Supreme Court partially allowed appeal against social security debt judgment, ordering remand for further trial.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appeal filed by the National Social Security Fund against a lower court judgment ordering payment of social security debts. While the court rejected arguments regarding the transfer of certain liabilities to the National Organization for Health Services, it found the main claim valid and the request for interest lawful. Consequently, the judgment was annulled in part and the case was remanded to the same court for further proceedings with a different panel of judges.
Legislator headnote
AI generatedArticles 294, 295, 296, 297, 299 of the Code of Civil Procedure; Article 573 of the Code of Civil Procedure; Article 495 of the Code of Civil Procedure; Article 52 of Law 4430/2016; Article 12 of Law 4578/2018; Article 904 of the Civil Code; Article 97 of Law 4486/2017; Article 166 of Presidential Decree 166/2003; Article 4 of Presidential Decree 166/2003; Article 22 of Law 3693/1957; Article 19 of Presidential Decree 1846/1951; Article 580 of the Code of Civil Procedure: The court may partially annul a judgment and remand the case for further trial when specific legal grounds are established while others are rejected, ensuring the parties' rights are fully adjudicated.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 624 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 624/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μυρσίνη Παπαχίου, Μαρία Ανδρικοπούλου και Αγαθή Δερέ - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΟΣ ΕΘΝΙΚΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ" (e-Ε.Φ.Κ.Α) και πρώην "ΕΝΙΑΙΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ - Ε.Φ.Κ.Α", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως οιονεί καθολικός διάδοχος του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων - Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Μισθωτών" και ως ειδικός διάδοχος του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας (ΕΟΠΥΥ)". Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαράλαμπο Τούμπα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", πρώην ..., που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΥΓΕΙΑ (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.)", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Η πρώτη αναιρεσίβλητη εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ιωάννα Σκαργιώτη, ενώ το δεύτερο αναιρεσίβλητο δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Στο σημείο αυτό ο Πρόεδρος ανέγνωσε την από 16-4-2021 μερική παραίτηση από το δικόγραφο της από 10-6-2019 αίτησης για αναίρεση της 2445/2018 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, την από 21-5-2021 έκθεση επίδοσης της ως άνω αίτησης παραίτησης προς το δεύτερο αναιρεσίβλητο, η οποία συντάχθηκε από τον δικαστικό επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Α. Γ. και την από 16-4-2021 πράξη κατάθεσης της Γραμματέως του Δικαστηρίου τούτου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-8-2011 αγωγή της ήδη πρώτης αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 578/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 2445/2018 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 10-6-2019 αίτησή του και τους από 23-9-2020 προσθέτους αυτής λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της πρώτης αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και των προσθέτων αυτής λόγων και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 294, 295 παρ. 1 εδ α, 296, 297 και 299 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται, σύμφωνα με το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για αναίρεση, προκύπτει ότι η παραίτηση από το δικόγραφο ή το δικαίωμα του ένδικου μέσου της αναίρεσης, το οποίο έχει ασκηθεί (άρθρο 495 παρ. 1 ΚΠολΔ), μπορεί να γίνει ή με δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή με δικόγραφο, που επιδίδεται στον αντίδικο του παραιτούμενου, πριν αρχίσει η προφορική συζήτηση της ουσίας της υπόθεσης, χωρίς τη συναίνεση του αναιρεσίβλητου και την κλήτευσή του στην ορισθείσα συζήτηση, αφού αυτός και αν ακόμη είχε κληθεί και παρασταθεί, δεν θα μπορούσε να αντιταχθεί στην παραίτηση αυτή (ΑΠ 47/2020, ΑΠ 351/2004).
Ως δικόγραφο νοείται κάθε έγγραφο, που συντάσσεται από το διάδικο ή το δικαστικό πληρεξούσιό του, για την πιστοποίηση των διαδικαστικών πράξεων που ενεργούν, ή από το δικαστήριο και το οποίο (έγγραφο), κατ` άρθρο 118 ΚΠολΔ, είτε υποβάλλεται στο δικαστήριο είτε επιδίδεται από τον ένα διάδικο στον άλλο. Η νομότυπη ως άνω παραίτηση έχει ως συνέπεια, ότι η αναίρεση θεωρείται ότι δεν ασκήθηκε και επιφέρει αντίστοιχη, ανάλογη με το περιεχόμενο και την έκτασή της, κατάργηση της δίκης (ΑΠ 47/2020, ΑΠ 657/2020, ΑΠ 742/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση, το αναιρεσείον ν.π.δ.δ., με την προσκομιζόμενη από 16-4-2021 έγγραφη δήλωσή του, υπογραφόμενη από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαράλαμπο Τούμπα, δυνάμει του με αριθμ. .../9-10-2020 πληρεξουσίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Παναγή Αλεξανδρόπουλου, παραιτήθηκε από το δικόγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, κατά το μέρος αυτής που στρέφεται κατά του δεύτερου αναιρεσίβλητου ν.π.δ.δ.
με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΥΓΕΙΑΣ (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.)". Η δήλωση αυτή υποβλήθηκε, στις 16-4-2021, στη Γραμματεία του Αρείου Πάγου, και επιδόθηκε, στις 21-5-2021, στο ανωτέρω αναιρεσίβλητο ν.π.δ.δ., όπως προκύπτει από τη με αριθμ. 8473/21-5-2021 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών.
Κατά συνέπεια, η γενόμενη με τον προαναφερόμενο τρόπο παραίτηση του αναιρεσείοντος από το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης ως προς το δεύτερο αναιρεσίβλητο είναι έγκυρη (άρθρο 297 ΚΠολΔ) και επέφερε τα αποτελέσματά της, δηλαδή η αίτηση αναίρεσης θεωρείται αναδρομικά ότι δεν ασκήθηκε ως προς το δεύτερο αναιρεσίβλητο ν.π.δ.δ. (άρθρα 295 παρ. 1, 299 ΚΠολΔ).
Επομένως, πρέπει η προκειμένη δίκη να κηρυχθεί καταργημένη ως προς αυτό, χωρίς να επιβληθούν δικαστικά έξοδα σε βάρος του αναιρεσείοντος που παραιτήθηκε, αφού το ανωτέρω αναιρεσίβλητο δεν παρέστη και δεν υπέβαλε σχετικό αίτημα.
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, με αριθμ. η 2445/2018 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή η έφεση της ενάγουσας - αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "..." και ήδη με την επωνυμία "..." κατά της με αριθμ. 578/2014 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε απορρίψει ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας την αγωγή της κατά του ν.π.δ.δ.
με την επωνυμία " Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ.", του οποίου οιονεί καθολικός διάδοχος είναι το ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "ΕΝΙΑΙΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ (ΕΦΚΑ)" και ήδη με την επωνυμία "ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΟΣ ΕΘΝΙΚΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ" (e - Ε.Φ.Κ.Α.) και πρώην "ΕΝΙΑΙΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣΗΣ - ΕΦΚΑ", εξαφανίστηκε η εκκαλούμενη απόφαση και έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή της αναιρεσίβλητης ως κατ' ουσίαν βάσιμη.
Η αίτηση αναίρεσης ως προς την αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρία, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ). Κατά το άρθρο 569 παρ. 2 εδ. α' ΚΠολΔ, οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης και τα κεφάλαια εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά, ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση, και αντίγραφο του οποίου επιδίδεται μέσα την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και στους άλλους διαδίκους.
Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, κεφάλαιο είναι κάθε οριστική διάταξη της τελεσίδικης απόφασης που κρίνει για το παραδεκτό ή το βάσιμο κάθε αυτοτελούς αίτησης παροχής έννομης προστασίας, η οποία εισάγει αντίστοιχα ένα ιδιαίτερο αντικείμενο δίκης, διαφοροποιούμενο από τα λοιπά είτε ως προς το αίτημα είτε ως προς την ιστορική βάση είτε ως προς αμφότερους τους παράγοντες που το οριοθετούν (ΑΠ 917/2020, ΑΠ 753/2020).
Αντιθέτως, πρόκειται για το αυτό αντικείμενο δίκης και, επομένως, και για το αυτό κεφάλαιο της απόφασης, όταν υπάρχει ταύτιση τόσο ως προς το αίτημα όσο και ως προς την ιστορική βάση. Αναγκαίως συνεχόμενα με τα κεφάλαια της απόφασης που αναιρεσιβλήθηκαν είναι όσα από τα λοιπά κεφάλαιά της παρουσιάζουν προς τα πρώτα στενή συνάφεια είτε διότι βρίσκονται σε σχέση προδικαστικότητας προς αυτά, δηλαδή αφορούν προκριματικά για την παραδοχή τους ζητήματα, είτε διότι έχουν, ως αντικείμενο, δικαιώματα που απορρέουν από την αυτή ιστορική αιτία ή από το αυτό βιοτικό γεγονός, οπότε και δημιουργείται κίνδυνος ασυμβίβαστων αποφάσεων, αν η κρίση περιορισθεί μόνο στα αναιρεσιβληθέντα κεφάλαια και συμβεί αυτή να είναι αντίθετη προς την κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τα λοιπά απρόσβλητα κεφάλαια της απόφασής του (ΑΠ 753/2020, ΑΠ 741/2020).
Στην προκείμενη περίπτωση, ως ημέρα συζήτησης ενώπιον του Α2 Τμήματος του Αρείου Πάγου της κρινόμενης της αίτησης αναίρεσης ορίστηκε η δικάσιμος της 22-2-2021, και το αναιρεσείον άσκησε προσθέτους λόγους, ως προς την αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρία, με το από 23-9-2020 ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στη γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου στις 24-9-2020 και επιδόθηκε νόμιμα στην αναιρεσίβλητη στις 25-9-2020, (βλ.
με αριθμ. 7697/25-9-2020 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στην περιφέρεια του Πρωτοδικείου Αθηνών Α. Γ.), δηλαδή τριάντα ημέρες πριν την ορισθείσα ως άνω αρχική δικάσιμο. Επομένως, οι πρόσθετοι λόγοι ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα, είναι παραδεκτοί και πρέπει συνεκδικαζόμενοι με την αίτηση αναίρεσης (άρθρα 246, 573 παρ. 1, 569 ΚΠολΔ), να ερευνηθούν περαιτέρω (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Για τις προμήθειες του Ι.Κ.Α., κατά τον κρίσιμο χρόνο, εφαρμόζονται οι σχετικές διατάξεις του ν. 2362/1995 "Δημόσιο Λογιστικό - Έλεγχος Δαπανών κλ.π.", οι διατάξεις του ν. 2286/1995 "Προμήθειες του Δημόσιου Τομέα και ρυθμίσεις συναφών θεμάτων" και η διαδικασία τους ρυθμίζεται από π.δ/γμα 394/1996. Κατά το άρθρο 1 του ν. 2286/1995, οι συμβάσεις από επαχθή αιτία για την προμήθεια αγαθών που ενεργούνται από φορείς του δημόσιου τομέα, στον οποίο περιλαμβάνονται και τα Ν.Π.Δ.Δ.
οφείλουν να καταρτίζονται εγγράφως. Επίσης, από τις διατάξεις του άρθρου 80 παρ. 1 και 2 του ν. 2362/1995 προκύπτει ότι για το κύρος σύμβασης του δημοσίου και των ν.π.δ.δ. με αντικείμενο αξίας μεγαλύτερης των "δύο χιλιάδων πεντακοσίων (2.500) ευρώ" ή που γεννά διαρκή υποχρέωση αυτού, απαιτείται η κατάρτισή της να γίνει με ιδιωτικό τουλάχιστον έγγραφο (το ποσό των 2.500,00 ευρώ αναπροσαρμόστηκε από 1-1-2002 με την ΥΑ του Υπουργού Οικονομικών 2/59649/0026/2001,ΦΕΚ Β`1427 22.10.2001) και ότι η πρόταση κατάρτισης της σύμβασης και η αποδοχή της δύναται να γίνουν και με ιδιαίτερα έγγραφα, ενώ η μη τήρηση του τύπου της έγγραφης αποδοχής αίρεται σε περίπτωση εκπλήρωσης της σύμβασης.
Ο τύπος του ιδιωτικού εγγράφου είναι συστατικός και όχι αποδεικτικός, και για το λόγο αυτό η έλλειψή του καθιστά, κατά τα άρθρα 158 και 159 παρ. 1 Α.Κ. άκυρη τη σύμβαση, η οποία αίρεται σε περίπτωση εκτέλεσης της σύμβασης μόνο όταν για τη σύναψη της προηγήθηκε χωριστή έγγραφη πρόταση χωρίς να επακολουθήσει και έγγραφη αποδοχή όχι όμως και όταν δεν τηρήθηκε καθόλου ο έγγραφος τύπος για την πρόταση και την αποδοχή (ΟλΑΠ 862/1984, ΑΠ 3/2020, ΑΠ 137/2019).
Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 82 παρ. 1 και 83 παρ. 1 του Ν. 2362/1995, που ίσχυε τον κρίσιμο χρόνο (ήδη καταργήθηκε με το άρθρο 377 παρ. 1 του ν. 4412/2016), για κάθε σύμβαση του Δημοσίου και ΝΠΔΔ που συνεπάγεται έσοδο ή δαπάνη αυτού, αν δεν ορίζεται διαφορετικά με ειδική διάταξη, προηγείται η προβλεπόμενη από τις κατά περίπτωση ισχύουσες διατάξεις διαδικασία ανοικτού ή κλειστού διαγωνισμού, επιτρέπεται, όμως, κατ' εξαίρεση, η με απευθείας ανάθεση σύναψη σύμβασης προμήθειας προϊόντων, παροχής υπηρεσιών ή εκτέλεσης έργων για ετήσια δαπάνη μέχρι ποσού ενός εκατομμυρίου πεντακοσίων χιλιάδων (1.500.000) δραχμών.
Από το ποσό αυτό και μέχρι τέσσερα εκατομμύρια (4.000.000) δρχ. απαιτείται διαγωνισμός με συνοπτική διαδικασία (πρόχειρος) που θα διενεργείται από τριμελή επιτροπή. 'Ανω του ποσού των τεσσάρων εκατομμυρίων (4.000.000) δρχ. απαιτείται σύναψη σύμβασης για προμήθεια προϊόντων, παροχή υπηρεσιών ή εκτέλεση έργων κατόπιν διενέργειας τακτικού διαγωνισμού (ανοικτού ή κλειστού), βάσει της ισχύουσας νομοθεσίας.
Με την ΑΥΟ 2024710/602/0026/1998 (Β` 431) τα ανωτέρω ποσά αναπροσαρμόστηκαν μέχρι το ποσό των 4.000.000 δρχ., μέχρι το ποσό των 8.000.000 δρχ. και άνω του ποσού των 8.000.000 δρχ., αντίστοιχα, στη συνέχεια δε, με την ΑΥΟ 2/45564/0026/2001 (Β'1066), ισχύουσα από 1-1-2002 και κατά τον ένδικο χρόνο, αναπροσαρμόστηκαν τα άνω ποσά μέχρι το ποσό των 15.000 ευρώ, μέχρι το ποσό των 45.000 ευρώ, και άνω του ποσού των 45.000 ευρώ, ενώ οι περιορισμοί των ως άνω ποσών αναφέρονται σε σχέση με το ύψος της εγγεγραμμένης ετησίας πίστωσης κατά Ειδικό Φορέα και Κ.Α.Ε.
στον προϋπολογισμό κάθε φορέα και στα ποσά αυτά συμπεριλαμβάνεται ο Φ.Π.Α.. Με την παρ. 2 της ΥΑ Π1/7446/2002 (ΦΕΚ Β'112/31-1-2002), για την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 2 (παρ. 5, 12, 13 & 16) του ν. 2286/1995, ορίστηκαν τα εξής : 2. Καθορίζουμε, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 12 εδαφ. γ και παρ. 13 εδαφ. VIII του Ν. 2286/95 αντίστοιχα, την ετήσια συνολική δαπάνη των προμηθειών κατά κωδικό αριθμό είδους αυτών (του αρχείου ειδών προγράμματος), για τις οποίες η σύναψη των σχετικών συμβάσεων διενεργείται :α) Με συνοπτικές διαδικασίες (πρόχειρος διαγωνισμός) και με την επιφύλαξη της παραγρ. 2 της αριθμ.
Π1/7445/2001 κοινής Υπουργικής απόφασης, μέχρι του ποσού των 45.000 ευρώ με Φ.Π.Α. β) Με διαδικασίες διαπραγμάτευσης (εξαιρετική ή απευθείας ανάθεση) μέχρι του ποσού των 15.000 ευρώ με Φ.Π.Α. Η σύμβαση προμήθειας με απευθείας ανάθεση... επιτρέπεται να συναφθεί μόνο για την αντιμετώπιση έκτακτων και επειγουσών περιπτώσεων ειδικά αιτιολογημένων και μόνο εφόσον υπάρχει εγγραφή στον προϋπολογισμό εξειδικευμένης πιστώσεως προορισμένης για προμήθεια, εργασία ή μεταφορά, που κατονομάζεται ρητά στον προϋπολογισμό.
Προκειμένου να διαπιστωθεί το ποσό στο οποίο ανέρχεται η δαπάνη συγκεκριμένης προμήθειας και, κατ` επέκταση, η δυνατότητα απευθείας ανάθεσής της, λαμβάνεται υπόψη η συνολική δαπάνη που απαιτείται ετησίως για να καλυφθούν οι ανάγκες του ν.π.δ.δ. σε αγαθά που, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και τις συναλλακτικές αντιλήψεις, θεωρούνται όμοια ή ομοειδή ή που, ως εκ της φύσης τους, του αντικειμένου τους ή της λειτουργικότητάς τους, εντάσσονται σε όμοιες ή παρεμφερείς κατηγορίες αγαθών.
Συνεπώς, δεν είναι νόμιμος ο επιμερισμός της κατά τα ανωτέρω συνολικής ποσότητας όμοιων ή ομοειδών αγαθών σε περισσότερες μικρότερες ποσότητες ή μερικότερες όμοιες ή ομοειδείς κατηγορίες και στη συνέχεια η απευθείας ανάθεση των μερικότερων αυτών προμηθειών, με βάση το ύψος της δαπάνης που προκύπτει από την κατάτμηση της συνολικής ποσότητας αντί της διενέργειας μιας ενιαίας για τα είδη αυτά προμήθειας, διότι με τον τρόπο αυτό επιχειρείται, κατά περιγραφή των οικείων διατάξεων, η αποφυγή τήρησης της οριζόμενης από αυτές διαδικασίας του διαγωνισμού (ΑΠ 197/2022, ΑΠ 493/2020).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 85 εδ. α` του ν. 2362/1995 "Η καθ` οιονδήποτε τρόπο παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 79 έως 84 του παρόντος νόμου επάγεται την απόλυτη ακυρότητα της συμβάσεως". Έτσι, οι συμβάσεις που συνάπτονται κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 79 - 84 δεν παράγουν έννομες συνέπειες (ΑΠ 261/2020, AΠ 327/2018, ΑΠ 1260/2018).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, και η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμου βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 6/2019).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η ενάγουσα τυγχάνει εταιρία εμπορίας και παρασκευής ιατρικών ειδών - υλικών. Στο πλαίσιο της εμπορικής της δραστηριότητας η ενάγουσα κατήρτισε με το τμήμα προμηθειών του εναγομένου ΝΠΔΔ "ΙΚΑ ΕΤΑΜ", διαδοχικές προφορικές συμβάσεις πωλήσεων, όπως ειδικότερα εξειδικεύονται αυτές ακολούθως, ύψους εκάστης κατώτερου του ποσού των 2.500 ευρώ, δυνάμει των οποίων πώλησε στο εναγόμενο και παρέδωσε κατόπιν εντολής του στη Κλινική Ιπποκράτης Γενική Κλινική Α.Ε., για τις ανάγκες των ασθενών - ασφαλισμένων του, φίλτρα και γραμμές αιμοκάθαρσης, με βάση τα κάτωθι τιμολόγια πώλησης - δελτίων αποστολής, με πίστωση 60 ημερών : 1.
Δυνάμει του υπ' αριθμ. .../31-5-2006 τιμολογίου πώλησης και του υπ' αριθμ. ... δελτίου αποστολής, πώλησε στο εναγόμενο και παρέδωσε, στις 26-5-2006, για τον ασθενή Κ. Ι.,..., τελικής αξίας 238,...με υπόλοιπο οφειλής 145,14 ευρώ. 2....". Το εφετείο παραθέτει στη συνέχεια τα λοιπά τιμολόγια πώλησης και δελτία αποστολής, συνολικά 256, δεχόμενο ακολούθως τα εξής: "Όλα δε τα ανωτέρω ιατρικά υλικά παρελήφθηκαν από την Κλινική Ιπποκράτης, κατόπιν εντολής του εναγομένου και χρησιμοποιήθηκαν για τους προαναφερόμενους ασθενείς - ασφαλισμένους του εναγομένου ΙΚΑ, οι οποίοι νοσηλεύονταν στην ως άνω Κλινική.
Ωστόσο, παρά την πάροδο της συμφωνηθείσας προθεσμίας πίστωσης κάθε τιμολογίου και παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις το εναγόμενο, καθολικός διάδοχος του οποίου υπήρξε αρχικά το ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΥΓΕΙΑΣ" (ΕΟΠΥ) (άρθρ. 17 και 29 του ν. 3918/2011, με χρόνο έναρξης 1-1-2012 και ΚΥΑ Υπουργών Εργασίας και Υγείας με αρ.
Φ 80000/οικ32115/2009 (ΦΕΚ Β 3010/29-12-2011), με χρόνο έναρξης 1-1-2012, ήτοι μετά το χρόνο άσκησης της κρινόμενης αγωγής, ο οποίος είναι 5-9-2011, και ως εκ τούτου ορθώς ασκήθηκε η αγωγή σε βάρος του ΙΚΑ ΕΤΑΜ,... και άρθρο 53 επ. ν. 4387/2016), και στη συνέχεια το Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Ενιαίος Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης - ΕΦΚΑ" (άρθρο 97 του ν. 4486/2017..., ήτοι μετά το χρόνο άσκησης της υπό κρίση εφέσεως, ο οποίος είναι 1-2-2017, και επομένως ορθώς ασκήθηκε η έφεση σε βάρος του ΕΟΠΠΥ), δεν έχει εξοφλήσει πλήρως μέχρι σήμερα την ενάγουσα.
Ειδικότερα, της οφείλει το συνολικό ποσό των 127.976,97 ευρώ, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας και μάλιστα επί του μερικότερου ποσού κάθε τιμολογίου από την 61η ημέρα έκδοσής του, σύμφωνα με το π.δ. 166/2003,...". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε απορρίψει την αγωγή ως αόριστη και απέρριψε για τους αναφερόμενους σ' αυτήν λόγους έτερα μη ένδικα κονδύλια, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και υποχρέωσε το εναγόμενο να καταβάλει στην ενάγουσα (αναιρεσίβλητη) το ανωτέρω ποσό των 127.976,97 ευρώ, ως οφειλόμενο τίμημα από τις παραπάνω διαδοχικές πωλήσεις, "...με το νόμιμο τόκο υπερημερίας και μάλιστα επί του μερικοτέρου ποσού κάθε ενός από τα αναφερόμενα τιμολόγια από την 61η ημέρα έκδοσής του, σύμφωνα με το π.δ. 166/2003 και με το επιτόκιο που καθορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 4 του ίδιου παραπάνω π.δ/τος".
Δέχθηκε δηλαδή το Εφετείο: 1) ότι η ενάγουσα πώλησε, με διαδοχικές συμβάσεις, και παρέδωσε, κατ' εντολή του εναγόμενου, στην κλινική με την επωνυμία "Ιπποκράτης Γενική Κλινική Α.Ε.", για τις ανάγκες των αναφερόμενων ασφαλισμένων του, τα αναφερόμενα ιατρικά υλικά φίλτρα και γραμμές αιμοκάθαρσης, ότι καθεμία από τις ανωτέρω συμβάσεις ήταν έγκυρες, διότι η αξία εκάστης ήταν κατώτερη του ποσού των 2.500,00 ευρώ, και, συνεπώς, δεν απαιτείτο έγγραφος συστατικός τύπος αυτών, ότι οι εβδομήντα οκτώ (78) διαδοχικές συμβάσεις πώλησης για το ένδικο χρονικό διάστημα από 31-5-2006 έως 31-12-2006, ήτοι εντός του αυτού έτους, είχαν αντικείμενο συνολικής αξίας 35.292,40 ευρώ, ότι οι εκατόν εβδομήντα (178) διαδοχικές συμβάσεις πώλησης για το ένδικο χρονικό διάστημα από 31-1-2007 έως 31-8-2007, ήτοι εντός του έτους 2007, είχαν αντικείμενο τα παραπάνω ομοειδή ιατρικά είδη, συνολικής αξίας 92.684,57 ευρώ και 2) ότι ορθώς ασκήθηκε η αγωγή σε βάρος του ΙΚΑ ΕΤΑΜ και η έφεση σε βάρος του ΕΟΠΠΥ και ότι το ΕΦΚΑ νομιμοποιείται ως οιονεί καθολικός αυτού (ΕΟΠΥΥ).
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ότι δηλαδή ήταν έγκυρες οι ένδικες διαδοχικές συμβάσεις προμήθειας, δεχόμενο ακολούθως την αγωγή ως νόμιμη και κατ' ουσίαν βάσιμη κατά την κύρια βάση αυτής, παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 41 του ν.δ. 496/1974 "περί δημοσίου λογιστικού" και 513 του ΑΚ, τις οποίες εφάρμοσε, ενώ δεν ήταν εφαρμοστέες, καθώς και τις διατάξεις των άρθρων 80, 82 και 83 παρ. 1 του Ν. 2362/1995, σε συνδυασμό με την ΑΥΟ 2/45564/0026/2001 (Β'1066), ισχύουσα από 1-1-2002, την παρ. 2 της ΥΑ Π1/7446/2002 (ΦΕΚ Β'112/31-1-2002), και των άρθρων 2 (παρ. 5, 12, 13 & 16) του ν. 2286/1995, 158 και 159 παρ. 1 Α.Κ.
και 174 ΑΚ, τις οποίες δεν εφάρμοσε, καίτοι ήταν εφαρμοστέες στην ένδικη υπόθεση, καθόσον τα ως άνω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, ήτοι ότι η ετήσια δαπάνη για τις εν λόγω συμβάσεις κατά τα έτη 2006 και 2007, αντίστοιχα, υπερέβαινε το ποσό των 15.000,00 ευρώ και 45.000,00 ευρώ, αντίστοιχα, συγκροτούσαν το πραγματικό των πιο πάνω διατάξεων και, συνεπώς, οι ως άνω συμβάσεις προμήθειας ήταν άκυρες, αφού επρόκειτο για συμβάσεις ιατρικών υλικών, ομοίων και ομοειδών από τη φύση, το αντικείμενο και τη λειτουργικότητά τους και έτσι ο επιμερισμός τους σε περισσότερες μικρότερες ποσότητες προϊόντων, ο οποίος έγινε για να περιγραφεί η διαδικασία του πρόχειρου διαγωνισμού για το έτος 2006 και του τακτικού διαγωνισμού για το έτος 2007, δεν ήταν νόμιμος.
Επίκληση μεταγενέστερης νομιμοποίησης καθ' οιονδήποτε τρόπο των ανωτέρω συμβάσεων δεν έγινε από τους διαδίκους. Επομένως, οι δεύτερος λόγος του κύριου δικογράφου της αναίρεσης και πρώτος πρόσθετος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος αυτού, από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι βάσιμος.
Σύμφωνα με το άρθρο 904 ΑΚ, όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια. Η υποχρέωση αυτή γεννιέται ιδίως σε περίπτωση παροχής αχρεωστήτως ή παροχής για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε ή αιτία παράνομη ή ανήθικη". Από τον κανόνα του άρθρου αυτού, που απορρέει από τις κοινωνικές αντιλήψεις περί ισότητας και επιεικείας και έχει εφαρμογή και για το Δημόσιο και τα Ν.Π.Δ.Δ., αφού γι` αυτά δεν καθιερώνεται εξαίρεση με τη διάταξη αυτή ή με άλλη (Ολ ΑΠ 218/1977), προκύπτει ότι προϋποθέσεις αξίωσης αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι:
α) ο πλουτισμός του υπόχρεου, β) η επέλευση του πλουτισμού από την περιουσία ή με ζημία του άλλου, γ) αιτιώδης συνάφεια μεταξύ πλουτισμού και ζημίας και δ) η έλλειψη νόμιμης αιτίας. Για να στηριχθεί αγωγή από αδικαιολόγητο πλουτισμό πρέπει να υφίσταται άμεση αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παροχής ή της ζημίας του ενάγοντος και του πλουτισμού του εναγόμενου, η οποία δεν υφίσταται στην περίπτωση που παρεμβάλλεται και άλλη τρίτη περιουσία, όταν δηλαδή η περιουσιακή μετακίνηση δεν πραγματοποιείται αμέσως από την περιουσία του ζημιωθέντος στην περιουσία του πλουτίσαντος, αλλά πραγματοποιείται με την παρεμβολή τρίτου προσώπου, που ενεργεί για δικό του λογαριασμό (ΑΠ 279/2013, ΑΠ 1773/2007).
Παρέπεται, ότι κρίσιμο κριτήριο για τον προσδιορισμό του δικαιούχου της αξίωσης από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, είναι το ουσιαστικό κριτήριο της ζημίας, το οποίο επιβάλλει το αδικαιολόγητο όφελος να αποδοθεί σ` αυτόν που πράγματι έχει πληγεί (ΑΠ 849/2019, ΑΠ 338/2016). Στοιχείο του πραγματικού της απαίτησης αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι και η ανυπαρξία ή η ελαττωματικότητα της αιτίας, με βάση την οποίαν έγινε η περιουσιακή μετακίνηση και επήλθε ο πλουτισμός του λήπτη.
Αν λείπει το στοιχείο αυτό, αν δηλαδή η αιτία δεν είναι ανύπαρκτη ή ελαττωματική, δεν στοιχειοθετείται απαίτηση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό. Τέτοια έλλειψη υπάρχει και όταν η αιτία της παροχής είναι παράνομη, εξαιτίας απαγορευτικής διάταξης νόμου. Στην περίπτωση αυτή, αν ασκηθεί αγωγή, με την οποία αναζητείται ευθέως από τον ενάγοντα ο πλουτισμός (ωφέλεια) του εναγόμενου, εξαιτίας της ακυρότητας της σύμβασης, για να είναι ορισμένη η αγωγή θα πρέπει να αναφέρονται στο δικόγραφο αυτής, σύμφωνα με το άρθρο 216 παρ. 1α του ΚΠολΔ, τα περιστατικά που συνεπάγονται την ακυρότητα της σύμβασης και συνιστούν το λόγο για τον οποίο η αιτία της εντεύθεν ωφέλειας του εναγόμενου δεν είναι νόμιμη (ΑΠ 501/2016).
Αν όμως η βάση της αγωγής από αδικαιολόγητο πλουτισμό σωρεύεται, κατά δικονομική επικουρικότητα (άρθρο 219 ΚΠολΔ), υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση της απόρριψης της κύριας βάσης αυτής από τη σύμβαση, αρκεί για την πληρότητα της πιο πάνω επικουρικής βάσης να γίνεται απλή επίκληση της ακυρότητας της σύμβασης, χωρίς να απαιτείται να αναφέρονται και οι λόγοι στους οποίους οφείλεται η ακυρότητα (Ολ ΑΠ 2/2019, ΑΠ 493/2020, ΑΠ 1157/2017).
Και τούτο διότι, στην τελευταία περίπτωση, η επικουρική βάση της αγωγής θα εξεταστεί μόνον αν η στηριζόμενη στην έγκυρη σύμβαση κύρια βάση της αγωγής απορριφθεί μετά από παραδοχή της ακυρότητας της σύμβασης για συγκεκριμένο λόγο, ο οποίος, είτε κατ` αυτεπάγγελτη έρευνα, είτε κατ` ένσταση του εναγόμενου, απετέλεσε ήδη αντικείμενο της δίκης.
Έτσι πληρούται με τον τρόπο αυτό ο σκοπός της διάταξης του άρθρου 216 ΚΠολΔ, η οποία απαιτεί σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν την αγωγή (ΟλΑΠ 22/2003, ΟλΑΠ 23/2003, ΑΠ 493/2020). Ο ισχυρισμός ότι ο πλουτισμός δεν σώζεται συνιστά ένσταση του εναγόμενου στηριζόμενη στο άρθρο 909 Α.Κ. και, συνεπώς, εναπόκειται στον λήπτη του πλουτισμού να επικαλεστεί ως εναγόμενος και να αποδείξει κατά το άρθρ. 338 παρ. 1 ΚΠολΔ το γεγονός της απώλειας ή της μείωσης του αρχικού πλουτισμού του (ΟλΑΠ 294/1981, ΑΠ 3/2020, ΑΠ 791/2012).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 216 παρ. 1α, 224 εδβ του ΚΠολΔ και 61, 67, 68, 70 ΑΚ συνάγεται, ότι για να υποχρεωθεί το νομικό πρόσωπο από δικαιοπραξία πρέπει αυτή να έχει συναφθεί είτε από το όργανο που το διοικεί, το οποίο να ενεργεί μέσα στα όρια της εξουσίας του κατά τους όρους του νόμου ή του καταστατικού του είτε από φυσικό πρόσωπο, στο οποίο παρέσχε σχετική εξουσία το όργανο που διοικεί το νομικό πρόσωπο.
Από τα παραπάνω συνάγεται περαιτέρω, ότι σε αγωγή εναντίον νομικού προσώπου, η οποία έχει ως αντικείμενο την εκπλήρωση ανειλημμένης με σύμβαση υποχρέωσης του, δεν απαιτείται να αναφέρεται το όνομα του φυσικού προσώπου που σύμφωνα με το νόμο ή το καταστατικό του εκπροσώπησε το νομικό πρόσωπο κατά την κατάρτιση της σύμβασης, διότι το στοιχείο αυτό δεν ανάγεται στην νομιμοποίηση αλλά στο κύρος της σύμβασης, εάν όμως αμφισβητηθεί από το τελευταίο το κύρος της λόγω έλλειψης νόμιμης εκπροσώπησης του νομικού προσώπου, ο ενάγων πρέπει με τις προτάσεις του κατά την πρώτη συζήτηση να προτείνει και να αποδείξει την συνδρομή των στοιχείων, στα οποία θεμελιώνεται η εξουσία του ενεργήσαντος ως αντιπροσώπου του, και το δικαστήριο να προσδιορίσει στην απόφαση του το φυσικό πρόσωπο που ανέλαβε για λογαριασμό του νομικού προσώπου και εκπροσώπησε αυτό νόμιμα στην συγκεκριμένη περίπτωση.
Σε διαφορετική περίπτωση, εάν δηλ. παρά τη ρητή αυτή αμφισβήτηση ο ενάγων δεν προβεί στη σχετική συμπλήρωση και διευκρίνιση της αγωγής με τις ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου προτάσεις κατ` αρ. 224 εδ. β` Κ.Πολ.Δ. η αγωγή καθίσταται απαράδεκτη λόγω αοριστίας (ΑΠ 1342/2017, ΑΠ 682/2015, ΑΠ 1913/2013) και δημιουργείται ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 14 του αρ. 559 Κ.Πολ.Δ λόγος αναίρεσης (ΑΠ 184/2020, ΑΠ 1342/2017).
Από τις διατάξεις των άρθρων 212 επ. 221, 224, 281, 288 του ΑΚ προκύπτει, ότι σε ορισμένες περιπτώσεις, μολονότι δεν υπάρχει πληρεξουσιότητα, εν τούτοις κρίνεται άξια προστασίας η εμπιστοσύνη του τρίτου στην ύπαρξή της. Με βάση τις διατάξεις αυτές και την αρχή της εμπιστοσύνης, διαπλάστηκε η έννοια της φαινομένης πληρεξουσιότητας.
Πρόκειται για την περίπτωση που ο αντιπροσωπευόμενος δεν παρέσχε πληρεξουσιότητα ή την είχε παράσχει μεν κατά το παρελθόν, στην συνέχεια, όμως, την ανακάλεσε και ούτε ανέχθηκε, ούτε γνώριζε τη συμπεριφορά του φερομένου "αντιπροσώπου" του, αλλά θα μπορούσε να τη γνωρίζει και να την είχε εμποδίσει, αν επιδείκνυε την επιβαλλόμενη στις συναλλαγές επιμέλεια, ενώ, από την άλλη πλευρά, ο συναλλαχθείς τρίτος δικαιούται, με βάση την καλή πίστη και τις αντιλήψεις των συναλλαγών, να πιστέψει ευλόγως ότι στον εμφανιζόμενο, ως αντιπρόσωπο, έχει παρασχεθεί πληρεξουσιότητα.
Γι` αυτό, όμως, απαιτείται διαρκής επαναλαμβανόμενη συμπεριφορά του φερομένου "αντιπροσώπου" και καλή πίστη στο πρόσωπο του τρίτου που συναλλάχθηκε. Ο τελευταίος δεν προστατεύεται, αν γνώριζε την έλλειψη της πληρεξουσιότητας ή την αγνοούσε από αμέλειά του. Εφόσον συντρέχουν οι παραπάνω προϋποθέσεις, καταλογίζεται στον "αντιπροσωπευόμενο", ότι με τη συμπεριφορά του δημιούργησε στους τρίτους την εύλογη πεποίθηση για την ύπαρξη πληρεξουσιότητας και αν πρόκειται για σύμβαση, αυτή θεωρείται καταρτισμένη, διά μέσου του "κατά φαινόμενο πληρεξουσίου".
Ο τρίτος που συναλλάχθηκε έχει στην περίπτωση αυτή κατά του αντιπροσωπευόμενου τις αξιώσεις που πηγάζουν από τέτοια σύμβαση (ΑΠ 477/2021, ΑΠ 83/2020, ΑΠ 1216/2020). Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθ. 14 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο.
Ο λόγος αυτός αναφέρεται σε ακυρότητες, εκπτώσεις από δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο, ενώ οι ακυρότητες από το ουσιαστικό δίκαιο ελέγχονται μέσω του λόγου του αριθμού 1. Με τον όρο "απαράδεκτο" νοείται το δικονομικό απαράδεκτο, δηλαδή αυτό που δημιουργείται από την αθέτηση-παραβίαση δικονομικής διάταξης, με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της (ΟλΑΠ 2/2001, ΑΠ 477/2021, ΑΠ 1181/2019).
Ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο παρά τη μη επαρκή έκθεση στην αγωγή των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη (ΑΠ 331/2021, 261/2020, ΑΠ 670/2020).
Για να ιδρυθεί ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης πρέπει ο σχετικός με την αοριστία ισχυρισμός να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας, και όταν η υπόθεση διήλθε και τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας να επαναφέρεται στο εφετείο νόμιμα, είτε δηλαδή με λόγο έφεσης από τον εναγόμενο, σε βάρος του οποίου η αγωγή του αντιδίκου του κρίθηκε ορισμένη και παραδεκτή, είτε με τις προτάσεις του ως εφεσίβλητου, προς απόκρουση της έφεσης, και να αναφέρεται αυτό στην αίτηση αναίρεσης (ΑΠ 5/2020, ΑΠ 1165/2019).
Στην προκείμενη περίπτωση, το αναιρεσείον μέμφεται την προσβαλλομένη απόφαση, με τους πρώτο, τρίτο (κατ' εκτίμηση) και έβδομο λόγους του κύριου δικογράφου της αναίρεσης, ότι υπέπεσε στην πλημμέλεια του αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι δεν απέρριψε την αγωγή στο σύνολό της ως αόριστη, αν και είχε προτείνει στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο (ως εφεσίβλητο), την ένσταση αοριστίας, καθόσον δεν διαλαμβάνεται σ' αυτήν:
πού υποβλήθηκαν τα επίδικα τιμολόγια, από ποιόν παραλήφθηκαν, εάν υπεγράφη πρωτόκολλο παράδοσης - παραλαβής, ως αναγκαίο γεγονός σε κάθε σύμβαση που υπέγραφε το ΙΚΑ - ΕΤΑΜ, το οποίο και παρελάμβανε τα αναλώσιμα υγειονομικά υλικά, δεν ενσωματώνονται στο δικόγραφο τα ουσιώδη στοιχεία της αγοραπωλησίας, και, τέλος, ενώ εκθέτει ότι πώλησε στο ΙΚΑ - Αθηνών,...
δεν εξηγεί πως προκύπτει η παθητική νομιμοποίηση του ΙΚΑ ΕΤΑΜ, εφόσον συνομολογεί ότι παραδόθηκαν στην κλινική "ΙΠΠΟΚΡΑΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗ ΚΛΙΝΙΚΗ Α.Ε." για ασθενείς ασφαλισμένους στο εναγόμενο ΙΚΑ, οι οποίοι νοσηλεύτηκαν στην ως άνω Κλινική, δεν αναφέρεται ποιος υπάλληλος του ΙΚΑ -ΕΤΑΜ προέβη στην επίδικη παραγγελία, κατά πόσο είχε σχετική νομιμοποίηση από καταστατικό όργανο του ΙΚΑ - ΕΤΑΜ, αν ενήργησε κατ' εντολή και για λογαριασμό της κλινικής "ΙΠΠΟΚΡΑΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗ ΚΛΙΝΙΚΗ Α.Ε." και εν γένει από που προκύπτει η νομιμοποίηση του ΙΚΑ - ΕΤΑΜ δεδομένου ότι όλα τα ιατρικά υλικά παραδόθηκαν στην κλινική "ΙΠΠΟΚΡΑΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗ ΚΛΙΝΙΚΗ Α.Ε.".
Οι λόγοι αυτοί κατά το μέρος που αναφέρονται στην κύρια βάση της αγωγής, που στηρίζεται στην κατάρτιση διαδοχικών προφορικών συμβάσεων πώλησης, πρέπει να απορριφθούν ως αλυσιτελείς, διότι όπως εκτίθεται παραπάνω η αγωγή είναι μη νόμιμη κατά την κύρια βάση αυτής και η κρίση αυτή είναι ευμενέστερη για το αναιρεσείον από την επιδιωκόμενη απόρριψη της αγωγής, κατά την κύρια βάση της ως αόριστης (ΑΠ 493/2020, ΑΠ 419/2018).
Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αγωγής, η αναιρεσίβλητη, επικαλούμενη μακροχρόνια συνεργασία με το αρχικώς εναγόμενο από το έτος 1998, ισχυρίστηκε ότι με διαδοχικές προφορικές συμβάσεις πώλησης, που κατάρτισε με το αρχικώς εναγόμενο Ι.Κ.Α., πώλησε σ' αυτό τα αναφερόμενα ομοειδή ιατρικά υλικά, φίλτρα τεχνητού νεφρού και γραμμές αιμοκάθαρσης κ.λπ., που λεπτομερώς περιγράφονται κατά είδος και ποσότητα, τιμή μονάδας, τα οποία παρέδωσε, κατ' εντολήν του εναγόμενου, στην κλινική "ΙΠΠΟΚΡΑΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗ ΚΛΙΝΙΚΗ Α.Ε." για τους νοσηλευόμενους ασφαλισμένους του εναγόμενου ασφαλιστικού οργανισμού, και ειδικότερα, ότι πώλησε στο εναγόμενο και παρέδωσε, κατ' εντολή του, στην ανωτέρω κλινική, με τις αναφερόμενες 78 προφορικές συμβάσεις, στο διάστημα από 31-5-2006 έως 31-12-2006 ομοειδή ιατρικά υλικά, αξίας κάθε σύμβασης μικρότερης των 2.500,000 ευρώ και συνολικής 35.292,40 ευρώ και, επίσης, με τις αναφερόμενες 178 προφορικές συμβάσεις, στο διάστημα από 31-1-2007 έως 31-8-2007 ομοειδή ιατρικά υλικά, αξίας κάθε σύμβασης μικρότερης των 2.500,00 ευρώ και συνολικής αξίας 92.684,57 ευρώ, εκδίδοντας τα αναφερόμενα στην αγωγή τιμολόγια πώλησης - δελτία αποστολής.
Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε την καταβολή του ποσού των 127.976,97 ευρώ, ως τίμημα, καταβλητέο μέσα σε 60 ημέρες από την έκδοση του αντίστοιχου τιμολογίου, με βάση τη σύμβαση και για την περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι δεν τηρήθηκε ο απαιτούμενος από το νόμο τύπος για τις συμβάσεις πώλησης, με βάση τον αδικαιολόγητο πλουτισμό του εναγομένου κατά το ανωτέρω συνολικό ποσό, με αντίστοιχη ζημία της περιουσίας της, με το νόμιμο τόκο (και για τις δύο αγωγικές βάσεις) από την επόμενη της λήξης της προθεσμίας - πίστωσης των εξήντα ημερών από την ημέρα έκδοσης των τιμολογίων πώλησης.
Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή, κατά την επικουρική βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού, είναι πλήρως ορισμένη καθώς α) διαλαμβάνεται ο πλουτισμός του εναγόμενου και η παθητική νομιμοποίηση αυτού, με την παράδοση των ιατρικών υλικών, κατ' εντολή του εναγόμενου στην κλινική με την επωνυμία "ΙΠΠΟΚΡΑΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗ ΚΛΙΝΙΚΗ Α.Ε." για τους αναφερόμενους ασφαλισμένους του εναγόμενου ασφαλιστικού οργανισμού, β) γίνεται περιγραφή των ιατρικών υλικών, κατά είδος, ποσότητα, τιμή μονάδας και συνολική, γ) αναφέρεται η επέλευση πλουτισμού στο εναγόμενο, που ήταν υπόχρεο της παροχής των ιατρικών υλικών, εξοικονομώντας την ισόποση δαπάνη που θα κατέβαλε για την προμήθεια, με έγκυρες συμβάσεις, των ιατρικών ειδών από άλλον προμηθευτή, τηρώντας την προβλεπόμενη διαδικασία των διαγωνισμών, καθώς και η άμεση αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της παροχής - ζημίας της ενάγουσας και του πλουτισμού του εναγόμενου, διότι, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, η περιουσιακή μετακίνηση πραγματοποιήθηκε από την περιουσία της ενάγουσας - ζημιωθείσας στην περιουσία του εναγόμενου, αφού η παράδοση των ιατρικών υλικών στην Κλινική για χρήση από τους ασφαλισμένους του εναγόμενου, έγινε κατ' εντολήν του τελευταίου, και η Κλινική και οι ασφαλισμένοι δεν ενήργησαν για λογαριασμό τους αλλά με βάση την εντολή του εναγόμενου ορίστηκε τόπος παράδοσης η Κλινική, και η χρήση των ιατρικών υλικών από τους ασφαλισμένους έγινε με βάση τη μεταξύ τους σχέση ασφαλιστικής κάλυψης, και, έτσι, το εναγόμενο φέρεται να κατέστη ευθέως ο λήπτης του πλουτισμού, ωφελούμενο από την εξοικονόμηση της βαρύνουσας αυτό δαπάνης για την προμήθεια, με έγκυρη σύμβαση από άλλον προμηθευτή, των ανωτέρω ιατρικών υλικών και δ) γίνεται επίκληση έλλειψης νόμιμης αιτίας, λόγω ακυρότητας των επιμέρους προφορικών διαδοχικών συμβάσεων πώλησης.
Έτσι, στην αγωγή διαλαμβάνονται όλα τα ουσιώδη στοιχεία των άκυρων διαδοχικών συμβάσεων πωλήσεων, όπως και η παθητική νομιμοποίηση του εναγόμενου ασφαλιστικού οργανισμού, δεν ήταν δε αναγκαίο στοιχείο της αγωγής το ονοματεπώνυμο του φυσικού προσώπου με το οποίο συμβλήθηκε η ενάγουσα, και, συνεπώς, δεν έχρηζε συμπλήρωσης, με τις προτάσεις της στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, διότι η εναγόμενη δεν αμφισβήτησε ειδικώς την κατάρτιση εκάστης άκυρης σύμβασης.
Σε κάθε περίπτωση, στην αγωγή, καθ' υποφορά, γίνεται επίκληση της ύπαρξης φαινόμενης πληρεξουσιότητας στον εκάστοτε υπάλληλο του ανωτέρω παραρτήματος του ΙΚΑ - ΕΤΑΜ, από τη μακροχρόνια συνεργασία τους από το έτος 1998, από την οποία δημιουργήθηκε η εύλογη πεποίθηση στην ενάγουσα για την ύπαρξη στον εκάστοτε υπάλληλο του εναγόμενου πληρεξουσιότητας για την κατάρτιση σύμβασης προμήθειας των ιατρικών υλικών, παραδοτέων κατ' εντολήν του στην ανωτέρω κλινική για χρήση από τους ασφαλισμένους του, και συνεπώς, δεν ήταν αναγκαίο στοιχείο της αγωγής ούτε να συμπληρωθεί το ονοματεπώνυμο το φυσικού προσώπου που εκπροσώπησε το εναγόμενο.
Επομένως, το Εφετείο, δεν παρέλειψε, παρά το νόμο, να κηρύξει απαράδεκτο, λόγω αοριστίας της αγωγής ως προς τη βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού, και ως εκ τούτου οι πρώτος, τρίτος (κατ' εκτίμηση) και έβδομος, από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναιρετικοί λόγοι του κυρίως δικογράφου, με τους οποίους το αναιρεσείον υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.
Η παράγραφος 1 του άρθρου 19 του α.ν. 1846/1951 ορίζει ότι "Το Ι.Κ.Α.... απολαύει ανεξαιρέτως απασών των ατελειών και προνομίων δικαστικών, διοικητικών και οικονομικών, ως εάν είναι αυτό το Δημόσιον", ενώ κατά το άρθρο 5 του ν. 3210/1955 "το Ι.Κ.Α. απολαύει όλων των διαδικαστικών προνομίων του Δημοσίου, επί τούτου δε ως ενάγοντος ή εναγομένου εφαρμόζονται άπασαι αι δια το Δημόσιον εκάστοτε ισχύουσαι αντίστοιχοι διαδικαστικές διατάξεις του Κώδικος περί δικών του Δημοσίου, της Πολιτικής και Ποινικής Δικονομίας", και κατά το άρθρο 21 παρ. 9 του ν. 1902/1990 "το Ι.Κ.Α.
και οι λοιποί οργανισμοί αρμοδιότητας Υπουργείου Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων έχουν όλα τα δικαστικά και δικονομικά προνόμια του Δημοσίου". Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, μεταξύ άλλων, ότι το ΙΚΑ εξομοιώνεται πλήρως από άποψη διαδικαστικών (δικονομικών), διοικητικών και οικονομικών προνομίων με το Δημόσιο.
Συνεπώς, το ΙΚΑ απολαμβάνει και του κατά το άρθρο 21 του Κώδικα Νόμων περί Δικών του Δημοσίου (Δ/μα της 26.6/10.7.1944) οικονομικού προνομίου του Δημοσίου να καταβάλει, κατ' εξαίρεση των γενικών διατάξεων περί τοκοδοσίας, για κάθε οφειλή του τόκο, νόμιμο ή υπερημερίας, σε ποσοστό 6% ετησίως, πλην αν άλλως ορίστηκε με τη σύμβαση ή ειδικό νόμο, και άρχεται από την επίδοση και μόνο της αγωγής.
Όπως έχει κριθεί με την 25/2012 απόφαση του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου (ΑΕΔ) η διάταξη αυτή του άρθρου 21 του ως άνω Κώδικα Νόμων περί Δικών του Δημοσίου δεν αντίκειται στα άρθρα 4 παρ. 1 και 5, 17, 20 παρ. 1 και 25 παρ. 1 εδ. δ' του Συντάγματος. Διαφορετική ρύθμιση εισήγαγε το άρθρο 4 π.δ.166/2003, το οποίο εκδόθηκε σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 2000/35 της Ε.Κ. "για την καταπολέμηση των καθυστερήσεων πληρωμών στις εμπορικές συναλλαγές" και το οποίο, παρά την κατάργησή του από τις 9-5-2013 με την υποπαράγραφο Ζ. 14 της παραγράφου Ζ του ν. 4152/2013, σύμφωνα με την ίδια πιο πάνω υποπαράγραφο, εξακολουθεί να διέπει τις συμβάσεις που υπογράφηκαν κατά τη διάρκεια ισχύος του, και έχει εφαρμογή και στις συμβάσεις προμηθειών των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, όπως προκύπτει από το άρθρο 3 παρ.1 εδ.
α` αυτού. Ειδικότερα, από τις διατάξεις των άρθρων 2, 3, 4 και 5 του ως άνω π.δ/τος 166/2003, ορίζονταν τα εξής: Άρθρο 2 "Οι διατάξεις του διατάγματος αυτού εφαρμόζονται στις πληρωμές που έχουν χαρακτήρα αμοιβής από εμπορική συναλλαγή ". Άρθρο 3 "Κατά την έννοια του διατάγματος αυτού: 1. "Εμπορική συναλλαγή" είναι κάθε συναλλαγή μεταξύ επιχειρήσεων ή μεταξύ επιχειρήσεων και δημόσιων αρχών, η οποία συνεπάγεται την παράδοση αγαθών ή την παροχή υπηρεσιών έναντι αμοιβής, α. "Δημόσια αρχή" είναι κάθε αναθέτουσα αρχή ή φορέας, όπως ορίζεται στα προεδρικά διατάγματα για τις δημόσιες συμβάσεις προμηθειών (Π.Δ. 370/1995, ΦΕΚ 199), υπηρεσιών (Π.Δ. 346/1998, ΦΕΚ Α` 230) εξαιρούμενων τομέων (Π.Δ. 57/2000, ΦΕΚ Α` 45) και Δημοσίων έργων (Π.Δ. 334/2000, ΦΕΚ Α` 279), όπως τροποποιήθηκαν και ισχύουν, β. "Επιχείρηση" είναι κάθε οργάνωση, η οποία ενεργεί στα πλαίσια ανεξάρτητης οικονομικής ή επαγγελματικής της δραστηριότητας, ακόμη και αν η δραστηριότητα αυτή ασκείται από ένα και μόνο πρόσωπο. 2. "Καθυστέρηση πληρωμής" είναι η μη τήρηση της συμβατικής ή νόμιμης προθεσμίας πληρωμής. 3. "Επιτόκιο που ορίζει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα για τις βασικές πράξεις της αναχρηματοδότησης" είναι το επιτόκιο που ισχύει για τέτοιες πράξεις στις προσφορές με σταθερό επιτόκιο".
Άρθρο 4 " Τόκος σε περίπτωση καθυστέρησης πληρωμής. 1. Τόκος υπερημερίας οφείλεται από την ημέρα που ακολουθεί την ημερομηνία πληρωμής ή το τέλος της περιόδου πληρωμής που ορίζει η σύμβαση. 2. Εάν δεν συμφωνήθηκε ορισμένη ημέρα ή προθεσμία πληρωμής της αμοιβής, ο οφειλέτης γίνεται υπερήμερος, χωρίς να απαιτείται όχληση, και οφείλει τόκους:
α. Εάν παρέλαβε το τιμολόγιο ή άλλο ισοδύναμο για πληρωμή έγγραφο μέχρι το χρόνο της παραλαβής των αγαθών ή της παροχής των υπηρεσιών ή αν δεν παρέλαβε ή δεν είναι βέβαιο πότε παρέλαβε τέτοιο έγγραφο, μόλις περάσουν 30 ημέρες από την παραλαβή των αγαθών ή την παροχή των υπηρεσιών, β. Εάν από το νόμο ή τη σύμβαση προβλέπεται διαδικασία αποδοχής ή ελέγχου για την επαλήθευση της αντιστοιχίας συμφωνημένων και παραλαμβανομένων αγαθών ή υπηρεσιών, μόλις περάσουν 30 ημέρες από την ολοκλήρωση της διαδικασίας αποδοχής ή ελέγχου, εφόσον παρέλαβε το τιμολόγιο ή άλλο ισοδύναμο για πληρωμή έγγραφο μέχρι την ολοκλήρωση της εν λόγω διαδικασίας, γ.
Εάν η παραλαβή των αγαθών ή η παροχή των υπηρεσιών ή η διαδικασία αποδοχής ή ελέγχου έχει προηγηθεί, μόλις περάσουν 30 ημέρες από το χρόνο παραλαβής του τιμολογίου ή άλλου ισοδύναμου για πληρωμή εγγράφου, δ. Στις συμβάσεις μεταξύ επιχειρήσεων και δημοσίων αρχών της παραγράφου 1α του άρθρου 3 του παρόντος, η προθεσμία καταβολής τόκων σε κάθε μία από τις παραπάνω περιπτώσεις, ορίζεται αποκλειστικώς σε 60 ημέρες. 3.
Ο δανειστής δικαιούται τόκους, εφόσον α) έχει εκπληρώσει τις συμβατικές και νόμιμες υποχρεώσεις του και β) δεν έχει εισπράξει εγκαίρως το οφειλόμενο ποσό, εκτός, εάν δεν υπάρχει ευθύνη του οφειλέτη για την καθυστέρηση. 4. Το ύψος του τόκου υπερημερίας που είναι υποχρεωμένος να καταβάλλει ο οφειλέτης υπολογίζεται με βάση το επιτόκιο που εφαρμόζει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα στην πιο πρόσφατη κύρια πράξη αναχρηματοδότησης, η οποία πραγματοποιείται πριν από την πρώτη ημερολογιακή ημέρα του οικείου εξαμήνου ("επιτόκιο αναφοράς") προσαυξημένο κατά επτά εκατοστιαίες μονάδες ("περιθώριο"), εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά στην σύμβαση.
Το επιτόκιο αναφοράς το οποίο ισχύει την πρώτη ημερολογιακή ημέρα του οικείου εξαμήνου, εφαρμόζεται και για τους επόμενους έξι μήνες. 5. Ο δανειστής, εκτός από τους τόκους, έχει δικαίωμα να απαιτήσει από τον υπερήμερο οφειλέτη και εύλογη αποζημίωση για τα έξοδα είσπραξης της οφειλόμενης αμοιβής. Τα έξοδα αυτά υπόκεινται σε σχέση με την οφειλόμενη αμοιβή στις αρχές της διαφάνειας και της αναλογικότητας".
Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι το πεδίο εφαρμογής του π. δ. 166/2003 οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθρων 2 και 3 παρ.1 αυτού και εκτείνεται σε κάθε εμπορική συναλλαγή μεταξύ επιχειρήσεων ή μεταξύ επιχειρήσεων και δημόσιας αρχής και ως μόνες προϋποθέσεις τίθενται: α) η εγκυρότητα της σύμβασης, β) η εκτέλεση αυτής από την επιχείρηση και γ) η υπερημερία του οφειλέτη ως προς την πληρωμή της αμοιβής.
Έτσι, η εφαρμογή των ως άνω διατάξεων προϋποθέτει αξίωση απαίτησης στηριζόμενη σε έγκυρη συμβατικής σχέση και ούτως δεν υφίσταται πεδίον εφαρμογής αυτών, όταν η αξίωση κατά του Ι.Κ.Α. συνίσταται εις απόδοση πλουτισμού λόγω ακυρότητάς της καταρτισθείσας σύμβασης, διότι αυτή λογίζεται, κατ' άρθρον 180 ΑΚ, ως μη γενομένη (ΑΠ 1213/2015, ΑΠ 323/2014).
Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το εφετείο έκρινε το αίτημα τοκοδοσίας ως νόμιμο, και κατά την επικουρική βάση της αγωγής περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, με βάση άκυρες προφορικές συμβάσεις πώλησης, για τις οποίες κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή δεν τηρήθηκε ο έγγραφος τύπος ούτε καταρτίστηκαν μετά από σχετικό διαγωνισμό.
Έτσι που έκρινε το εφετείο, παραβίασε τις πιο πάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 4 του π.δ/τος 166/2003, που δεν ήσαν εφαρμοστέες, καθώς και τις διατάξεις των 346 Α.Κ., 19 του α.ν. 1846/1951, 21 του ν.δ/τος 1944 περί δικών του Δημοσίου, που ήταν εφαρμοστέες και έπρεπε με βάση αυτές να κρίνει το αίτημα τοκοδοσίας νόμιμο από την επίδοση της αγωγής, με επιτόκιο 6%, καθόσον, κατά τη μείζονα σκέψη, οι διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 4 του π.δ/τος 1166/2003, στις οποίες προβλέπεται τοκοδοσία από την 61η ημέρα εκπλήρωσης της σύμβασης, προϋποθέτουν αξίωση απαίτησης στηριζόμενη σε έγκυρη συμβατική σχέση και ούτως δεν υφίσταται πεδίον εφαρμογής αυτών, όταν η αξίωση κατά του Ι.Κ.Α.
συνίσταται σε απόδοση πλουτισμού λόγω ακυρότητάς της σύμβασης που καταρτίστηκε με τον ανωτέρω ασφαλιστικό οργανισμό, διότι η σύμβαση λογίζεται, κατ' άρθρον 180 ΑΚ, ως μη γενομένη. Επομένως, ο πέμπτος πρόσθετος λόγος αναίρεσης, από τον αρ. 1 το άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πιο πάνω πλημμέλεια, είναι βάσιμος.
Περαιτέρω, το αναιρεσείον με τον όγδοο λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, επικαλούμενη αιτίαση, από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυρίζεται ότι εσφαλμένα το Εφετείο δεν εφάρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 21 παρ. 9 του ν. 1902/1990, με τις οποίες απαγορεύεται η κήρυξη της απόφασης προσωρινώς εκτελεστής.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο, κρίνοντας τη νομιμότητα των αιτημάτων της αγωγής δεν διέλαβε διάταξη για τη νομιμότητα του αιτήματος κήρυξης της απόφασης προσωρινώς εκτελεστής, και, συνεπώς, απέρριψε το αίτημα αυτό σιωπηρώς.
Περαιτέρω, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης, προκύπτει ότι η ένδικη από 2-8-2011 αγωγή, που επιδόθηκε, στις 5-9-2011, ορθώς ασκήθηκε σε βάρος του εναγόμενου ν.π.δ.δ. με την επωνυμία ΙΚΑ - ΕΤΑΜ, καθώς ο Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας (ΕΟΠΥΥ), σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 17 και 29 του ν. 3918/2011 και την ΚΥΑ των Υπουργών Εργασίας και Υγείας με αρ.
Φ 80000/οικ32115/2009 (ΦΕΚ Β 3010/29-12-2011), έχει χρόνο έναρξης την 1-1-2012, οπότε ο ΕΟΠΥΥ κατέστη οιονεί καθολικός διάδοχος των φορέων που εντάσσονται σ' αυτό, μεταξύ των οποίων το Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ., η δε πρωτοβάθμια δίκη, που έλαβε χώρα στις 27-11-2013, επί της οποίας εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, η με αριθμ. 578/2014 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ορθώς διεξήχθη με εναγόμενο το ν.π.δ.δ.
με την επωνυμία "ΕΟΠΥΥ", ως καθολικό διάδοχο του Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ.. Στη συνέχεια, με το άρθρο 51 του ν. 4387/2016 συνεστήθη το αναιρεσείον ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "Ενιαίος Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης", το οποίο άρχισε τη λειτουργία του στις 1-1-2017, πλην όμως δεν είχε ενταχθεί ο ΕΟΠΥΥ, και, συνεπώς, το δικόγραφο της από 1-2-2017 έφεσης ορθώς απευθύνθηκε κατά του "ΕΟΠΥΥ", ακολούθως δε, με τις διατάξεις του 4430/31-10-2016 ορίστηκε ότι ο ΕΟΠΥ θα χρηματοδοτηθεί για τις ληξιπρόθεσμες οφειλές αυτού, που αφορούσαν τα πριν την 31-12-2012 έτη και η εξόφληση διενεργείται μέχρι 30-6-2017, οπόταν, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 97 παρ. 1α του ν. 4486/2017 οι ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις του ΕΟΠΥΥ, που προέρχονταν από κλάδο (όπως ΙΚΑ - ΕΤΑΜ) που είχε ενταχθεί στον ΕΟΠΥΥ, μεταφέρονται και παρακολουθούνται και βαρύνουν τον προϋπολογισμό του ΕΦΚΑ, ο οποίος συνεχίζει χωρίς διακοπή τη δίκη.
Έτσι, νομίμως στις 15-3-2018 η δίκη διεξήχθη με εφεσίβλητο το ν.π.δ.δ. ΕΦΚΑ ως διάδοχο του ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "ΕΟΠΥ" (ΣτΕ 759/2020, ΑΠ 343/2018). Επομένως, οι έκτος λόγος του κυρίως δικογράφου και δεύτερος πρόσθετος λόγος, με τους οποίους το αναιρεσείον πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια του αρ. 14β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και συγκεκριμένα για έλλειψη νομιμοποίησης, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 52 παρ. 4 του ν. 4430/2016, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 97 παρ. 1 του ν. 4486/2017, είναι αβάσιμοι.
Τέλος, ο τέταρτος πρόσθετος λόγος, με τον οποίο το αναιρεσείον πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση, για το λόγο ότι με τον μεταγενέστερο, της από 17-5-2018 δημοσίευσης της προσβαλλόμενης απόφασης, ν. 4578/3-12-2018 (άρθρο 13), ορίστηκε ότι νομιμοποιείται μεν στη διεξαγωγή της δίκης ο ΕΦΚΑ πλην όμως η απόφαση η ενδεχόμενη απόφαση εκτελείται σε βάρος του ΕΟΠΥ, στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, διότι η αγωγική βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού δεν κρίθηκε, εισέτι, στην ουσία του από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο.
Ανεξαρτήτως αυτού, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, με το άρθρο 13 του ν. 4578/2018 επιλύθηκαν θέματα νομικής παράστασης του Ε.Φ.Κ.Α. υπέρ Ε.Ο.Π.Υ.Υ. σε εκκρεμείς δίκες, τις οποίες καταλαμβάνουν οι διατάξεις του άρθρου αυτού, και ορίστηκε ότι η νομική θέση του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. στις δίκες αυτές δεν θίγεται και ότι οι αποφάσεις δεσμεύουν τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ.
και εκτελούνται σε βάρος του, πλην όμως η διάταξη αυτή σε συνδυασμό με τις αναφερόμενες στη μείζονα σκέψη ρυθμίσεις, πρέπει να ερμηνευθεί ότι δεν αφορά τις εκκρεμείς δίκες του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. που συνεχίζονται από τον Ε.Φ.Κ.Α. και αφορούν ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις του Ε.Ο.Π.Υ.Υ., οι οποίες προέρχονται από Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης (Φ.Κ.Α.), που οι κλάδοι υγείας τους εντάχθηκαν, με την παρ. 2 του άρθρου 17 του ν. 3918/2011, στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ, και οι οποίες, κατά τα προεκτεθέντα, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 4 του ιδίου άρθρου 52 του ν. 4430/2016, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 97 παρ. 1α του ν. 4486/2017 "μεταφέρονται, παρακολουθούνται και βαρύνουν τον προϋπολογισμό του Ε.Φ.Κ.Α." (που, άλλωστε, και δυνάμει των νεότερων διατάξεων του άρθρου 12 του ν. 4578/2018 "εκκαθαρίζονται και πληρώνονται από τον Ε.Φ.Κ.Α."), αλλά εκείνες τις εκκρεμείς δίκες που έχουν ως αντικείμενο τις ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης (πρώην Ο.Π.Α.Δ, πρώην Οίκου Ναύτου, πρώην Τ.Α.Υ.Τ.Ε.Κ.Ω.), οι οποίες εντάχθηκαν μεν στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., με τις ίδιες διατάξεις, αλλά δεν μεταφέρθηκαν, μετά τις 30.6.2017, προς εξόφληση στον Ε.Φ.Κ.Α., διότι εξαιρέθηκαν ρητώς, κατά τα ανωτέρω (άρθρο 52 παρ. 4 ν. 4430/2016, όπως ισχύει και άρθρο 12 ν. 4578/2018), και εξακολουθούν να παρακολουθούνται από τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ.
και να βαρύνουν τον προϋπολογισμό του (ΣτΕ 759/2020, ΑΠ 800/2018, ΑΠ 343/2018). Επομένως, σε κάθε περίπτωση, ο ανωτέρω τέταρτος πρόσθετος λόγος είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει, κατά παραδοχή των γενομένων δεκτών ως βασίμων δευτέρου λόγου του κυρίως δικογράφου, πρώτου, κατά το πρώτο σκέλος, και πέμπτου λόγου του δικογράφου των προσθέτων λόγων, η αναιρετική εμβέλεια των οποίων καταλαμβάνει και τους λοιπούς, τέταρτο, πέμπτο και όγδοο, κατά το πρώτο σκέλος, λόγους του κυρίως δικογράφου, και τους πρώτο, κατά το δεύτερο και τρίτο σκέλος, και τρίτο λόγους του δικογράφου των προσθέτων λόγων, πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση και δη α) κατά το μέρος αυτής με το οποίο έγινε δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη η αγωγή κατά την κύρια βάση αυτής, και υποχρέωσε το εναγόμενο να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 127.976,97 ευρώ, ως οφειλόμενο τίμημα από τις παραπάνω διαδοχικές συμβάσεις πώλησης, και β) κατά το μέρος που κρίθηκε ως νόμιμο το αίτημα τοκοδοσίας επί του μερικότερου ποσού κάθε ενός από τα αναφερόμενα τιμολόγια από την 61η ημέρα έκδοσής του, σύμφωνα με το π.δ. 166/2003 και με το επιτόκιο που καθορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 4 του ίδιου παραπάνω π.δ/τος, κατά τη στηριζόμενη στις διατάξεις του άρθρου 904 ΑΚ επικουρική βάση της αγωγής.
Ακολούθως δε πρέπει να παραπεμφθεί κατά το μέρος αυτό η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, κατ` άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, στο ίδιο Εφετείο, εφόσον είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση. Τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων πρέπει να συμψηφιστούν λόγω της εν μέρει νίκης και ήττας των διαδίκων (άρθρο 22 παρ. 1 του ν. 3693/1957 και 19 παρ. 1 του α.ν. 1846/1951).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει καταργημένη τη δίκη επί της από 10-6-2019 αίτησης του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Ενιαίος Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης - ΕΦΚΑ" για αναίρεση της 2445/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών ως προς το δεύτερο αναιρεσίβλητο.
Αναιρεί την 2445/2018 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρεθέν μέρος αυτής, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο πιο πάνω Εφετείο, συντιθέμενο, όμως, από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση.
Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Οκτωβρίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Απριλίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ