Legislator Case Law & Legislation
623/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against eviction order in tenancy dispute due to lack of admissible grounds.

Case Number 623/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the final eviction order issued by the Athens Court of First Instance. The appellant argued that the lower court failed to consider a prior decision suspending enforcement and relied on inadmissible grounds regarding the lease's indefinite nature. The court rejected these claims because the cited procedural grounds were not permitted for cassation and the factual assertions contained no genuine contradiction.

Legislator headnote

AI generated

Articles 560, 559 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may only review cassation grounds explicitly listed in Article 560, rejecting appeals based on unlisted procedural errors or non-contradictory factual assertions.

Keywords

AI generated
cassation appeal tenancy dispute eviction order procedural grounds Code of Civil Procedure inadmissible appeal lease termination

Cited Legislation

AI generated
Articles 591, 614 paragraph 1, 615 et seq. of the Code of Civil Procedure
Article 4 of Article 1 of Law 4335/2015
Articles 552, 553 paragraph 1b, 556, 558, 564 paragraph 3 and 566 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 561 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 559 number 11 gamma of the Code of Civil Procedure
Article 560 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 180, 183, 189 paragraph 1 and 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 623 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 623/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη-Γρυπάρη, Αλεξάνδρα Αποστολάκη και Σωκράτη Πλαστήρα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Μαΐου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Π. Κ. του Σ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Βλάχο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ι. Φ. του Η., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο Φέστα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-10-2019 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 593/2020 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5575/2022 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 2-6-2022 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ασπασία Μεσσηνιάτη-Γρυπάρη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 2-6-2022 (αρ. κατ. 53611/80/2-6-2022) αίτηση, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 5575/2022 τελεσίδικης αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών (μισθωτικών) διαφορών (άρθρα 591, 614 περ. 1, 615 επ. Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015), έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1β, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.). Είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).

Από την επιτρεπτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτει ότι η ως άνω προσβαλλομένη απόφαση, αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Με την από 10-10-2019 (με αρ. κατ. 80604/2086/2019) αγωγή του ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος ισχυρίστηκε ότι με σύμβαση μισθώσεως, που καταρτίστηκε την 20-12-2009, μεταξύ του πατέρα του Η.

Φ. και της εναγομένης, ήδη αναιρεσείουσας, ο πρώτος εκμίσθωσε στη δεύτερη διαμέρισμα, οικοδομής κείμενης στη ..., προκειμένου να το χρησιμοποιήσει ως κατοικία. Ότι η αρχική διάρκεια της μισθώσεως ορίστηκε σε δύο έτη, ήτοι από 20-12-2009 έως 19-12-2011, το δε μηνιαίο μίσθωμα στο ποσό των 250 ευρώ. Ότι με την από 04-01-2016 αγωγή του, ο αρχικός εκμισθωτής και δικαιοπάροχός του Η.

Φ. κατήγγειλε την παραπάνω μίσθωση λόγω του αορίστου χρόνου αυτής και παρόδου τριετίας από την έναρξή της και ζήτησε την απόδοση του μισθίου. Ότι κατά τη συζήτηση της άνω αγωγής, στις 20-10-2016, ο πληρεξούσιος δικηγόρος του ενάγοντος δήλωσε το θάνατο του αρχικώς ενάγοντος-εκμισθωτή και την υπεισέλευση του ιδίου (νυν ενάγοντος, ήδη αναιρεσιβλήτου) στη θέση του, ως μοναδικού εξ αδιαθέτου κληρονόμου αυτού.

Ότι επί της άνω αγωγής εκδόθηκε, ερήμην της εναγόμενης, η υπ' αριθμ. 443/2016 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε αυτή δεκτή και υποχρεώθηκε η εναγόμενη να αποδώσει στον ενάγοντα τη χρήση του μισθίου, η απόφαση δε αυτή εκτελέστηκε αναγκαστικά στις 20-12-2016. Ότι κατά της ως άνω, υπ' αριθμ. 443/2016 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Αθηνών, η εναγόμενη άσκησε έφεση, η οποία έγινε δεκτή με την υπ' αριθμ. 7535/2017 απόφαση Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εξαφάνισε την εκκληθείσα απόφαση, δίκασε επί της ουσίας την αγωγή και απέρριψε αυτήν, ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.

Ότι μετά την κατ' αυτής άσκηση αναιρέσεως εκ μέρους του εκμισθωτή, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 130/2019 απόφαση του Αρείου Πάγου, που απέρριψε την αναίρεση, και, έτσι, η υπ' αριθμ. 7535/2017 απόφαση Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που απέρριψε την αγωγή αποδόσεως του μισθίου, κατέστη αμετάκλητη. Ότι ακολούθως, η εναγόμενη μισθώτρια (ήδη αναιρεσείουσα) άσκησε αγωγή επανεγκατάστασής της στο μίσθιο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 617 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., η οποία έγινε δεκτή με την υπ' αριθμ. 823/2019 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, η απόφαση δε αυτή εκτελέστηκε αναγκαστικά στις 08-10-2019.

Ότι η μισθώτρια, με τον παραπάνω τρόπο, πέτυχε την επανεγκατάστασή της σε μίσθωση αορίστου χρόνου, πλην όμως ο ίδιος (ενάγων, ήδη αναιρεσίβλητος) δεν συναινεί στην εξακολούθηση της μίσθωσης και, για το λόγο αυτό, κατήγγειλε αυτήν με την από 20-4-2019 εξώδικη καταγγελία, την οποία (καταγγελία) επανέλαβε και με την υπό κρίση αγωγή.

Κατόπιν τούτου, ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι η ένδικη μίσθωση έχει λυθεί με καταγγελία και να υποχρεωθεί η εναγομένη να του αποδώσει τη χρήση του μισθίου ακινήτου. Η αγωγή έγινε δεκτή με την υπ' αριθμ. 593/2020 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, μετά δε την άσκηση κατ' αυτής της από 3-6-2020 (αρ. κατ. 70407/4407/2020) εφέσεως της ηττηθείσας μισθώτριας, ήδη αναιρεσείουσας, εκδόθηκε η προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 5575/2022 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που απέρριψε την έφεση και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση.

Σύμφωνα με το άρθρο 560 του Κ.Πολ.Δ., όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, "κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο: 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς, Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν μπορεί να προβληθεί σε μικροδιαφορές, 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος ή δίκασε ειρηνοδίκης του οποίου είχε γίνει δεκτή η εξαίρεση, 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα, 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας, 5) αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, 6) αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης." Εξ αντιθέτου συνάγεται ότι κατά των αποφάσεων των ως άνω δικαστηρίων δεν επιτρέπεται αναίρεση για τους λοιπούς, αναφερόμενους στο άρθρο 559 του Κ.Πολ.Δ., λόγους, μεταξύ των οποίων και εκείνος του αριθμού 16, που ιδρύεται "αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχτηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο ή ότι υπάρχει δεδικασμένο με βάση απόφαση που εξαφανίστηκε ύστερα από ένδικο μέσο ή αναγνωρίστηκε ως ανύπαρκτη".

Εξάλλου, ο από το άρθρο 560 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως (αντίστοιχος του αριθμού 1 του άρθρου 559), ιδρύεται μόνο όταν πρόκειται για παραβίαση κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, όχι δε και δικονομικών διατάξεων, όπως είναι οι διατάξεις που ρυθμίζουν τις προϋποθέσεις δημιουργίας δεδικασμένου, κατά τα άρθρα 321 επ.

του Κ.Πολ.Δ., οι οποίες, ως εκ του περιεχομένου τους, εντάσσονται στο πλαίσιο των δικονομικών και όχι των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων (Α.Π. 366/2019, Α.Π. 1559/2017, Α.Π. 1320/2010). Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, επικαλείται πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ., αιτιώμενη ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφασή του ως δικαστήριο δεύτερου βαθμού, επί εφέσεως κατά αποφάσεως Ειρηνοδικείου, με την παραδοχή ότι από τις υπ' αριθμ. 7535/2017 και 823/2019 αποφάσεις, του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και του Ειρηνοδικείου Αθηνών αντιστοίχως, δεν δημιουργείται δεδικασμένο "που να αφορά στην καταγγελία της ως άνω μίσθωσης με την προκειμένη αγωγή, η οποία είναι νόμιμη και επιφέρει τα αποτελέσματά της, εφόσον πρόκειται για νέο πραγματικό περιστατικό, διάφορο των προηγουμένως κριθέντων (νέα καταγγελία της επίδικης μίσθωσης αορίστου χρόνου, μετά την 19-6-2018 και μετά την επανεγκατάσταση της εναγομένης στο μίσθιο...", και την, κατόπιν τούτου, απόρριψη των αντίθετων λόγων της εφέσεώς της, παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 321, 332, 324 και 330 του Κ.Πολ.Δ.

Ο λόγος, όμως, αυτός αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, αφού τέτοιος λόγος (παραβίασης δεδικασμένου) δεν περιλαμβάνεται μεταξύ των περιοριστικά απαριθμούμενων στο άρθρο 560 του Κ.Πολ.Δ. λόγων. Επιχειρούμενος δε να θεμελιωθεί στη διάταξη του αριθμού 1 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ., είναι επίσης απαράδεκτος, ενόψει του ότι, κατά τα εκτεθέντα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, οι περί δεδικασμένου διατάξεις είναι δικονομικού και όχι ουσιαστικού δικαίου και, συνεπώς, τυχόν παραβίασή τους, δεν ιδρύει τον από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ.

λόγο αναιρέσεως. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 281 του Α.Κ., η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικώς, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, χωρίς κατά νόμο να εμποδίσουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή καταστάσεως, που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο.

Απαιτείται, δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική την μετέπειτα άσκηση του δικαιώματος, ακόμη και όταν δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, αλλά απαιτείται να συντρέχουν επιπλέον ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υπόχρεου και σε αιτιώδη μεταξύ τους συνάφεια ευρισκόμενες, με βάση τις οποίες, καθώς και την αδράνεια του δικαιούχου, η μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος, που τείνει σε ανατροπή της κατάστασης, που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και περιστάσεις και διατηρήθηκε για μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 281 του Α.Κ.

Δεν είναι, πάντως, απαραίτητο η επιχειρούμενη από το δικαιούχο ανατροπή της διαμορφωμένης αυτής κατάστασης να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες συνέπειες στον οφειλέτη, αλλά αρκεί να έχει και απλώς δυσμενείς επιπτώσεις στα συμφέροντά του (Ολ.Α.Π. 7/2002, Ολ.Α.Π. 8/2001). Το γεγονός, ότι η άσκηση του δικαιώματος επιφέρει βλάβη, έστω και μεγάλη, στον οφειλέτη, δεν μπορεί να αποτελέσει κατάχρηση δικαιώματος, κατ' άρθρο 281 Α.Κ., παρά μόνο αν το γεγονός αυτό μπορεί να συνδυασθεί και με άλλες περιστάσεις, όπως συμβαίνει όταν ο δανειστής δεν έχει στην πραγματικότητα συμφέρον από την άσκηση του δικαιώματός του.

Έλλειψη, όμως, συμφέροντος δεν μπορεί να υπάρχει όταν ο δανειστής, όπως έχει δικαίωμα από τη σύμβαση, αποφασίζει να επιδιώξει την ικανοποίησή του, διότι τούτο αποτελεί δικαίωμα συνυφασμένο με τη διαχείριση της περιουσίας του, τον τρόπο της οποίας αυτός αποφασίζει, εκτός αν στη συγκεκριμένη περίπτωση υπάρχει υπέρβαση, και μάλιστα προφανής, των αρχών της καλής πίστεως, των χρηστών ηθών και του οικονομικού ή κοινωνικού σκοπού του δικαιώματος (Α.Π. 1188/2021, Α.Π. 267/2021, Α.Π. 311/2020, Α.Π. 333/2019).

Η διακρίβωση δε των πράξεων, με τις οποίες ο δικαιούχος άσκησε το δικαίωμά του στη συγκεκριμένη περίπτωση, αποτελεί πραγματικό ζήτημα και κρίνεται ανελέγκτως από το δικαστήριο της ουσίας, η κρίση του, όμως, αυτή ότι ορισμένη συμπεριφορά υπερβαίνει, και μάλιστα προφανώς, τα όρια που θέτουν τα παραπάνω κριτήρια είναι νομική και, επομένως, υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο.

Ο Άρειος Πάγος, δηλαδή, ελέγχει μόνο αν τα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας συνιστούν την προεκτεθείσα νομική έννοια του άρθρου 281 ΑΚ (Ολ.Α.Π. 8/2018, Α.Π. 1825/2022, Α.Π. 267/2021). Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 παρ. 6 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζητήματα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα, έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (Α.Π. 333/2023, Α.Π. 1346/2022, Α.Π. 695/2020).

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και γι' αυτό προϋποθέτει κρίση επί της ουσίας του δικαστηρίου, δεν ιδρύεται δε όταν η έλλειψη ή ανεπάρκεια ή αντίφαση των αιτιολογιών αναφέρεται στη σκέψη της αποφάσεως, με την οποία ο κρίσιμος πραγματικός ισχυρισμός (αγωγή, ένσταση κ.λ.π.) κρίθηκε απορριπτέος ως απαράδεκτος ή ως μη νόμιμος (Α.Π. 1051/2022, Α.Π. 140/2022, Α.Π. 1346/2022, Α.Π. 970/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 6 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ., αιτιώμενη ότι, με την κρίση σ' αυτήν ότι η εκ μέρους του αναιρεσίβλητου εκμισθωτή άσκηση της ένδικης αγωγής δεν είναι καταχρηστική, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 του Κ.Πολ.Δ., η βασιμότητα της οποίας προέκυπτε από τις προσκομισθείσες δικαστικές αποφάσεις και τα αποδεικτικά μέσα που η ίδια επικαλέστηκε και προσκόμισε προς απόδειξή της.

Το ως Εφετείο δικάσαν δικαστήριο, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο του λόγου αυτού μέρος της, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "... Με το δεύτερο λόγο της έφεσής της η εκκαλούσα ισχυρίζεται ότι έπρεπε η πρωτόδικη απόφαση να λάβει υπόψη της την καταχρηστική, κακόπιστη και παράνομη συμπεριφορά του αντιδίκου της και να κάνει δεκτή την πρωτοδίκως προβληθείσα ένσταση καταχρηστικής άσκησης της κρινόμενης αγωγής, για το λόγο ότι η επανεγκατάστασή της στο μίσθιο έχει κριθεί από όλα τα επιληφθέντα της υποθέσεως δικαστήρια μετά από δικαστική διαμάχη τριών ετών και παρά την ύπαρξη δεδικασμένου, ο ενάγων ασκεί καταχρηστικά την αγωγή εν γνώσει του ότι είναι αβάσιμη, σκοπεύοντας στην οικονομική αποδυνάμωσή της.

Ο ως άνω λόγος έφεσης είναι απορριπτέος, καθώς καταχρηστική άσκηση δικαιώματος συντρέχει όταν η προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου ή από την πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε ή από τις περιστάσεις που μεσολάβησαν, η εκ των υστέρων άσκηση του δικαιώματος έρχεται σε προφανή αντίθεση προς την ευθύτητα και εντιμότητα που πρέπει να κρατούν στις συναλλαγές, προς τα επιβαλλόμενα χρηστά συναλλακτικά ήθη και προς τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος, έτσι ώστε η ενάσκηση του δικαιώματος αυτού να προσκρούει στις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου.

Στην προκειμένη περίπτωση, τα επικαλούμενα για τη στήριξη της καταχρηστικής άσκησης της αγωγής πραγματικά περιστατικά, δηλαδή η βάσει δικαστικής αποφάσεως επανεγκατάσταση της εναγόμενης στο μίσθιο και η ύπαρξη δεδικασμένου ως προς το ασκούμενο με την αγωγή δικαίωμα του ενάγοντος, συνιστούν άρνηση του ασκούμενου με την αγωγή δικαιώματος του ενάγοντος να ζητήσει την απόδοση του μισθίου λόγω καταγγελίας της αορίστου χρόνου σύμβασης μίσθωσης.

Η διάταξη όμως του άρθρου 281 ΑΚ δε δύναται να αντιταχθεί κατά δικαιωμάτων, αλλά κατά της άσκησής τους, ήτοι η εφαρμογή της προϋποθέτει ότι ο ενιστάμενος καταφάσκει την ύπαρξη του δικαιώματος, περίπτωση που δεν συντρέχει εν προκειμένω...". Δηλαδή, η ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του ασκηθέντος με την αγωγή δικαιώματος, απορρίφθηκε με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση ως μη νόμιμη και όχι ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, όπως η αναιρεσείουσα εσφαλμένα υπολαμβάνει.

Επομένως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, γιατί στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι το δικαστήριο με την προσβαλλομένη απόφαση απέρριψε την εν λόγω ένσταση ως ουσία αβάσιμη, ενώ αυτή απορρίφθηκε ως μη νόμιμη και το δικαστήριο της ουσίας δεν εχώρησε στην κατ' ουσίαν έρευνά της. Και αν όμως ήθελε εκτιμηθεί ότι η αναιρεσείουσα ψέγει το δευτεροβάθμιο δικαστήριο για εσφαλμένη απόρριψη ως μη νόμιμης της ενστάσεώς της, περί καταχρηστικής ασκήσεως του ασκηθέντος με την αγωγή δικαιώματος του ενάγοντος, ενώ, κατά την άποψή της, συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της, έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 281 του Α.Κ.

και ορθά απέρριψε ως μη νόμιμη την οικεία ένσταση, καθόσον, τα επικληθέντα, αρνητικά της αγωγής πραγματικά περιστατικά (επανεγκατάσταση της αναιρεσείουσας στο μίσθιο ακίνητο κατόπιν δικαστικής αποφάσεως και ύπαρξη δεδικασμένου ως προς το ασκούμενο με την αγωγή δικαίωμα), και αληθή υποτιθέμενα, δεν ήταν επαρκή για την εφαρμογή της, αφού δεν πληρούσαν το πραγματικό της διατάξεως αυτής, όπως τούτο (πραγματικό) αναλύθηκε στην προηγηθείσα νομική σκέψη.

Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος της αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτος και αβάσιμος, υπό τις προεκτεθείσες διακρίσεις.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 5 του Κ.Πολ.Δ., που είναι ταυτόσημη με εκείνη του άρθρου 559 αριθ. 8 του Κ.Πολ.Δ., επιτρέπεται αναίρεση και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής ως "πράγματα", των οποίων η λήψη υπόψη, καίτοι μη προταθέντων ή, αντίθετα, η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων, ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο, νοούνται οι αυτοτελείς και παραδεκτά προβαλλόμενοι πραγματικοί ισχυρισμοί, που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου (Ολ.Α.Π. 22/2005, Ολ.Α.Π. 25/2003, Α.Π. 241/2023 Α.Π. 1662/2022, Α.Π. 757/2015).

Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση (A.Π. 50/2020, Α.Π. 1795/2008). Επομένως, δεν αποτελούν "πράγματα" οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σ' αυτούς, ούτε και οι αρνητικοί ισχυρισμοί, που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως βασίμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων (Ολ.Α.Π. 8/2013, Ολ.Α.Π. 3/1997, Α.Π. 664/2023, 1142/2019, ΑΠ 630/2020).

Ως εκ τούτου, και ο λόγος εφέσεως αποτελεί "πράγμα" κατά την ως άνω έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ, μόνον όταν επαναφέρει προς κρίση στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο αυτοτελή πραγματικό ισχυρισμό και όχι άρνηση της αγωγής ή της ενστάσεως (ΑΠ 1024/2023, Α.Π. 698/2023, Α.Π. 241/2023, Α.Π. 172/2023). Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του "πράγματα" που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα δεν έλαβε υπόψη τον προταθέντα με λόγο εφέσεώς της ισχυρισμό, ότι κατά το χρόνο ασκήσεως της ένδικης αγωγής η ίδια είχε νόμιμο δικαίωμα χρήσεως του μισθίου ακινήτου, λόγω επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, βάσει της υπ' αριθμ. 823/2019 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Αθηνών, που διέταξε την επανεγκατάστασή της στο μίσθιο ακίνητο.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι η επικαλούμενη αιτίαση αποτελεί αρνητικό της αγωγής απόδοσης του μισθίου ισχυρισμό και δεν συνιστά "πράγμα", κατά την έννοια που αναπτύχθηκε παραπάνω, για να θεμελιώσει τον εκ του άρθρου 560 αριθ. 5 λόγο αναιρέσεως. Με το δεύτερο δε σκέλος του ίδιου λόγου αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια ότι το δικάσαν δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη την προσκομισθείσα υπ' αριθμ. 382/2020 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, με την οποία ανεστάλη η εκτέλεση της προσωρινά εκτελεστής υπ' αριθμ. 593/2020 πρωτόδικης αποφάσεως, μέχρις ότου εκδοθεί απόφαση επί της κρινόμενης εφέσεως.

Με το περιεχόμενο αυτό, το σκέλος αυτό του τρίτου λόγου αναιρέσεως είναι απορριπτέο ως απαράδεκτο, διότι η επικαλούμενη αιτίαση, στηριζόμενη στο λόγο από το άρθρο 559 αριθμ. 11 γ' του Κ.Πολ.Δ., δεν περιλαμβάνεται στους περιοριστικά αναφερόμενους λόγους του άρθρου 560 του ίδιου Κώδικα, για τους οποίους και μόνον επιτρέπεται αναίρεση κατά της προσβαλλομένης αποφάσεως, καθώς πρόκειται για απόφαση του πρωτοδικείου, εκδοθείσα σε έφεση κατά της αποφάσεως του ειρηνοδικείου.

Τέλος, ο τέταρτος και τελευταίος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι η παραδοχή της προσβαλλομένης ότι "...η κρίση του Δικαστηρίου για το αν η από 20-12-2009 επίδικη σύμβαση είναι ενεργής σύμβαση μίσθωσης αορίστου χρόνου, με τους όρους της οποίας πραγματοποιήθηκε η επανεγκατάσταση της εκκαλούσας στο μίσθιο, στηρίζεται στις παραδοχές των ως άνω αναφερόμενων αποφάσεων, όπως και η κρίση ότι η από 20-04-2019 καταγγελία δεν επιφέρει τα αποτελέσματά της ...", είναι αντιφατική με την, εν συνεχεία, παραδοχή ότι "...

δεν υφίσταται δεδικασμένο, που να αφορά στην καταγγελία της ως άνω μίσθωσης με την προκείμενη αγωγή, η οποία είναι νόμιμη...", είναι αβάσιμος και, συνεπώς, απορριπτέος, ενόψει του ότι δεν υπάρχει καμία αντίφαση μεταξύ της παραδοχής ότι η από 20-04-2019 καταγγελία, με βάση τις αναφερόμενες προγενέστερες δικαστικές αποφάσεις, δεν επιφέρει τα αποτελέσματά της, και της, εν συνεχεία, παραδοχής ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο σε σχέση με τη γενόμενη μεταγενέστερα, με το δικόγραφο της ένδικης, από 10-10-2019, αγωγής, καταγγελία.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς διερεύνηση, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά του (άρθρα 176, 180, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 2-6-2022 (αρ. κατ. 53611/80/2-6-2022) αίτηση, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 5575/2022 τελεσίδικης αποφάσεως του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Απριλίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 25 Απριλίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ