έφεση με την οποία πλήττετο το κεφάλαιο της εκκαλουμένης πρωτοβάθμιας απόφασης, με το οποίο είχε γίνει δεκτή η αίτηση ως προς το δεύτερο των ακινήτων.

Της αποφάσεως αυτής του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου ζητεί την αναίρεση το αναιρεσείον, απευθυνόμενο στο Δικαστήριο τούτο, με την από …-2014 αίτησή του.

ΙΙΙ) Από το συνδυασμό των ορισμών του από 13/29 Δεκεμβρίου 1817 "Συντάγματος του Ηνωμένου Κράτους των Ιονίων Νήσων" (Κεφ. Α άρθρο 2 Κεφ. Δ Τμήμα α` άρθρο 1, 2, 4 και 6 και Τμήμα β` άρθρο 6), των από 6 Ιουνίου και 7 Ιουνίου 1830 Πρωτοκόλλων του Λονδίνου, της από 9 Ιουλίου 1832 συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως του ν. ΡΝ/1866 "περί εισαγωγής εν Επτανήσω της εν τω λοιπώ Βασιλείω ισχυούσης νομοθεσίας" (άρθρο 10.11.13 και 14) του ν. ΣΟΕ/1868 και του ΝΑΦΙ/1887, συνάγεται ότι επί των στην Επτάνησο δασών το Ελληνικό Δημόσιο δεν έχει δικαιώματα κυριότητας, αφού κατά την ένωση αυτής με την Ελλάδα, ουδέν έλαβε, ούτε σαν διάδοχο του Ηνωμένου Κράτους των Ιονίων Νήσων, το οποίο δεν είχε δημόσια κτήματα και μάλιστα δάση στην ιδιοκτησία του, ούτε στη συνέχεια από την επιχώριο (ή εγχώρια ή κοινή) καθεμιάς Νήσου περιουσία δεδομένου ότι αυτή διανεμήθηκε μεταξύ των δήμων καθεμιάς Νήσου. Πράγματι δε, περί της διανομής των εγχωρίων περιουσιών του ν. ΡΝ/1866 μερίμνησαν ακολούθως ο ν. ΥΙΓ/1871 για την Ζάκυνθο, ο ν. ΨΙ/1878 για την Κεφαλληνία, ο ν. ΨΞΣΤ/1879 για την Λευκάδα, ο ν. ΑΦΙ/1887 για την Κέρκυρα (η διαχείριση της εγχωρίου περιουσίας της οποίας είχε ρυθμισθεί ειδικότερα με το ν. ΣΟΕ/1868 "περί της διαχειριστικής επιτροπής της κοινής της νήσου Κερκύρας περιουσίας"), και ο ν. 2355/1920 για τα Κύθηρα.

Συνεπώς, επί των στην Επτάνησο Δασών, δεν μπορεί να έχει εφαρμογή το υπέρ του Δημοσίου τεκμήριο κυριότητας, που θεσπίστηκε από το β.δ. της 16-11-1836 "περί ιδιωτικών δασών", με το άρθρο 1 σε συνδυασμό προς τα άρθρα 2 και 3 του οποίου αναγνωρίστηκε η κυριότητα του Δημοσίου επί των αποτελουσών δάση εκτάσεων, από την έναρξη της ισχύος του, με εξαίρεση τα δάση, τα οποία προ της ενάρξεως του απελευθερωτικού αγώνα ανήκαν σε ιδιώτες βάσει εγγράφου αποδείξεως της Τουρκικής Αρχής, ή σε ιδιωτικά χωριά, των οποίων οι τίτλοι ιδιοκτησίας θα αναγνωρίζονταν από την επί των Οικονομικών Γραμματεία, στην οποία έπρεπε να υποβληθούν εντός του έτους από τη δημοσίευση του β.δ. αυτού. Τούτο άλλωστε καθιερώθηκε νομοθετικώς με το άρθρο 62 παρ. 1 εδαφ. β` του Ν. 998/1979 "Περί προστασίας των δασών...", στο οποίο ορίζεται ότι: "Κατ' εξαίρεσιν η διάταξις της παρ. 1 εδαφ. α` του ίδιου άρθρου (που καθιερώνει τεκμήριο κυριότητας υπέρ του Δημοσίου επί των δασών και των εν γένει δασικών εκτάσεων) δεν ισχύει εις τας περιφερείας των Πρωτοδικείων των Ιονίων νήσων...". (ΑΠ 11/2019, ΑΠ 957/2015, ΑΠ 929/2015).

Συνεπώς, προκειμένου περί δασών στα Επτάνησα μόνη η υπό του Δημοσίου επίκληση και σε περίπτωση αμφισβήτησης, απόδειξη της δασικής μορφής της διεκδικούμενης έκτασης, δεν αρκεί προς θεμελίωση δικαιώματος κυριότητας επ' αυτής, αλλά απαιτείται, προς παραδοχή τέτοιας κυριότητας του Δημοσίου, η επίκληση και σε περίπτωση αμφισβήτησης, απόδειξη της κτήσεως κατά έναν από τους προβλεπόμενους από τον Ιόνιο Αστικό Κώδικα ή από τις 23-2-1946, του Αστικού Κώδικα, ή ενδεχομένως κάποιου ειδικού νόμου, τρόπου κτήσεως κυριότητας (ΑΠ 11/2019 , ΑΠ 929/2015, ΑΠ 957/2015).

Εξ άλλου κατά τα άρθρα 2, 13, 14 και 16 του περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων νόμου της 21.6.1837, που ίσχυε στα Ιόνια Νησιά μετά την έκδοση του ν. ΡΝ/1866, με το άρθρο 2 του οποίου καταργήθηκαν τα έχοντα το ίδιο αντικείμενο άρθρα 402 - 409 του Ιόνιου Πολιτικού Κώδικα, δημόσια κτήματα είναι όσα ανήκουν στην Επικράτεια, όλα τα από ιδιώτες ή Κοινότητες μη δεσποζόμενα, δηλαδή όλα τα αδέσποτα και τα κτήματα των αποθανόντων ακλήρων ή εγκαταλελειμμένα από τους κληρονόμους κτήματα, επί των οποίων δεν υπάρχουν άλλων αποδεδειγμένες απαιτήσεις και συνεπώς και τα αδέσποτα δάση και εν γένει δασικές εκτάσεις ανήκουν στο Δημόσιο (ΑΠ 11/2019, ΑΠ 957/2015).

Από τις διατάξεις αυτές σαφώς συνάγεται ότι τα κατά την εισαγωγή του νόμου αυτού υπάρχοντα αδέσποτα περιήλθαν ex lege στο Δημόσιο, στο οποίο περιέρχονται και τα εκάστοτε καθιστάμενα αδέσποτα ακίνητα εγκαταλελειμμένα από τους ιδιοκτήτες καθώς και εκείνα των αποβιωσάντων χωρίς διαθήκη και κληρονόμους (ΑΠ 11/2019, ΑΠ 957/2015).

Έπεται ότι τα αδέσποτα ακίνητα πρέπει να διακρίνονται από τα εγκαταλελειμμένα, τα οποία εξακολουθούν να ανήκουν στην κυριότητα κάποιου προσώπου αλλά ο κύριος αυτών εγκατέλειψε τη νομή ή κατοχή τους (δεδομένου ότι η κυριότητα ως απεριόριστο δικαίωμα περιλαμβάνει ακόμα και την ευχέρεια του κυρίου να μην κάνει καμία χρήση του ακινήτου) και είτε ουδείς τα κατέχει είτε κάποιος τρίτος τα κατέλαβε και τα κατέχει, χωρίς όμως ο κύριος να ασκήσει αγωγή κατά του κατόχου αυτού καθώς αυτά είναι δυνατόν να επανέλθουν στην ενεργό κυριότητα των εγκαίρως εμφανιζομένων ιδιοκτητών, είτε περιέρχονται στην κυριότητα των αληθώς και νομίμως χρησιδεσποσάντων αυτά, είτε τέλος καταλαμβάνονται από το δημόσιο προς δεκαετή διαχείριση, κατά τους όρους του σχετικού άρθρου 334 του α.ν. 1539/1938.

Με το άρθρο 49 του Εισ.Ν.Α.Κ ο εν λόγω νόμος "περί διακρίσεως κτημάτων" καταργήθηκε, αντ' αυτού ισχύει δε η αποδίδουσα όμοιο δίκαιο διάταξη του άρθρου 972 Α.Κ. με την οποία ορίζεται ότι τα αδέσποτα ακίνητα καθώς και οι περιουσίες όσων πεθαίνουν χωρίς κληρονόμους ανήκουν στο Δημόσιο (ΑΠ 11/2019, ΑΠ 957/2015). Τέλος κατά το σύστημα του προαναφερόμενου νόμου "περί διακρίσεως κτημάτων" καθώς και εκείνο του Αστικού Κώδικα, τα αδέσποτα ακίνητα διακρίνονται:

α) σε εκείνα τα οποία δεν υπήρξαν ποτέ στην κυριότητα κανενός, δηλ. τα εξ αρχής αδέσποτα και β) σε εκείνα τα οποία έγιναν μεταγενέστερα αδέσποτα με εγκατάλειψη του προηγουμένου κυρίου, οπότε, για το νομότυπο της εγκατάλειψης αυτής απαιτείται μονομερής δήλωση του κυρίου με συμβολαιογραφικό έγγραφο ότι παραιτείται από την κυριότητα επί ορισμένου ακινήτου και μεταγραφή αυτής, δοθέντος ότι υπόκειται δικαιοπραξία που περιέχει κατάργηση της κυριότητας (Α.Π.1163/2022, ΑΠ 11/2019, ΑΠ 957/2015).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013,Α.Π. 412/2019).

Η παραβίαση από τη διάταξη αυτή πρέπει να προκύπτει από την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, η οποία στηρίζει το δικανικό συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού, η έλλειψη δε μείζονος προτάσεως και οι τυχόν εσφαλμένες κρίσεις του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την έννοια της διάταξης του ουσιαστικού νόμου και τις προϋποθέσεις εφαρμογής της, δεν ιδρύουν αυτές και μόνο λόγο αναίρεσης, αν δεν συνέχονται με την ουσιαστική του κρίση (Ολ.

Α.Π. 3/1997, Α.Π. 903/2010). Εξάλλου ο αναιρετικός λόγος που ερείδεται σε εσφαλμένη (ή αναληθή) προϋπόθεση, περίπτωση που συντρέχει όταν με αυτόν υποστηρίζεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ή δεν δέχθηκε ορισμένα πραγματικά περιστατικά ή εφάρμοσε ή δεν εφάρμοσε τις διατάξεις που επικαλείται ο αναιρεσείων, ενώ από τον έλεγχο αυτής στο πλαίσιο εφαρμογής του άρθρου 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

προκύπτει το αντίθετο, απορρίπτεται ως αβάσιμη (Α.Π. 587/2020, Α.Π. 412/2019, 403/2019).

ΙV) Στην προκειμένη περίπτωση οι παραδοχές στις οποίες το δευτεροβάθμιο δικαστήριο στήριξε την εκφερθείσα κρίση του, όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου της προσβαλλομένης αποφάσεως είναι οι ακόλουθες: " Επίδικο είναι ένα αγροτεμάχιο εμβαδού 1.416,63 τ.μ.

το οποίο βρίσκεται στη θέση "…" στο Δ.Δ. Λ… το δήμου Π.. του Νομού Κεφαλληνίας και το οποίο αποτελεί τμήμα ευρύτερης έκτασης γεωτεμαχίου που φέρει ΚΑΕΚ …, εμφαίνεται δε με τα στοιχεία …. και .. στο από 19 Σεπτεμβρίου 2008 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Δ. Π. και συνορεύει ολόγυρα με επαρχιακή οδό ……και με υπόλοιπο ακίνητο που φέρει ΚΑΕΚ …..

με την ένδειξη "άγνωστος ιδιοκτήτης". Το επίδικο ακίνητο αγροτεμάχιο αποτελεί τμήμα μείζονος αγροτεμαχίου συνολικής έκτασης 24.667 τ.μ., το οποίο φέρει ΚΑΕΚ ….. με την ένδειξη "άγνωστος ιδιοκτήτης". Το επίδικο ακίνητο αρχικά κατείχε διανοία κυρίου, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ιονίου Πολιτικού Κώδικα, δηλαδή διακατείχε αυτό συνεχώς, αδιακόπως, ειρηνικώς, δημοσίως, αναμφιβόλως και επί λόγω κυριότητας, εποπτεύοντάς το και καλλιεργώντας το, ο πατέρας του αιτούντος Γ.

Δ. του Κ. και της Ο., έως το θάνατό του το έτος 1979. Στη συνέχεια ο αιτών υπεισήλθε στη νομή του παραπάνω ακινήτου και από το έτος 1979 μέχρι και σήμερα νέμεται αυτό με διάνοια αποκλειστικού κυρίου, ενεργώντας τις προσιδιάζουσες στη φύση του ακινήτου υλικές πράξεις νομής και ειδικότερα το καλλιεργεί, συλλέγει τον ελαιόκαρπο των δένδρων και περιοδικά το οργώνει σε όλη του έκταση.

Μ' αυτόν τον τρόπο ο αιτών κατέστη κύριος του ως άνω περιγραφομένου επιδίκου αγροτεμαχίου με πρωτότυπο τρόπο κτήσης και ειδικότερα με έκτακτη χρησικτησία, εφόσον το νεμόταν για περισσότερο από είκοσι έτη. Τα ανωτέρω αποδεικνύονται από την κατάθεση του μάρτυρα του αιτούντος, ο οποίος μεταξύ άλλων ανέφερε: "Η έκταση του 1,5 στρέμματος έχει ελιές και τις έχει φυτέψει ο Σ….

και τις μαζεύει ο ίδιος. Τις φύτεψε πριν τριάντα χρόνια και το έχει περιφραγμένο με σύρμα εδώ και πολλά χρόνια. Το καλλιεργεί κάθε χρόνο. Και ο πατέρας μου το καλλιεργούσε και πριν από αυτόν ο παππούς μου..... Ποτέ δεν διεκδίκησε το κτήμα αυτό το Δημόσιο. Δεν έχει δασική βλάστηση, είναι καθαρό.... Βλάστηση δεν υπάρχει εκτός από τις ελιές.

Εκεί καλλιεργούνταν κουκιά την κατοχή. Τα ελαιόδενδρα είναι μέσα 40 χρόνια, πριν βάζαμε κουκιά και αρακά". Αναφορικά δε με τους ισχυρισμούς του εκκαλούντος αυτοί, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, αφού μόνον ο δασικός χαρακτήρας μιας έκτασης δεν επαρκεί, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, για να θεμελιωθεί δικαίωμα κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου επί των δασών της Περιφέρειας Ιονίων Νήσων.

Εξάλλου το εκκαλούν από την επίδικη έκταση των 1.416,13 τ.μ. ισχυρίζεται ότι μόνον η έκταση των 230 τ.μ. είναι χορτολιβαδική, με λοφώδες ανώμαλο έδαφος και απότομες κλιτύες με βραχώδεις εξάρσεις, σύμφωνα με την από 27-7-2010 έκθεση αυτοψίας και φωτοερμηνείας του Δασολόγου Μ.. Τ., υπάλληλο της δ/νσης δασών Κεφαλληνίας, ενώ για την υπόλοιπη έκταση ου συνολικού ακινήτου των 24.667,78 ισχυρίζεται ότι εμφανίζει μη δασική μορφή αλλά γεωργική και για το λόγο αυτό δεν υποβλήθηκε ένσταση από το Ελληνικό Δημόσιο.

Εξ άλλου από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε, ότι το επίδικο υπήρξε ποτέ από το έτος 1864 μέχρι την έναρξη του Αστικού Κώδικα (23-2-1946) αδέσποτο ή ανεξούσιο ή και ότι το κυρίως παρεμβαίνον απέκτησε κυριότητα επ' αυτού κατ' άρθρο Α.Κ. 972, όπως ισχυρίζεται, αφ' ης στιγμής μάλιστα δεν προσκομίζει κανένα έγγραφο προς απόδειξη του εν λόγω ισχυρισμού του, ούτε επιμελήθηκε την ένορκη επ' ακροατηρίω εξέταση κάποιου μάρτυρα.

Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι η ως άνω κτηματική περιοχή στην οποία βρίσκεται το επίδικο και η οποία εντάσσεται στο Δήμο Π…, για τον οποίο υπεύθυνο είναι το Κτηματολογικό Γραφείο Λ…, κηρύχθηκε υπό κτηματογράφηση στα πλαίσια των εργασιών για τη δημιουργία του Εθνικού Κτηματολογίου σύμφωνα με το Ν. 2308/1995.Κατά την τηρούμνεη διαδικασία κτηματογράφησης το ανωτέρω επίδικο αγροτεμάχιο δεν καταχωρίστηκε στους κτηματολογικούς πίνακες ως ιδιοκτησία του αιτούντος, με αποτέλεσμα σήμερα μετά το πέρας της κτηματογράφησης να εμφανίζεται στα κτηματολογικά φύλλα των βιβλίων του Κτηματολογικού Γραφείου Λ….

ως τμήμα ευρύτερης έκτασης γεωτεμαχίου, που φέρει ΚΑΕΚ …. με την ένδειξη "άγνωστος ιδιοκτήτης". Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του έκρινε ομοίως και δέχθηκε ως ουσία βάσιμη την αίτηση δεν έσφαλε στην εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων.....". Ακολούθως απέρριψε κατ'ουσίαν την έφεση επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση που εξέφρασε όμοια κρίση.

Με τον μοναδικό λόγο της αναίρεσης και υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 1 εδ.α Κ.Πολ.Δ αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια της ευθείας παράβασης των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 423, 424, 425 και 426 του Ιονίου Α.Κ. 1 και 2 του από 21-6-1987 Νόμου Περί διακρίσεως κτημάτων, 1 του Ν. ΡΝ/1866, διότι κατ'εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή αυτών το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε ότι το τεκμήριο κυριότητας του Δημοσίου επί των δασών δεν ισχύει στην επτάνησο, απορρίπτοντας μετά ταύτα ως μη νόμιμο τον ισχυρισμό (ένσταση) του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου ότι τα επίδικα ακίνητα αποτελούν δασικές εκτάσεις και ως τέτοια ανήκουν κατά κυριότητα σ'αυτό με την αιτιολογία αυτολεξεί ότι: "Προκειμένου περί δασών στην Επτάνησο μόνη η υπό του Δημοσίου επίκληση και σε περίπτωση αμφισβήτησης, απόδειξη της δασικής μορφής της διεκδικούμενης έκτασης δεν αρκεί προς θεμελίωση δικαιώματος κυριότητας επ' αυτής, αλλά απαιτείται προς παραδοχή τέτοιας κυριότητας του Δημοσίου η επίκληση και σε περίπτωση αμφισβήτησης, απόδειξη της κτήσεως κατά ένα από τους προβλεπόμενους από τον Ιόνιο Αστικό Κώδικα, ή από τις 23-2-1946 του Αστικού Κώδικα, ή ενδεχομένως κάποιου ειδικού νόμου, τρόπου κτήσεως κυριότητας".

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθώς στηρίζεται στην ανακριβή και εσφαλμένη προϋπόθεση ότι η ένσταση αυτή απορρίφθηκε ως μη νόμιμη με την ανωτέρω αιτιολογία, κάτι όμως που δεν συνέβη, καθώς από τις προαναφερθείσες παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης προκύπτει το αντίθετο. Ότι δηλαδή το Εφετείο έκρινε νόμιμη την ένστασή του και την απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη κρίνοντας ανέλεγκτα ότι το επίδικο είναι καλλιεργήσιμος αγρός και όχι δάσος ή δασική έκταση.

Παρεκτός του ότι ο λόγος αυτός κατά τη ρηθείσα αιτίασή του είναι απαράδεκτος, αφού όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση (άρθρο 561 παρ. 2) της ως άνω απόφασης οι παραπάνω φερόμενες παραδοχές αυτής αποτελούν μέρος της μη ιδρύουσας αυτοτελή λόγο αναίρεσης μείζονος πρότασης του δικανικού συλλογισμού.

V) Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς εξέταση, πρέπει η αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί. Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος των Γ. Δ. του Σ. και Γ. Δ. του Σ. που συνεχίζουν τη δίκη, μετά την επανάληψη αυτής, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του αρχικού αναιρεσίβλητου Σ.

Δ. , το αναιρεσείον, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα αυτών, τα οποία θα καταλογισθούν μειωμένα (άρθρα 176, 183, 191παρ.2 Κ.Πολ.Δ. 22 παρ.1, 3 του ν.3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αριθμός 18 του Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δ., όπως τούτο ισχύει μετά την έκδοση της Κ.Υ.Α. 134423ΟΙΚ./08.12.1992 των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (Φ.Ε.Κ.

Β` 11/20.01.1993) που εκδόθηκε κατ` εξουσιοδότηση του άρθρου 5παρ.12 του ν. 1738/1987). κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από …-2014 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου, για αναίρεση της υπ' αριθ. 573/2011 απόφασης του Εφετείου Πατρών. Και

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των Γ. Δ. του Σ. και Γ. Δ. του Σ. που συνεχίζουν τη δίκη, μετά την επανάληψη αυτής, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του αρχικού αναιρεσίβλητου Σ. Δ., τα οποία ορίζει στο ποσό τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Απριλίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9

Απριλίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ