Supreme Court dismisses appeal against appellate court's rejection of claim due to statute of limitations and inadmissible witness evidence.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Athens Court of Appeal's decision rejecting the plaintiff's claim. The lower court had dismissed the claim based on the statute of limitations and deemed witness testimony inadmissible due to the contract's value exceeding the statutory limit. The Court upheld this ruling, finding that the primary defect was the expiration of the limitation period and that the witness evidence was properly excluded under the specific procedural rules for contracts.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559, Art. 559 para. 11a, Art. 339, Art. 393 para. 1, Art. 270 para. 2, Art. 14 of Law 2915/2001, Art. 17 para. 2 of Law 2915/2001; An appeal is inadmissible if the court of first instance correctly applied the statute of limitations and excluded witness testimony for contracts exceeding the monetary threshold.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 624 / 2012 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 624/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γιαννούλη, Βασίλειο Φούκα, Νικόλαο Λεοντή και Γεωργίου Γεωργέλλη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 19 Μαρτίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Γ. Κ. του Β., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Χατζηγιαννάκη.
Της αναιρεσίβλητης: Θ. Τ. - Π., κατοίκου ..., δικηγόρου, η οποία παραστάθηκε αυτοπροσώπως και μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Παναγιώτη Κατσαρού.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20 Νοεμβρίου 2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος Γ. Κ. του Β., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 198/2008 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 1671/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 6 Νοεμβρίου 2009 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Νικόλαος Λεοντής, ανέγνωσε την από 11 Μαρτίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε τη απόρριψη της 1181/6.11.2009 αιτήσεως για αναίρεση της 1671/31.3.2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η παραστάσσα αναιρεσίβλητη και ο πληρεξούσιος αυτής την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη 1181/6-11-2009 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 1671/31-3-2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων. Ειδικότερα, με την 196561/13107/5-12-2005 αγωγή εφέροντο προς διάγνωση αξιώσεις του δι' αυτής ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης δικηγόρου, απορρέουσες κύρια από τη συνδέουσα τους διαδίκους σύμβαση εντολής και επικουρικώς από την αποδιδόμενη στην εναγόμενη άδικη και υπαίτια, από πρόθεση, πράξη της υπεξαιρέσεως του ποσού των 14.000,00 ευρώ, το οποίο κατ' εντολή του και για λογαριασμό του εισέπραξε από την ασφαλιστική εταιρεία "ALPHA ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ".
Επί της εν λόγω αγωγής εκδόθηκε η απορριπτική αυτής 198/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και σε δεύτερο βαθμό, ύστερα από την 5860/19-6-2008 έφεση του ενάγοντος, η 1671/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με απορριπτική επ' αυτής κατ' ουσία κρίση, κατά παραδοχή της ενστάσεως της εναγομένης-εφεσίβλητης περί αποσβέσεως της κατ' αυτής αξιώσεως του ενάγοντος-εκκαλούντος, της απορρέουσας από τη συνδέουσα τους διαδίκους σύμβαση εντολής, με καταβολή.
Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως εναντιώνεται ο ηττηθείς εκκαλών με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως και με την έννοια αυτή ερευνώνται στη συνέχεια οι διατυπούμενοι δι' αυτής λόγοι αναιρέσεως, οι οποίοι θεμελιώνονται στην αποδιδόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια ότι στο αποδεικτικό της πόρισμα για απόσβεση της κατά της αναιρεσίβλητης αξιώσεως του αναιρεσείοντος κατέληξε χωρίς να διατάζει περί τούτου απόδειξη και αφού έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και το μη επιτρεπόμενο, λόγω ποσού, αποδεικτικό μέσο των μαρτύρων, έννοια με την οποία και ερευνώνται στη συνέχεια.
Ειδικότερα, μετά την κατάργηση της προδικαστικής αποφάσεως (άρθρο 14 παρ.1 ν. 2915/2001) και την εφαρμογή της διαδικασίας του νέου άρθρου 270 ΚΠολΔ σε όλες τις υποθέσεις δεν διατάσσεται απόδειξη σε καμμία περίπτωση και με το άρθρο 17 παρ.2 του ν. 2915/2001 διαγράφηκαν οι λέξεις "ή δεν διέταξε απόδειξη γι' αυτά" από την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 10 περ.
β ΚΠολΔ, ως άνευ αντικειμένου πλέον του προβλεπόμενου από την τελευταία αυτή διάταξη αναιρετικού λόγου. Κατά συνέπεια η κυρίως αποδιδόμενη πλημμέλεια ότι δεν τάχθηκε απόδειξη για την καταβολή δεν στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως. Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11α ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, στοιχειοθετείται και όταν το αποδεικτικό μέσο περιλαμβάνεται μεν στο άρθρο 339 ΚΠολΔ, δεν επιτρέπεται όμως στη συγκεκριμένη περίπτωση λόγω της φύσεως της υποθέσεως, όπως εκείνη της διατάξεως του άρθρου 393 παρ.1 ΚΠολΔ, με ρητή αναφορά της διατηρήσεως της ισχύος της στο άρθρο 270 παρ. 2 εδ. 2 ΚΠολΔ, κατά τους ορισμούς της οποίας συμβάσεις και συλλογικές πράξεις δεν μπορούν να αποδειχθούν με μάρτυρες, εφόσον η αξία του αντικειμένου τους υπερβαίνει το αναφερόμενο στην εν λόγω διάταξη χρηματικό ποσό, το οποίο ανερχόταν αρχικά στο ποσό των 500.000 δρχ.
και στη συνέχεια καθορίσθηκε σε εκείνο των 5900,00 ευρώ (άρθρο 14 ν. 2915/2001, 3-5 του ν. 2943/2001). Στο πραγματικό του δικονομικού αυτού κανόνα δεν εμπίπτει η καταβολή, η οποία αποτελεί υλική πράξη, σε αντιδιαστολή με τις συμβάσεις, στις οποίες περιορίζεται ο καθιερούμενος δι' αυτού περιορισμός και η εξαίρεση. Επομένως υποστηρίζουσα τα αντίθετα η προβαλλόμενη επικουρικώς με τον δεύτερο κατά σειρά λόγο αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ.11α ΚΠολΔ, με την έννοια ότι η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το σχηματισμό του αποδεικτικού της πορίσματος περί της καταβολής έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα της αναιρεσίβλητης, ερειδόμενη επί αναληθούς από νομική άποψη προϋποθέσεως, ελέγχεται ως αβάσιμη.
Συνακόλουθα αυτών πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, με παράλληλη καταδίκη του αναιρεσείοντος στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, τα οποία ορίζει, ενόψει του ότι η τελευταία, ως δικηγόρος, δεν υποχρεούται σε προείσπραξη δικηγορικής αμοιβής για τον πληρεξούσιο αυτής δικηγόρο, μετά του οποίου παρέστη (άρθρα 96 παρ.5 περ.β, 175 παρ.2 ν.δ. 3026/1954), στο ποσό των 2200,00 ευρώ (ΚΠολΔ 183).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την 1181/6-11-2009 αίτηση για αναίρεση της 1671/31-3-2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων διακοσίων (2.200,00) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Απριλίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Απριλίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ