Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds for vague 'omission' claim regarding facts not constituting legal 'things'.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the First Instance Court of Lamia's final judgment regarding a property dispute. The appellants argued the lower court failed to consider specific facts, but the court ruled these arguments did not constitute legal 'things' under Article 560 of the Code of Civil Procedure. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible because the cited omissions were merely factual assessments rather than distinct legal issues requiring re-examination.
Legislator headnote
AI generatedArticles 560, 577 of the Code of Civil Procedure: An appeal alleging the omission of 'things' is inadmissible if the alleged omissions refer only to the factual evaluation of the case or arguments that do not constitute distinct legal 'things' requiring separate examination.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 623 / 2025 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 623/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιφιγένεια Ματσούκα, Φωτεινή Μηλιώνη, Ευγενία Μπιτσακάκη-Εισηγήτρια, Αναστασία Καραμανίδου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 5 Φεβρουαρίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Α. συζ. Χ. Π., το γένος Δ. Τ., κατοίκου ..., 2) Β. Τ. του Δ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Κουλουργιώτη, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσαν προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: Ν. Α. του Ι., χήρας Χ. Μ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Μπιλάλη, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από ..2010 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ε…. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: ../2011 μη οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, ../2020 οριστική του Ειρηνοδικείου Α…. (στο οποίο είχε στο μεταξύ συγχωνευτεί το Ειρηνοδικείο Ε…) και 43/2022 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 26-4-2022 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από ..-2022 αίτηση αναίρεσης με την οποία προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 43/2022 τελεσίδικη απόφαση του δικάσαντος ως Εφετείου Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, που εκδόθηκε κατά την τακτική δικαιοδοσία, αντιμωλία των διαδίκων, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 495, 552, 553, 556, 558,560,564 παρ.1, 566παρ. 1 Κ.Πολ.Δ) Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577παρ.1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).
Η διαδικαστική πορεία της υπόθεσης, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία μέρος, κατ' επιτρεπτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, έχει ως εξής: Με την από …-2010 αγωγή ενώπιον του Ειρηνοδικείου Ε… εναντίον των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη, επικαλούμενη ότι είναι κυρία του αναφερόμενου και περιγραφόμενου κατά θέση έκταση και όρια ακινήτου, που βρίσκεται στην περιφέρεια Λ…..
του Δήμου Α…-Ε….., το οποίο απέκτησε με παράγωγο τρόπο (συμβόλαιο αγοράς και πράξη αποδοχής κληρονομιάς, νομίμως μεταγραμμένα) αλλά και πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία) και ότι οι εναγόμενοι κατέλαβαν και προσάρτησαν στο όμορο ακίνητο της πρώτης εναγομένης τμήμα του άνω ακινήτου της συνολικού εμβαδού 2.267 τ.μ., όπως αυτό περιγράφεται, ζήτησε να αναγνωριστεί η κυριότητά της επί του επιδίκου ακινήτου και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να της το αποδώσουν.
Το άνω δικαστήριο, δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία, εξέδωσε την υπ' αριθμ. ../2011 μη οριστική του απόφαση, με την οποία αναβλήθηκε η έκδοση οριστικής απόφασης και διατάχθηκε η επανάληψη της συζήτησης, προκειμένου να διενεργηθεί πραγματογνωμοσύνη. Μετά τη διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης η υπόθεση εισήχθη προς συζήτηση ενώπιον του Ειρηνοδικείου Α…, στο οποίο είχε ήδη συγχωνευθεί το Ειρηνοδικείο Ε…, και εκδόθηκε η υπ' αριθ. ../2020 οριστική απόφαση του, με την οποία έγινε δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη η αγωγή.
Κατά της πρωτόδικης αυτής απόφασης οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσείοντες, άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας την από …2020 έφεση τους, η οποία έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν, με την εκδοθείσα, επίσης αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ίδια διαδικασία, προαναφερθείσα (υπ' αριθμ. 43/2022) προσβαλλομένη απόφαση του.
Στο έγγραφο (δικόγραφο) της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται, κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο, η νομική πλημμέλεια, που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας (άρθρα 118 αριθμός 4, 119, 120, 566 παρ.1, 577 παρ.3, 578, 495 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.) ώστε να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος και να διαπιστωθεί, αν και σε ποιο λόγο, από όσους αναφέρονται, περιοριστικώς, στο άρθρο 559 ή 560 Κ.Πολ.Δ., θεμελιώνεται η αιτίαση, που προβάλλεται.
Διαφορετικά, ο λόγος αναιρέσεως είναι αόριστος και απορρίπτεται, αυτεπαγγέλτως, ως απαράδεκτος, ενώ η αοριστία του δεν μπορεί να θεραπευθεί, με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (ΟλΑΠ 27/1998, Α.Π. 16/2023, Α.Π. 1559/2022), ούτε και με τις πριν τη συζήτηση της αναίρεσης κατατεθείσες προτάσεις του αναιρεσείοντος αλλά ούτε από την υπάρχουσα στη δικογραφία απόφαση, που προσβάλλεται με αναίρεση, διότι, εκτός των άλλων, ο Άρειος Πάγος δεν μπορεί να γνωρίζει ποιες από τις παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, είναι αυτές που, κατά τον αναιρεσείοντα, συνιστούν αναιρετικό σφάλμα και έτσι μπορεί να επιλεγούν τέτοιες που να μην συνιστούν σφάλμα και να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, ενώ αν επιλέγονταν άλλες που είχε επισημάνει ο αναιρεσείων, χωρίς όμως να τις αναφέρει στο αναιρετήριο, ενδεχομένως το ανωτέρω αποτέλεσμα να ήταν διαφορετικό ( Α.Π. 348/2023, ΑΠ 972/2022, ΑΠ 892/2019).
Η παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, ήτοι κανόνα, που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση δικαιωμάτων και τη γένεση υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις, προβλέπεται ως λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 560 αριθμός 1 εδ.α Κ.Πολ.Δ., όταν πρόκειται για αναίρεση κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων Κανόνας του ουσιαστικού δικαίου παραβιάζεται, αν εφαρμόσθηκε εσφαλμένα καθώς και αν δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή, αν εφαρμόσθηκε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ήτοι, αν το δικαστήριο της ουσίας απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία, από εκείνα, που ο ουσιαστικός νόμος απαιτεί.
Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία, όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε στο νόμο έννοια διαφορετική από την αληθινή είτε ως κακή εφαρμογή, όταν το δικαστήριο της ουσίας έκανε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών της ένδικης υποθέσεως σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας δεν υπάγονται και, έτσι, κατέληξε σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού.
Δια του λόγου αυτού αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων - αντενστάσεων) των διαδίκων καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την αξιοποίηση των ουσιαστικών παραδοχών δηλαδή αποκλειστικά των πραγματικών περιστατικών, που, ανελέγκτως, δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή δεν αποδείχθηκαν καθώς και της υπαγωγής αυτών στο νόμο.
Ιδρύεται δε, ο λόγος αυτός, αν οι πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας καθιστούν φανερή την ως άνω παραβίαση (ΑΠ Ολ. 3/2020). Επομένως, ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 560 αριθμός 1 εδ.α Κ.Πολ.Δ. είναι δυνατό να έχει ως περιεχόμενο (και) την αιτίαση ότι παραβιάσθηκε συγκεκριμένος κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, με αποτέλεσμα η ένδικη αγωγή να γίνει δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη ή να απορριφθεί ως αβάσιμη στην ουσία (ΑΠ Ολ. 28/1998).
Για να είναι ορισμένος (παραδεκτός) ο άνω λόγος αναιρέσεως και, συνεπώς, εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος, πρέπει στο δικόγραφο της αναιρέσεως να καθορίζονται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε και το νομικό σφάλμα, που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας περί την ερμηνεία ή την εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, δηλ.
η πλημμέλεια που αποδίδεται και η έννομη συνέπεια που διαγνώσθηκε από την πλημμέλεια, επίσης, να εκτίθενται, πλήρως και σαφώς, οι κρίσιμες ουσιαστικές - πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας ώστε η αγωγή να γίνει δεκτή ως βάσιμη ή να απορριφθεί ως αβάσιμη στην ουσία και όχι μόνο το κατ' εκδοχή του αναιρεσείοντος ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα.
Ειδικότερα, δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών ουσιαστικών παραδοχών, κατά την επιλογή του αναιρεσείοντος. Αντίθετα, πρέπει να αναφέρεται, έστω και συνοπτικώς, το σύνολο των πραγματικών περιστατικών, που η απόφαση δέχθηκε και κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα. Τούτο διότι μόνο από τις ουσιαστικές παραδοχές μπορεί να ελεγχθεί, αν η νομική πλημμέλεια, που αποδίδεται στην απόφαση, οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο εξαρτάται, τελικώς, η ευδοκίμηση της αναιρέσεως (άρθρο 578 Κ.Πολ.Δ.).
Δηλαδή η ευδοκίμηση της αναιρέσεως εξαρτάται, ως άνω, από την ορθότητα του διατακτικού, το οποίο συνάπτεται αιτιωδώς με τις πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ Ολ. 11/2017, ΑΠ Ολ. 1/2016, ΑΠ Ολ. 27/1998, ΑΠ 1559/2022). Η παράβαση εξάλλου των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την εφαρμογή των κανόνων του δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς.
Ως διδάγματα της κοινής πείρας νοούνται οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επαγγελματική ενασχόληση και την επιστημονική έρευνα και έχουν έτσι καταστεί κοινό κτήμα. Τα διδάγματα της κοινής πείρας μπορούν να χρησιμοποιηθούν είτε για να διαπιστωθεί έμμεσα η βασιμότητα των αποδεικτέων πραγματικών περιστατικών σε συγκεκριμένη δίκη (άρθρο 336 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ.), είτε για να γίνει, αφού διαπιστωθεί η βασιμότητα αυτών, η υπαγωγή τους σε κανόνες ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αρ. 1 και 560 παρ. 1β Κ.Πολ.Δ.).
Ο προαναφερόμενος αναιρετικός λόγος στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα, δηλαδή με τρόπο που δεν συνάδει προς τις αρχές της λογικής, ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να ανεύρει, με βάση αυτά, την αληθινή έννοια κανόνα ουσιαστικού δικαίου και, ιδίως, για να εξειδικεύσει αόριστες νομικές έννοιες που αυτός τυχόν περιέχει, ή για να υπαγάγει ή όχι σ' αυτόν τα εκάστοτε κρίσιμα πραγματικά περιστατικά.
Αντίθετα, όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να διαγνώσει αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων, δεν στοιχειοθετείται ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, αφού, όπως προκύπτει από τα άρθρα 336 παρ. 4 και 339 Κ.Πολ.Δ., τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν συμπεριλαμβάνονται στα αποδεικτικά μέσα (Ολ ΑΠ 8/2005).
Για να είναι δε ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο α) τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας, β) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου για την ερμηνεία ή εφαρμογή του οποίου έγινε ή δεν έγινε χρήση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, γ) η φερόμενη ως εσφαλμένη έννοια που αποδόθηκε από το δικαστήριο της ουσίας στον συγκεκριμένο κανόνα δικαίου και δ) η προβαλλόμενη ως ορθή έννοια του ίδιου κανόνα δικαίου, η οποία προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας, που η απόφαση δεν χρησιμοποίησε ή χρησιμοποίησε εσφαλμένα.
Διαφορετικά, αυτός απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 126/2014). Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 560 αριθμός 6 Κ.Πολ.Δ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού (δικανικού) συλλογισμού, δηλαδή στο αιτιολογικό της, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα πραγματικά περιστατικά, που εκτίθενται, δεν καλύπτουν όλα τα αναγκαία στοιχεία, κατά το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής ή ελλιπής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Ιδρύεται, δε ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου και όχι δικονομική διάταξη, που ρυθμίζει τη διαδικασία. Για να είναι ορισμένος ο από τον αρ. 6 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης, πρέπει το αναιρετήριο να περιλαμβάνει α) τον κανόνα ουσιαστικού νόμου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, β) τις ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης ή τη μνεία ότι αυτή δεν περιέχει καθόλου αιτιολογία, ώστε να είναι εφικτή με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου η στοιχειοθέτηση του προβαλλόμενου λόγου αναίρεσης γ) τον ουσιώδη αυτοτελή ισχυρισμό (αγωγικό, ένσταση κλπ.) και τα πραγματικά περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωση του, ως προς τον οποίο εμφανίζεται η προβαλλόμενη έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντίφαση, καθώς και τη σύνδεση αυτού με το διατακτικό της απόφασης, αν αυτή δεν είναι αυτονόητη, καθώς και ότι ο εν λόγω (νόμιμος και ουσιώδης) ισχυρισμός είχε προταθεί παραδεκτά στο δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση και δ) εξειδίκευση της πλημμέλειας που προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ή τη μνεία ότι σ' αυτή δεν υπάρχει καθόλου αιτιολογία ή, αν προβάλλεται ανεπαρκής και ελλιπής αιτιολογία, (πρέπει το αναιρετήριο να περιλαμβάνει) τα επιπλέον ουσιώδη πραγματικά περιστατικά που έπρεπε να περιέχονται στην απόφαση ή να προσδιορίζεται ως προς τι υπάρχει και σε τι συνίσταται η έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού των ουσιωδών περιστατικών που έγιναν δεκτά ή, αν προβάλλονται αντιφατικές αιτιολογίες, πρέπει να προσδιορίζεται ποιες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από ποια αντικρουόμενα μέρη των αιτιολογιών αυτή προκύπτει.
Διαφορετικά, αν τα προαναφερόμενα δεν περιλαμβάνονται με σαφήνεια και πληρότητα στο αναιρετήριο, ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας (Α.Π. 16/2023, ΑΠ 1230/2014).
Στην προκειμένη περίπτωση με τους πρώτο και τρίτο λόγους της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση οι από το άρθρο 560 αρ. 1 εδ.α και β και 6 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλειες της ευθείας παράβασης των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 1041, 1042, 1045, 1046, 1051 και 133 του Α.Κ. τις οποίες εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε και εκ πλαγίου παράβασης των ίδιων διατάξεων, λόγω αντιφατικών και ανεπαρκών αιτιολογιών, καθώς και των διδαγμάτων της κοινής πείρας που αφορούν την ερμηνεία των κανόνων δικαίου και την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς .
Οι λόγοι αυτοί είναι απαράδεκτοι ως αόριστοι διότι στο οικείο δικόγραφο δεν διαλαμβάνονται έστω και συνοπτικά όλες οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά (ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού) και θεμελίωσαν την κρίση του δικαστηρίου για τη κτήση κυριότητας επί του επιδίκου ακινήτου εκ μέρους της ενάγουσας- αναιρεσίβλητης, υπό τα οποία συντελέστηκε η ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου και η έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλομένης απόφασης, ούτε αναφέρεται το αποδιδόμενο στο δικαστήριο της ουσίας νομικό σφάλμα, περί την ερμηνεία ή την εφαρμογή των ρηθέντων ουσιαστικών νόμων, δηλ.
η πλημμέλεια που αποδίδεται και η καταγνωσθείσα νομική συνέπεια που διαγνώσθηκε από την πλημμέλεια, ούτε εξάλλου εξειδικεύεται ποίες είναι οι ανεπαρκείς αιτιολογίες που περιέχονται στην προσβαλλομένη απόφαση και τα επιπλέον ουσιώδη πραγματικά περιστατικά που έπρεπε να περιέχονται σε αυτήν, σε τι συνίσταται η αντίφαση, επί ποίων ουσιωδών για την έκβαση της δίκης ισχυρισμών και από ποια αντικρουόμενα μέρη των αιτιολογιών αυτή προκύπτει, ούτε εξάλλου προσδιορίζονται τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας, οι κανόνες ουσιαστικού δικαίου για την ερμηνεία ή εφαρμογή των οποίων έγινε ή δεν έγινε χρήση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, η φερόμενη ως εσφαλμένη έννοια που αποδόθηκε από το δικαστήριο της ουσίας στους συγκεκριμένους κανόνες δικαίου και η προβαλλόμενη ως ορθή έννοια των ίδιων κανόνων δικαίου, η οποία προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας, που η απόφαση δεν χρησιμοποίησε ή χρησιμοποίησε εσφαλμένα, ούτως ώστε να ερευνηθεί η συνδρομή ή μη των εκ των αριθμ. 1 εδ.α και β και 6 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ.
λόγων αναίρεσης. Πέραν τούτου, υπό το πρόσχημα της θεμελίωσης των λόγων αυτών αναίρεσης πλήττεται αποκλειστικά η εκτίμηση από το δικάσαν ως Εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο των πραγματικών γεγονότων, η οποία (εκτίμηση) καθ' εαυτή δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) Επομένως οι άνω λόγοι είναι απορριπτέοι.
Περαιτέρω κατά το άρθρο 560 αριθ. 5 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα, ως ουσιώδεις ισχυρισμοί, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης.
Αντιθέτως δεν θεωρούνται "πράγματα" κατά την προαναφερθείσα έννοια οι αιτιολογημένες αρνήσεις των πιο πάνω ισχυρισμών, ούτε οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, αφού οι τελευταίοι δεν είναι ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης (ΑΠ 76/2016).
Στην περίπτωση δε που το δικαστήριο της ουσίας ερεύνησε κατ' ουσία ισχυρισμό, για τον οποίο, σύμφωνα με τον περί τούτου αναιρετικό λόγο, δεν είχαν προταθεί ή είχαν προταθεί ελλιπώς στις προτάσεις τα πραγματικά περιστατικά που τον θεμελιώνουν, για το ορισμένο του αναιρετικού λόγου πρέπει να διαλαμβάνονται τα περιστατικά που ο διάδικος επικαλέσθηκε προς θεμελίωση του εν λόγω ισχυρισμού (ΑΠ 256/2012).
Ακόμη πρέπει να αναφέρεται ποια ουσιώδη επιρροή είχε ο ισχυρισμός στην έκβαση της δίκης, πως δηλαδή συνέβαλε η παραδοχή του στη διαμόρφωση του διατακτικού όπως και οι πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου επί του ούτω προταθέντος ισχυρισμού, προκειμένου να κριθεί εάν ιδρύεται ο από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ.
αναιρετικός λόγος ή εάν αντιθέτως, τα διαλαμβανόμενα στην προσβαλλομένη απόφαση περιστατικά, που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, συνιστούν απλώς προσδιοριστικά στοιχεία παραδεκτώς προβληθέντος νομίμου ισχυρισμού (ΑΠ 235/2019, 34/2015). Με τον δεύτερο λόγο τη αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ.
πλημμέλεια, της μη λήψης παρά το νόμο υπόψιν από δικαστήριο προταθέντων "πραγμάτων" Ο υπό κρίση λόγος έτσι διατυπωμένος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, λόγω αοριστίας καθόσον δεν καθορίζονται οι νομίμως προταθέντες ισχυρισμοί των αναιρεσειόντων τους οποίους παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του το δικαστήριο της ουσίας, παρεκτός του ότι είναι επίσης απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού τα εκτιθέμενα διηγηματικώς για την θεμελίωση της εν λόγω αναιρετικής πλημμέλειας δεν αποτελούν "πράγματα", όπως η έννοια αυτή παρατίθεται στην ανωτέρω μείζονα σκέψη, αλλά αφορούν την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, και δεν θεμελιώνουν λόγους από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ.
Συνακόλουθα και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση για αναίρεση της 43/2022 τελεσίδικης αποφάσεως του δικάσαντος ως Εφετείου Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, ως ηττηθέντες διάδικοι, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις κατά το σχετικό αίτημά της (άρθρα 176,183,191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.) και κατά τα οριζόμενα στον διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ.3 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από ..-2022 αίτηση για αναίρεση της 43/2022 αποφάσεως του δικάσαντος ως Εφετείου Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ να εισαχθεί το κατατεθέν παράβολο στο Δημόσιο Ταμείο
.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Απριλίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Απριλίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ