Supreme Court allows appeal against labor contract termination, ruling each notice is independent and valid.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against the Court of Appeal's decision, which had declared three successive termination notices invalid. The appellant argued that each notice was an independent legal act, while the lower court treated them as a single invalid notice. The Court ruled that termination notices are unilateral juridical acts with immediate effect, meaning each must be evaluated independently for validity.
Legislator headnote
AI generatedArticles 167, 168, 648, 669 of the Civil Code; Termination notices are unilateral juridical acts with immediate effect, requiring clear intent to dissolve the contract, and each notice is independent and subject to separate validity assessment.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 624 / 2008 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 624/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ηλία Γιαννακάκη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Ζήση Βασιλόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Φεβρουαρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "FRIGOGLASS ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΨΥΚΤΙΚΩΝ ΘΑΛΑΜΩΝ Α.Β.Ε.Ε." και με δ.τ. "FRIGOGLASS Α.Β.Ε.Ε.", που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, 2......, 3. ......, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κλεάνθη Ρούσσο.
Του αναιρεσίβλητου: ........., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Κουλοχέρη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22/3/2003 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 209/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 8925/2006 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 12/2/2007 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ζήσης Βασιλόπουλος, ανέγνωσε την από 15/1/2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 167, 168, 648 και 669 ΑΚ, προκύπτει ότι η καταγγελία της εργασιακής σύμβασης είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία και αναπτύσσει την άμεση διαπλαστική ενέργειά της, σε περίπτωση που ασκείται από τον εργοδότη, από τη στιγμή που λαμβάνει γνώση ο παραλήπτης της - εργαζόμενος.
Η καταγγελία αυτή πρέπει να περιέχει σαφή και αναμφίβολη βούληση του καταγγέλοντος να λύσει μονομερώς τη σύμβαση, έτσι ώστε να μη μένει στον αντισυμβαλλόμενο αμφιβολία ως προς τη λύση ή όχι της σύμβασης και για το λόγο αυτό γίνεται δεκτό ότι η καταγγελία δεν επιδέχεται, καταρχήν, αίρεση, αφού η προσθήκη αίρεσης δημιουργεί αβεβαιότητα στον αντισυμβαλλόμενο σχετικά με τη λήξη ή όχι της σύμβασης, η οποία δεν συμβιβάζεται με το χαρακτήρα της καταγγελίας, ως διαπλαστικής δικαιοπραξίας.
Οι διατάξεις όμως για την αίρεση δεν έχουν εφαρμογή στις αιρέσεις δικαίου, δηλαδή σ'αυτές που συνίστανται στο γεγονός που αποτελεί στοιχείο ή προϋπόθεση για την ενέργεια ή τελείωση της δικαιοπραξίας. 'Ετσι είναι έγκυρη η επικουρική καταγγελία, δηλαδή η δεύτερη καταγγελία στην οποία προβαίνει ο καταγγέλων, για την περίπτωση που η προηγούμενη καταγγελία θα κρινόταν από το δικαστήριο ως άκυρη.
Η δεύτερη αυτή καταγγελία περιέχει αίρεση δικαίου, η οποία είναι επιτρεπτή και η οποία, ανάλογα με τη νομική κατάσταση, αν μεν η πρώτη καταγγελία είναι έγκυρη, δεν έχει καμιά αξία και έννομη επιρροή, αν δε είναι άκυρη, επιφέρει αυτή το πρώτον το λύση της σύμβασης. Περαιτέρω από το άρθρο 5 παρ. 3 αδ. α' του ν. 3198/1955 η καταγγελία της αορίστου χρόνου σύμβασης εργασίας (που πραγματοποιείται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1 και 3 του ν. 2112/1920, 2 και 5 του ν. 3198/1955) θεωρείται έγκυρη εφόσον γίνει εγγράφως και καταβληθεί η οφειλόμενη αποζημίωση.
Επομένως είναι άκυρη η καταγγελία αν δεν είναι έγγραφη και ο εργοδότης δεν καταβάλει στον απολυόμενο μισθωτό την αποζημίωση απόλυσης, που, σύμφωνα με τα άρθρα 3 παρ. 2 του ν. 2112/1920 και 5 παρ. 1 του ν. 3198/1958, υπολογίζεται βάσει των τακτικών αποδοχών του απολυομένου, κατά τον τελευταίο μήνα υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης, ή όταν καταβάλει, σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, μειωμένη αποζημίωση.
Η ανωτέρω ακυρότητα της καταγγελίας είναι σχετική υπέρ του εργαζομένου, ο οποίος έχει την ευχέρεια είτε να θεωρήσει άκυρη την καταγγελία και ν' αξιώσει την καταβολή των αποδοχών του από τον υπερήμερο πλέον εργοδότη, προσφέροντας σ'αυτόν προσηκόντως τις υπηρεσίες του είτε, παραιτούμενος ρητώς ή σιωπηρώς από το δικαίωμά του προσβολής του κύρους της καταγγελίας, να θεωρήσει αυτή έγκυρη και ν' απαιτήσει τη νόμιμη αποζημίωση.
Επομένως οι ανωτέρω ελλείψεις, κατά την άσκηση του δικαιώματος της καταγγελίας δεν καθιστούν αυτή ανυπόστατη, αλλ' αποτελούν (οι ελλείψεις) λόγους ακυρότητας της καταγγελίας, η επίκληση της οποίας (ακυρότητας), πρέπει να γίνει από τον εργαζόμενο με αγωγή μέσα στην τρίμηνη προθεσμία του άρθρου 6 παρ. 1 του ν. 3198/1955, ή με ένσταση μέσα στην ίδια προθεσμία (Ολ.
ΑΠ. 1338/1985). Ειδικότερα, στην περίπτωση που ο μισθωτής θεωρήσει άκυρη την καταγγελία της εργασιακής σύμβασης και εμμείνει στη σύμβαση αυτή, η αξίωσή του για μισθούς υπερημερίας, λόγω της άρνησης του εργοδότη ν' αποδέχεται τις υπηρεσίες του, δεν στηρίζεται στην ακυρότητα της καταγγελίας, αλλά στη σύμβαση εργασίας, η οποία αποτελεί και τη βάση της σχετικής αγωγής.
Έτσι, ο εργαζόμενος πρέπει ν' αναφέρει στην αγωγή του την κατάρτιση της σύμβασης, το συμβατικό ή νόμιμο μισθό και την άρνηση του εργοδότη ν' αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες του. Αναφορά στην καταγγελία και την ακυρότητά της δεν απαιτείται. Αν ο εργοδότης, κατά τη συζήτηση της αγωγής, επικαλεστεί κατ' ένσταση την καταγγελία της σύμβασης, ο ισχυρισμός του μισθωτού για την ακυρότητά της αποτελεί αντένσταση, η οποία μπορεί να προταθεί με τις προτάσεις της συζήτησης στον πρώτο βαθμό ή ακόμη και στον δεύτερο βαθμό, εφόσον συντρέχουν οι όροι του άρθρου 527 ΚΠολΔ.
Ο μισθωτός έχει βέβαια τη δυνατότητα να επικαλεστεί την ακυρότητα της καταγγελίας και τους λόγους που τη θεμελιώνουν με το δικόγραφο της αγωγής ("καθ' υποφοράν"), οπότε πρόκειται για εκ προοιμίου αντένσταση κατά της τυχόν ένστασης του εργοδότη περί καταγγελίας της σύμβασης. Έτσι, εφόσον και στην περίπτωση αυτή η ακυρότητα της καταγγελίας δεν αποτελεί στοιχείο της βάσης της αγωγής, ο εργαζόμενος έχει τη δυνατότητα να συμπληρώσει και να βελτιώνει τον ισχυρισμό του για ακυρότητα, επικαλούμενος νέους λόγους ακυρότητας ή διαφορετικούς από αυτούς που περιέχονται στην αγωγή, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στον πρώτο ή στον δεύτερο βαθμό, με τις προϋποθέσεις πάντοτε του άρθρου 527 ΚΠολΔ.
Εάν όμως ο εργαζόμενος περιλάβει στην αγωγή του και αυτοτελές αίτημα αναγνώρισης της ακυρότητας της καταγγελίας, ή ασκήσει μόνο αναγνωριστική της ακυρότητας της καταγγελίας αγωγή, τότε οφείλει να εκθέσει στο εισαγωγικό δικόγραφο με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την ακυρότητα, χωρίς να είναι δυνατή μια μεταγενέστερη, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, διόρθωση της αοριστίας ή βελτίωση του σχετικού ισχυρισμού με επίκληση και νέων λόγων ακυρότητας, γιατί έτσι μεταβάλλεται ανεπίτρεπτα η βάση της αγωγής (άρθρο 224 ΚΠολΔ).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Έτσι με το λόγο αυτό ελέγχεται εάν υπήρξε σφάλμα στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού είτε αυτή διατυπώνεται ρητώς είτε εξυπονοείται, ή σφάλμα στην υπαγωγή της ελάσσονος πρότασης, την οποία συνιστούν οι πραγματικές παραδοχές, στη μείζονα πρόταση. Τέλος, λόγος αναίρεσης από το εδάφιο 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται και αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος. Για να ιδρυθεί ο λόγος αυτός θα πρέπει ο ισχυρισμός να είχε προταθεί ενώπιον του δικαστηρίου που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση κατά τρόπο ορισμένο και παραδεκτό να είναι νόμιμος και ν'ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.
ΑΠ 2/1989). Στην προκείμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της αγωγής, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), ο αναιρεσίβλητος ισχυρίζεται τα εξής: Με την από .... σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου που καταρτίστηκε μεταξύ αυτού και του νόμιμου εκπρόσωπου της αναιρεσείουσας εταιρίας η τελευταία τον προσέλαβε, για να εργαστεί στην επιχείρησή της ως διευθυντής μηχανικών του τμήματος Frigoglass Cool Division, με έδρα την Κάτω Αχαΐα Πατρών, έναντι μηνιαίου μισθού 8.000 € μέχρι 31-12-2002 και 9.000 € από 1-1-2003 συν πριμ 30% επί του άνω μισθού, με βάση τους ειδικούς στόχους της εταιρίας και πλέον κάποιων άλλων παροχών που δεν ενδιαφέρουν εν προκειμένω.
Στις 23-12-2002 η αναιρεσείουσα εταιρία κατήγγειλε ακύρως την εργασιακή σύμβαση, διότι έγινε χωρίς την επίδοση εγγράφου και με καταβολή μειωμένης αποζημίωσης. Επιπλέον η καταγγελία αυτή ήταν και καταχρηστική. Με βάση αυτά ο αναιρεσίβλητος ζητεί με την αγωγή του 1) ν' αναγνωριστεί η ακυρότητα της από 23-12-2002 καταγγελία της σύμβασης εργασίας, 2) να υποχρεωθεί η αναιρεσείουσα εταιρία (πρώτη εναγόμενη), η οποία περιήλθε σε υπερημερία, ως προς την αποδοχή της εργασίας του, να καταβάλλει σ'αυτόν τους μισθούς του χρονικού διαστήματος από 24-12-2002 έως 11-12-2003 από 108.000 Ευρώ και 3) να υποχρεωθεί η ίδια εταιρία ν' αποδέχεται πραγματικά τις υπηρεσίες του.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 209/2006 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε την αγωγή ως προς τα προαναφερόμενα τρία αιτήματά της και μετά από έφεση των αναιρεσειόντων εκδόθηκε η 8925/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών (προσβαλλόμενη), η οποία απέρριψε την έφεση ως αβάσιμη κατ' ουσία επικυρώνοντας έτσι την άνω απόφαση του Πρωτοδικείου.
Ειδικότερα το Εφετείο, όπως προκύπτει από την απόφασή του, δέχθηκε τ' ακόλουθα: Μετά από σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, η αναιρεσείουσα προσέλαβε στις 19.10.2002 τον αναιρεσίβλητο, για να προσφέρει τις υπηρεσίες του στην επιχείρηση ως διευθυντής μηχανικών του Τμήματος Frigoglass Cool Division, αντί του μηνιαίου μισθού 8.000 ευρώ.
Μεταξύ των όρων της από .... έγγραφης σύμβασης ήταν και ότι τα μέρη δύνανται να καταγγείλουν τη σύμβαση εργασίας εγγράφως, αφού προηγηθεί προειδοποίηση εξήντα ημερών, άλλως θα οφειλόταν αποζημίωση. Στις 23.12.2002 η αναιρεσείουσα κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας με τον αναιρεσίβλητο, χωρίς την τήρηση έγγραφου τύπου, αφού η καταγγελία έγινε μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου και με κατάθεση στο λογαριασμό του τελευταίου στην Εθνική Τράπεζα, στα τέλη Φεβρουαρίου, 13.807, 44 ευρώ, ως αποζημίωση, μετά από αφαίρεση των υποχρεωτικών, κατά νόμο κρατήσεων για το φόρο.
Όμως, το ποσό αυτό υπολείπεται κατά πολύ της νόμιμης αποζημίωσης και ως εκ τούτου, κατά το άρθρο 5 του ν. 3198/1955, όπως τροποποιήθηκε από το άρθρο 2 παρ. 4 του ν. 2556/1997, η έλλειψη και μιας των προϋποθέσεων καθιστά άκυρη την καταγγελία. Ακολούθως το Εφετείο, αφού αναφέρει στην απόφασή του, ότι η αποζημίωση, αποτελούμενη από τις αποδοχές ενός μήνα για την απόλυση και τις αποδοχές των δύο μηνών της προμήνυσης, ανερχόταν στο ποσό των 28.000,333 ευρώ, συνεχίζει ότι η αναιρεσείουσα στις 27.3.2003 προβαίνει σε δεύτερη καταγγελία της εργασιακής σύμβασης καταβάλλοντας ακόμη 2.678 ευρώ.
Και την καταγγελία αυτή το Εφετείο έκρινε ως άκυρη, λόγω μη καταβολής της νόμιμης αποζημίωσης. Στις 7.4.2003 η αναιρεσείουσα προβαίνουν και σε τρίτη επικουρική καταγγελία της άνω εργασιακής σύμβασης, προσφέροντας στον αναιρεσίβλητο 10.500 ευρώ ως αποζημίωση η οποία όμως δεν είναι η προσήκουσα, διότι το ποσό αυτό υπολείπεται του νομίμου.
Περαιτέρω δέχεται το Εφετείο ότι "οι αναιρεσίβλητοι μετά την πρώτη καταγγελία αντιλαμβάνονται ότι δεν έχουν καταβάλει την προσήκουσα αποζημίωση. Με τη δεύτερη καταγγελία επικουρικά θα συμπλήρωναν την αποζημίωση καταγγελίας της εργασιακής σύμβασης. Και πάλι όμως η αποζημίωση δεν ήταν η προσήκουσα. Η τριπλή αυτή καταγγελία εξετάζεται ως ενιαία καταγγελία με το δικαστικό έλεγχο της πρώτης.
Ο ενάγων, στην προκείμενη περίπτωση, εγείροντας αγωγή για το κύρος της καταγγελίας επεκτείνει τον έλεγχο της ακυρότητας και στις επιγενόμενες καταγγελίες καθόσον αυτές ακολουθούν συμπληρωματικά και χωρίς αυτόνομη δράση για να θεραπεύσουν τις ατέλειες της πρώτης καταγγελίας". Με την κρίση του αυτή το Εφετείο παραβίασε τις προαναφερόμενες περί καταγγελίας της εργασιακής σύμβασης διατάξεις, διότι ενώ δέχεται ότι η αναιρεσείουσα προέβη σε τρείς διαδοχικές καταγγελίες της σύμβασής της με τον αναιρεσίβλητο, από τις οποίες η δεύτερη και τρίτη επικουρικές, δηλαδή υπό την αίρεση της ακυρότητας της προηγούμενης, έκρινε τελικώς ότι οι καταγγελίες αυτές αποτελούν μια καταγγελία, η οποία είναι άκυρη, ενώ, με βάση τα όσα εκτίθενται πιο πάνω, η κάθε καταγγελία έχει την αυτοτέλειά της και κρίνεται για την εγκυρότητά της.
Συνεπώς ο πρώτος λόγος αναίρεσης από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για παραβίαση των προαναφερόμενων διατάξεων των άρθρων 167, 168, 648 και 669 εδ. β' ΑΚ, είναι βάσιμος. Εν ταυτώ το Εφετείο υπέπεσε στην από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, διότι, παρά το νόμο, έκρινε ως άκυρες τις δύο επικουρικές καταγγελίες (δεύτερη και τρίτη), μολονότι την ακυρότητα τούτων δεν ζήτησε ούτε επικαλέστηκε ο αναιρεσίβλητος με την αγωγή του, αλλά ούτε πρότεινε αυτήν νομίμως, κατ' ένσταση, ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με δήλωσή του που να καταχωρηθεί στα πρακτικά (Ολ. ΑΠ. 2/2005), σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 591 παρ. 1 εδ. β' και γ', 666 παρ. 1 και 115 παρ. 3 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό και με όσα ανωτέρω, στη μείζονα πρόταση, εκτίθενται και συνεπώς ο δεύτερος αναιρετικός λόγος από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι βάσιμος.
Κατόπιν των ανωτέρω πρέπει να γίνουν δεκτοί οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης ως βάσιμοι, ν' αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 8925/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων που ορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1.500) Ευρώ.-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Μαρτίου 2008. Και Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Μαρτίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ